Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο του Γ. Ατζακά «Θολός Βυθός» εκδόσεις Άγρα, 2008 και μεταφέρει την προσωπική του εμπειρία από τις παιδοπόλεις.

«Και πως θα μπορούσε τότε ένα παιδί κλεισμένο πίσω από μάντρες και συρματοπλέγματα, εντελώς άβγαλτο ακόμη στη ζωή, που μόλις είχε κλείσει τα δέκα τον, να γνωρίζει για το αγεφύρωτο χάσμα που είχε χωρίσει στα δύο όλον τον μεταπολεμικό κόσμο και είχε διχάσει και τη δική του χωρά, να κατανοεί τις αδιάλλακτες ιδεολογικές διαμάχες, να παρακολουθεί την παγκόσμια και την τοπική πολίτικη επικαιρότητα εκείνων των χρόνων, για να μπορεί έτσι να αντιλαμβάνεται τις φαινομενικές αντιφάσεις, τους μελετημένους και λεπτούς χειρισμούς, τις σκοτεινές σκοπιμότητες, τις δόλιες και ιδιοτελείς επιδιώξεις ενός πολύπλοκου μηχανισμού πού είχε αναλάβει να συγκεντρώσει και να προστατέψει, αλλά και ταυτόχρονα να χειραγωγήσει περισσότερα οπό τριάντα χιλιάδες ορφανά – στυφούς καρπούς ενός αδυσώπητου πολέμου Ελλήνων με Έλληνες; Καί τι μπορούσε να ξέρει για κείνον τον ποταμό αίματος που είχε κυλήσει ποτίζοντας το ίδιο αδιάφορα τις δυο όχθες του, δεξιά κι αριστερή;

Το 1952 είχε περάσει με βαριά νέφη στον ορίζοντα, με νέους πολέμους και τυφλή μισαλλοδοξία, με διώξεις, σκευωρίες, δίκες, καταδίκες και εκτελέσεις. Ήταν απαραίτητο μήπως να ανατρέξει στην κινεζική απειλή και τον πόλεμο της Κορέας, στον μακαρθισμό και το ζεύγος Ρόζενμπεργκ, στην ομάδα του Μπελογιάννη, στην υπόθεση των αεροπόρων, στις χιλιάδες των εκτοπισμένων και των εξόριστων;

Ό Γιάννης πολύ θα το ήθελε ακόμη και τώρα να δώσει μερικές από τις απαντήσεις που χρόνια αναζητούσε το Παιδί. Αυτό όμως δεν υπήρχε πιά και μόνον η φωνή του, όπως το φως από ένα σβησμένο αστέρι, έφτανε αυτή τη νύχτα σ ’αυτόν μέσα από τούς βυθούς της δικής του συνείδησης. Το ήξερε πολύ καλά πως κάθε εκ των υστέρων ερμηνεία προοριζόταν μόνο γι’ αυτόν, και κανέναν άλλον δεν μπορούσε να ενδιαφέρει.

Έτσι, μονάχα σαν ειρωνεία φάνταζε τώρα στα μάτια του το να εκπορεύεται καθημερινά και με κάθε τρόπο από ποικίλα χείλη εκείνος δ χοντροκομμένος ιδεολογικός μονόλογος, μέσα σέ μια κοινότητα παιδιών, πού από μόνη της αποτελούσε την πιο ολοκληρωμένη και την πιο τελεία αταξική μικροκοινωνία. Καί, αν δεν υπήρχε το μοναδικό παράδειγμα της αρχαίας Σπάρτης και οι τερατώδεις μεσοπολεμικές απομιμήσεις του, θα αποτελούσε την πιο ακραία αντίφαση, τον πλέον παράδοξο παραλογισμό το να καταπολεμά κάποιος με τέτοια έμμονη μια κοινωνική θεωρία πού με τόση πιστότητα εφάρμοζε στην πράξη. Στις μεταπολεμικές παιδοπόλεις, όπως και σέ κάθε παρόμοια κοινότητα παιδιών, καθώς υπήρχε μόνο χρήση και καμιά ιδιοκτησία αντικείμενων, η κοινοκτημοσύνη ήταν απόλυτη. Ακόμη και τα ρούχα που τους φορούσαν ήταν ομοιόμορφα, κι αν έσβηνε ό ατομικός αριθμός τους, τα μπέρδευαν κι αυτά μεταξύ τους. Ό καταμερισμός των εργασιών, η εναλλαγή στις υπηρεσίες ήταν ακριβοδίκαια μοιρασμένα, όσο κι οι μερίδες του φαγητού. Η απονομή της εσωτερικής δικαιοσύνης, τόσο στην επιβολή των τιμωριών, όσο και στην απονομή των επαίνων, ήταν απολύτως αμερόληπτη. Καμιά διάκριση, καμιά διαφοροποίηση.

Ακόμη και τώρα ο Γιάννης αναρωτιόταν αν αυτό ήταν ένα δείγμα μεγαθυμίας των νικητών η μια αυτονόητη εφαρμογή της παιδαγωγικής ορθότητας. Μπορούσε όμως τώρα να ξέρει πως οι πραγματικοί βασιλιάδες ποτέ δεν είναι τόσο αγαθοί όπως στα παραμύθια. Κι αν ακόμη μερικοί απ’ αυτούς θα ήθελαν να είναι, πίσω τους υπήρχαν πάντα αρκετοί σκοτεινοί σύμβουλοι για να προστατεύουν τα συμφέροντα των θρόνων τους και να διασφαλίζουν την εσαεί διάρκεια τους – κι από μυστικοσυμβούλους και κουροπαλάτες και παρατρεχάμενους τίποτε άλλο σ ’εκείνους τούς ταραγμένους καιρούς. Μόνον αυτοί κι οι ξενόφερτοι τοποτηρητές τους, μόνον η Κεντρική Διοίκηση της Πρόνοιας Βορείων Επαρχιών Ελλάδος και ίσως οι αφοσιωμένοι αρχηγοί των παιδοπόλεων πρέπει να ήξεραν με ακρίβεια την ιδεολογική προέλευση αυτών των χιλιάδων άμοιρων παιδιών – το ισοδύναμο πολιτικό αντίβαρο στις 28.000 της άλλης πλευράς. Μόνον αυτοί ήταν σε θέση να γνωρίζουν τούς ακριβείς αριθμούς και τούς πραγματικούς συσχετισμούς ανάμεσα στα παιδιά των δυο αντίπαλων παρατάξεων, πού μόλις είχαν αναμετρηθεί μέχρις εσχάτων. Καί φυσικό ήταν η ηττημένη μερίδα, που είχε και τις περισσότερες απώλειες σε άντρες, να είχε και την πλουσιότερη συγκομιδή σε παιδιά απορφανισμένο.

Αν είχαν κάνει το λάθος να ακολουθήσουν μια τακτική διακρίσεων, τότε θα είχαν προκαλέσει έναν άλλον εμφύλιο πόλεμό αναμεσά στα παιδιά, που θα είχε τη σκληρότητα πού μόνον αυτά ξέρουν να επιδείχνουν. Έτσι όμως θα είχαν κερδίσει ένα μέρος των παιδιών μόνο, και ίσως το μικρότερο. Κι εφόσον η δίκη τους παράταξη είχε κερδίσει τον πόλεμο κατά κράτος και είχε επικρατήσει ολοκληρωτικά, γιατί θα έπρεπε τότε να αρκεστεί μόνον σ ’ένα μέρος των λαφύρων;

Έπρεπε, λοιπόν, να κατακεραυνώνουν και να καταρρακώνουν συστηματικά και επίμονα τη νικημένη πλευρά, που έτσι κι αλλιώς δεν είχε πουθενά πλέον δικαίωμα στον αντίλογο. Από εκεί ήταν οι απάτριδες, οι προδότες, οι άθεοι, οι άτιμοι, οι άνανδροι, οι δειλοί, οι βάρβαροι, οι αντάρτες, οι ληστές, οι κατσαπλιάδες, οι εγκληματίες, οι φονιάδες, οι σφαγείς, τα κτήνη με τα τρομερά πρόσωπα, τα άγρια γένια, τα γαμψά νύχια, τα αιματοβαμμένα χέρια, και με μια λέξη που τα έλεγε όλα, οι μισητοί συμμορίτες. Από εδώ ήταν το έθνος, η πατρίδα, η σημαία, οι βασιλείς, ο στρατός, η χωροφυλακή, οι δικαστές, ο κλήρος, ο σταυρός, η Παναγία, ο Χριστός, ο Θεός ο ίδιος. Τα παιδιά μπορούσαν να επιλέξουν ελεύθερα. Και όλα είχαν, βέβαια, επιλέξει τη σωστή πλευρά. Οι άλλοι, οι μιαροί, ποτέ δεν θα μπορούσαν να ήταν γονιοί δικοί τους’ κι αυτά ποτέ δεν θα ήθελαν να είναι τα δικά τους παιδιά.

Και πως θα μπορούσε η ισότητα στη μεταχείριση όλων των παιδιών να εκπηγάζει από μια γενναιόδωρη παραχώρηση, από μίαν ευγενή παιδαγωγική αρχή, όταν αυτή συνυπήρχε με την ανελέητη σπίλωση της πολιτικής και πολεμικής τιμής των νεκρών πατεράδων τους, όταν έστεκε παντελώς αδιάφορη για τον βαρύ τραυματισμό πού σίγουρα προκαλούσε στα παιδιά της μιας μόνον πλευράς, στα αθώα παιδιά των ανταρτών, των μαχητών τού Δημοκρατικού Στρατού – για ν ακουστεί έστω και μια μόνο φορά η ονομασία πού οι ίδιοι είχαν δώσει στον εαυτό τους και πού μ’ αυτή τελικά τους είχε καταγράψει και η Ιστορία; Κι αφού τα ανυποψίαστα εκείνα πλάσματα ούτε ήξεραν κι ούτε τούς επιτρεπόταν να υπερασπιστούν τούς δικούς τους, το μόνο πού τούς απέμενε τότε ήταν να τούς απαρνηθούν.

Το επιτελικό εκείνο σχέδιο χειραγώγησης, όποιος κι αν το είχε εκπονήσει, ήταν καταχθόνιο στη σύλληψη του και τέλειο στην εφαρμογή του, και μόνο σε μια συγκεκριμένη και αυστηρή άνωθεν οδηγία έπρεπε να αποδοθεί.

Έτσι το Παιδί, όπως είχε αρμοδίως προδιαγράφει, με τα χρόνια άρχισε πρώτα να ξεχνά ότι ήταν γιος αντάρτη, υστέρα να το αρνείται. Στο τέλος έπαψε ακόμη και να νοιάζεται για την τύχη του πατέρα του, κι αν αυτός ζούσε κάπου, καλύτερα θα ήταν να έμενε για πάντα μακριά του. Η προ μελετημένη, η άκαρδη αυτή μεταστροφή είχε όμως συντελεστεί σ ‘ένα μόνο από τα τόσα παιδιά των παιδοπόλεων;

Ο Γιάννης -πού από την πρώτη νεότητά του, πέραν κάθε προσχεδιασμού και προσδοκίας, είχε περάσει στην αντίπερα όχθη, στα εξορκισμένα πατρικά χώματα, απ’ όπου τον είχαν κάποτε ξεριζώσει- ένιωθε πως όλες οι υπερκείμενες αυτές κρίσεις τον οδηγούσαν σ ‘ένα ασφαλές συμπέρασμα, που την ορθότητά του αδυνατούσε και ν’ αποδείξει. Αυτός όμως, που για χρόνια είχε πληρώσει το δικό του ακριβό τίμημα, μπορούσε να πιστεύει στην εκδοχή του. Άλλωστε, είχε από καιρό πειστεί πως η δική του περίπτωση δεν ήταν παρά μια απρόβλεπτη αστοχία, αν όχι μια τυχαία κακοτεχνία εκείνου τού τόσο άψογα οργανωμένου συστήματος.»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s