Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2007 στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Μάγμα

 

Η καταπολέμηση της συνολιστικής – ταυτιστικής λογικής-οντολογίας υπό τις πολυειδείς μεταμφιέσεις της είναι πράγματι ένα πολιτικό καθήκον που περιέχεται άμεσα στην εργασία για την πραγματοποίηση μιας αυτόνομης κοινωνίας.

Κορνήλιος Καστοριάδης

 

Από το θάνατο του Σωκράτη και μετά, παρατηρεί η Χάνα Άρεντ, ο φιλόσοφος απομακρύνεται από την πόλη και καθώς φαίνεται από το έργο του Πλάτωνα, προβάλ­λει την αξίωση να γίνει δικαιωματικά από πολίτης της δημοκρατικής Αθήνας, βασι­λιάς. Ο φιλόσοφος απομακρύνεται από το σκοτάδι του Σπηλαίου, τον οικείο τόπο «των πολλών» για να θεαθεί τις Ιδέες, αλλά ουσιαστικά δε θα επιστρέφει ποτέ για να μοιραστεί με «τους πολλούς» την Αλήθεια που του αποκαλύφθηκε. Ίσως στο κομβικό σημείο του θανάτου του Σωκράτη μπορούμε να εντοπίσουμε ένα οριακό σημείο με­ταστροφής τόσο για την πολιτική, όσο και για τη φιλοσοφία. Είναι κοινά παραδεκτό ότι από τον 4° αι. π.Χ. ξεκινά μια περίοδος παρακμής της δημοκρατίας. Αντιστοίχως, θεωρούμε ότι με τον Πλάτωνα πραγματοποιείται μια θεμελιακή μεταστροφή της φι­λοσοφίας. Πριν προχωρήσουμε όμως είναι αναγκαίο να διευκρινίσουμε ποιο είναι το φιλοσοφικό νόημα της δημοκρατίας και ποιο είναι το πολιτικό νόημα της φιλοσοφίας. Η προσπάθεια αυτή ελπίζουμε να καταδείξει την κοινή οντολογική τους εκπήγαση και την καθοριστική τους συναλληλία.

Όπως είπαμε παραπάνω, αυτό που θα επιδιώξουμε να προσεγγίσουμε εδώ δεν είναι η δημοκρατία ως διαδικασία, αλλά η φιλοσοφική της σημασία. Είναι σαφές, ότι η θέσμιση κάθε κοινωνίας περιλαμβάνει ένα σύνολο φαντασιακών σημασιών τις οποίες ενσαρκώνει και οι οποίες ενσαρκώνονται δι’ αυτής. Το μάγμα αυτών των σημασιών εμπεριέχει ως επί το πλείστον ένα minimum οργάνωσης, το οποίο μακράν του να θε­ωρηθεί καθεαυτό ορθολογικό, απέχει εξίσου του να θεωρηθεί ανορθολογικό. Μέσα στην πυκνή ομίχλη αυτών των σχέσεων θα επιχειρήσουμε να κινηθούμε.

Καταρχάς, ως δημοκρατία μπορούμε να ορίσουμε το πολίτευμα όπου η εξουσία, η αρμοδιότητα της λήψης και της εφαρμογής των αποφάσεων που αφορούν στην ζωή της πόλεως, ανήκει στο δήμο, στο σύνολο των πολιτών. Ο ορισμός αυτός, δυνάμει σα­φής όσο και συγκαλυπτικός όπως κάθε ορισμός, μπορεί να μας ανοίξει αλλού. Μπορεί να μας ανοίξει στις προϋποθέσεις, οι οποίες δεν είναι μόνο προϋποθέσεις αλλά εξίσου αποτελέσματα αυτού του ορισμού. Ο ορισμός αυτός προϋποθέτει/συνεπάγεται ότι η απόφαση για τους νόμους και τους θεσμούς της πόλεως ανήκει αποκλειστικά στους πολίτες. Έχει λοιπόν εξ ορισμού αποκλειστεί η πιθανότητα, οι νόμοι να προέρχονται από κάποια εξωκοινωνική πηγή όπως ο Θεός, το πνεύμα των προγόνων κλπ. Ως εδώ, δημοκρατία σημαίνει ότι εμείς οι ίδιοι δίνουμε στους εαυτούς μας τους νόμους μας και στο πεδίο αυτό -τουλάχιστον- δεν περιμένουμε τίποτα από κανέναν.

Θα μπορούσε ασφαλώς να ισχυριστεί κάποιος ότι ο δήμος θα μπορούσε να ορί­σει άπαξ και δια παντός τους νόμους και τους θεσμούς της πόλεως. Αυτή είναι μία αντίληψη που ταιριάζει στους αντιπάλους της δημοκρατίας, όπως ο Πλάτων. Αυτό που επιθυμούσε διακαώς ο Πλάτων και αυτό που ήταν ο στόχος της Πολιτείας του ήταν να ανακαλύψει τη θέσμιση της ορθής πολιτείας, αυτής που θα έμενε σταθερή και απρόσβλητη από το γίγνεσθαι, αυτής που θα έμενε εν τέλει σταθερή και απρόσβλητη· από το χρόνο ως δημιουργία. Ο Πλάτων θέλει να καταργήσει το χρόνο. Η δημο­κρατική αντίληψη λέει ότι ούτε υπάρχουν, ούτε μπορούν να υπάρξουν απαράβατοι κανόνες που θα ρυθμίζουν τη δημόσια ζωή. Στο πεδίο της πολιτικής υπάρχει δόξα,, γνώμη και όχι γνώση. «’Έδοξε τή βουλή και τώ δήμώ…», ξεκινά κάθε ψήφισμα της Εκ­κλησίας του δήμου. Έτσι μας φάνηκε σωστό, κατά συνέπεια: μπορεί να κάνουμε λάθος. Αυτή η ανοιχτή δυνατότητα της αμφισβήτησης, αποτελεί ένα απ’ τα νοήματα τα πιο βαθιά της δημοκρατίας. Και γνωρίζουμε ότι θεμελιώνεται σε θεσμούς της αθηναϊκής δημοκρατίας, όπως η γραφή παρανόμων κατά την οποία ένας πολίτης καταγγέλλει έναν άλλο επειδή παρέσυρε την Εκκλησία του δήμου στην ψήφιση ενός παράνομου νόμου- «ας αναλογιστούμε την άβυσσο που ανοίγει αυτός ο όρος». Η δυνατότητα της αμφι­σβήτησης καθεαυτή αποτελεί μια βόμβα στα θεμέλια κάθε παραδοσιακής κοινωνίας.

Ταυτοχρόνως, το γεγονός ότι μία κοινωνία μπορεί να ισχυριστεί ότι μία απόφασή της ίσως είναι λανθασμένη, ότι η ίδια ίσως πλανάται, ίσως κάνει λάθος, σημαίνει κάτι και σημαίνει πολλά για τη συγκρότηση της κοινωνίας ως φαντασιακής οντότητας και για τη συγκρότηση του υποκειμένου αυτής της κοινωνίας. Οφείλουμε να μιλήσουμε για την ανάδυση, όχι μόνο ενός νέου τύπου κοινωνίας, αλλά και για την ανάδυση ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου, του αυτόνομου ανθρώπου. Πρόκειται για τη διάνοιξη της δυνατότητας του ανθρώπινου υποκειμένου να σκέφτεται αυτό που πράττει, να σκέφτε­ται αυτό που επιθυμεί, να σκέφτεται αυτό που σκέφτεται, να σκέφτεται αυτό που είναι. Μέσω αυτής της αυτοστοχαστικότητας και μόνο μέσω αυτής είναι δυνατό να διαυγαστούν οι σχέσεις του υποκειμένου με τον εαυτό του και με τους γύρω του. Η παραδο­χή ότι «μπορεί να κάνω λάθος», εμπεριέχει αναγκαία μια νοηματοδότηση του Άλλου και των Άλλων και μια νοηματοδότηση που είναι διαφορετική και αντίθετη προς τον πρωταρχικό αυτιστικό εγκλεισμό της ανθρώπινης ψυχής. Μια τέτοιου είδους αναγνώ­ριση του Άλλου κάνει δυνατή την ανθρώπινη διαβούλευση, το διάλογο ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας. Κάνει, ακόμη, δυνατή τη φιλία, με το πολιτικό νόημα που της δίνει ο Αριστοτέλης, ως της επιθυμίας των ανθρώπων να συνυπάρχουν.

Η Άρεντ ακολουθώντας την παράδοση της υπαρξιστικής φιλοσοφίας μελετά το νόημα του θανάτου σε σχέση με την αρχαιοελληνική πολιτική και γενικότερα πολι­τιστική δημιουργία. Καταλήγει ότι η ανθρώπινη δημιουργία αποτελεί μία απάντηση στο ζήτημα της θνητότητας. «Με τη δυνατότητά τους να πραγματοποιούν αθάνατα έργα, με την ικανότητά τους να αφήνουν άφθαρτα ίχνη πίσω τους, οι άνθρωποι, παρά την ατομική τους θνητότητα, επιτυγχάνουν μια δική τους αθανασία και αποδείχνονται μέτοχοι μιας “θείας” φύσης». Αντιστοίχως ο Καστοριάδης διορθώνει τους στίχους του Εμπειρίκου: «να γίνη[…] πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρ­ρώ, αυτοί, στον κόσμο εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου» από το ποίημα του «Εις την οδόν των Φιλελλήνων», λέγοντας: «έκαμαν οίστρο της ζωής τη γνώση του θανάτου». Το ανεξάλειπτο γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι θνητός, που σε άλλες κοινωνίες συγκαλύπτεται πάση θυσία μέσω φαντασιακών σημασιών όπως η Θρησκεία, η Ιστορία κλπ., στην αρχαιοελληνική πόλη αναγνωρίζεται και αντιμε­τωπίζεται. Και αντιμετωπίζεται διαμέσου της ανθρώπινης δημιουργίας σε όλες τις σφαίρες.

Το βαθύτερο νόημα δε πίσω από τον Επιτάφιο του Περικλή, αυτό που κρύβεται πίσω από το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο όπου είναι γραμμένος, αυτό που φωτίζει κάθε του λέξη, θα μπορούσε να έχει κάπως έτσι: γνωρίζουμε ότι είμαστε στον κό­σμο αυτό ριγμένοι, ότι είμαστε όντα πεπερασμένα, ότι ό,τι είναι να πράξουμε θα το πράξουμε εδώ, γιατί η μεταθάνατον ζωή -αν υπάρχει- θα είναι χειρότερη από αυτή εδώ. Για το λόγο αυτό, επιλέγουμε να ζούμε σε μια πόλη που όλοι τη ζηλεύουν και επιπλέον επιλέγουμε να είμαστε ελεύθεροι, να βάζουμε εμείς οι ίδιοι τους νόμους στους εαυτούς μας και να τους τηρούμε διά δέος, επειδή είναι και τους αναγνωρίζουμε ως δικούς μας. Τέλος, και αυτό είναι το σημαντικότερο, εμείς επιλέγουμε ποιο νόη­μα θα δώσουμε στη ζωή μας, γιατί η ζωή κανενός δεν έχει εμμενές νόημα. Έτσι, η αρχαιοελληνική φαντασιακή δημιουργία τοποθετεί στη θέση αυτού που δε δίνεται, μιας υπερβατικής πηγής κάθε νοήματος, αυτό που κατά μία έννοια πάντα βρίσκονταν εκεί δίχως να το παραδέχεται, την ανθρώπινη δημιουργία· αλλά όχι μία ανθρώπινη δημιουργία που έχει ως σκοπό να καλύψει το Απύθμενο, το Χάος μέσα στο οποίο είμαστε και το οποίο είμαστε ως όντα κατ’ εξοχήν φαντασιακά. Αντιθέτως, μια δημι­ουργία που κοιτάζει την Άβυσσο κάτω απ’ τα πόδια της όχι χωρίς ίλιγγο, αλλά χωρίς να- αποστρέφει το βλέμμα, που αναλαμβάνει το Απύθμενο σε όλη του τη δόξα, έρχε­ται αντιμέτωπη μαζί του, και παλεύει να κάνει το Χάος, Κόσμο και δημιουργεί στα πεδία της πολιτικής, της τέχνης, της φιλοσοφίας, της επιστήμης και όχι μόνο. Υπό το φως αυτό πρέπει να δούμε όχι μόνο τις αρχαιοελληνικές δημοκρατίες, αλλά και κάθε δημοκρατική και αυτόνομη κοινωνία.

Πρέπει να παραδεχτούμε, καθώς γίνεται σαφές από τα παραπάνω ότι η θέσμιση κάθε κοινωνίας έχει στη βάση της προϋποθέσεις φιλοσοφικές. Με τρόπο λανθάνοντα ή φανερό, ρητό ή άρρητο, το μέλος κάθε κοινωνίας στο μέτρο που εμφορείται από τις φαντασιακές σημασίες της, έχει απαντήσει κατά κάποιο τρόπο σε φιλοσοφικά ζη­τήματα όπως ποιο είναι το νόημα της Ιστορίας, ποιο είναι το νόημα της ζωής του ανθρώπου, τι θεωρούμε αληθινό και τι όχι, τι μπορούμε να γνωρίσουμε και τι όχι κ.λπ. Έτσι, η θέσμιση μιας κοινωνίας έχει αποφασίσει ότι η Ιστορία οδηγείται στην Πολιτεία του Θεού ή στην κομμουνιστική κοινωνία, ότι αξίζει να ζει κανείς με την ελπίδα να δικαιωθεί σ’ αυτά τα ιστορικά έσχατα, ότι η Αλήθεια μας κρύβεται και με τη βοήθεια του ανθρώπινου Λόγου θα αποκαλυφθεί ή ότι είναι συμφερότερο το πίστευε και μη ερεύνα» κλπ. Ακόμα βαθύτερα, στο φαντασιακό κάθε κοινωνίας είναι και πρέπει να είναι σαφές το τι υπάρχει και το τι δεν υπάρχει· και υπάρχουν αναμ­φισβήτητα τα χειροπιαστά και καθημερινά πράγματα, όσα συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις, οι άλλοι άνθρωποι αλλά και μερικά μη αισθητά που αποδεικνύονται τελικά αληθινότερα των αληθινών, όπως ο Θεός κατά το γνωστό επιχείρημα του Άνσελμου του Canterbury και του Ντεκάρτ. Έτσι, κάποια από τα πολυπλοκότερα φιλοσοφικά ζητήματα μοιάζουν ήδη απαντημένα στο φαντασιακό ενός χωρικού του Μεσαίωνα ή ενός Αβορίγινα ιθαγενούς.

Με τα παραπάνω δε θέλουμε να ταυτίσουμε τη φιλοσοφία με τις θεσμίσεις των εκάστοτε κοινωνιών. Αυτό που επιθυμούμε είναι στις περισσότερες των περιπτώσε­ων μάλλον το αντίθετο. Υπό ποιους όρους, αλήθεια, είναι η φιλοσοφία εφικτή; Η φιλοσοφία είναι εφικτή υπό τον όρο της διάρρηξης των ταμπού των παραδοσιακών κοινωνιών, που κάνει δυνατή τη διερώτηση πάνω στα ζητήματα που το θεσμισμένο επιθυμεί να κλείσει. Το υπονοήσαμε ήδη παραπάνω: οι ετερόνομες θεσμίσεις των κοι­νωνιών, η ετερονομία εν γένει είναι κλείνουσα, εν αντιθέσει με την αυτονομία η οποία είναι ανοίγουσα. Αυτονομία σημαίνει σε πολιτικό —με την πιο βαθιά έννοια- επίπεδο ότι το ζήτημα της συνολικής θέσμισης παραμένει ανοιχτό· σημαίνει ότι στοχαζόμαστε πάνω όχι μόνο στο ζήτημα της ορθότητας των νόμων μας, αλλά βαθύτερα στην ίδια τη φαντασιακή επένδυση κάθε αντικειμένου, κάθε ιδέας, κάθε αξίας της κοινωνίας που ζούμε. Υιοθετούμε σε κάθε πεδίο μία αυτοστοχαστική στάση. Αν κοιτάξουμε την ιστορία της φιλοσοφίας, είναι προφανές ότι όσο περισσότερο αυτόνομη είναι μία κοινωνία, τόσο η φιλοσοφία βρίσκει πρόσφορο έδαφος- αρχαία Ελλάδα, Αναγέννη­ση, Διαφωτισμός, Νεωτερικότητα. Δε μιλάμε απλά για τη δυνατότητα της έκφρασης των φιλοσόφων, των επιστημόνων, των καλλιτεχνών για την απαραίτητη συνθήκη του να μιλάνε ελεύθερα και να μην καίγονται στην πυρά. Μιλάμε για τη δυνατότητα να υπάρχουν ως φιλόσοφοι, επιστήμονες, καλλιτέχνες, για τη δυνατότητα να παράγουν νέες ιδέες, για τη δυνατότητα να είναι δημιουργικοί στο πεδίο της σκέψης. Μπορούν να είναι δημιουργικοί στο πεδίο της σκέψης, μπορούν να γεννούν αδιάκοπα νέες ιδέες, ιδέες φιλοσοφικές, επιστημονικές, αισθητικές, γιατί η δημιουργία είναι σκεπτή, είναι δυνατή στον ορίζοντα της κοινωνίας που ζουν. Οι κοινωνίες αυτές είναι κοινωνίες ανοιχτές, αποδέχονται ότι η δημιουργία νέων μορφών είναι εφικτή και μάλιστα επι­θυμητή. Περιττό να σημειώσουμε την καθόλου τυχαία σύμπτωση ότι στις κοινωνίες αυτές εμφανίζεται αδιάκοπη δημιουργία και στο πολιτικό επίπεδο.

Αναγνωρίζοντας τη δημιουργικότητα αυτών των κοινωνιών, δε μας επιτρέπεται καθόλου να παραβλέψουμε την οντολογική προϋπόθεση αυτού του γεγονότος. Το γεγονός ότι υπάρχουμε σε μια κοινωνία ως όντα δημιουργικά στην πολιτική, στην φιλοσοφία, στην επιστήμη, στην τέχνη σημαίνει ότι γεννάμε διαρκώς νέους νόμους και θεσμούς, νέες φιλοσοφικές ιδέες, νέες επιστημονικές προσεγγίσεις, νέα έργα τέχνης που αμφισβητούν διαρκώς το θεσμισμένο, την παράσταση του κόσμου που μας πα­ραδόθηκε και γνωρίζουμε και επιθυμούμε η αμφισβήτηση αυτή να περιλάβει και μας, καθώς εν τέλει μια παγίωση του θεσμισμένου είναι αδύνατη. Και είναι αδύνατη επειδή ενδομύχως ή όχι παραδεχόμαστε ότι ένα τέλος της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της επι­στήμης, της τέχνης είναι αδύνατο καθόσον υπάρχουμε οι ίδιοι ως όντα δημιουργικά, καθόσον αυτό που βαθύτερα είμαστε ως ανθρώπινη ψυχή είναι ρους απερίσταλτος φαντασιακών παραστάσεων.

Ο κόσμος των πραγμάτων που μας περιβάλλει είναι αναμφισβήτητα κάτι16, κάτι που μας αυτοπροσφέρεται και που εμείς το συγκροτούμε ως νόημα, καθώς η ίδια η συνείδησή μας στρέφεται «εκ φύσεως» προς τα έξω. Το ίδιο το φαινόμενο της αντίληψης του κόσμου είναι μια ανεξάντλητη δημιουργία. Μια δημιουργία ελεύθερη αλλά όχι αυθαίρετη, δημιουργία ex nihilo αλλά όχι cum nihilo. «Ο υπάρχων κόσμος υπάρχει με ερωτηματικό τρόπο» και τον συλλαμβάνουμε απαντώντας στην εγγε­νή του ερωτηματικότητα. Είμαστε μπλεγμένοι σ’ αυτό τον κόσμο ως ορώντες και ορατοί, ακούοντες και ακουόμενοι, άπτοντες και απτόμενοι και κάθε προσφιλής στη φιλοσοφία διάσταση υποκειμένου και αντικειμένου αντικαθίσταται από την αναντίρ­ρητη συναλληλία μας με τον κόσμο. Το μες-στον-κόσμο-είναι είναι πρωτίστως ένα είναι δημιουργικό. Και μπορεί να είναι δημιουργικό μιας και τίποτα στον κόσμο δεν είναι διά παντός κλειστό και δοσμένο.

Η οντολογία της καθοριστικότητας πρέπει να διαρραγεί για να ανοιχθεί ο ορί­ζοντας της οντολογίας της δημιουργίας. Η ανθρώπινη ιστορία δεν έχει και δε μπορεί να έχει καθορισμένη πορεία όπως τη θέλει η εγελομαρξιστική παράδοση. Ο Χέγκελ αναλαμβανόμενος το αδιέξοδο της παρμενίδειας-πλατωνικής παράδοσης που αρνείται το Γίγνεσθαι και που ο χρόνος ως δημιουργία αποτελεί τον τρομακτικότερο εφιάλτη της, εφευρίσκει ένα νέο τέχνασμα. Το προηγούμενο τέχνασμα ήταν αυτό του Πλάτωνα που εφηύρε τον κόσμο των Ιδεών, όπου βασιλεύει η σταθερότητα, για να εξορίσει το Γίγνεσθαι στον εδώ κάτω κόσμο των ευτελών αντιγράφων. Ο Χέγκελ, αντιθέτως -ή μάλλον όχι και πολύ αντιθέτως- παραδέχεται το Γίγνεσθαι στην Ιστορία για να το υποτάξει σε ένα νέο συνολικότερο καθορισμό, που θέλει την πορεία της Ιστορίας προδιαγεγραμμένη και το Γίγνεσθαι καθορισμένο, άρα μη-Γίγνεσθαι, άρα Είναι (με την παραδοσιακή παρμενίδεια έννοια του όρου). Στο πλαίσιο αυτό -αλλά όχι μόνο σ’ αυτό-, η φιλοσοφία του Μαρξ που ασπάζεται τον εγελιανό ιστορικισμό, είναι μια φιλοσοφία βαθιά συντηρητική.

Στην ίδια λογική κινείται για παράδειγμα η πολιτική φιλοσοφία του Χομπς που θέλει τη φύση του ανθρώπου καθορισμένη με βάση το homo homini lupus. Αυτή η αφε­λής οντολογία της ανθρώπινης φύσης είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της οντολογίας της καθοριστικότητας. Και είναι προφανές ότι αν ο άνθρωπος ήταν κάτι συγκεκριμένο και σαφές όπως το θέλει ο Χομπς θα ήταν αυτονόητο ότι θα υπήρχαν και συγκεκριμένοι κανόνες για να χειριστούμε αυτό το υλικό. «Μπορούν με φιλόπονο στοχασμό να βρεθούν αρχές του Λόγου που θα καταστήσουν τη συγκρότησή τους [των πολιτικών κοινοτήτων] άφθαρτη, αν βέβαια εξαιρεθεί το ενδεχόμενο εξωτερικής επίθεσης». Εδώ οι στόχοι άλλα και τα μέσα του Χομπς παρουσιάζονται κοινά με αυτά του Πλάτωνα. Η παράδοση της ψυχανάλυσης με αφετηρία το έργο του Φρόιντ αναδεικνύουν μια οντολογία της ανθρώπινης ψυχής, η πολυπλοκότητα της οποίας υπογραμμίζει την αφέλεια του χομπσιανού υποδείγματος. Επιπλέον, δε θεωρούμε καθόλου τυχαίο, το γεγονός ότι ο Χομπς ισχυρίζεται πως «ό,τι φανταζόμαστε είναι πεπερασμένο». Η απάρνηση του δημιουργικού χαρακτήρα της φαντασίας αποτελεί conditio sine qua non κάθε φιλοσοφίας της καθοριστικότητας. Αλλά, από που, αλή­θεια, έρχονται και ξάφνου εισβάλλουν στην πραγματικότητα, η γραφή παρανόμων, Η Δίκη του Κάφκα, Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολ/τη, η 5η Συμφωνία του Μπετόβεν, τα σοβιέτ του 1905, το Eyes in the Heat του Πόλοκ ή τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ως φαντασιακές δημιουργίες; Από τον κόσμο των Ιδεών ή από το νου του Θεού;

Η λογική της καθοριστικότητας εκφράζεται, επίσης, με πολύ ξεκάθαρο τρόπο στον πλατωνικής προέλευσης ρεαλισμός όπως αποκρυσταλλώνεται κατά τη διάρκεια της μεσαιωνικής φιλοσοφίας. Αν ισχύει ότι universalia sunt realia, δηλαδή ότι οι γενικές έννοιες είναι οι πραγματικές και μάλιστα όσο πιο γενικές είναι, τόσο πιο πραγματι­κές, η δυνατότητα της δημιουργίας περιορίζεται, ακόμα και καταργεΐται. Με βάση τη φράση αυτή, που συμπυκνώνει το νόημα του ρεαλισμού, οδηγούμαστε στην απόλυτη πραγματικότητα του ens generalissimum, του γενικότατου όντος, του Θεού που καθο­ρίζει την δυνατότητα ύπαρξης όλων των άλλων όντων στο οντολογικό επιχείρημα για την ύπαρξη του Θεού· ταυτοχρόνως η πραγματικότητα των καθ’ έκαστον όντων φθίνει. Επειδή στο ρεαλισμό ισχύει το universalia ante rem, δηλαδή τα καθόλου υπάρχουν πριν από τα καθ’ έκαστον και τα τελευταία οφείλουν το είναι τους στη μετοχή τους στα πρώτα, η δημιουργία ουσιαστικά νέων κάθ’ έκαστον καθίσταται αδύνατη. Αυτή που είναι δυνατή στην καλύτερη περίπτωση είναι η δημιουργία καθ’ έκαστον που υπο­τάσσονται στους καθορισμούς των καθόλου· αλλά τότε δε μας επιτρέπεται, κατά τη γνώμη μας, να μιλούμε για δημιουργία, παρά ίσως μόνο για κατασκευή.

Παρέκβαση: «Δημιουργία σημαίνει προφανώς εδώ αυθεντική δημιουργία, οντο­λογική δημιουργία, η δημιουργία νέων Μορφών ή νέων ειδών για να χρησιμοποιή­σουμε τον πλατωνικό όρο». Επί τη ευκαιρία ας διευκρινίσουμε το εξής: είναι σχεδόν ομόφωνη η απόφανση της παραδοσιακής φιλοσοφίας ότι nihilo ex nihil fit («έκ μή οντος γενέσθαι άδννατον»), δηλαδή ότι τίποτα δε γεννιέται εκ του μηδενός. Η φράση αυτή θεωρούμε ότι συμπυκνώνει την απάρνηση της δημιουργίας. Λέγοντας ότι κάτι γεννι­έται, προφανώς αναφερόμαστε σε κάποια «ουσία» που έρχεται στο φως. Αυτό το κάτι προέρχεται από κάτι, δεν υπάρχει αμφιβολία περί αυτού. Το ερώτημα που τίθεται εί­ναι αν αυτό το κάτι απ’ οπού κάθε δημιουργημένο κατάγεται, το καθορίζει και σε ποιο βαθμό. Για την πλατωνική παράδοση είναι σαφές: αυτό που κατασκευάζεται, είναι αντίγραφο ενός προτύπου. Πρόκειται για αντιγραφή, για κατασκευή και δυνατότητα δημιουργίας ex nihilo δεν υπάρχει. Δυστυχώς, και το μεγάλο πνεύμα του Αριστοτέλη, κατά πως φαίνεται, αρνείται τη δυνατότητα δημιουργίας νέων ειδών. [Προκειμένου όμως για τον Αριστοτέλη, πρέπει να εξετάσουμε περαιτέρω και να θεωρήσουμε από αυτή την άποψη την έννοια της πρώτης ουσίας και να εκτιμήσουμε τη σημασία της για το ζήτημα της δημιουργίας, κάτι το οποίο δε μπορεί να γίνει εδώ]. Ας χρησιμοποιή­σουμε ένα παράδειγμα: από που προέρχεται η τραγωδία; Μπορεί να θεωρήσει κανείς ότι είναι εξέλιξη της διονυσιακής λατρείας και να την εντάξει σε ένα γένος, ας πούμε, θρησκευτικών τελετών. Αλλά θεωρούμε ότι αυτό θα συγκάλυπτε το ουσιώδες της. Αντίστοιχη συγκάλυψη της ουσίας της θα αποτελούσε και κάθε ανάλογη προσπά­θεια. Θεωρούμε εντιμότερο να παραδεχθούμε ότι στο συγκεκριμένο παράδειγμα, και ασφαλώς και σε πολλά άλλα, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο οντολογικής, ex nihilo δημιουργίας. Δε θα ισχυριστούμε ότι η δημιουργία αυτή έγινε cum nihilo, με το τίποτα. Είναι προφανές ότι η τραγωδία ως φαντασιακή δημιουργία διατηρεί κά­ποια στοιχεία π.χ. από τις διονυσιακές τελετές και βέβαια και πολλά άλλα από άλλες περιοχές, αλλά και πολλά ακαθόριστα. Αν, με κάποιο τρόπο, μπορούσαμε να βά­λουμε, όμως, μαζί όλα τα προσδιορίσιμα στοιχεία, είναι βέβαιο ότι δε θα προέκυπτε η τραγωδία. Και μάλλον όχι μόνο γιατί θα μας έλειπαν τα απροσδιόριστα στοιχεία.

«Έστιν άρα τι ή συλλαβή, ον μόνον τα στοιχεία τό φωνήεν καί άφωνον, άλλα και ετερόν τι- και ή σάρξ ον μόνον πϋρ και γή ή το θερμόν και ψυχρόν, αλλά και έτερόν τι. […] Ουσία δ’έκαστου μέν τούτο». Η ουσία δε συνίσταται από τα μέρη που αποτελούν ένα αντικείμενο, αλλά η ουσία είναι το έτερον τι. Και είναι αξιοπερίεργο που ο Αριστο­τέλης ολοκληρώνει με αυτές τις σκέψεις το Βιβλίο Ζ χωρίς να πει λέξη παραπάνω γι’ αυτό το έτερον τι. Θα μπορούσε ευκολότατα να δώσει μια προσφιλή του τελολογική εξήγηση για το έτερον τι —ίσως μάλιστα τη δίνει στο επόμενό βιβλίο. Δικαιούμαστε, όμως, να υποθέσουμε ότι ο Αριστοτέλης διείδε το ανεξάντλητο και άρα άρρητο, την υπερβατικότητα του πράγματος που ο Μερλό-Ποντυ περιγράφει;

Αντιστοίχως, μπορούμε να πούμε ότι ένας πίνακας του Σεζάν είναι ένα σύνολο γραμμών και χρωμάτων; Δε θα συγκαλύπταμε τότε την ουσία του; Και η ουσία του έργου τέχνης φανερώνεται ως αυτό που αναδύεται κάθε φορά ως νόημα μέσα από την αισθητή του διάσταση. Και « το νόημα αυτού που πρόκειται να πει ο καλλιτέχνης δε βρίσκεται πουθενά, ούτε μέσα στα πράγματα, τα οποία δεν συνιστούν ακόμα νόημα, ούτε μέσα του, μέσα στη μη εκφρασμένη ζωή του». Παρ όλες τις άπειρες αισθητικές συλλήψεις (θεάσεις, ακροάσεις κ.λπ.) ενός έργου, ποτέ δεν αποκαλύπτεται μπρος στα μάτια μας η καθαρή ουσία του, παρά μόνο ατελείωτες παραπομπές σ αυτήν. Η ουσία του, η ουσία κάθε πράγματος, παραμένει ένα έτερον τι, η αρρητότητα του αοράτου, το ίδιο το ανεξάντλητο. Ο Μερλό-Ποντύ μιλά για εν ενεργεία, λειτουργούσα ουσία [operative, functioning essence]. Τολμούμε να πούμε ότι η ανεξαντλητότητα του πράγματος οφείλεται στη μαγματική του φύση που θέτει εν αμφιβόλω την καθορισμέ., νη του φύση. Είναι το ίδιο πράγμα να πούμε ότι μαγματική δεν είναι παρά η παράστα­ση του πράγματος. Ο Αριστοτέλης ξέρει καλύτερα από μας ότι «ουδέποτε νοεϊ άνεν φαντάσματος ή ψυχή». Και περί του αν και κατά πόσον η δευτερογενής ακαθοριστία του πράγματος οφείλεται στο πράγμα καθαυτό ή στην παράστασή του δεν μπορούμε να αποφανθούμε. Ισχύει εν προκειμένω μία αρχή της μη αποφασισιμότητας. Πέραν της αρρητότητας της ουσίας εν γένει, στο έργο τέχνης υπάρχει και μία αρρητότητα του εκάστοτε νοήματος ως απορροής της ουσίας —αν και η ουσία που υποθέτουμε μπορεί να υποτεθεί ως νόημα. Με άλλα λόγια, είναι απερίγραπτο διαμέσου της γλώσ­σας ως κώδικα το νόημα ενός ποιήματος ή ενός πίνακα. Τέλος της παρέκβασης.

Συνεπώς, το Είναι δε συνίσταται από τα ρεαλιστικά universalia, επειδή Είναι δε σημαίνει είναι καθορισμένο όπως λέει η παραδοσιακή φιλοσοφία, αλλά πρωτίστως σημαίνει είναι ακαθόριστο· «το Είναι είναι κατ’ ουσίαν προς-Είναι». «Το Είναι δεν είναι ένα σύστημα, δεν είναι ένα σύστημα συστημάτων και δεν είναι μια “μεγάλη αλυσίδα”. Το Είναι είναι Χάος, ή Άβυσσος, ή το Απύθμενο. Χάος με μη κανονική στιβάδωση: αυτό σημαίνει ότι περιλαμβάνει επιμέρους “οργανώσεις”, ειδικές κάθε φορά στις διάφορες στιβάδες που ανακαλύπτουμε (ανακαλύπτουμε/ συγκροτούμε, ανακαλύπτουμε/ δημιουργούμε) μέσα στο Είναι». «Το Είναι είναι αυτό που απαι­τεί δημιουργία από μέρους μας για να αποκτήσουμε την εμπειρία του». Το Είναι φανερώνεται ως δημιουργία. Τρόπον τινά, το Είναι αποζητά τη δημιουργία. Και η φιλοσοφία αφού παραδεχθεί αυτό το γεγονός, αφού αντιπαρέλθει τη λήθη της, οφείλει να επιστρέφει στην απαρχή της, στην εγγενή ουσία της, που συγκαλύφθηκε ως επί το πλείστον από την εποχή του Πλάτωνα για χάρη του συστήματος, στη διερώτηση, στο αριστοτελικό θαυμάζειν. Η απάντηση, ως συνήθως, επικάλυψε τη μέγιστη οντολο­γική αξία της ερώτησης. Και μαζί μ’ αυτά θα ανακαλύψουμε «ότι ο άνθρωπος, με τη γενική, τη συλλογική έννοια, δηλαδή ταυτόχρονα και ως κοινωνία και ως άτομο που συμμετέχει φυσικά στο Είναι, είναι και ο ίδιος άβυσσος, χάος και απύθμενος. Και αυτό, διότι ο άνθρωπος είναι όν φαντασίας και φαντασιακού, και ως όν φαντασίας και φαντασιακού, φαντασίας ατομικής και φαντασιακού συλλογικού και κοινωνικού, είναι και ο ίδιος ο άνθρωπος δύναμη μόρφωσης {vis formandi). Αλλά είναι και κάτι που ασφαλώς δε μπορούμε να το πούμε -ή μπορούμε;- για το Είναι εν τω συνόλω του, είναι, θα λέγαμε στα λατινικά, libido formandi, είναι έρως και πάθος μόρφωσης και μορφοποίησης, είναι δύναμη δημιουργίας αλλά και επιθυμία δημιουργίας και μόρ­φωσης ή μορφοποίησης». Ας μην αφήσουμε τη δημιουργία να λησμονηθεί, ας μην αφήσουμε το πάθος για δημιουργία να χαθεί. Αυτό είναι το κοινό πολιτικό και φι­λοσοφικό πρόταγμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s