Ο Γιάννης Γκλαρνετατζής δραστηριοποιείται από την πρώτη στιγμή στην Αντιρατσιστική Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης. Μέλος του δ.σ. του Συνδέσμου Αντιρρησιών Συνείδησης, πρώην αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Γραφείου για την Αντίρρηση Συνείδησης. Στη συντακτική επιτροπή του «Αρνούμαι» και σ’ αυτή της «Οικοτοπίας» (την αρχική). Έχει περάσει από την Ομάδα Γυναικών Θεσσαλονίκης, το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ, την ομάδα Θεσσαλονίκης της εφημερίδας «Εποχή» (όπου γράφει πότε-πότε). Σταθερός φίλος της Εθελοντικής Εργασίας Θεσσαλονίκης.. Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2008 στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Μάγμα

 

 

Η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία αποτελεί στοιχείο της νεωτερικότητας. Ο μαζικός στρατός κληρωτών είναι χαρακτηριστικό του έθνους-κράτους, στυλοβάτης του αλλά και διαδικασία ομογενοποίησης των διαφόρων προεθνικών ή μειονοτικών ομάδων. Παράλληλα συνδέεται με την άνοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού και την αστικοποίηση καθώς οι στρατεύσιμοι μπορούν εύκολα να συγκεντρωθούν (μεγάλες πόλεις), να καταγραφούν (σχολεία, δημόσια γραφειοκρατία), να εκπαιδευτούν (στρατώνες), να εξοπλιστούν (βιομηχανία όπλων) και να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις γρήγορα (σιδηρόδρομος, ατμοκίνητα πλοία κι αργότερα αυτοκίνητα, αεροπλάνα).

Επίσης η στρατιωτική θητεία έχει κι έναν ιδεολογικό κι εκπαιδευτικό ρόλο, καθώς αποτελεί για του άντρες μια μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ωριμότητα, αλλά επίσης τους κάνει και πολίτες του κράτους (για παράδειγμα η υποχρέωση όσων παίρνουν την ελληνική υπηκοότητα να υπηρετούν θητεία στο στρατό ή χρήση της παροχής της αμερικάνικης υπηκοότητας για την προσέλκυση αλλοδαπών μισθοφόρων στον αμερικανικό στρατό, υπηκοότητα που συχνά αποκτιέται μετά θάνατον).

Μέχρι σχετικά πρόσφατα θεωρούσαμε ότι η πρώτη εμφάνιση αντιμιλιταριστικών απόψεων στη νεότερη ελληνική κοινωνία είχε γίνει τη δεκαετία του ’20 με την αντίθεση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (ΣΕΚΕ, μετέπειτα ΚΚΕ) στη μικρασιατική εκστρατεία και τη μετέπειτα δραστηριότητα των Ενώσεων Παλαιών Πολεμιστών. Παράλληλα οι πρώτοι καταγεγραμμένοι αντιρρησίες συνείδησης ήταν οι Γιάννης Τσούκαρης και Νικόλαος Ορφανίδης, Μάρτυρες του Ιεχωβά, που εκτελέστηκαν το 1949 κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου. Φαίνεται, όμως, πως η ιστορία της αντίρρησης συνείδησης στην Ελλάδα είναι κάπως παλιότερη. Έτσι ο πρώτος Έλληνας αντιρρησίας συνείδησης ήταν μάλλον ο σοσιαλιστής Κώστας Ζάχος, από το Βόλο, που αρνήθηκε να επιστρατευθεί τον Οκτώβριο του 1912 όταν ξέσπασε ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος, ακολουθώντας τη διακηρυγμένη γραμμή της Σοσιαλιστικής (Δεύτερης) Διεθνούς για αντίσταση στον πόλεμο.

Παρά την τόσο πρώιμη εμφάνισή του, το ζήτημα των αντιρρησιών συνείδησης παρέμεινε για πολλές δεκαετίες άγνωστο στην ελληνική κοινωνία και ανύπαρκτο στη νομοθεσία. Στη διάρκεια του μετεμφυλιακού καθεστώτος και της χούντας οι θρησκευτικοί αντιρρησίες περνούσαν όλο το παραγωγικό τμήμα της ζωής τους στη φυλακή. Μόλις το 1977 ο όρος «αντιρρησίας συνείδησης» καταγράφεται σε νομοθετικό κείμενο που προέβλεπε διπλάσια άοπλη θητεία στο στρατό αλλά και αποφυλάκιση μετά τη συμπλήρωση αντίστοιχου χρόνου στις στρατιωτικές φυλακές. Δέκα, περίπου, χρόνια αργότερα (Δεκέμβριος 1986) η αντίρρησή συνείδησης εμφανίζεται ως κίνημα πλέον με πρωτοπόρο το Μιχάλη Μαραγκάκη. Οι φυλακίσεις θα συνεχιστούν, παρά τις εσωτερικές και διεθνείς διαμαρτυρίες, και θα χρειαστεί να περάσουν άλλα δέκα χρόνια μέχρι τον Ιούνιο του 1997 που δα ψηφιστεί ο πρώτος νόμος που εισάγει την εναλλακτική κοινωνική υπηρεσία για τους αντιρρησίες συνείδησης (από την αρχή του επόμενου έτους).

Θυμάμαι εκείνη την περίοδο ότι στις συζητήσεις στο εσωτερικό του Συνδέσμου υπήρχε αρκετή αμηχανία. Αν και η άποψη ότι αποτελεί δετικό βήμα ήταν ομόφωνη το ερώτημα ήταν τι κάνουμε εμείς, ο καδένας προσωπικά, απέναντι σ’ αυτό το νομοθέτημα με τον τιμωρητικό χαρακτήρα και στις σε βάρος των αντιρρησιών διακρίσεις. Τελικά ενώ κάποιοι επέλεξαν να μην κάνουν αιτήσεις η πλειοψηφία ξεκίνησε διαδικασίες υπαγωγής στο νέο νόμο, ακολουθώντας όμως -σχεδόν ο καθένας- διαφορετική τακτική σε διάφορα σημεία (π.χ. τι κάνει κάποιος που έχει ένταλμα σύλληψης και προκειμένου να προχωρήσει η διαδικασία δα πρέπει να συλληφθεί, τι στάση κρατάμε απέναντι στην επιτροπή που εξετάζει τις υποδέσεις των αντιρρησιών, ή για πόσο χρονικό διάστημα μένουμε στην εναλλακτική κοινωνική υπηρεσία κ.ά.). Εκ των υστέρων φαίνεται πως η πιο «δημιουργική» στάση ήταν αυτή που κράτησε ο Λάζαρος Πετρομελίδης, καθώς διατήρησε στην επικαιρότητα το ζήτημα οδηγούμενος, βέβαια, τρεις φορές στη φυλακή και μερικές δεκάδες στις αίθουσες των στρατοδικείων.

Στη διάρκεια των δέκα χρόνων που κύλησαν από τη θέσπιση της εναλλακτικής υπηρεσίας μπορούμε να πούμε ότι ο δεσμός λειτουργεί μεν, στρεβλά δε. Έτσι ενώ οι θρησκευτικοί αντιρρησίες (Μάρτυρες του Ιεχωβά) αναγνωρίζονται πλέον σχεδόν αυτόματα, η πλειοψηφία των ιδεολογικών αντιρρησιών συναντά προβλήματα και απορρίψεις. Η διάρκεια της εναλλακτικής υπηρεσίας έχει μικρύνει αλλά παραμένει τιμωρητική (σχεδόν διπλάσια της στρατιωτικής θητείας). Οι συνθήκες έχουν κάπως εξορθολογιστεί (π.χ. πενθήμερη εργασία) αλλά η τοποθέτηση των αντιρρησιών στους φορείς παραμένει στη δικαιοδοσία του ΓΕΕΘΑ. Επομένως μένουν πολλά ακόμη για να έχουμε μια ισότιμη και ισόχρονη εναλλακτική υπηρεσία.

Ακόμη στα δέκα αυτά χρόνια είχαμε την εμφάνιση και νέων μορφών αντίρρησης συνείδησης, για την Ελλάδα, όπως αυτή ενός επαγγελματία (Γιώργος Μοναστηριώτης) κι ενός έφεδρου (Νίκου Μπαλτούκα), με θετική κατάληξη αν κι ύστερα από δικαστικές περιπέτειες, χωρίς όμως κάποια αλλαγή στη νομοθεσία. Από την άλλη όμως ο αριθμός όσων δηλώνουν αντιρρησίες (είτε κάνουν είτε δεν κάνουν αίτηση υπαγωγής στην εναλλακτική υπηρεσία) παραμένει εξαιρετικά χαμηλός -ζήτημα αν είναι διψήφιος κάδε έτος- καθώς οι λύσεις της επίκλησης ψυχολογικών προβλημάτων ή της μετακίνησης στο εξωτερικό είναι πολύ πιο εύκολες και χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες. Κι εδώ λοιπόν έχουμε αρκετή δουλειά για να ενισχύσουμε το ρεύμα των ανθρώπων που επιθυμούν να δηλώσουν δημόσια την άρνησή τους στο μηχανισμό πολέμου και βίας, καταστολής και ανελευθερίας, που είναι ο στρατός.

Επιλογικό σημείωμα

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την εισήγηση του Γιάννη Γκλαρνέτατζη στη συζήτηση για την αντίρρηση συνείδησης που διοργάνωσε η Διεθνής Αμνηστία στις 13 Απριλίου 2008 στο βιβλιοπωλείο Ιανός. Αφορμή για τη συζήτηση αυτή ήταν η συμπλήρωση δέκα χρόνων από την καθιέρωση της εναλλακτικής υπηρεσίας στην Ελλάδα και η ετήσια συνέλευση του Ευρωπαϊκού Γραφείου για την Αντίρρηση Συνείδησης (EBCO) που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα εκείνες τις μέρες.

Το 1973 ο Ιταλός αντιρρησίας συνείδησης Πιέτρο Πίνα είχε ορίσει την αντίρρηση συνείδησης ως «το επίκεντρο της αντιμιλιταριστικής δράσης. Λειτουργεί ως μείζον σημείο ενδιαφέροντος για συζήτηση και για κινητοποίηση. Σε μια ευρύτερη επαναστατική στρατηγική, η αντίρρηση συνείδησης προσφέρει μια θεμελιώδη ένδειξη, π.χ. την ανάληψη ευθύνης, αυτονομίας και προσωπικής πρωτοβουλίας. Λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, ως παράδειγμα για την επέκταση της έννοιας της αντίρρησης συνείδησης σε όλους τους άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής». Όπως είναι προφανές και από τα παραδείγματα των πρώτων Ελλήνων αντιρρησιών, η αντίρρηση συνείδησης είναι βαθιά συνδεδεμένη με το πρόταγμα για μια διαφορετική κοινωνία. Είναι ενταγμένη στο ευρύτερο πλαίσιο της προσπάθειας αλλαγής της κοινωνίας προς την κατεύθυνση της κατάργησης της εκμετάλλευσης και της ανισότητας, ενώ αποτελεί πραγμάτωση της βασικής διεθνιστικής δέσης που αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα μεταξύ τους και συνεπώς ο πόλεμος που καλούνται μέσω του στρατού να υπηρετήσουν δεν είναι δικός τους πόλεμος. Επιπλέον, αποτελεί την έκφραση ενός βασικού ατομικού δικαιώματος. Αυτού που επιτρέπει στον καδένα να διαμορφώνει ελεύθερα τη συνείδησή του και ταυτόχρονα απαγορεύει σε οποιονδήποτε να επιχειρήσει παρέμβει στο περιεχόμενο της συνείδησης αυτής. Στο πεδίο της αντίρρησης συνείδησης συναντιόνται το ατομικό δικαίωμα στην ελευθερία της συνείδησης και το συλλογικό πρόταγμα για το μετασχηματισμό της κοινωνίας. Το βασικό περιεχόμενό της, ατομικά και συλλογικά, είναι ανθρωπιστικό. Αναγνωρίζει έργω την αυταξία της ανθρώπινης ζωής και μάχεται για να καταργήσει τον πόλεμο και τη βία καθώς και τις συνθήκες που τις αναπαράγουν. Στα πλαίσια αυτά πρέπει να εντάξουμε και τη λιποταξία και τους αντιπολεμικούς, αντιμιλιταριστικούς και ντεφαιτιστικούς αγώνες του Στίνα ήδη από το 1921.

Η αντίρρηση συνείδησης δεν αποτελεί ούτε αποτελούσε ποτέ κανένα μοναχικό και ατομικό δρόμο. Εντάσσονταν πάντοτε στα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα. Και η άρνηση των αντιρρησιών να στρατευτούν δεν ήταν ποτέ μια λύση για «να τη βγάλουν καθαρή». Αντίθετα, ήταν (και είναι) μια δύσκολη και επώδυνη επιλογή που περιλαμβάνεται σε μια γενικότερη βλέψη τους για τον κόσμο. Η σημασία της δεν προσδιορίζεται από κανέναν, παρά μόνο από τον ίδιο τον αντιρρησία. Ακόμα και για τους αντιρρησίες που επικαλούνται θρησκευτικούς λόγους όμως, η ανθρωπιστική και αντιμιλιταριστική συνιστώσα είναι ξεκάθαρη και αποδέκτη. Αλλά η αντίρρηση συνείδησης για «ιδεολογικούς» λόγους είναι εκείνη που θέτει σαφέστερα και δυναμικότερα το αντιμιλιταριστικό αίτημα, το αίτημα για την κατάργηση του στρατού, αυτού του καταπιεστικού, ανελεύθερου, ιεραρχικού, σεξιστικού, αντιδημοκρατικού και δολοφονικού μηχανισμού. Το να μην πηγαίνει κάποιος στο στρατό δεν είναι μόνο μια ατομική επιλογή. Ατομική (ή ακόμα και ατομικιστική) επιλογή είναι το να τον αποφεύγει επικαλούμενος λόγους ψυχικής ή σωματικής υγείας εφόσον τέτοιοι δεν υπάρχουν. Και η επιλογή αυτή είναι αποδεκτή ως ατομική και μόνο επιλογή χωρίς όμως πολιτικό περιεχόμενο. Γιατί, όπως επιμένει η Χάννα Αρεντ, την πολιτική πράξη καθορίζει ο δημόσιος χαρακτήρας της. Εφόσον λοιπόν οι πολιτικοί λόγοι της άρνησης στράτευσης δημοσιοποιούνται, τότε μπορούμε να μιλάμε για πολιτικό περιεχόμενο της πράξης αυτής. Αυτό φυσικά δε στοχεύει στο να υποτιμήσει όσους επιλέγουν άλλους δρόμους, αλλά να διευκρινίσει έναν όρο που μας φαίνεται απαραίτητος για να αποκτήσει πολιτικό χαρακτήρα η αντίρρηση συνείδησης.

Φυσικά, σήμερα στην Ελλάδα, χάρη στους πολυετείς αγώνες των παλιών αντιρρησιών, τις φυλακίσεις και τις απεργίες πείνας τους, τα πράγματα έχουν εξομαλυνθεί αρκετά και για όσους αποδέχονται και για όσους δεν αποδέχονται να εκπληρώσουν εναλλακτική υπηρεσία. Το απογοητευτικό όμως είναι ότι σχεδόν κανένας πολιτικός χώρος δεν προτάσσει τον αντιμιλιταρισμό ως βασικό του αίτημα και κανενός χώρου τα μέλη δε στρέφονται μαζικά προς την αντίρρηση συνείδησης. Έτσι, η ανάπτυξη ενός δυναμικού κινήματος αντίρρησης συνείδησης δεν είναι ορατή. Πράγμα παράδοξο τη στιγμή που αντιπολεμικές φωνές ακούγονταν από όλες τις μεριές μόλις λίγα χρόνια πριν με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράκ. Φαίνεται πως το επιχείρημα «Πες όχι στον πόλεμο, αρνήσου το στρατό» δεν είναι αρκετά πειστικό και το «αντιπολεμικό κίνημα» ενεργοποιείται με άλλα επιχειρήματα (αντιιμπεριαλιστικά, αντιαμερικανικά κ.λπ.). Στα δικά μας τα μάτια πάντως, το να μην πηγαίνει κανείς στο στρατό, το να γίνεται αντιρρησίας συνείδησης είναι ο πιο ξεκάθαρος και έντιμος τρόπος για να δηλώσει την αντίθεσή του στον πόλεμο και στη βία ως μέσων επίλυσης των ανθρώπινων διαφορών, να αντιπαρατεθεί στην εθνικιστική μυθολογία και στην ίδια την ιδέα του έθνους-κράτους που μόνο ποτάμια αίματος έχει προσφέρει στην ανθρώπινη ιστορία, να εναντιωθεί, τέλος, στο μιλιταρισμό και στη στρατοκρατική ιδεολογία που εκ των πραγμάτων βασίζονται στον εκμηδενισμό της ανθρώπινης προσωπικότητας και στην απανθρωποποίηση του ανθρώπου.

Δείτε:

The Conscientious Objector (2004) (trailer: https://youtu.be/Nm_m8IWENJ4)

Soldiers of Conscience (2007) (trailer: https://youtu.be/ZL9gUoHf58c)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s