Το κείμενο αυτό της Χάνα Άρεντ δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση «The Menorah Journal» το 1943 και αναδημοσιεύτηκε το 1996 στο συλλογικό τόμο «Altogether Elsewhere. Writers on Exile» (Harvest Books). Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

 

Πρώτα απ’ όλα δε μας αρέσει να μας αποκαλούν πρόσφυγες. Μεταξύ μας αυτοαποκαλούμαστε “νεοφερμένοι” ή “μετανάστες”. Οι εφημερίδες μας είναι εφημερίδες για “Γερμανόφωνους Αμερικάνους” και απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω δεν υπάρχει και δεν υπήρξε κάποιος σύλλογος που ιδρύθηκε από άτομα που διώχθηκαν από το Χίτλερ και να υποδηλώνει πως τα μέλη του είναι πρόσφυγες.

Ο πρόσφυγας ήταν ο άνθρωπος που αναγκαζόταν να αναζητήσει άσυλο λόγο κάποιας πράξης ή πολιτικής του άποψης. Είναι αλήθεια πως αναγκαστήκαμε να αναζητήσουμε άσυλο, αλλά χωρίς να έχουμε διαπράξει κάτι και οι περισσότεροι από εμάς ποτέ δεν ονειρευτήκαμε κάποια ριζοσπαστική πολιτική άποψη. Με εμάς το νόημα της λέξης “πρόσφυγας” έχει αλλάξει. Τώρα “πρόσφυγες” είναι όσοι από εμάς ήταν αρκετά άτυχοι ώστε να φτάσουν σε μια καινούρια χώρα δίχως πόρους και θα πρέπει να βοηθηθούν από τις επιτροπές προσφύγων.

Πριν από το πόλεμο, ήμασταν ακόμη πιο ευαίσθητοι όταν μας αποκαλούσαν πρόσφυγες. Κάναμε ότι ήταν δυνατό για να δείξουμε πως είμαστε συνηθισμένοι μετανάστες. Λέγαμε πως με τη βούληση μας φύγαμε για τις χώρες της επιλογής μας και αρνούμασταν πως η κατάσταση στην οποία βρισκόμασταν είχε κάποια σχέση με το λεγόμενο “εβραϊκό πρόβλημα”. Ναι, ήμασταν “μετανάστες” ή “νεοφερμένοι” που ένα ωραίο πρωί άφησαν την πατρίδα τους, γιατί δε μας άρεσε πιά ή για καθαρά οικονομικούς λόγους. Θέλαμε να ξαναχτίσουμε τις ζωές μας, αυτό ήταν όλο και για να ξαναχτίσει κάποιος τη ζωή του πρέπει να είναι δυνατός και αισιόδοξος. Έτσι ήμασταν πολύ αισιόδοξοι.

Στα αλήθεια η αισιοδοξία μας ήταν αξιοθαύμαστη ακόμη και για εμάς. Η ιστορία του αγώνα μας είχε γίνει επιτέλους γνωστή. Είχαμε χάσει τα σπίτια μας, που σημαίνει την οικειότητα της καθημερινής μας ρουτίνας. Είχαμε χάσει την εργασία μας που σημαίνει την γνώση πως είχαμε κάποια χρησιμότητα στο κόσμο. Είχαμε χάσει τη γλώσσα μας που σημαίνει την φυσικότητα των αντιδράσεων μας, την απλότητα των νευμάτων, την απρόσκοπτη έκφραση των συναισθημάτων. Αφήσαμε τους τους συγγενείς μας στα γκέτο της Πολωνίας και οι καλύτεροι φίλοι μας είχαν δολοφονηθεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, και αυτό σημαίνει τη ρήξη των προσωπικών μας ζωών.

Παρόλα αυτά μόλις σωθήκαμε, και οι πιο πολλοί από εμάς χρειάστηκε να σωθούμε πολλές φορές, αρχίσαμε τις νέες μας ζωές, ακολουθώντας όσο πιο πιστά γινόταν την συμβουλή που μας μετέφεραν οι σωτήρες μας. Μας είπαν να ξεχάσουμε και ξεχάσαμε πιο γρήγορα απ’ όσο κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί. Με φιλικό τρόπο μας υπενθύμιζαν πως η νέα μας χώρα μπορούσε να γίνει το νέο μας σπίτι, και μετά από τέσσερις εβδομάδες στη Γαλλία ή έξι στην Αμερική, προσποιούμασταν πως ήμασταν Γάλλοι ή Αμερικάνοι. Οι πιο αισιόδοξοι από εμάς έφταναν στο σημείο να πουν πως ολόκληρη η προηγούμενη ζωή τους ήταν μια μορφή υποσυνείδητης εξορίας και μόνο η νέα τους πατρίδα τους έδειξε πως είναι ένα πραγματικό σπίτι. Είναι αλήθεια έχουμε ενστάσεις μερικές φορές όταν μας λένε να ξεχάσουμε τις προηγούμενες δουλειές μας και τα παλιά ιδεώδη, είναι δύσκολο να τα πετάξουμε από πάνω μας όταν κινδυνεύει η κοινωνική μας θέση. Με την γλώσσα, ωστόσο, οι αισιόδοξοι δεν αντιμετωπίσαμε κάποιο πρόβλημα, μετά από ένα χρόνο μόλις, πείστηκαν πως μιλάνε αγγλικά σαν την μητρική τους γλώσσα, και δυο χρόνια μετά ορκίζονται με πάθος πως μιλάνε αγγλικά καλύτερα από κάθε άλλη γλώσσα. Τα Γερμανικά τους είναι μια γλώσσα που μετά βίας θυμούνται.

Για να ξεχάσουμε με πιο αποτελεσματικό τρόπο προτιμάμε να αποφεύγουμε κάθε αναφορά σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ή εγκλεισμού που ζήσαμε σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες – κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ερμηνευτεί σαν απαισιοδοξία ή έλλειψη  εμπιστοσύνης στην νέα πατρίδα. Εξάλλου πόσες φορές μας έχει ειπωθεί ότι κανένας δε θέλει να ακούσει για όλα αυτά, η κόλαση δεν είναι πια μια θρησκευτική πεποίθηση ή φαντασίωση, αλλά κάτι τόσο πραγματικό όσο τα σπίτια, οι πέτρες και τα δέντρα. Προφανώς κανένας δε θέλει να ξέρει πως η σύγχρονη ιστορία δημιούργησε ένα νέο είδος ανθρώπου – το είδος που κλείνεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης από τους εχθρούς του ή σε στρατόπεδα εγκλεισμού από τους φίλους του.

Ακόμη και ανάμεσά μας δεν μιλάμε γι’ αυτό το παρελθόν. Αντίθετα, έχουμε βρει ένα δικό μας τρόπο να χειριστούμε ένα αβέβαιο μέλλον. Αφού όλοι σχεδιάζουν και εύχονται και ελπίζουν, το ίδιο και εμείς. Πέρα από αυτές τις ανθρώπινες αντιδράσεις ωστόσο προσπαθούμε να καθορίσουμε το μέλλον πιο επιστημονικά. Γι’ αυτό αφήνουμε τη γη με όλες τις αβεβαιότητες της και στρέφουμε το βλέμμα μας στον ουρανό. Τα μας λένε – τώρα οι εφημερίδες – πότε θα ηττηθεί ο Χίτλερ και πότε θα γίνουμε Αμερικανοί πολίτες. Πιστεύουμε πως τα άστρα είναι πιο αξιόπιστοι σύμβουλοι απ’ ότι όλοι οι φίλοι μας, από τα άστρα μαθαίνουμε πότε πρέπει να γευματίσουμε με τους ευεργέτες μας και ποια μέρα είναι η πιθανότερη για να συμπληρώσουμε ένα από τα ατελείωτα ερωτηματολόγια που μας συντροφεύουν στις τωρινές μας ζωές. Μερικές φορές δεν βασιζόμαστε καν στα αστέρια αλλά στις γραμμές στις παλάμες μας ή στα γνωρίσματα του γραφικού μας χαρακτήρα. Έτσι μαθαίνουμε λιγότερα για τις πολιτικές εξελίξεις και περισσότερα για τους αγαπημένους μας εαυτούς, παρόλο που η ψυχανάλυση δεν είναι πια της μόδας. Εκείνες οι χαρούμενες εποχές που βαριεστημένες κυρίες και κύριοι της καλής κοινωνίας συζητούσαν για τις χαριτωμένες αταξίες των πρώιμων παιδικών τους χρόνων έχουν περάσει. Δεν θέλουν πιά άλλες ιστορίες φαντασμάτων, είναι οι πραγματικές ιστορίες που κάνουν τη σάρκα να τρέμει. Δεν υπάρχει πια η ανάγκη για να μαγέψουμε το παρελθόν, υπάρχει αρκετή μαγεία στην πραγματικότητα. Έτσι παρά την ειλικρινή μας αισιοδοξία, χρησιμοποιούμε κάθε είδους μαγικό κόλπο για να καλέσουμε τα πνεύματα του μέλλοντος.

Δεν ξέρω ποιες σκέψεις και ποιες αναμνήσεις κρύβονται κάθε νύχτα στα όνειρά μας. Δεν τολμώ να ρωτήσω για πληροφορίες, καθώς και εγώ προτιμούσα να είμαι αισιόδοξη. Μερικές φορές όμως, μπορώ να φανταστώ, πως τουλάχιστον τη νύχτα σκεφτόμαστε τους νεκρούς μας ή θυμόμαστε τα ποιήματα που αγαπούσαμε κάποτε. Θα μπορούσα να καταλάβω πως οι φίλοι μας στη δυτική ακτή, κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης της κυκλοφορίας, μπορούν να έχουν την αντίληψη πως δεν είμαστε μόνο «αυριανοί πολίτες» αλλά τωρινοί «εχθρικοί αλλοδαποί». Στη διάρκεια της μέρας φυσικά, γινόμαστε «εχθρικοί αλλοδαποί» μόνο από «τεχνική απόψεως» – όλοι οι πρόσφυγες το γνωρίζουν αυτό. Όταν όμως «τεχνικοί λόγοι» σε εμποδίζουν να βγεις από το σπίτι σου κατά τη διάρκεια της νύχτας, δεν είναι εύκολο να αποφύγεις κάποιες σκοτεινές υποθέσεις για την σχέση τεχνικότητας και πραγματικότητας.

Όχι, υπάρχει κάτι που δεν πάει καλά με την αισιοδοξία μας. Υπάρχουν εκείνοι οι παράξενοι αισιόδοξοι ανάμεσα μας που ενώ έχοντας κάνει πολλές αισιόδοξες διαλέξεις, γυρίζουν σπίτι και ανοίγουν το γκάζι ή χρησιμοποιούν έναν ουρανοξύστη με εξαιρετικά αναπάντεχο τρόπο. Μοιάζουν να αποδεικνύουν πως η διακηρυγμένη μας ευθυμία βασίζεται σε μια επικίνδυνη ετοιμότητα για θάνατο. Έχοντας ανατραφεί με την πεποίθηση πως η ζωή είναι το μεγαλύτερο καλό και ο θάνατος ο μεγαλύτερος τρόμος, γίναμε μάρτυρες και θύματα χειρότερων τρόμων από το θάνατο – χωρίς να έχουμε ωστόσο βρει ένα μεγαλύτερο ιδανικό από τη ζωή. Έτσι, παρόλο που ο θάνατος έπαψε να μας τρομάζει, πάψαμε να θέλουμε ή να μπορούμε να θυσιάσουμε τη ζωή μας για κάποιο σκοπό. Οι πρόσφυγες αντί να παλέψουν ή να αναρωτώνται πως θα γίνουν ικανοί να αντεπιτεθούν – έχουν συνηθίσει να εύχονται το θάνατο συγγενών και φίλων, αν κάποιος πεθάνει με χαρά φανταζόμαστε όλα τα βάσανα από τα οποία σώθηκε. Τέλος πολλοί από εμάς καταλήγουν πως και εμείς θα μπορούσαν να απαλλαγούν από κάποια βάσανα και πράττουν αναλόγως.

Από το 1938 – από την εισβολή του Χίτλερ στην Αυστρία – έχουμε δει πως η εύγλωττη αισιοδοξία γρήγορα μετατρέπεται σε άφωνη απαισιοδοξία. Καθώς ο χρόνος κυλούσε, χειροτερεύαμε – ακόμα πιο αισιόδοξοι, ακόμα πιο επιρρεπείς στην αυτοκτονία. Οι Εβραίοι της Αυστρίας υπό τον Σούσνιγκ(1) ήταν τόσο ευτυχισμένος λαός που οι ανεξάρτητοι παρατηρητές τους θαύμαζαν. Ήταν εξαιρετικά θαυμάσιο πόσο βαθιά πεπεισμένοι ήταν πως τίποτα δε θα συνέβαινε σ’ αυτούς. Όταν όμως τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Αυστρία και οι μη Εβραίοι γείτονες άρχισαν τις επιθέσεις σε εβραϊκά σπίτια, οι Αυστριακοί Εβραίοι άρχισαν να αυτοκτονούν.

Αντίθετα από άλλες αυτοκτονίες, οι φίλοι μας δεν αφήνουν κάποια εξήγηση, κατηγορία ή καταγγελία εναντίον ενός κόσμου που ανάγκασε έναν άνθρωπο να φέρεται και να μιλάει χαρούμενα μέχρι την τελευταία του μέρα. Οι επιστολές που αφήνουν είναι τυπικές και ανούσια έγγραφα. Έτσι οι επικήδειοι που κάνουμε πάνω από τους ανοιχτούς τους τάφους είναι σύντομοι, αμήχανοι και αισιόδοξοι. Κανένας δεν νοιάζεται για τα κίνητρα, μοιάζει ξεκάθαρα σε όλους μας.

 

Μιλάω για μη δημοφιλή θέματα και για να γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα δεν χρησιμοποιώ το μόνο επιχείρημα το μόνο επιχείρημα που συγκινεί το σύγχρονο άνθρωπο – αριθμούς. Ακόμη και αυτοί οι Εβραίοι που αρνούνται με μανία την ύπαρξη του Εβραϊκού έθνους μας δίνουν μια μεγάλη πιθανότητα επιβίωσης σε ότι έχει να κάνει με αριθμούς – πως αλλιώς θα μπορούσαν να αποδείξουν πως μόνο λίγοι Εβραίοι είναι εγκληματίες και πολλοί Εβραίοι χάνουν τη ζωή τους σε καιρό πολέμου ως καλοί πατριώτες; Από την προσπάθεια τους να διαδώσουν την στατιστική ζωή του Εβραϊκού λαού γνωρίζουμε πως μεταξύ των πολιτισμένων εθνών οι Εβραίοι είχαν το χαμηλότερο ποσοστό αυτοκτονιών. Είμαι σίγουρη πως σήμερα αυτά τα νούμερα δεν ισχύουν, δεν μπορώ να το αποδείξω με νέα νούμερα αλλά μπορώ να το αποδείξω με σιγουριά με βάση νέες εμπειρίες. Αυτό μπορεί να είναι αρκετό για τους σκεπτικιστές εκείνους που ποτέ δεν πίστεψαν ότι το μέγεθος του κρανίου κάποιου δείχνει το ακριβές περιεχόμενο του ή πως οι στατιστικές εγκλημάτων δίνουν το επίπεδο των εθνικών ηθών. Εν πάση περιπτώσει όπου και αν ζουν οι Εβραίοι της Ευρώπης σήμερα δεν υπάρχουν πια στους νόμους της στατιστικής. Αυτοκτονίες δεν συμβαίνουν μόνο μεταξύ των πανικοβλημένων ανθρώπων στο Βερολίνο, τη Βιέννη, το Βουκουρέστι ή το Παρίσι αλλά στην Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες, το Μπουένος Άιρες και το Μοντεβιντέο.

Από την άλλη πολύ λίγα έχουν ειπωθεί για τις αυτοκτονίες στα ίδια τα γκέτο και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι αλήθεια πως έχουμε λίγες ή και καθόλου πληροφορίες από την Πολωνία, αλλά ήμασταν καλά πληροφορημένοι για τα Γερμανικά και τα Γαλλικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στο στρατόπεδο της Γκούρς(2), για παράδειγμα, άκουσα μόνο μια φορά για αυτοκτονία, και αυτό ήταν μια πρόταση για μια ομαδική πράξη, ένα είδος διαμαρτυρίας για να ενοχλήσει του Γάλλους. Όταν κάποιοι από εμάς παρατηρήσαμε πως μεταφερθήκαμε εκεί για να πεθάνουμε ούτως ή άλλως, η γενική διάθεση άλλαξε και μετατράπηκε σε ένα μανιασμένο κουράγιο για ζωή. Η γενική άποψη ήταν πως κάποιος πρέπει να είναι αφύσικα ακοινωνικός και αδιάφορος για όσα συμβαίνουν για να ερμηνεύει ακόμα και τώρα ολόκληρη την κατάσταση σαν προσωπική ατομική κακοτυχία και ανάλογα να αφαιρέσει τη ζωή του προσωπικά και ατομικά. Οι ίδιοι οι άνθρωποι όμως όταν επέστρεψαν στης φυσικές τους ζωές και επιστρέφοντας σ’ αυτά που έμοιαζαν με ατομικά προβλήματα πέρασαν ξανά σ’ αυτή την παράλογη αισιοδοξία που βρίσκονται στη διπλανή πόρτα από την απελπισία.

Είμαστε οι πρώτοι μη θρησκευόμενοι Εβραίοι που διώκονται και είμαστε οι πρώτοι που στο έσχατο σημείο απαντάμε με αυτοκτονία. Οι φιλόσοφοι ίσως έχουν δίκιο όταν διδάσκουν πως η αυτοκτονία είναι η έσχατη και κορυφαία εγγύηση της ανθρώπινης ελευθερίας, αν δεν είμαστε ελεύθεροι να δημιουργήσουμε τις ζωές και το κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε, είμαστε ελεύθεροι να πετάξουμε τη ζωή μας και να εγκαταλείψουμε το κόσμο. Οι θρησκευόμενοι Εβραίοι, βέβαια δεν αντιλαμβάνονται αυτή την έννοια της αρνητικής ελευθερίας, αντιλαμβάνονται την αυτοκτονία ως φόνο, την καταστροφή αυτού που ο άνθρωπος δε μπορεί να δημιουργήσει, μια παρέμβαση στα δικαιώματα του Δημιουργού. Adonai nathan veadonai lakach («Ο Κύριος έδωσε και ο Κύριος πήρε»), και θα συμπλήρωναν: baruch shem Adonai («ευλογημένο το όνομα του Κυρίου»). Γι’ αυτούς η αυτοκτονία είναι μια βλάσφημη επίθεση στην δημιουργία ως σύνολο. Ο άνθρωπος που αυτοκτονεί δηλώνει πως η ζωή δεν αξίζει και ο κόσμος δεν αξίζει να του προσφέρει καταφύγιο.

Οι αυτόχειρές μας δεν είναι τρελοί επαναστάτες που εκσφενδονίζουν περιφρόνηση στη ζωή και στο κόσμο. Οι δικές τους [αυτοκτονίες] είναι ένας ήσυχος και ταπεινός τρόπος για να εξαφανιστούν, μοιάζουν να απολογούνται για τον βίαιη λύση που βρήκαν για τα προσωπικά τους προβλήματα τους. Κατά τη γνώμη τους γενικά τα πολιτικά γεγονότα δεν έχουν να κάνουν τίποτα με την ατομική τους μοίρα, σε καλές ή κακές εποχές την αποδίδουν αποκλειστικά στη δική τους προσωπικότητα. Τώρα ανακαλύπτουν κάποια μυστήρια ελαττώματα που τους εμποδίζουν να τα πάνε καλά. Έχοντας μάθει ότι δικαιούνται ένα συγκεκριμένο κοινωνικό επίπεδο, βλέπουν τους εαυτούς τους ως αποτυχημένους αν δεν μπορεί να διατηρηθεί πια αυτό το επίπεδο. Η αισιοδοξία τους είναι η μάταιη απόπειρα τους να διατηρήσουν το κεφάλι τους πάνω από το νερό. Πισω από αυτό το πρόσχαρο προσωπείο, παλεύουν συνεχώς με την απελπισία. Στο τέλος πεθαίνουν σε μια πράξη εγωισμού.

Αν σωθούμε νοιώθουμε ταπεινωμένοι, αν βοηθηθούμε νοιώθουμε υποβιβασμένοι. Αγωνιζόμαστε σαν μανιακοί για τις ιδιωτικές μας υπάρξεις με τα διακριτά και ατομικά πεπρωμένα, γιατί φοβόμαστε να γίνουμε τμήμα της μίζερης μάζας των ζητιάνων (schmorrers), που εμείς, όντας πολλοί από εμάς πρώην φιλάνθρωποι, θυμόμαστε πολύ καλά. Όπως κάποτε αποτύχαμε να καταλάβουμε ο αποκαλούμενος ζητιάνος είναι σύμβολο του εβραϊκού λαού και όχι κάποιος χαζός (shlemiht), έτσι και σήμερα δεν νοιώθουμε ότι έχουμε δικαίωμα στην εβραϊκή αλληλεγγύη, δεν συνειδητοποιούμε ότι ο καθένας μας από μόνος του δεν έχει τόση σημασία όση ο εβραϊκός λαός. Μερικές φορές αυτή η έλλειψη κατανόησης έχει ενθαρρυνθεί με θέρμη από τους προστάτες μας. Θυμάμαι έναν σκηνοθέτη με μεγάλο φιλανθρωπικό ενδιαφέρον στο Παρίσι, ο οποίος κάθε φορά που λάμβανε μια κάρτα απο Γερμανοεβραίο διανοούμενο με το αναπόφευκτο “Δρ.” πάνω της συνήθιζε να φωνάζει με όλη τη δύναμη της φωνής του “Κύριε Δόκτωρ, κύριε Δόκτωρ, κύριε ζητιάνε κύριε ζητιάνε”.

Το συμπέρασμα που βγαίνει από τέτοιες δυσάρρεστες εμπειρίες ήταν αρκετά απλό. Το να είμαστε δόκτορες της φιλοσοφίας δεν μας ικανοποιούσε πια καιμάθαμε πως για φτιάξουμε μια νέα ζωή, έπρεπε πρώτα να βελτιώσουμε την παλιά. Ένα όμορφο παραμύθι, επινοήθηκε για να περιγράψει τις συμπεριφορές μας, ένα εξαθλιωμένο ντάτσχάουντ πρόσφυγας, μέσα στη θλίψη του ξεκινά να λέει: “Κάποτε ήμουν σκύλος του Αγίου Βερνάρδου”.

Οι νέοι μα φίλοι μάλλον ζαλισμένοι από τους τόσους σταρ και διάσημους, δύσκολα καταλαβαίνουν πως η βάση όλων των περιγραφών μας των περασμένων μεγαλείων μας βασίζεται σε μια ανθρώπινη αλήθεια, κάποτε ήμασταν κάποιοι για τους οποίους οι άνθρωποι νοιαζόταν, οι φίλοι μας αγαπούσαν, ακόμη και οι σπιτονοικοκύρηδες μας γνώριζαν ως κάποιους που πλήρωναν το νοίκι τους τακτικά. Μπορούσαμε να αγοράζουμε τη τροφή μας και να μετακινούμαστε με το μετρό χωρίς να μας αποκαλούν ανεπιθύμητους. Έχουμε γίνει λίγο υστερικοί από τότε που δημοσιογράφοι άρχισαν να μας παρατηρούν και να μας λένε δημόσια να μην είμαστε τόσο δυσάρεστοι όταν ψωνίζουμε το γάλα και το ψωμί μας. Αναρωτιόμαστε πως μπορεί να γίνει αυτό, είμαστε ήδη τόσο αναθεματισμένα προσεκτικοί σε κάθε στιγμή της καθημερινής μας ζωής, ώστε να αποφύγουμε να μαντέψει κάποιος ποιοι είμαστε, τι είδους διαβατήριο έχουμε, που συμπληρώθηκαν τα πιστοποιητικά γέννησης μας… και πως ο Χίτλερ δε μας συμπαθεί. Βάζουμε τα δυνατά μας να ταιριάζουμε σε ένα κόσμο που πρέπει να είσαι πολιτικά προσεκτικός ακόμα και όταν αγοράζεις φαγητό.

Υπό αυτές τις συνθήκες ο σκύλος του Αγίου Βερνάρδου μεγαλώνει συνεχώς. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το νεαρό που ενώ περίμεναν να αποδεχτεί ένα συγκεκριμένο τύπο δουλειάς, είπε αναστενάζοντας: “Δεν ξέρεις σε ποιόν μιλάς, ήμουν τμηματάρχης στο Karsdtadt (ένα πολυκατάστημα του Βερολίνου)”. Υπάρχει όμως και η βαθιά απόγνωση του μεσήλικα άντρα που περνώντας από αμέτρητες επιτροπές για να σωθεί στο τέλος παραπονέθηκε φωναχτά: “Κανένας εδώ δεν ξέρει ποιος είμαι!”. Από τη στιγμή που κανένας δεν του φέρθηκε ως αξιοπρεπές ανθρώπινο όν, άρχισε να στέλνει τηλεγραφήματα σε σπουδαίες προσωπικότητες και στις μεγάλες του γνωριμίες. Γρήγορα έμαθε πως σ’ αυτόν το κόσμο είναι ευκολότερο να σε δεχτούν ως «σπουδαίο άνθρωπο» παρά ως ανθρώπινο όν.

 

Όσο λιγότερο ελεύθεροι είμαστε να αποφασίσουμε ποιοι είμαστε ή να ζήσουμε όπως θέλουμε, τόσο περισσότερο προσπαθούμε να δείξουμε ένα προσωπείο, να κρύψουμε τα γεγονότα, να υποδυθούμε ρόλους. Εκδιωχτήκαμε από τη Γερμανία γιατί είμαστε Εβραίοι, μα μόλις περάσαμε τα γαλλικά σύνορα μετατραπήκαμε σε Γερμανούς (στμ.: boches). Μας είπαν πως αν όντως ήμασταν αντίθετοι με την φυλετική πολιτική του Χίτλερ έπρεπε να αποδεχτούμε το προσδιορισμό αυτό. Για εφτά χρόνια παίζουμε το γελοίο ρόλο του να προσπαθούμε να γίνουμε Γάλλοι ή τουλάχιστον, επίδοξοι πολίτες, αλλά με το ξέσπασμα του πολέμου φυλακιστήκαμε ως Γερμανοί έτσι και αλλιώς. Στο μεταξύ όμως κάποιοι από εμάς, είχαν πράγματι γίνει τόσο πιστοί Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ασκήσουν κριτική στις εντολές της Γαλλικής κυβέρνησης, έτσι διακηρύξαμε πως ήταν εντάξει να είμαστε έγκλειστοι. Ήμασταν οι πρώτοι εθελοντές κρατούμενοι που είδε ποτέ η ιστορία. Όταν η Γερμανία εισέβαλε το μόνο που είχε να κάνει η Γαλλική κυβέρνηση, ήταν να αλλάξει την ταμπέλα, έχοντας φυλακιστεί γιατί ήμασταν Γερμανοί, έχοντας φυλακιστεί γιατί ήμασταν  Γερμανοί τώρα δεν μας αποφυλακίζει γιατί ήμασταν Εβραίοι.

Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται παντού στο κόσμο ξανά και ξανά. Στην Ευρώπη, οι ναζί κατέσχασαν τις περιουσίες μας, στην Βραζιλία όμως είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε το 30% του πλούτου μας, όπως το πιο πιστό μέλος της Bund der Auslandsdeutscen. Στο Παρίσι δεν μπορούμε να φύγουμε από τα σπίτια μας μετά τις οκτώ ακριβώς, γιατί είμαστε Εβραίοι, αλλά στο Λος Άντζελες είμαστε περιορισμένοι γιατί είμαστε “εχθρικοί αλλοδαποί”. Η ταυτότητα μας αλλάζει τόσο συχνά που κανείς δεν ξέρει ποιοί ακριβώς είμαστε.

Δυστυχώς τα πράγματα δεν έμοιαζαν καλύτερα όταν συναντιόμασταν με Εβραίους. Οι Εβραίοι της Γαλλίας ήταν απόλυτα πεπεισμένοι πως οι άλλοι Εβραίοι, αυτοί πέρα από το Ρήνο, ήταν αυτό που λέγανε Polaks – αυτό που οι Γερμανοί Εβραίοι λέγαν Ostjuden. Οι Εβραίοι που όντως είχαν έρθει από την ανατολική Ευρώπη, δεν συμφωνούσαν με τους Γάλλος αδερφούς τους και μας αποκαλούσαν Jaeckes – η δεύτερη γενιά που είχε γεννηθεί στη Γαλλία και είχε αφομοιωθεί σε μεγάλο βαθμό – μοιραζόταν την ίδια άποψη με την ανώτερη τάξη των Γαλλοεβραίων, έτσι μέσα στην ίδια οικογένεια μπορεί να σε αποκαλούσε Jaecke ο πατέρας και Polak ο γιός.

Από την έναρξη του πολέμου και την καταστροφή που έπεσε πάνω στους Εβραίους της Ευρώπης και μόνο το απλό γεγονός του να είσαι πρόσφυγας απέκλειε το συγχρωτισμό με την τοπική εβραϊκή κοινότητα, οι ελάχιστες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα αυτό. Οι άγραφοι αυτοί κοινωνικοί κανόνες, αν και δεν παραδέχεται κανείς την ύπαρξη τους δημόσια, έχουν την στήριξη της κοινής γνώμης. Μια τέτοια σιωπηλή γνώμη και πρακτική έχει μεγαλύτερη σημασία στην καθημερινότητα μας από όλες τις επίσημες διακηρύξεις φιλοξενίας και καλής θέλησης.

Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον και η ζωή δεν είναι εύκολη γι’ αυτόν όταν οι κοινωνικοί δεσμοί κόβονται. Τα ηθικά πρότυπα διατηρούνται πιο εύκολα στα πλαίσια της κοινωνίας, πολύ λίγα άτομα έχουν τη δύναμη να διατηρήσουν την ακεραιότητα τους όταν το κοινωνικό, το πολιτικό και νομικό τους στάτους είναι ολότελα συγκεχυμένο. Πολλοί από εμάς μη έχοντας το κουράγιο να αγωνιστούμε για την αλλαγή της κοινωνικής και νομικής μας κατάστασης, αποφασίσαμε να δοκιμάσομε να αλλάξομε ταυτότητα. Η παράδοξη αυτή συμπεριφορά κάνει τα πράγματα δυσκολότερα. Η σύγχυση μέσα στην οποία ζούμε είναι εν μέρει και δικό μας έργο.

Κάποια μέρα κάποιος θα γράψει την αληθινή ιστορία της μετανάστευσης των Εβραίων, από τη Γερμανία και θα πρέπει να ξεκινήσει με την περιγραφή πως ο κύριος Κοέν από το Βερολίνο, ήταν πάντα 150% Γερμανός, ένας Γερμανός υπερπατριώτης. Το 1933 ο κύριος Κοέν βρήκε καταφύγιο στην Πράγα και γρήγορα έγινε ένθερμος Τσέχος πατριώτης – τόσο αληθινός και πιστός Τσέχος όπως ήταν Γερμανός πριν. Ο καιρός κύλησε και το 1937 η τσέχικη κυβέρνηση υπό την πίεση των ναζί άρχισε να απελαύνει τους Εβραίους πρόσφυγες της, αδιαφορώντας που αυτοί  έτρεφαν τόσο θερμά συναισθήματα ως επίδοξοι Τσέχοι πολίτες. Έπειτα ο φίλος μας ο κύριος Κοέν πήγε στη Βιέννη, για να προσαρμοστεί εκεί ένας σαφής αυστριακός πατριωτισμός ήταν απαραίτητος. Η γερμανική εισβολή(3), ανάγκασε το κύριο Κοέν να φύγει από αυτή τη χώρα. Έφτασε στο Παρίσι σε μια κακή εποχή και δεν έλαβε ποτέ μια κανονική άδεια παραμονής. Έχοντας ήδη αποκτήσει μεγάλη ικανότητα στους ευσεβείς πόθους, πεπεισμένος πως θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στη Γαλλία, αρνήθηκε να πάρει στα σοβαρά ένα απλό διοικητικό μέτρο, έτσι προετοίμασε την προσαρμογή του στο γαλλικό έθνος ταυτιζόμενος με τον “πρόγονο” μας, τον Βερσινγκετορίξ(4). Νομίζω πως δεν χρειάζεται να αναλύσω περισσότερο τι επόμενες περιπέτειες του κυρίου Κοέν. Όσο ο κύριος Κοέν μπορεί να αποφασίσει να είναι αυτό που είναι στην πραγματικότητα: Εβραίος, κανείς δεν μπορεί να μαντέψει όλες τις τρελές αλλαγές από όπου έχει ακόμη να περάσει.

 

Ένας άνθρωπος που θέλει να χάσει τον εαυτό του ανακαλύπτει, αλήθεια είναι, τις δυνατότητες της ανθρώπινης ύπαρξης, οι οποίες είναι τόσο άπειρες, όσο και η ίδια η δημιουργία. Η απόκτηση όμως μιας νέας προσωπικότητας είναι τόσο δύσκολη και μάταια όσο η εκ νέου δημιουργία του κόσμου. Ότι και αν κάνουμε, όποιοι και αν προσποιούμαστε πως είμαστε, δεν φανερώνουμε την παράλογη επιθυμία μας να αλλάξουμε, να μην είμαστε Εβραίοι. Όλες μας οι δραστηριότητες κατευθύνονται προς την επίτευξη αυτού του στόχου, δεν θέλουμε να είμαστε πρόσφυγες, επειδή δεν θέλουμε να είμαστε Εβραίοι, προσποιούμαστε πως είμαστε αγγλόφωνοι γιατί όλοι οι γερμανόφωνοι μετανάστες των τελευταίων ετών χαρακτηρίζονται ως Εβραίοι, δεν αποκαλούμε τους εαυτούς μας ανέστιους (στμ. stateless) γιατί η πλειοψηφία των ανέστιων στο κόσμο είναι Εβραίοι, είμαστε έτοιμοι να γίνουμε πιστοί Ουτενότοι(5) μόνο και μόνο για να κρύψουμε το γεγονός πως είμαστε Εβραίοι. Δεν το πετυχαίνουμε και ούτε μπορούμε να το πετύχουμε, κάτω από το προσωπείο της “αισιοδοξίας” μας εύκολα διακρίνει κανείς την απελπισία των αφομοιοστών (στμ. assimilationists).

Με εμάς από τη Γερμανία η λέξη αφομοίωση πήρε ένα βαθύ φιλοσοφικό νόημα. Με δυσκολία αντιλαμβάνεστε πόσο σοβαροί ήμασταν σχετικά με αυτή. Αφομοίωση δεν σημαίνει απαραίτητα την προσαρμογή στη χώρα που έτυχε να γεννηθούμε και στους ανθρώπους με τους οποίους έτυχε να μιλάμε την ίδια γλώσσα, προσαρμοζόμαστε κατ’ αρχήν σε όλα και σε όλους. Αυτή η νοοτροπία έγινε ιδιαίτερα εμφανής σε εμένα μέσα από τις λέξεις ενός από τους συμπατριώτες μου, που προφανώς, γνώριζε πως να εκφράσει τα συναισθήματα του. Έχοντας μόλις φτάσει στη Γαλλία ίδρυσε έναν από εκείνους τους συλλόγους προσαρμογής στους οποίους Γερμανοί Εβραίοι επιβεβαίωναν πως ήδη ήταν Γάλλοι. Στην πρώτη του διάλεξη είπε: “Ήμασταν καλοί Γερμανοί στη Γερμανία γι’ αυτό θα είμαστε καλοί Γάλλοι στη Γαλλία”. Το πλήθος χειροκρότησε με ενθουσιασμό και κανένας δε γέλασε, ήμασταν χαρούμενοι που μάθαμε πως να αποδείξουμε την πίστη μας. Αν ο πατριωτισμός ήταν ζήτημα ρουτίνας ή εξάσκησης, θα έπρεπε να είμαστε ο πιο πατριωτικός λαός στο κόσμο. Αν γυρίσουμε στο κύριο Κοέν, με βεβαιότητα έχει καταρρίψει κάθε ρεκόρ. Είναι εκείνος ο ιδανικός μετανάστης πάντα και σε κάθε χώρα στην οποία στην οποία τον οδήγησε μια τρομερή μοίρα, αμέσως βλέπει και αγαπά τα ντόπια βουνά. Επειδή όμως ο πατριωτισμός δεν θεωρείται ακόμα θέμα εξάσκησης, είναι δύσκολο να πείσουμε τους ανθρώπους για την ειλικρίνεια των επαναλαμβανόμενων μεταμορφώσεων μας. Αυτή η πάλη κάνει την δική μας κοινωνία τόσο μη ανεκτική, ζητάμε πλήρη επιβεβαίωση δίχως την δική μας ομάδα γιατί δεν είμαστε σε θέση να την λάβουμε από τους γηγενείς. Οι γηγενείς, αντιμέτωποι με τόσο παράξενα όντα όπως εμείς γίνονται καχύποπτοι, από την δική τους οπτική, η πίστη είναι κατά κανόνα κατανοητή μόνο για την παλιά πατρίδα. Αυτό κάνει τη ζωή δύσκολη για εμάς. Θα μπορούσαμε να υπερκεράσουμε αυτή την υποψία αν εξηγήσουμε πως ως Εβραίοι, ο πατριωτισμός μας προς τις αρχικές μας χώρες είχε μια μάλλον περίεργη οπτική, παρόλη την ειλικρίνεια και το πόσο βαθιά ριζωμένος ήταν. Γράψαμε τεράστιους τόμους για να τον αποδείξουμε, πληρώσαμε μια ολόκληρη γραφειοκρατία να μελετήσει το παρελθόν του και να τον εξηγήσουν στατιστικά. Είχαμε μελετητές να γράφουν φιλοσοφικές διατριβές πάνω στην προκαθορισμένη αρμονία μεταξύ Εβραίων και Γάλλων, Εβραίων και Γερμανών, Εβραίων και Ούγγρων, Εβραίων και …. Η τόσο συχνά αμφισβητούμενη πίστη μας του σήμερα έχει μακρά ιστορία. Είναι η ιστορία εκατό πενήντα χρόνων αφομοιωμένου Εβραϊσμού που κατάφερε ένα άνευ προηγουμένου επίτευγμα, ενώ αποδείκνυαν συνεχώς την μη εβραϊκότητα τους κατόρθωσαν να παραμείνουν Εβραίοι ούτως ή άλλως.

Η απελπισμένοι σύγχυση των σύγχρονων περιπλανώμενων Οδυσσέων, οι οποίοι αντίθετα με το μεγάλο τους πρότυπο, δεν ξέρουν ποιοι είναι, εξηγείται εύκολα χάρη στη τέλεια μανία τους να αρνούνται να διατηρήσουν την ταυτότητα τους. Αυτή η μανία είναι παλιότερη από τα δέκα τελευταία χρόνια που φανέρωσε τον απόλυτο παραλογισμό της ύπαρξή μας. Μοιάζουμε με τους εμμονικούς ανθρώπους που προσπαθούν να καλύψουν ένα φανταστικό στίγμα. Είμαστε έτσι με ενθουσιασμό υπέρ κάθε νέας δυνατότητας, που όντας καινούρια μοιάζει να κάνει θαύματα. Ενθουσιαζόμαστε με κάθε νέα εθνικότητα με τον ίδιο τρόπο που μια εύσωμη γυναίκα χαίρεται με κάθε νέο φόρεμα που της υπόσχεται να της δώσει την επιθυμητή μέση. Της αρέσει όμως για όσο πιστεύει στις θαυματουργές του ιδιότητες και θα το πετάξει μόλις διαπιστώσει πως δεν αλλάζει την σιλουέτα της και την κοινωνική της θέση.

Κάποιος μπορεί να εκπλαγεί που η προφανής αναποτελεσματικότητα όλων αυτών των παράξενων μεταμορφώσεων δε μας έχει αποθαρρύνει ως τώρα. Είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι σπάνια μαθαίνουν από την ιστορία, όπως αλήθεια είναι ότι μπορούν να μάθουν και από προσωπική εμπειρία, που στη δική μας περίπτωση επαναλαμβάνεται συνεχώς. Πριν όμως ρίξετε το πρώτο λίθο, θυμηθείτε πως να είσαι Εβραίος δεν σου δίνει κανένα νομικό στάτους στο κόσμο. Αν αρχίζαμε να λέμε την αλήθεια, δηλαδή ότι δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά Εβραίοι, θα σήμαινε πως εκθέτουμε τον εαυτό μας στην μοίρα των ανθρώπων, που απροστάτευτοι από κάποιο νόμο ή πολιτική συνθήκη, δεν είναι παρά μόνο ανθρώπινα όντα. Δεν μπορώ να φανταστώ μια πιο επικίνδυνη νοοτροπία από αυτή, καθώς ήδη ζούμε σε ένα κόσμο που ανθρώπινα όντα σαν αυτά έχουν από καιρό πάψει να υπάρχουν, από τότε που η κοινωνία έχει εφεύρει τις διακρίσεις ως το μεγάλο κοινωνικό όπλο με το οποίο κάποιος μπορεί να εξολοθρεύσει ανθρώπους αιματοχυσία, από τη στιγμή που διαβατήρια, πιστοποιητικά γέννησης και μερικές φορές και οι αποδείξεις του φόρου εισοδήματος, δεν είναι πια επίσημα χαρτιά αλλά μέσα κοινωνικής καταξίωσης. Είναι αλήθεια πως οι περισσότεροι μας εξαρτιόμαστε ολοκληρωτικά πάνω στα κοινωνικά πρότυπα, χάνουμε την αυτοπεποίθηση μας όταν η κοινωνία δε μας εγκρίνει, είμαστε και ήμασταν πάντοτε έτοιμοι να πληρώσουμε οποιοδήποτε τίμημα για να γίνουμε αποδεκτοί από τη κοινωνία. Είναι όμως εξίσου αλήθεια πως οι λιγοστοί ανάμεσά μας που προσπάθησαν να υπάρξουν χωρίς όλα αυτά τα κόλπα και τα τεχνάσματα προσαρμογής και αφομοίωσης, πλήρωσαν μεγαλύτερο τίμημα απ’ όσο μπορούσαν να ανοίξουν, ρισκάρουν τις ελάχιστες ευκαιρίες που δίνουν ακόμα και στους κακοποιούς σε έναν χαοτικό κόσμο.

Η νοοτροπία αυτών των λίγων, που ακολουθώντας τον Μπερνάρ Λαζάρ(6), οι οποίοι μπορούν να ονομαστούν «παρίες συνείδησης», μπορεί να εξηγηθεί εξίσου επιφανειακά με βάση τα πρόσφατα γεγονότα όπως και ο κύριος Κοέν που προσπάθησε να αναρριχηθεί κοινωνικά με κάθε τρόπο. Και οι δύο είναι προϊόντα είναι του 19ου αιώνα, που μη γνωρίζοντας νομικές ή πολιτικές προγραφές, γνώριζε πολύ καλά από κοινωνικούς παρίες και το αντίστροφό τους, τους κοινωνικά νεόπλουτους (στμ. parvenus). Η σύγχρονη εβραϊκή ιστορία, έχοντας ξεκινήσει με τους Εβραίους της αυλής και στη συνέχεια με τους Εβραίους εκατομμυριούχους και φιλάνθρωπους, συχνά παραλείπει την άλλη τάση της εβραϊκής παράδοσης – την παράδοση του Χάινε(7), της Ραχήλ Βερνχαγκέμ(8), του Σαλόμ Αλειχέμ(9), του Μπερνάρ Λαζάρ, του Φραντζ Κάφκα ακόμη και του Τσάρλι Τσάπλιν. Είναι η παράδοση μιας μειοψηφίας Εβραίων που δεν θέλησαν να γίνουν κοινωνικοί αναρριχητές και προτίμησαν το ρόλο του «παρία συνείδησης». Όλες οι περίφημες αρετές – η «εβραϊκή καρδιά», η ανθρωπιά, το χιούμορ, η ανιδιοτελής ευφυΐα είναι ιδιαιτερότητες των παριών. Όλα τα εβραϊκά ελαττώματα – η έλλειψη αβρότητας, η πολιτική ανοησία, το σύνδρομο κατωτερότητας, η φιλοχρηματία – είναι χαρακτηριστικά των αναρριχητών. Πάντοτε υπάρχουν Εβραίοι που δεν πιστεύαν πως άξιζε ο κόπος να αλλάξουν την ανθρώπινη συμπεριφορά τους ή φυσική τους αντίληψη της πραγματικότητας, για την στενότητα του πνεύματος της κάστας ή για την ουσιαστική ανυπαρξία οικονομικών συναλλαγών.

Η ιστορία επέβαλε το στάτους του έκνομου πάνω και στους δύο εξίσου και στους παρίες και στους νεόπλουτους. Οι τελευταίοι δεν έχουν αποδεχτεί ακόμη την σπουδαία σοφία του Μπαλζάκ: «On ne parvient pas deux fois» (Δεν τα καταφέρνει κανείς δυο φορές), έτσι δεν κατανοούν τα όνειρα των πρώτων και αισθάνονται ταπεινωμένοι που μοιράζονται την ίδια μοίρα. Οι λίγοι πρόσφυγες που επιμένουν σε βαθμό «απρέπειας» να λένε την αλήθεια ως αντάλλαγμα της αντιδημοφιλίας τους κερδίζουν ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα, η ιστορία δεν είναι πια κλειστό βιβλίο για αυτούς και η πολιτική δεν είναι πια προνόμιο των μη Εβραίων. Γνωρίζουν πως την απονομιμοποίηση του Εβραϊκού λαού στην Ευρώπη ακολούθησε σύντομα η απονομιμοποίηση των περισσότερων ευρωπαϊκών λαών. Οι πρόσφυγες μετακινούμενοι από χώρα σε χώρα αντιπροσωπεύουν την πρωτοπορία του λαού τους – αν διατηρήσουν την ταυτότητα τους. Για πρώτη φορά η εβραϊκή ιστορία είναι συνδεδεμένη με αυτή όλων των άλλων λαών. Η ελευθερία των ευρωπαϊκών λαών έγινε κομμάτια όταν, και εξαιτίας του ότι, επέτρεψε την επιβολή διώξεων και καθεστώτος εξαίρεσης στα πιο αδύναμα μέλη της

 

 

 

 

 

 

  1. Κουρτ φον Σούσνιγκ, καγκελάριος της Αυστρίας από την δολοφονία του Ε. Ντόλφους από αυστριακούς ναζί το 1934 ως το 1938 όπου η πολιτική υποχωρήσεων του έναντι της Γερμανίας έφερε την προσάρτηση της Αυστρίας από το 3ο Ράιχ.
  2. Στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γκουρς αρχικά για τους πολιτικούς πρόσφυγες του Ισπανικού Εμφυλίου μετά τη πτώση της Καταλονίας, με την έναρξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου με την Ναζιστική Γερμανία χρησιμοποιήθηκε για τον εγκλεισμό 4000 Γερμανοεβραίων προσφύγων ως πολίτες εχθρικού κράτους. Μετά το τέλος του πολέμου καταστράφηκε και στο μέρος όπου βρισκόταν φυτεύτηκε δάσος.
  3. 11 Μαρτίου 1938
  4. Γαλάτης πολέμαρχος, ένωσε τις γαλατικές φυλές και πολέμησε εναντίον του Ιούλιου Καίσαρα.
  5. Ομάδα πληθυσμών στην νοτιοδυτική Αφρική, οι Ναμάκουα μαζί με τους Χερέρο εκτοπίστηκαν και αφέθηκαν να πεθάνουν από τη δίψα και την πείνα από τους Γερμανούς της Γερμανικής Νότιας Δυτικής Αφρικής. Αποτελεί την πρώτη γενοκτονία του περασμένου αιώνα, 1904-1907.
  6. Μπερνάρ Λαζάρ, Γαλλοεβραίος κριτικός, πολιτικός αναλυτής και αναρχικός. Έγραψε το βιβλίο «Αντισημιτισμός. Η ιστορία και τα αίτια του», υπήρξε από τους πρώτους που υπερασπίστηκαν τον Α. Ντρέιφους δημόσια.
  7. Χάινριχ Χάινε, Γερμανοεβραίος δημοσιογράφος και από τους σημαντικότερους Γερμανούς ποιητές του 19ου αιώνα.
  8. Ραχήλ Βερνχάγκεν, Γερμανοεβραία συγγραφέας και διανοούμενη του 19ου αιώνα
  9. Σολέμ Αλεϊχέμ, ψευδώνυμο του Σόλομον Ραμπίνοβιτς, συγγραφέας, γνωστότερο έργο του «Ο Βιολιστής στη Στέγη»

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Hannah Arendt: Εμείς οι πρόσφυγες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s