Το άρθρο του Τ. Αγκαμπέν δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Symposium (Summer 1995), 49(2):114-119, σε αγγλική μετάφραση του Michael Rocke.  Το κείμενο είναι σχόλιο πάνω στο δοκίμιο της Χάνα Άρεντ «Εμείς οι πρόσφυγες». Μετάφραση στα ελληνικά Δ. Πλαστήρας

 

Το 1943 σε μια μικρή εβραϊκή επιθεώρηση, την The Menorah Journal, η Χάνα Άρεντ δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Εμείς οι πρόσφυγες». Στο μικρό αλλά σημαντικό αυτό δοκίμιο, αφού σκιαγραφήσει ένα επικριτικό πορτραίτο του κυρίου Κοέν, του αφομοιωμένου Εβραίου που ήταν εκατόν πενήντα τις εκατό Γερμανός, εκατόν πενήντα τις εκατό Βιεννέζος και εκατόν πενήντα τις εκατό Γάλλος, αλλά στο τέλος καταλαβαίνει με σκληρό τρόπο πως «on ne parvient pas deux fois». Η Άρεντ αντιστρέφει την κατάσταση του πρόσφυγα με αυτή του ατόμου δίχως ιθαγένεια – στην οποία ζούσε και η ίδια – και προτείνει τη κατάσταση αυτή ως το παράδειγμα μιας νέας ιστορικής συνείδησης. Ο πρόσφυγας που ενώ έχει χάσει όλα του τα δικαιώματα δεν επιδιώκει να αφομοιωθεί σε μια νέα εθνική ταυτότητα με κάθε κόστος, έτσι ώστε να μπορεί να αναλογιστεί την κατάσταση του καθαρά, κερδίζει σε αντάλλαγμα για την αντιδημοφιλία του ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα: «Για αυτόν η ιστορία δεν είναι πια κλειστό βιβλίο και η πολιτική παύει να είναι προνόμιο των μη Εβραίων. Γνωρίζει πως η εξορία του Εβραϊκού λαού στην Ευρώπη, σύντομα ακολουθήθηκε από αυτή της πλειονότητάς των λαών της Ευρώπης. Οι πρόσφυγες διωγμένοι από την μια χώρα στην επόμενη αντιπροσωπεύουν την πρωτοπορία των λαών τους».

Αξίζει να αναλογιστεί κανείς την ουσία της ανάλυσης αυτής που σήμερα, ακριβώς πενήντα χρόνια μετά, δεν έχει χάσει καθόλου από την βαρύτητά της. Όχι μόνο το πρόβλημα γιγαντώνεται με την ίδια επιτακτικότητα στην Ευρώπη και αλλού, αλλά και στο πλαίσιο της αδυσώπητης παρακμής του έθνους-κράτους και στην διάβρωση των παραδοσιακών πολιτικών και νομικών κατηγοριών, ο πρόσφυγας φαντάζει ως η μόνη πιθανή ανθρώπινη φιγούρα σήμερα. Μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας διάλυσης του έθνους-κράτους και της κυριαρχίας του, ο πρόσφυγας είναι η μοναδική κατηγορία που μπορούμε να διακρίνουμε τις μορφές και τα όρια της πολιτικής οργάνωσης που θα προκύψει. Αν θέλουμε να σταθούμε στο ύψος των νέων προκλήσεων μπροστά μας , θα πρέπει πέρα από κάθε αμφιβολία να εγκαταλείψουμε τα βασικά πρότυπα με τα οποία απεικονίζουμε τα πολιτικά υποκείμενα ως τώρα (άνθρωπος και πολίτης, κυρίαρχος λαός και εργατική τάξη κλπ.) και να επαναθεμελιώσουμε την πολιτική μας φιλοσοφία έχοντας ως βάση αυτή τη μοναδική φιγούρα [στμ: τον πρόσφυγα].

 

Η πρώτη εμφάνιση των προσφύγων ως μαζικό φαινόμενοέγινε στο τέλος του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η πτώση της Ρωσικής, της Αυστροουγγρικής και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η νέα τάξη που δημιούργησαν οι συνθήκες ειρήνης επηρέασαν βαθιά την δημογραφική και την εδαφική δομή της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης. Σε ένα πολύ μικρό διάστημα ενάμιση εκατομμύριο Λευκοί Ρώσσοι, εφτακόσιες χιλιάδες Αρμένιοι, πεντακόσιες χιλιάδες Βούλγαροι, ένα εκατομμύριο Έλληνες και εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί, Ούγγροι και Ρουμάνοι εγκατέλειψαν τις χώρες τους και εγκαταστάθηκαν αλλού. Στους μετακινούμενους αυτούς πληθυσμούς πρέπει να προστεθεί και η εκρηκτική κατάσταση που διαμορφώθηκε από το γεγονός πως τα κράτη που δημιουργήσαν οι συνθήκες ειρήνης και βασίζονταν στο μοντέλο έθνος-κράτος (για παράδειγμα στην Γιουγκοσλαβία και στην Τσεχοσλοβακία) σχεδόν το τριάντα τις εκατό του πληθυσμού ήταν μειονότητες που έπρεπε να προστατευτούν με μια σειρά συνθηκών, τις λεγόμενες Συνθήκες περί Μειονοτήτων, που πολύ συχνά έμεναν νεκρό γράμμα. Μερικά χρόνια αργότερα, οι φυλετικοί νόμοι στη Γερμανία και ο εμφύλιος στην Ισπανία διέσπειραν ένα νέο μεγάλο κύμα προσφύγων σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Έχουμε συνηθίσει να διακρίνουμε μεταξύ ατόμων δίχως ιθαγένεια και προσφύγων, αλλά αυτή η διάκριση, τώρα όπως και τότε, δεν είναι τόσο απλή με την πρώτη ματιά. Από την αρχή, πολλοί πρόσφυγες που δεν ήταν χωρίς ιθαγένεια, προτίμησαν να γίνουν τέτοιοι παρά να επιστρέψουν στην χώρα τους (αυτή ήταν η περίπτωση των Πολωνών και Ρουμάνων Εβραίων που στο τέλος του πολέμου βρέθηκαν στη Γερμανία ή στη Γαλλία, ή σήμερα των θυμάτων πολιτικών διώξεων ή όσων επιστροφή στη πατρίδα τους σημαίνει αδυναμία επιβίωσης). Από την άλλη οι Ρώσσοι, Αρμένιοι και Ούγγροι πρόσφυγες είχαν χάσει την υπηκοότητα τους με απόφαση των νέων Σοβιετικών και Τουρκικών κυβερνήσεων. Είναι σημαντικό να σημειωθεί πως με την έναρξη του 1οθ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισαν να εισαγάγουν νόμους που αφαιρούσαν την ιθαγένεια και την εθνικότητα από τους ίδιους τους πολίτες τους. Η πρώτη ήταν η Γαλλία το 1915, που αφορούσε στην αφαίρεση της ιθαγένειας των πολιτογραφημένων ατόμων με «εχθρική» καταγωγή, το 1922 ακολούθησε το Βέλγιο που ανακάλεσε την ιθαγένεια πολλών πολιτών που προέβησαν σε «αντεθνικές» πράξεις στη διάρκεια του πολέμου, το 1926 το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας που αφορούσε πολίτες που είχαν δείξει πως «ήταν ανάξιοι της Ιταλικής υπηκοότητας», το 1933 ήταν σειρά της Αυστρίας και ούτω καθεξής, ώσπου το 1935 οι νόμοι της Νυρεμβέργης διαίρεσαν τους Γερμανούς πολίτες σε πολίτες με πλήρη δικαιώματα και σε πολίτες δίχως δικαιώματα. Οι νόμοι αυτοί και ο τεράστιος αριθμός ανιθαγενών που δημιούργησαν σηματοδοτούν μια σημαντική καμπή στη ζωή του σύγχρονου έθνους-κράτους και την σαφή απελευθέρωση από τις αφελείς έννοιες «λαός» και «πολίτες».

Δεν είναι το κατάλληλο μέρος να αναλύσουμε την ιστορία των διάφορων επιτροπών μέσω των οποίων τα κράτη, η Κοινωνία των Εθνών και αργότερα των Ηνωμένων Εθνών προσπάθησαν να λύσουν το πρόβλημα των προσφύγων – από το Γραφείο Νάνσεν για τους Ρώσους και Αρμένιους Πρόσφυγες (1921), στο Ανώτερο Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες από την Γερμανία (1936), στην Διακρατική Επιτροπή για τος Πρόσφυγες (1938) και την Διεθνή Επιτροπή για τους Πρόσφυγες των Ηνωμένων Εθνών (1946) ως την σημερινή Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες (1951) – των οποίων η δράση, σύμφωνα με το καταστατικό τους, είναι αποκλειστικά «ανθρωπιστική και κοινωνική και όχι πολιτική». Το βασικό σημείο είναι πως κάθε φορά που οι πρόσφυγες δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις αλλά μαζικό φαινόμενο (όπως συνέβη μεταξύ των δύο πολέμων και όπως συμβαίνει ξανά τώρα), τόσο αυτοί οι οργανισμοί όσο και τα κράτη μόνα τους έδειξαν, ανεξάρτητα από τις ιεροπρεπείς επικλήσεις τους περί αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου, πως είναι εντελώς ανίκανοι, όχι μόνο να επιλύσουν το πρόβλημα ή έστω να το διαχειριστούν στοιχειωδώς. Με το τρόπο αυτό το όλο ζήτημα πέρασε στα χέρια της αστυνομίας και ανθρωπιστικές οργανώσεις

 

Οι λόγοι πίσω από αυτή την ανικανότητα εδράζονται όχι μόνο στον εγωισμό και την τυφλότητα γραφειοκρατικών μηχανισμών, αλλά στην ίδια τη βασική αντίληψη που κανονίζουν την εγγραφή του φυσικού (δηλαδή της ζωής) στο νομικό σύστημα του έθνους κράτους. Η Χάνα Άρεντ στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου της «Ιμπεριαλισμός», αφιερωμένο στο πρόβλημα των προσφύγων, «Η Παρακμή του Έθνους-Κράτους και το Τέλος των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων». Η διατύπωση αυτή – που αδιάρρηκτα συνδέει την μοίρα των ανθρώπινων δικαιωμάτων με εκείνη των σύγχρονων εθνικών κρατών, έτσι ώστε το τέλος των δεύτερων συνεπάγεται το τέλος των πρώτων – πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν. Το παράδοξο εδώ είναι πως η μορφή που έπρεπε να ενσαρκώνει τα ανθρώπινα δικαιώματα στον υπέρτατο βαθμό, ο πρόσφυγας αποτελεί, αντίθετα, την ριζική κρίση αυτής της έννοιας. «Η έννοια των δικαιωμάτων του Ανθρώπου», γράφει η Άρεντ, «βασίζεται στην υποτιθέμενη ύπαρξη ενός όντος με καθαρή την ανθρώπινη ιδιότητα μετατράπηκε σε συντρίμμια, τη στιγμή που αυτοί που την διακήρυτταν, βρέθηκαν για πρώτη φορά απέναντι σε ανθρώπους που είχαν χάσει κάθε άλλη συγκεκριμένη ιδιότητα και σύνδεση πέρα από το γεγονός πως ήταν ανθρώπινα όντα». Στο σύστημα των εθνών-κρατών, τα αποκαλούμενα ιερά και αναφαίρετα δικαιώματα του ανθρώπου αποδεικνύονται εντελώς απροστάτευτα από τη στιγμή που δεν μπορούν πια να χαρακτηριστούν ως τα δικαιώματα των πολιτών ενός κράτους. Αυτό, αν το σκεφτεί κανείς, αφήνετε να εννοηθεί από την ασάφεια στον ίδιο το τίτλο της Διακήρυξης του 1789, «Declaration des droits de l’homme et du citoyen» (Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη), στον οποίο είναι αδιευκρίνιστο αν οι δύο όροι υποδηλώνουν δυο πραγματικότητες ή αν αντίθετα είναι ένα σχήμα «εν δια δύοιν» όπου ο πρώτος όρος στην πραγματικότητα περιέχεται πάντα στο δεύτερο.

Δεν υπάρχει κάποιος αυτόνομος χώρος μέσα στην πολιτική οργάνωση του έθνους-κράτους για κάτι όπως ο άνθρωπος αυτός καθ’ εαυτός, είναι τουλάχιστον από το γεγονός πως ακόμη και στις καλύτερες περιπτώσεις, η κατάσταση του πρόσφυγα πάντοτε θεωρείται μια προσωρινή κατάσταση που θα πρέπει να οδηγήσει ή στην πολιτογράφηση ή στον επαναπατρισμό του. Η συνεχής κατάσταση του ανθρώπου ως τέτοιου είναι αδιανόητη για τους νόμους του έθνους-κράτους.

 

Είναι καιρός να πάψουμε να κοιτάμε τις Διακηρύξεις των Δικαιωμάτων από το 1789 ως σήμερα, σαν να ήταν αιώνιες μεταδικαιϊκές αξίες που δεσμεύουν τους νομοθέτες και αντίθετα να τις δούμε ανάλογα με την πραγματική τους λειτουργία στο σύγχρονο κράτος. Επί της ουσίας τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αντιπροσωπεύουν πάνω απ’ όλα την εγγραφή της γυμνής φυσικής ζωής στην νομική και πολιτική τάξη του έθνους-κράτους. Η γυμνή, αυτή ζωή (το ανθρώπινο ον) που στο παλιό καθεστώς (ancient regime) άνηκε στο θεό και στον κλασικό κόσμο ήταν ξεκάθαρα διακριτή (ως ζωή) από την πολιτική ζωή (ως βίος), τώρα παίρνει κεντρική θέση στις υποθέσεις του κράτους, και κατά κάποιο τρόπο γίνεται το επίγειο θεμέλιο του. Έθνος-κράτος σημαίνει κράτος που κάνει το τοκετό ή τη γέννηση (δηλαδή τη γυμνή ανθρώπινη ζωή) το θεμέλιο της δικής του κυριαρχίας. Αυτό είναι το φανερό νόημα των τριών πρώτων άρθρων της διακήρυξης του 1789: μόνο γιατί έγραψε το φυσικό στοιχείο στο πυρήνα κάθε πολιτικής σχέσης (άρθρα 1 και 2) που η διακήρυξη μπορούσε να προσδέσει σταθερά (άρθρο 3) την αρχή της κυριαρχίας στο έθνος. (ετυμολογικά, natio αρχικά σήμαινε απλά «γέννηση»). Ο μύθος που υπονοείται εδώ είναι ότι η γέννηση γίνεται αμέσως έθνος, ώστε να μην είναι δυνατή διάκριση μεταξύ των δύο στιγμών. Τα δικαιώματα αποδίδονται στον άνθρωπο μόνο στο βαθμό που είναι η άμεσα εξαφανιζόμενη προϋπόθεση του πολίτη ( ο οποίος δεν πρέπει να εμφανιστεί απλά ως άνθρωπος).

 

Αν στο σύστημα του κράτους-έθνους ο πρόσφυγας αντιπροσωπεύει ένα τόσο ανησυχητικό στοιχείο, είναι πάνω απ’ όλα γιατί με το να διαχωρίζει την ταυτότητα μεταξύ ανθρώπου και πολίτη, μεταξύ γέννησης και εθνικότητας, ο πρόσφυγας παρασύρει την αρχική μυθοπλασία της κυριαρχίας σε κρίση. Μεμονωμένες φυσικά εξαιρέσεις στην αρχή αυτή υπάρχουν πάντοτε, ο νεωτερισμός της εποχής μας που απειλεί τα ίδια τα θεμέλια του έθνους-κράτους, είναι ότι όλο και περισσότερα τμήματα της ανθρωπότητας δεν αντιπροσωπεύονται από αυτό. Για το λόγο αυτό – επειδή ο πρόσφυγας διαλύει το παλιό τρίπτυχο κράτος/έθνος/χώρος – αυτή η φαινομενικά περιθωριακή φιγούρα αξίζει να ιδωθεί σαν την κεντρική φιγούρα της πολιτικής μας ιστορίας. Καλό θα είναι να μη ξεχνάμε πως τα πρώτα στρατόπεδα στην Ευρώπη χτίστηκαν ως χώροι ελέγχου των προσφύγων και η εξέλιξη τους – στρατόπεδα εγκλεισμού, στρατόπεδα συγκέντρωσης, στρατόπεδα εξόντωσης – είναι μια εντελώς πραγματική σχέση διαδοχής. Είναι από τους λίγους κανόνες που οι Ναζί ακολούθησαν πιστά στην διάρκεια της «τελικής λύσης» ήταν πως οι Εβραίοι και οι τσιγγάνοι μόνο αφού είχαν χάσει πλήρως κάθε ιθαγένεια (ακόμα και την ιθαγένεια της δεύτερης κατηγορίας που τους δόθηκε με τους νόμους της Νυρεμβέργης) μπορούσαν να σταλούν στα στρατόπεδα εξόντωσης. Όταν τα δικαιώματα του ανθρώπου δεν είναι πια τα δικαιώματα του πολίτη, τότε αυτός είναι πραγματικά ιερός, με την έννοια που είχε ο όρος στο Ρωμαϊκό Δίκαιο (homo sacer): προορισμένος να πεθάνει.

 

Είναι αναγκαίο να διαχωρίσουμε με αποφασιστικότητα την έννοια του πρόσφυγα από αυτή των δικαιωμάτων του ανθρώπου (το οποίο έτσι και αλλιώς είναι δραστικά περιορισμένο στο δίκαιο των ευρωπαϊκών κρατών) σαν την εννοιολογική κατηγορία πάνω στην οποία το φαινόμενο θα πρέπει να εντοπισθεί (μια ματιά στο Test sul diritto d’asilo της Α. Χέλερ, δείχνει πως σήμερα αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αποκρουστική σύγχυση. Ο πρόσφυγας πρέπει να ληφθεί υπόψιν ως αυτό που είναι, δηλαδή τίποτα άλλο από μια μεθοριακή έννοια που συνεχώς αμφισβητεί ριζικά τις αρχές του έθνους-κράτους και που ταυτόχρονα βοηθά να καθαρίσει το πεδίο για την, χωρίς άλλη χρονοτριβή, ανανέωση των κατηγοριών μας. Στο μεταξύ, το φαινόμενο της λεγόμενης “παράνομης” μετανάστευσης στις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχει λάβει (και θα λάβει αθροιστικά στα επόμενα χρόνια, με μια πρόβλεψη για είκοσι εκατομμύρια μετανάστες από τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης) χαρακτηριστικά και διαστάσεις ώστε να δικαιολογηθεί πλήρως αυτή η επανάσταση στην οπτική. Αυτό το οποίο αντιμετωπίζουν σήμερα τα βιομηχανοποιημένα κράτη είναι μια “μόνιμα διαμένουσα μάζα μη πολιτών” που είτε δεν μπορούν, είτε δεν θέλουν να επαναπατριστούν. Συχνά αυτοί οι μη πολίτες έχουν μια εθνικότητα προέλευσης, αλλά επειδή δεν επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν την προστασία της χώρας τους, όπως και οι πρόσφυγες είναι de facto ανιθαγενείς. Για τους μη-πολίτες, μόνιμους κατοίκους ο Τ. Χάμαρ δημιούργησε το νεολογισμό denizens, το οποίο έχει το πλεονέκτημα να δείχνει πως η έννοια πολίτης δεν επαρκεί πιά για να περιγράψει την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα των σύγχρονων κρατών. Οι πολίτες των προηγμένων κρατών(τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στην Ευρώπη) από την άλλη, με την αυξανόμενη εγκατάλειψη των κωδικοποιημένων στιγμών πολιτικής συμμετοχής δείχνουν μια ορατή πια τάση να μετατραπούν σε denizens. Παράλληλα με βάση την αρχή πως η βασική αφομοίωση με την παρουσία τυπικών διαφορών μεγεθύνει το μίσος και την έλλειψη ανοχής με τις ξενοφοβικές αντιδράσεις και αμυντικές κινητοποιήσεις να αυξάνονται.

 

Πριν ανοίξουν ξανά τα στρατόπεδα εξόντωσης ξανά στην Ευρώπη (κάτι που ήδη αρχίζει να συμβαίνει), τα έθνη-κράτη πρέπει να βρουν το θάρρος και να αμφισβητήσουν την ίδια την αρχή της εγγραφής της γέννησης και το τρίπτυχο κράτος/έθνος/χώρος πάνω στα οποία βασίζονται. Είναι αρκετό να προτείνουμε εδώ μια πιθανή κατεύθυνση. Όπως είναι γνωστό μια από τις λύσεις που εξετάζονται για το πρόβλημα της Ιερουσαλήμ είναι να γίνει η πρωτεύουσα, ταυτόχρονα και χωρίς εδαφικές διαιρέσεις, δυο διαφορετικών κρατών. Η παράδοξη κατάσταση αμοιβαίας εξωεδαφικότητας (ή πιο σωστά α-εδαφικότητας) που αυτό συνεπάγεται θα μπορούσε να γίνει το γενικό μοντέλο των νέων διεθνών σχέσεων. Αντί δυο εθνικά κράτη να χωρίζονται από αβέβαια και απειλητικά σύνορα, θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί δυο πολιτικές κοινότητες που ζουν στην ίδια περιοχή που να βρίσκονται σε κατάσταση εξόδου η μια προς την άλλη, που χωρίζονται μεταξύ τους με μια σειρά αμοιβαίων ετεροδικιών, στις οποίες το καθοδηγητικό πλαίσιο δεν θα είναι το δίκαιο (ius) του πολίτη αλλά το άσυλο (refugium) του ατόμου. Υπό παρόμοια έννοια, θα μπορούσαμε να δούμε την Ευρώπη, όχι σαν μια αδύνατη “Ευρώπη των Εθνών”, του οποίου τα καταστροφικά αποτελέσματα μπορούμε να δούμε ήδη βραχυπρόθεσμα, αλλά σαν μια α-εδαφικό ή εξωεδαφικό χώρο στον οποίο όλοι οι κάτοικοι των Ευρωπαϊκών κρατών (πολίτες και μη) θα ήταν μια θέση εξόδου  ή καταφυγίου, και το στάτους του Ευρωπαίου πολίτη θα σημαίνει ότι πολίτης θα τελούν εν εξόδω (προφανώς και ακίνητοι). Ο Ευρωπαϊκός χώρος θα αναπαριστούσε ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ της γέννησης και έθνους, στον οποίο η παλιά ιδέα του λαού (ο οποίος ως γνωστό είναι πάντοτε μειονότητα) θα μπορούσε ξανά να βρει μια πολιτική έννοια με το να έρθει με αποφασιστικότητα με αντιπαράθεση με την έννοια του έθνους (το οποίο την έχει σφετεριστεί ως τώρα).

Αυτός ο χώρος δε θα συνέπιπτε με καμιά ομογενή εθνική περιοχή ή τα τοπογραφικά άθροισμα κάποιων από αυτών, αλλά θα λειτουργούσε σε αυτές τις περιοχές, ανοίγοντας οπές και διαιρώντας τες τοπολογικά σαν σε μια φιάλη του Λέιντεν(1) ή μια λωρίδα του Μέμπιους(2), ώπου το εσωτερικό και το εξωτερικό είναι απροσδιόριστα. Σε αυτό το νέο χώρο, οι Ευρωπαϊκές πόλεις, μπαίνοντας σε μια σχέση αμοιβαίας εξωεδαφικότητας, θα ανακάλυπταν ξανά το αρχαίο τους κάλεσμα ως πόλεις του κόσμου. Σήμερα σε ένα είδος μεταιχμίου μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ, υπάρχουν τετρακόσιοι είκοσι πέντε Παλαιστίνιοι που έχουν απελαθεί από το κράτος του Ισραήλ. Σύμφωνα με την πρόταση της Χάνα Άρεντ, οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν “την πρωτοπορία του λαού τους”. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα, ή σημαίνει μόνο, ότι μπορούν να αποτελέσουν τον αρχικό πυρήνα ενός μελλοντικού εθνικού κράτους, το οποίο θα έλυνε το παλαιστινιακό πρόβλημα εξίσου αναποτελεσματικά με το πως το κράτος του Ισραήλ έλυσε το εβραϊκό ζήτημα. Αντίθετα αυτό το μεταίχμιο που έχουν βρει καταφύγιο αυτοί οι άνθρωποι έδρασε ανατροφοδοτικά στο έδαφος του κράτους του Ισραήλ, ανοίγοντας οπές σε αυτό και αλλάζοντας το με τρόπο που η εικόνα αυτού του χιονισμένου λόφου έχει γίνει πιο εσωτερικό κομμάτι του εδάφους από κάθε άλλο έδαφος του Ευρύτερου Ισραήλ. Μόνο σε μια γη που οι χώροι των κρατών θα έχουν διατρηθεί και παραμορφωθεί τοπολογικά και ο πολίτης θα έχει μάθει να αναγνωρίζει το πρόσφυγα που και ο ίδιος είναι, είναι δυνατή η πολιτική επιβίωση του ανθρώπου σήμερα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s