Δημοσιεύθηκε στον τόμο Perlman, Wajnsztejn, Bonanno κ.α.: Εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας, εθνικισμός και ταξική συνείδηση, Εκδόσεις Επαναστατική Αυτοοργάνωση, 1993, Πάτρα

 

Ο αναρχισμός είναι διεθνιστικός, ο αγώνας του δεν περιορίζεται σε μια ορισμένη περιοχή, ή σ’ ένα ιδιαίτερο τμήμα του κόσμου, αλλά εκτείνεται παντού, στο πλευρό του προλεταριάτου που αγωνίζεται για την απελευθέρωσή του. Αυτό απαιτεί μια διακήρυξη αρχών που δεν είναι αφηρημένες και αόριστες αλλά συγκεκριμένες και καλά προσδιορισμένες. Δεν μας ενδιαφέρει, κάποιος παγκόσμιος ουμανισμός που αντλεί την προέλευση και τη δικαιολόγησή του από τη γαλλική αστική επανάσταση του 1789. Η διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ένα λάβαρο που σείουν όλες οι δημοκρατικές κυβερνήσεις που είναι σήμερα στην εξουσία, αφορά κάποιον αφηρημένο άνθρωπο που ταυτίζεται με το αστικό ιδανικό.

Πολεμήσαμε συχνά κάποιο ιδεαλιστικό αναρχισμό που μιλάει για παγκόσμια επανάσταση, για πράξεις πίστης, για διαφωτισμό, και που, στην ουσία, απορρίπτει τον αγώνα του προλεταριάτου και είναι αντιλαϊκός. Δίχως συγκεκριμένο κοινωνικό και οικονομικό περιεχόμενο, αυτός ο αναρχισμός γίνεται ένας ατομικός και μυθολογικός ουμανιταριανισμός (φιλανθρωπισμός). Όλος ο πλανήτης καταλήγει να θεωρείται σαν μια βιολογική μονάδα και οι συζητήσεις καταλήγουν σε μια στείρα αναγνώριση της αποφασιστικής δύναμης της ανωτερότητας του αναρχικού ιδανικού απέναντι σ’ όλα τ’ άλλα ιδανικά.

Αντίθετα, εμείς πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος είναι ένα ιστορικό ον, που γεννιέται και ζει σε μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση. Αυτό τον τοποθετεί σε ορισμένες σχέσεις με τις οικονομικές, κοινωνικές, γλωσσικές και εθνικές δομές κ.λπ., πράγμα που έχει πολύ σημαντικές συνέπειες για τα πεδία της επιστήμης, του φιλοσοφικού στοχασμού και της συγκεκριμένης δράσης. Το πρόβλημα της εθνικότητας γεννήθηκε από αυτή την ιστορική διάσταση και δεν μπορεί να αποσπαστεί από αυτή δίχως να συσκοτιστούν τελείως τα ίδια τα θεμέλια του αναρχικού φεντεραλισμού. Ο Μπακούνιν έγραφε:

«Κάθε λαός, όσο μικρός και αν είναι, διαθέτει τον δικό του χαρακτήρα, τον ιδιαίτερο τρόπο ζωής, ομιλίας, αίσθησης, σκέψης και εργασίας, και αυτός ο χαρακτήρας, ο ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξής του, είναι ακριβώς η βάση της δικής του εθνικότητας: είναι το αποτέλεσμα του συνόλου της ιστορικής ζωής και όλων των συνθηκών του ζωτικού περιβάλλοντος αυτού του λαού, ένα καθαρά φυσικό και αυθόρμητο φαινόμενο». .

Η βάση του αναρχικού φεντεραλισμού είναι η οργάνωση της παραγωγής και διανομής των αγαθών σε αντίθεση με την πολιτική διακυβέρνηση του λαού. Στη πραγματικότητα, από τη στιγμή που συμβαίνει το επαναστατικό γεγονός και έχει αρχίσει η λειτουργία της παραγωγής και της διανομής μ’ έναν κολεκτιβιστικό ή κομουνιστικό τρόπο (ή και με τους δύο τρόπους, ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες), η ομοσπονδιακή δομή με τα φυσικά της όρια θα καταστήσει ακατάλληλη την προηγούμενη πολιτική δομή. Θα ήταν εξίσου παράλογο να φανταστούμε ένα τόσο πλατύ σύνορο που να εκτείνεται σ’ όλη την επιφάνεια του πλανήτη. Αν θα υπάρξει επανάσταση, θα είναι μια μερική επανάσταση και αυτή η μερικότητα θα πρέπει αναγκαστικά να υλοποιηθεί στο χώρο και συνακόλουθα θα έχουμε τοπικά όρια που δεν θα συμπίπτουν αναγκαστικά με τα πολιτικά σύνορα του προηγούμενου κράτους που κατέλυσε η επανάσταση. Σ’ αυτή τη περίπτωση ο εθνικός διαχωρισμός παίρνει τη θέση της παραμορφωτικής πολιτικής διάστασής. Τα συνεκτικά στοιχεία της εθνικής διάστασης είναι ακριβώς αυτά που βοηθούν να καθορίσουμε την εθνικότητα που εκφράστηκαν τόσο καθαρά απ’ τον Μπακούνιν στο παραπάνω απόσπασμα.

Οι αναρχικοί, αρνούμενοι την αρχή της δικτατορίας του προλεταριάτου και τη διακυβέρνηση του προλεταριάτου από μια επαναστατική μειοψηφία διαμέσου του πρώην αστικού κράτους, αρνούνται κατηγορηματικά τη πολιτική διάσταση που δικαιολογεί την ύπαρξη του αστικού κράτους απ’ την ίδια ακριβώς στιγμή που γίνεται η επανάστασή. Δεν μπορούμε να δεχτούμε τη «χρησιμοποίηση» του κρατικού μηχανισμού με μια επαναστατική έννοια, επομένως το προσωρινό όριο που πρέπει να δοθεί στις ομοσπονδιακές, ελεύθερα συνδεόμενες δομές, παραμένει το εθνικό όριο. Μ’ αυτή ακριβώς την έννοια έβλεπε ο Κροπότκιν την ομοσπονδοποίηση ελεύθερων λαών, βασισμένη στο παραπλήσιό και ατελές παράδειγμα των μεσαιωνικών κοινοτήτων, σαν λύση στο κοινωνικό πρόβλημα.

Αυτό όμως το επιχείρημα, αν το δούμε καθαρά, δεν έχει τίποτα κοινό με το σεπαρατισμό (τις αποσχιστικές, αυτονομιστικές τάσεις). Το βασικό και καθοριστικό σημείο του επιχειρήματος που αναπτύσσομε εδώ είναι ότι δεν υπάρχει καμμια διαφορά ανάμεσα στους εκμεταλλευτές, πως το γεγονός ότι γεννηθήκαμε σ’ ένα ορισμένο μέρος δεν επηρεάζει τις ταξικές διαιρέσεις. Ο εχθρός είναι αυτός που εκμεταλλεύεται, οργανώνοντας τη παραγωγή και τη διανομή μ’ ένα καπιταλιστικό τρόπο, ακόμη κι αν μας αποκαλεί συμπατριώτες, κομματικούς συντρόφους ή χρησιμοποιεί οποιοδήποτε άλλο ευγενικό επίθετο. Η ταξική διαίρεση βασίζεται ακόμη στην εκμετάλλευση που ασκεί το κεφάλαιο μ’ όλα τα μέσα που διαθέτει: οικονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, κ.τ.λ. και η εθνική βάση που αναγνωρίζουμε σαν όριο στην επαναστατική ομοσπονδία δεν έχει καμμια σχέση με αυτή. Καμμια ενότητα δεν είναι δυνατή με τους εσωτερικούς εκμεταλλευτές, γιατί καμμια ενότητα δεν είναι δυνατή ανάμεσα στη τάξη των εργατών και σ’ εκείνη των εκμεταλλευτών.

Μ’ αυτή την έννοια ο Ρόκερ γράφει: «Είμαστε α-εθνικοί. Απαιτούμε το δικαίωμα κάθε κοινότητας, κάθε περιοχής, κάθε λαού να αποφασίζουν ελεύθερα, ακριβώς γι’ αυτό το λόγο απορρίπτουμε τη παράλογη ιδέα ενός συγκεντρωτικού εθνικού κράτους. Είμαστε φεντεραλιστές, δηλαδή υποστηρίζουμε την ομοσπονδία ελεύθερων ανθρώπινων ομάδων, που δεν διαχωρίζονται η μια από την άλλη, αλλά που αντίθετα συνδέονται με τους πιο στενούς δεσμούς, με φυσικές, ηθικές και οικονομικές σχέσεις. Η ενότητα την οποία επιδιώκουμε είναι μια πολιτισμική ενότητα, μια ενότητα που οικοδομείται πάνω στις πιο ποικίλες βάσεις, μια ενότητα που βασίζεται στην ελευθερία και που είναι ικανή να απορρίψει κάθε ντετερμινιστικό μηχανισμό αμοιβαίων σχέσεων. Γι’ αυτό το λόγο απορρίπτουμε κάθε τοπικισμό, κάθε σεπαρατισμό, πίσω από τους οποίους κρύβονται ορισμένα ειδικά συμφέροντα… γιατί εδώ έχουμε μια ιδεολογία στην οποία είναι εύκολο να διακρίνουμε τα ιδιοτελή συμφέροντα καπιταλιστικών ομάδων».

Η πραγματικότητα είναι ότι, ακόμη και σήμερα, όταν αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της εθνικότητας, παραμένει ακόμη και ανάμεσα στους αναρχικούς ένα ζωντανό κατάλοιπο ιδεαλιστικής συλλογιστικής. Στα 1925, όχι αδικαιολόγητα, ο αναρχικός Ενρίκο Νίντο έγραφε: «Ο διαμελισμός μιας χώρας δε θεωρείται επιθυμητό ιδανικό για πολλούς επαναστάτες. Πόσοι Ισπανοί σύντροφοι θα δέχονταν την ιστορική εξαφάνιση της Ισπανίας και την αναδιοργάνωσή της σε μια περιφερειακής βάση, βασισμένη στην αναγνώριση της ύπαρξης Καστιλιάνικων, Βασκικών, Γαλικιάνικων, Καταλάνικων εθνικών ομάδων; Οι επαναστάτες στη Γερμανία θα ενδώσουν άραγε αναντίρρητα σ έναν διαμελισμό παρόμοιο μ’ έναν ελευθεριακό τύπο οργάνωσης, που θα βασίζεται στις ιστορικές ομάδες της Βαυαρίας, της Βάδης, της Βεστφαλίας, του Αννόβερου, κ.λπ.; Από την άλλη μεριά, είναι πολύ πιθανό οι ίδιοι αυτοί σύντροφοι να ήθελαν να δούν ένα διαμελισμό της τωρινής βρετανικής αυτοκρατορίας και μια ελεύθερη και ανεξάρτητη αναδιοργάνωση των αποικιών της στη Μ. Βρετανία (Σκοτία, Ιρλανδία, Ουαλία) και στα υπερπόντια εδάφη, κάτι που δεν θα ήταν αρεστό στους Άγγλους επαναστάτες! Έτσι είναι οι άνθρωποι και, μ’ αυτόν τον τρόπο, είδαμε στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, μια συνύπαρξη της αντίληψης της εθνικότητας με μια ιστορική έννοια, με τα επαναστατικά αιτήματα των αναρχικών». (Αναφέρεται στη «διακήρυξη των δεκάξι», βλέπε κείμενο: «Περί ορισμένων πολύ διαδεδομένων λαθών πάνω στο πρόβλημα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα»),

Ο Νίντο αναφέρεται σε μια νοοτροπία που δεν έχει αλλάξει πολύ. Ακόμη και σήμερα, είτε εξαιτίας της επιβίωσης των ιδανικών του ιλλουμινατισμού καί του μασονισμού σ’ ένα ορισμένο μέρος του αναρχικού κινήματος, είτε εξαιτίας της πνευματικής φυγοπονίας, που απομακρύνει πολλούς συντρόφους από τα πιο φλέγοντα προβλήματα και τους ωθεί σε λιγότερο ταραγμένα νερά, οι αντιδράσεις απέναντι στο πρόβλημα της εθνικότητας δε διαφέρουν και πολύ από αυτές που περιγράφει ο Νίντο.

Το πρόβλημα καθ’ αυτό δε θα μας απασχολούσε πολύ, αν δεν είχε κάποιο πολύ συγκεκριμένο ιστορικό επακόλουθο και αν η έλλειψη καθαρότητας δεν είχε πολύ αρνητικές συνέπειες σε πολλούς από τους πραγματικούς αγώνες στη πορεία της ανάπτυξής τους. Στην ουσία το πρόβλημα της εθνικότητας παραμένει σ’ ένα θεωρητικό επίπεδο, ενώ το πρόβλημα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα αποκτά στο σημερινό κόσμο μια όλο και πιο σημαντική πρακτική σημασία.

Οι αναρχικοί και ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας

Μετά τον τερματισμό του τελευταίου πολέμου, η διαδικασία απο-αποικιοποίησης εντάθηκε στο εσωτερικό πολλών ιμπεριαλιστικών δομών, γεννώντας το πιεστικό πρόβλημα μιας σοσιαλιστικής και διεθνιστικής ερμηνείας του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Το δράμα του Παλαιστινιακού λαού, οι αγώνες στην Ιρλανδία, στις χώρες των Βάσκων, στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική θέτουν διαρκώς αυτό το πρόβλημα με μιαν άγνωστη ως τώρα οξύτητα.

Διαφορετικές οικονομικές μορφές μέσα στην ίδια χώρα καθορίζουν μια κατάσταση αποικιοποίησης που εγγυάται τη διαδικασία συγκεντροποίησης. Μ άλλα λόγια, η διατήρηση της καπιταλιστικής παραγωγής απαιτεί ανισότητες στο ρυθμό της ανάπτυξης. Ο Μαντέλ γράφει πάνω σ αυτό το θέμα: «Η ανισότητα του ρυθμού ανάπτυξης ανάμεσα σε διάφορες χώρες, διάφορους τομείς και διάφορες εταιρίες, είναι η αιτία της καπιταλιστικής επέκτασης. Αυτό εξηγεί πώς η διευρυμένη παράγωγή μπορεί να συνεχιστεί μέχρι να οδηγήσει στον αποκλεισμό όλων των μη καπιταλιστικών μέσων, όπως πραγματοποιείται μ’ αυτό το τρόπο υπεραξία διαμέσου μιας αύξησης της συγκέντρωσης του κεφαλαίου». Ο Μαντέλ εξετάζει επίσης την άνιση ανάπτυξη ανάμεσα σε διαφορετικές περιοχές του πολιτικού κράτους. Η βασική αρχή του καπιταλισμού είναι ότι, αν απ’ τη μια μεριά εξασφαλίζει επιμέρους ισορροπίες, από την άλλη δεν μπορεί ποτέ να εξασφαλίσει πλήρη ισορροπία, δηλαδή είναι ανίκανος να εκβιομηχανίσει συστηματικά και αρμονικά το σύνολο μιας εκτεταμένης περιοχής. Μ’ άλλα λόγια, η τοπική αποικιοποίηση δεν είναι μια συνέπεια της συγκεντροποίησης, αλλά αντίθετα, μια από τις προϋποθέσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Φυσικά, η οικονομική συγκεντροποίηση συμβαδίζει με τη πολιτική συγκεντροποίηση και όλες οι νύξεις για δημοκρατική αποκέντρωση είναι απλά δημαγωγικά σχήματα που χρησιμοποιούνται σε συγκεκριμένες ιστορι¬κές στιγμές. Αν εξετάσουμε ακόμη και επιφανειακά τα δεδομένα της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής από την εποχή της ενοποίησης της Ιταλίας ως τα τέλη της δεκαετίας του ’60 μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα με τι καθήκοντα επιφόρτισε το κράτος το Νότο: να προσφέρει κεφάλαιο (κύρια εμβάσματα μεταναστών, φόρους, δημόσιες οφειλές), να προσφέρει μια φτηνή εργατική δύναμη (μετανάστευση προς το Βορρά) και να προσφέρει αγροτικά προϊόντα που ανταλλάσσονται με βιομηχανικά προϊόντα στη βάση της σχέσης αποικιακής ανταλλαγής.

Μια αντίρρηση σ’ αυτό θα μπορούσε να είναι ότι το κράτος κάνει διακρίσεις μ’ αυτό το τρόπο, ανάμεσα σε δύο ομάδες, τους βιομήχανους του Βορρά και τους γαιοκτήμονες του Νότου, αλλά για να καταλάβουμε αυτή την ανάγκη δεν πρέπει να ξεχνάμε τις διαφορετικές δυνατότητες εκμετάλλευσης που υπάρχουν σε μια πολύ αναπτυγμένη και σε μια υπανάπτυκτη περιοχή. Στο Νότο ήταν κανονική μια εργάσιμη μέρα 12-14 ωρών, ενώ ήδη είχε κερδηθεί το 8ωρο στο Βορρά. Είναι μ’ αυτό το τρόπο, χάρη στα διάφορα πλεονεκτήματα μιας μεσαιωνικής ακόμη αντίληψης για τη κοινωνία, που οι γαιοκτήμονες του Νότου συνεχίζουν να αποσπούν υπεραξία δίχως μεγάλη επανεπένδυση.

Έτσι είναι εξασφαλισμένη η ανάπτυξη του Βορρά διαμέσου της εκ-μετάλλευσης και της σκλαβιάς του Νότου. Η πολιτικό ηγεμονία του Βορρά υπαγορεύει αυτή τη κατεύθυνση, που ύστερα παίρνει το δρόμο της καπιταλιστικής παραγωγής γενικά. Η ενσωμάτωση μέσα στο ιταλικό καπιταλιστικό σύστημα γέννησε μια αποσύνθεση της σικελικής οικονομίας που, από πολλές απόψεις, είναι προ-καπιταλιστικού τύπου. Ο νόμος της αγοράς αναγκάζει τις πιο καθυστερημένες περιοχές να ενσωματωθούν στο βασικό καπιταλιστικό σύστημα: αυτό είναι το φαινόμενο της αποικιοποίησης. Αυτή η διαδικασία διαδραματίζεται, τόσο σε ξένες περιοχές ή έθνη, όσο και στις περιοχές στο εσωτερικό των ξεχωριστών καπιταλιστικών κρατών.

Το επόμενο στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι το ξεπέρασμα των αστικών συνόρων, που έχουν αποδυναμωθεί εξαιτίας της πόλωσης των οικονομιών που τα περιβάλλουν στο κορύφωμα της μονοπώλησης των ανταλλαγών. Η αποικιοποίηση παραχωρεί τη θέση της στον ιμπεριαλισμό.

Να τι γράφουν πάνω σ’ αυτό το θέμα οι σύντροφοι του FRONT LIBERTAIRE: «Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα δεν πρέπει να ξεχνάνε αυτή τη πραγματικότητα και να κολλάνε σε μια προ-ιμπεριαλιστική ανάλυση που θα οδηγούσε σ’ ένα τοπικιστικό τριτοκοσμισμό. Αυτό θα σήμαινε ότι ο επαναστατικός τους αγώνας περιορίζεται στα όρια της διαλεκτικής αποικιοκράτης-αποικιοκρατούμενος, ενώ οι επι- διωκόμενοι στόχοι θα ήταν μόνο η πολιτική ανεξαρτησία, η εθνική κυριαρχία, η τοπική αυτονομία, κ.λ.π. Κάτι τέτοιο θα ήταν μια επιφανειακή ανάλυση που δεν παίρνει υπόψη της τη παγκόσμια πραγματικότητα. Ο εχθρός, λόγου χάρη, που πρέπει να χτυπήσουν οι Ιρλανδοί, οι Βρετόνοι, οι Προβηγγιανοί δεν είναι η Αγγλία ή η Γαλλία, αλλά ολόκληρη η αστική τάξη, ανεξάρτητα από το αν είναι εγγλέζικη, προβηγγιανή, βρετονική ή αμερικάνικη. Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο μπορούν να γίνουν κατανοητοί οι δεσμοί που ενώνουν την τοπική αστική τάξη με την εθνική και παγκόσμια αστική τάξη».

Μ’ αυτό τον τρόπο η εθνική απελευθέρωση προχωρεί πέρα από την απλή εσωτερική απο-αποικιοποίηση και επιτίθεται στη πραγματική κατάσταση της ιμπεριαλιστικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, εντάσοντας το στόχο της καταστροφής του πολιτικού κράτους σε μια επαναστατική διάσταση.

Τα εθνικά σύνορα μπορούν επίσης εύκολα να καθοριστούν. Το εθνικό όριο της επαναστατικής διαδικασίας των ελεύθερων ομοσπονδιών των παραγωγικών και διανεμητικών ενώσεων είναι αντίστοιχα με του προ-επαναστατικού κινήματος μέσα στα πλαίσια μιας ταξικής διάστασης. Η σημερινή εθνική βάση αποτελείται από όλο τον εκμεταλλευόμενο πληθυσμό που ζει σε μια δοσμένη έκταση ενός δοσμένου έθνους, ενώ δεν υπάρχει καμμια κοινή εθνική βάση ανάμεσα στον εκμεταλλευτή και στον εκμεταλλευόμενο. Είναι εύλογο ότι αυτή η ταξική βάση θα καταστραφεί μαζί με τη καταστροφή του πολιτικού κράτους και συνακόλουθα το εθνικό σύνορο δεν θα συμπίπτει πιά με τους εκμεταλλευόμενους που ζουν σε μια δοσμένη έκταση, αλλά με το σύνολο των ανδρών και των γυναικών που ζουν σ’ αυτή την έκταση και που διάλεξαν να οργανώσουν ελεύθερα τη ζωή τους.

Μ’ αυτή την έννοια οι σύντροφοι του FRONT LIBERTAIRE συνεχίζουν λέγοντας: «Εθνικός πολιτισμός δεν είναι ο πολιτισμός όλων όσων είναι γεννημένοι ή ζουν στην ίδια περιοχή και μιλούν την ίδια γλώσσα. Είναι ο πολιτισμός αυτών που, στα πλαίσια μιας δοσμένης ομάδας, υφίσταται την ίδια εκμετάλλευση. Ο εθνικός πολιτισμός είναι ταξικός πολιτισμός και επομένως επαναστατικός πολιτισμός. Ακόμη και όταν η ταξική συνείδηση των εργατών αντιστοιχεί σε μια εργατική τάξη που βρίσκεται σε κατάσταση εθνικής εξάρτησης, παρόλα αυτά η ταξική συνείδηση είναι εκείνη που θα οδηγήσει τον αγώνα ως την τελική του συνέπεια: στη καταστροφή του καπιταλισμού με τη σημερινή του μορφή. Ο αποφασιστικός αγώνας που πρέπει να διεξαχθεί, οφείλει να είναι ένας αγώνας των εκμεταλλευόμενων ενάντια στους εκμεταλλευτές σε παγκόσμια κλίμακα, αρχίζοντας από ένα δίχως σύνορα αγώνα, με συγκεκριμένες μεθόδους ενάντια στη κοντινότερη αστική τάξη, ακόμη και προπάντων, αν αυτοαποκαλείται «εθνικιστική». Αυτός ο ταξικός αγώνας είναι επιπλέον ο μόνος τρόπος να διασωθεί και να τονωθεί η «εθνική ιδιαιτερότητα» πάνω στην οποία θα ήταν δυνατόν να οικοδομηθεί ο αντικροτικός σοσιαλισμός».

Το αναρχικό πρόγραμμα που αφορά τον εθνικοαπελευθερωτικά αγώνα είναι πολύ ξεκάθαρο: αυτός ο αγώνας δεν θα πρέπει να καταπιαστεί με τη δημιουργία ενός «ενδιάμεσου σταδίου» προς την κοινωνική επανάσταση διαμέσου του σχηματισμού νέων εθνικών κρατών. Οι αναρχικοί αρνούνται να πάρουν μέρος σε εθνικοαπελευθερωτικά μέτωπα, συμμετέχουν σε ταξικά μέτωπα που μπορούν να εμπλακούν ή όχι σε εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες. Ο αγώνας πρέπει να επεκταθεί στην εγκαθίδρυση, στις απελευθερωμένες περιοχές, οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δομών, που θα βασίζονται σε φεντεραλιστικές και ελευθεριακές οργανώσεις.

Οι επαναστάτες μαρξιστές, που για λόγους που δεν μπορούμε να αναλύσουμε εδώ, μονοπωλούν τις διάφορες καταστάσεις όπου διεξάγονται εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες δεν είναι πάντα σε θέση να ανακρούουν τόσο ξεκάθαρα την προοπτική μιας ριζικής άρνησης του κρατικού συγκεντρωτισμού. Ο μύθος τους για το μαρασμό του αστικού κράτους και η πρόθεσή τους να το χρησιμοποιήσουν, δημιουργεί ένα αξεπέραστο πρόβλημα.

Οι μαρξιστές και ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας

Αν μπορούμε να συμμεριστούμε τη ταξική ανάλυση που έκαναν ορισμένες μαρξιστικές ομάδες, όπως αυτή που επεξεργάστηκε η ΕΤΑ, εκείνο που δεν μπορούμε να δεχτούμε είναι η θεμελιακή υπόθεση για το σχηματισμό ενός εργατικού κράτους που θα βασίζεται στη δικτατορία του προλεταριάτου και θα ακολουθεί, λίγο-πολύ, τις κατευθύνσεις του προηγούμενου πολιτικού κράτους, σύμφωνα με την επιχειρησιακή ικανότητα των ξεχωριστών εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων. Λόγου χάρη, οι σύντροφοι της ΕΤΑ μάχονται για μια ελεύθερη χώρα των Βάσκων, δεν ενδιαφέρονται όμως τόσο πολύ για μια ελεύθερη Καταλωνία ή για μια ελεύθερη Ανδαλουσία. Εδώ ξαναγυρίζουμε στις αμφιβολίες που εκφράστηκαν τόσο ξεκάθαρα από τον Νίντο λίγο πιο πάνω. Στη βάση πολλών μαρξιστικών αναλύσεων υποβόσκει ένας παράλογος εθνικισμός που δεν αποσαφηνίζεται ποτέ αρκετά.

Επιστρέφοντας στους κλασικούς του μαρξισμού και στη πολεμική τους με τον Μπακούνιν, μπορούμε να αναπλάσουμε ένα είδος διαλόγου ανάμεσά τους, βοηθούμενοι από κάτι παρόμοιο πού ’κάνε ο Βούλγαρος σύντροφος Μπαλκάνσκι.

Στα 1848 ο Μπακούνιν πήρε μέρος στην εξέγερση της Πράγας, αμέσως μετά το συνέδριο των Σλάβων, όπου είχε αναπτύξει χωρίς επιτυχία την ιδέα μιας Σλαβικής ομοσπονδίας που θα ένωνε την ελεύθερη Ρωσία κι όλους τους σλαβικούς λαούς, μια ομοσπονδία που θα χρησίμευε σαν ένας πρώτος πυρήνας για μια μεταγενέστερη Ευρωπαϊκή ομοσπονδία κι ύστερα για μια μεγαλύτερη παγκόσμια ομοσπονδία των λαών. Μετά τα γεγονότα της Πράγας ο Μπακούνιν, κυνηγημένος από την αστυνομία, κατέφυγε στο Βερολίνο και δημιούργησε στενές επαφές με λίγους Τσέχους σπουδαστές για να επιχειρήσουν μια εξέγερση στη Βοημία. Αυτό το καιρό, στις αρχές του 1849, δημοσίευσε την «Έκκληση προς τους Σλάβους», που είχε σαν συνέπεια να κατηγορηθεί άδικα για παν-σλαβισμό. Οι Μαρξ-Ένγκελς απάντησαν με μια πικρόχολη κριτική διαμέσου της εφημερίδας τους (NEUE RHEINISCHE ZEITUNG). Ας δούμε τώρα αυτόν τον υποθετικό διάλογο, όπως τον προτείνει ο Μπαλκάνσκι:

ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ: Οι Σλαβικοί λαοί, που ζούν κάτω από το ζυγό της Αυστρίας, της Ουγγαρίας και της Τουρκίας, πρέπει να ξανακατακτήσουν την ελευθερία τους και να ενωθούν με την απελευθερωμένη από τον Τσαρισμό Ρωσία σε μια Σλαβική ομοσπονδία.

ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ: Όλα αυτά τα μικρά, ανίσχυρα και εκτρωματικά έ-θνη οφείλουν βασικά να ευγνωμονούν αυτούς που, σύμφωνα με την ιστορική αναγκαιότητα, τα προσάρτησαν σε κάποια μεγάλη αυτοκρατορία, επιτρέποντάς τους έτσι να συμμετάσχουν σε μιαν ιστορική ανάπτυξη που, αν είχαν μείνει μόνα τους, δεν θα είχαν καν γνωρίσει. Είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να φτάσουμε σ’ ένα τέτοιο αποτέλεσμα χωρίς να καταπατηθούν ορισμένες ευαίσθητες περιοχές. Τίποτε δεν μπορεί να επιτευχθεί στην ιστορία δίχως βία.

ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ: Πρέπει να υποστηρίξουμε ιδιαίτερα την απελευθέρωση των Τσέχων, των Σλοβάκων και των Μοραβών και την επανενοποίησή τους σε μια οντότητα.

ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ: Οι Τσέχοι, στους οποίους πρέπει να συμπεριλάβουμε τους Μοραβούς και τους Σλοβάκους, δεν είχαν ποτέ δική τους ιστορία. Μετά τον Καρλομάγνο, η Βοημία συγχωνεύτηκε με τη Γερμανία. Το τσέχικο έθνος χειραφετήθηκε για να δημιουργήσει την Μεγάλη Μοραβική Αυτοκρατορία. Στη συνέχεια, η Βοημία και η Μοραβία προσκολλήθηκαν οριστικά στη Γερμανία και οι Σλοβάκικες περιοχές παρέμειναν στην Ουγγαρία. Κι αυτό το ανύπαρκτο από ιστορική άποψή «έθνος» ζητά ανεξαρτησία; Είναι ανεπίτρεπτο να παραχωρήσουμε ανεξαρτησία στους Τσέχους, γιατί τότε η Ανατολική Γερμανία θα ’μοιάζε μ’ ένα μικρό καρβέλι ροκανισμένο από ποντικούς.

ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ: Οι Πολωνοί, που είναι σκλαβωμένοι σε τρία κράτη, πρέπει να ανήκουν σε μια κοινότητα μαζί με τους τωρινούς τους κυρίαρχους, τους Γερμανούς, τους Αυστριακούς, τους Ούγγρους και τους Ρώσους, σε μια βάση ισότητας.

ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ: Η κατάκτηση των Σλαβικών εδαφών, ανάμεσα στον Έλβα και τον Βάρθη, από τους Γερμανούς ήταν μια γεωγραφική και στρατηγική αναγκαιότητα που υπήρξε συνέπεια του διαμελισμού της Καρλοβιγγιανής Αυτοκρατορίας. Ο λόγος είναι ξεκάθαρος. Το αποτέλεσμα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Αυτή η κατάσταση ήταν προς όφελος του πολιτισμού, δε χωρεί καμμια αμφιβολία γι’ αυτό.

ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ: Πρέπει να απελευθερωθούν οι Νοτιοσλάβοι που είναι υποταγμένοι σε μια ξένη μειονότητα.

ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ: Είναι ζωτική αναγκαιότητα για τους Γερμανούς και τους Ούγγρους νά ’χουν διέξοδο στην Αδριατική. Οι γεωγραφικές και οι εμπορικές θεωρήσεις πρέπει νά ’χουν την προτεραιότητα. Είναι μάλλον κρίμα που η υπέροχη Καλιφόρνια έπεσε τελευταία στα χέρια των ακατάλληλων Μεξικάνων, που δεν ξέρουν πώς να την αξιοποιήσουν. Μπορεί πιθανόν να θιχτεί η «ανεξαρτησία» λίγων Ισπανών της Καλιφόρνιας και του Τέξας, ίσως μ’ όλα αυτά να αρνούμαστε την «δικαιοσύνη» και άλλες ηθικές αρχές, τί μπορεί όμως να γίνει από τη στιγμή που εμφανίζονται τόσα πολλά παρόμοια γεγονότα στη παγκόσμια ιστορία;

ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ: Όσο θα υπάρχει έστω κι ένα καταπιεσμένο έθνος, δεν θα ’ναι πουθενά δυνατός ο τελικός και πλήρης θρίαμβος της δημοκρατίας. Η καταπίεση ενός λαού ή κι ενός μόνο ατόμου είναι η καταπίεση όλων και δεν είναι δυνατόν να παραβιάσουμε την ελευθερία ενός δίχως να παραβιάσουμε την ελευθερία όλων. ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ: Στο πανσλαβικό μανιφέστο δεν βρήκαμε τίποτε άλλο απ’ αυτές τις λίγο-πολύ ηθικές κατηγορίες: δικαιοσύνη, ανθρωπότητά, ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη, ανεξαρτησία, που ηχούν όμορφα, αλλά δεν παύουν να είναι ολότελα άχρηστες στο πεδίο της ιστορίας και της πολιτικής. Επαναλαμβάνουμε, εκτός από τους Πολωνούς, τους Ρώσους και ίσως τους Σλάβους της Τουρκίας, κανένας σλαβικός λαός δεν έχει μέλλον, για τον απλό λόγο ότι όλοι οι άλλοι Σλάβοι στερούνται τις πιο στοιχειώδεις ιστορικές, γεωγραφικές, πολιτικές και βιομηχανικές βάσεις. Τους λείπει η ανεξαρτησία και η ζωτικότητα. Οι κατακτητές των διάφορων Σλαβικών εθνών έχουν το πλεονέκτημα της ενεργητικότητας και της ζωτικότητας.

ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ: Η απελευθέρωση και η ομοσπονδιοποίηση των Σλάβων δεν είναι παρά το προοίμιο της ένωσης των Ευρωπαϊκών δημοκρατιών.

ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ: Είναι αδύνατο να ενώσουμε όλους τους λαούς κάτω από το λάβαρο της δημοκρατίας, με την αγάπη και τη παγκόσμια α¬δελφοσύνη. Η ένωση θα επιτευχθεί μόνο διαμέσου του αιματηρού αγώνα ενός επαναστατικού πολέμου.

ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ: Οπωσδήποτε, στη κοινωνική επανάσταση, οι Δυτικοί και κύρια οι Λατινικοί λαοί θα προηγηθούν από τους Ρώσους, αλλά θα είναι παρόλα αυτά οι Σλαβικές μάζες που θα κάνουν την πρώτη επαναστατική κίνηση και θα εξασφαλίσουν τα αποτελέσματα.

ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ: Απαντούμε ότι το μίσος των Ρώσων και το πρώτο επαναστατικό πάθος των Γερμανών και τώρα το μίσος των Τσέχων και των Κροατών καταλήγουν στη διχοτόμηση. Η επανάσταση μπορεί να σωθεί μόνο αν ασκήσει μια αποφασιστική τρομοκρατία ενάντια στους σλαβικούς λαούς που, αποβλέποντας στην θλιβερή τους «εθνική ανεξαρτησία», ξεπούλησαν την δημοκρατία και την επανάσταση. Κάποια μέρα θα πάρουμε αιματηρή εκδίκηση από τους Σλάβους γι’ αυτή τη πρόστυχη και σκανδαλώδη τους προδοσία.

Δεν χωρεί καμμια αμφιβολία για τη ριζική αντίθεση των θέσεων τους. Οι Μαρξ-Ένγκελς έμειναν προσκολλημένοι σε μια ντετερμινιστική αντίληψη της ιστορίας, που ενώ σκόπευε να είναι υλιστική, δεν έχει ξεφύγει από ορισμένες Χεγκελιανές αρχές, αφού υποβαθμίζει την δυνατότητα μιας αναλυτικής μεθόδου. Επιπλέον, αυτοί, ιδιαίτερα ο Μαρξ, έκαναν στρατηγικές εκτιμήσεις που αποκαλύπτουν μιαν έμφαση στο φιλελεύθερο πατριωτισμό που, αν ήταν δικαιολογημένος στα 1849, ήταν πολύ λιγότερο στα 1855. Παρόλα αυτά, τότε, στη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, γράφει: «Η μεγάλη χερσόνησος στα νότια του Σαύου και του Δούναβη (η Βαλκανική), αυτή η υπέροχη περιοχή, έχει την ατυχία να κατοικείται από ένα συνονθύλευμα φυλών και εθνοτήτων που είναι πολύ διαφορετικές, δίχως να μπορούμε να πούμε ποια θα ήταν η πιο κατάλληλη για την πρόοδο και τον πολιτισμό: Σλάβοι, Έλληνες, Ρουμάνοι, Αλβανοί, σχεδόν 12 εκατ. συνολικά, είναι υποταγμένοι σε ένα εκατ. Τούρκους. Μέχρι τώρα θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε αν από όλες αυτές τις φυλές ήταν οι Τούρκοι οι πιο κατάλληλοι ν’ ασκούν την ηγεμονία που πρέπει προφανώς να ασκείται πάνω σ’ αυτόν τον μικτό πληθυσμό από μια εθνότητα».

Και ξανά, στα 1879, στη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου, που οι κομουνιστές σήμερα αποκαλούν «ο απελευθερωτικός πόλεμος των Βουλγάρων πατριωτών», ο Μαρξ έγραφε: «Υποστηρίζουμε ανεπιφύλακτα τους Τούρκους και αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος, γιατί μελετήσαμε τον Τούρκο αγρότη, δηλαδή, τις λαϊκές μάζες της Τουρκίας και έχουμε πειστεί ότι είναι από τους πιο αντιπροσωπευτικούς, πιο σκληρά εργαζόμενους και πιο ηθικά υγιείς Ευρωπαίους αγρότες. Ο δεύτερος, γιατί η ήττα των Ρώσων θα επιταχύνει αποφασιστικά την κοινωνική επανάσταση που κυοφορείται σε μια περίοδο ριζικού μετασχηματισμού της Ευρώπης».

Στην ουσία, στη καθημερινή πρακτική, τα μαρξιστικά κινήματα για την εθνική απελευθέρωση, όταν ελέγχονται από μια μειοψηφία που μετασχηματίζεται σε κόμμα, (μια γενικευμένη κατάσταση σήμερα), καταλήγουν να αφοσιώνονται στην επεξεργασία στρατηγικών διακρίσεων, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τα ουσιαστικά προβλήματα που στη πραγματικότητα επιδρούν και αυτά στη στρατηγική.

Οι μαρξιστές δεν εμβαθύνουν, λογουχάρη, στην διαφορά ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό των μεγάλων κρατών και στον εθνικισμό των μικρών και χρησιμοποιούν τον όρο εθνικισμός και στις δύο περιπτώσεις. Αυτό προκαλεί μεγάλη σύγχυση. Ο εθνικισμός των μικρών κρατών προβάλλεται σαν κάτι που περιέχει μια εσωτερική εξέγερση κοινωνικού χαρακτήρα, αλλά μια λεπτομερειακή ταξική διάκριση παραχωρεί την θέση της στα αμέσως απαραίτητα για τους στρατηγικούς σκοπούς. Συχνά υποστηρίζεται ασυνείδητα, ακολουθώντας σ’ αυτό τον μαέστρο Τρότσκυ, ότι αν από τη μια μεριά το ξέσπασμα του λαού και των καταπιεσμένων μειονοτήτων είναι αναπόφευκτο, η πρωτοπορία της εργατικής τάξης δεν πρέπει να προσπαθεί να επιταχύνει αυτή την ώθηση, αλλά να περιορίζεται στο να ακολουθεί τις εξάρσεις και να παραμένει αμέτοχη.

Να τι έγραφε ο Τρότσκυ στα 1931: «Οι σεπαρατιστικές τάσεις στην Ισπανική επανάσταση θέτουν το δημοκρατικό πρόβλημα του δικαιώματος μιας εθνότητας στην αυτοδιάθεση. Αυτές οι τάσεις, αν τις δούμε επιφανειακά, επιδεινώθηκαν στη διάρκεια της δικτατορίας. Αλλά, ενώ η σεπαρατιστική τάση της Καταλανικής αστικής τάξης είναι μόνο ένα μέσο γι’ αυτή, προκειμένου να στρέψει την κυβέρνηση της Μαδρίτης ενάντια στον Καταλάνικο και στον Ισπανικό λαό, η σεπαρατιστική τάση των εργατών και των αγροτών δεν είναι παρά το κάλυμμα μιας βαθύτερης εξέγερσης κοινωνικής φύσης. Παρόλα αυτά, ακριβώς για να ξεχωρίσει από την αστική τάξη τους εργάτες και τους αγρότες που καταπιέζεται το εθνικό τους συναίσθημα, είναι που η πρωτοπορία του προλεταριάτου πρέπει να πάρει στα χέρια της το δικαίωμα του έθνους για αυτονομία, πράγμα που αποτελεί την πιο θαρραλέα και ειλικρινή στάση. Οι εργάτες θα υπερασπίσουν πλήρως και ανεπιφύλακτα το δικαίωμα των Καταλάνων και των Βάσκων να ζουν σαν ανεξάρτητα κράτη, στην περίπτωση που η πλειοψηφία θα αποφασίσει την πλήρη απόσχιση. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η εργατική «ελίτ» πρέπει να σπρώξει τους Καταλάνους και τους Βάσκους στο δρόμο της απόσχισής. Αντίθετα, η οικονομική ενότητα της χώρας, στη βάση μιας πλατιάς αυτονομίας των εθνοτήτων, θα πρόσφερε στους εργάτες και στους αγρότες μεγάλα πλεονεκτήματα, τόσο από οικονομική, όσο και από πολιτιστική άποψη γενικά».

Όπως μπορούμε να δούμε καθαρά, η αντίθεση ανάμεσα στις δύο θέσεις είναι η πιο ριζική που θα μπορούσε να υπάρξει. Οι μαρξιστές και οι τροτσκιστές ακολουθούν συστήματα επιχειρηματολογίας που για μας δεν έχουν καμμιά σχέση με τις ελεύθερες αποφάσεις της καταπιεσμένης μειονότητας αναφορικά με τον καθορισμό των συνθηκών της ίδιας της της ελευθερίας. Δεν είναι εδώ ο χώρος να ξαναπιάσουμε τα θεμελιακά σημεία αυτής της θεωρητικής διαφοράς, είναι όμως αρκετό να ξαναδιαβάσουμε το απόσπασμα του Τρότσκυ για να συνειδητοποιήσουμε την θεωρητική αμφισημία που περιέχεται σ’ αυτό, το πόσος χώρος αφιερώνεται σε μια πολιτική στρατηγική που ευνοεί την εγκαθίδρυση της δικτατορίας μιας «φωτισμένης» μειοψηφίας και το πόσα λίγα θα γίνουν για την «πραγματική» ελευθερία του εκμεταλλευόμενου. Θα έπρεπε να υπογραμμίσουμε την αμφίσημη χρήση του όρου σεπαρατισμός και την εμμονή σε παράλογα επιχειρήματα σαν αυτά που σχετίζονται με το «εθνικό συναίσθημα».

Συμπεράσματα

Σ αυτή την εργασία έχουν τεθεί πολλά προβλήματα και ξέρουμε ότι δεν μπορέσαμε να τα αξιολογήσουμε παρά μόνο μερικά, εξαιτίας της πολυπλοκότητάς τους. Αρχίσαμε από μια συγκεκριμένη κατάσταση: της Σικελίας και μια διαδικασία διαμελισμού που είναι ικανή να προ- καλέσει ανυπολόγιστη ζημια στο κοντινό μέλλον. Είπαμε πως πίσω από αυτή τη διαδικασία διαμελισμού, βρίσκεται, κατά την γνώμη μας μια ένωση φασιστών και μαφίας και πως τα συμφέροντα που εννοούν να προστατέψουν αυτοί οι άνθρωποι είναι κύρια τα συμφέροντα των Αμερικανών. Η κυκλοφορία ορισμένων μπαγιάτικων σεπαρατιστικών συνθημάτων μας υποχρέωσε να πάρουμε μια θέση, μ’ όσο το δυνατό καθαρότερη μορφή, προσπαθώντας να δείξουμε ποια είναι τα σημαντικότερα σημεία του αναρχικού διεθνισμού απέναντι στο πρόβλημα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Δώσαμε επίσης μια σύντομη περιγραφή μερικών ερμηνευτικών ελλείψεων που λανθανουν στην ορθόδοξη μαρξιστική θεώρηση του προβλήματος και μερικών στρατηγικών ανοησιών που καθορίζουν στην πράξη, την όχι μικρή δυσκολία που αντιμετωπίζουν τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που εμπνέονται από τον μαρξισμό. Θα προσπαθήσουμε τώρα να κλείσουμε την έρευνά μας με μερικές νύξεις τεράστιας θεωρητικής σημασίας. Πρέπει να ασχοληθούμε ξανά και να εξετάσουμε σε βάθος τη σχέση μεταξύ δομής και εποικοδομήματος. Πολλοί σύντροφοι παραμένουν προσκολλημένοι στο μαρξιστικό πρότυπο και δεν το συνειδητοποιούν, τόσο πολύ έχει αυτό διεισδύσει μέσα στον «τωρινό» μας τρόπο θεώρησης. Η δύναμη που έχουν τώρα οι μαρξιστές στα πανεπιστήμια μας, τους επιτρέπει να προβάλλουν ένα ορισμένο πρότυπο ανάλυσης στους κόλπους μειονοτήτων διανοουμένων, παρουσιάζοντάς το σαν απόλυτα πραγματικό, με τη συνηθισμένη τους αυταρέσκεια. Ειδικότερα, πρέπει να αναλυθεί προσεκτικά η έννοια των «μέσων παραγωγής», για να προσδιοριστούν τα όρια και οι δυνατότητες μιας ντετερμιντστικής χρήσης του οικονομικού παράγοντα. Σήμερα, η οικονομική πραγματικότητα έχει αλλάξει και δεν μπορεί να χωρέσει μέσα στη κλασική μαρξιστική τυπολογία, παρόλα αυτά κάνουν ότι μπορούν για να περιπλέξουν τα πράγματα, επιχειρώντας έτσι, να εξηγήσουν γεγονότα που θα ηταν αλλιώς εύκολο να εξηγηθούν. Παρεμβάλλοντας πιο ανοικτά πρότυπα συλλογιστικής, θα μπορούσαμε να επιλέξουμε πιο συναφείς παράγοντες, όπως ακριβώς οι εθνικές και πολιτιστικές ή εθνιστικές ιδιομορφίες. Αυτοί επεισέρχονται στην ευρύτερη διαδικασία εκμετάλλευσής και καθορίζουν ποσοτικές αλλαγές που κάνουν δυνατή την ίδια την εκμετάλλευση και, σε τελευταία ανάλυση, προκαλούν την εμφάνισης άλλων αλλαγών, ποιοτικής αυτή τη φορά φύσης. Λαοί και τάξεις, πολιτικοί και πολιτιστικοί σχηματισμοί, ιδεολογικά κινήματα και ο συγκεκριμένος αγώνας, επιδέχονται όλα ερμηνευτικές τροποποιήσεις σε σχέση με το βασικό πρότυπο. Αν δεχτούμε ένα μηχανιστικό ντετερμινισμό, οι συνέπειες θα είναι η αναπόφευκτη δικτατορία του προλεταριάτου, το πέρασμα προς μια όχι τόσο εύκολα κατανοήσιμη και ιστορικά μη-αποδείξιμη προοδευτική εξαφάνιση του κράτους, αντίθετα, αν το ερμηνευτικό πρότυπο είναι ανοικτό και μη ντετερμινιστικό, αν η ατομική επιθυμία ενταχθεί σε μια διαδικασία αλληλεπίδρασης με την ταξική συνείδηση, αν οι διάφορες κοινωνικοπολιτιστικές οντότητες αναλύονται όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολύ ευρύτερα, οι συνέπειες θα είναι κοινωνικά πολύ διαφορετικές: μια άμεση εξαφάνιση των κρατιστικών προκαταλήψεων, η δυνατότητα μιας οριζόντιας ελευθεριακής δόμησης, ένα φεντεραλιστικό σχέδιο παραγωγής και διανομής.

Οπωσδήποτε όλα αυτά απαιτούν, όχι μόνο την απόρριψη του μηχανιστικού υλισμού που, κατά την γνώμη μας, απορρέει από τον μαρξισμό, αλλά και ενός ορισμένου ιδεαλισμού που, πάλι κατά την γνώμη μας, μολύνει ένα τμήμα του αναρχισμού. Όμοια, η παγκοσμιότητα θεωρούμενη ως απόλυτη αξία, είναι α-ιστορική και εξιδανικευμένη σε τέτοιο βαθμό όπως ένα παρόμοιο αξίωμα του ιλλουμινατισμού δεν είναι τίποτε άλλο από το αντεστραμμένο είδωλο του μεταρρυθμιστικού χριστιανισμού. Δεν είναι δυνατό να διακρίνουμε καθαρά πίσω από την ηγεμονία της Δύσης ποιο μέρος της έχει αναπτυχθεί από την ιδεολογία μιας ψευδούς ελευθερίας, ενός αμφίσημου πανανθρωπισμού με κοσμοπολίτικο υπόβαθρο. Ο μύθος της κυριαρχίας του λευκού ανθρώπου αναπαρίσταται με διάφορες μορφές, σαν ο μύθος του πολιτισμού και της επιστήμης και συνακόλουθα σαν η θεμελίωση της πολιτικής ηγεμονίας λίγων κρατών πάνω σε άλλα. Η ιδεολογία του μασονισμού και του ιλλουμινατισμού θα μπορούσε να στηρίζει το γιακοβινισμό που κρύβεται πίσω από τη λενινιστική εκδοχή του μαρξισμού, δεν έχει όμως καμμια σχέση με τον αναρχισμό, πέρα από το γεγονός ότι πολλοί σύντροφοι συνεχίζουν να χαριεντίζονται με αφηρημένα σχήματα και παλιές ξεπερασμένες θεωρίες.

Οι αναρχικοί πρέπει να προσφέρουν όλη τους την υποστήριξη, συγκεκριμένη όσον αφορά τη συμμετοχή, θεωρητική όσον αφορά αναλύσεις και μελέτες, στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες, ξεκινώντας από την αυτόνομη οργάνωση των εργατών, εκθέτοντας την ταξική αντιπαράθεση με τον σωστό τρόπο, δηλαδή χωρίς να κάνουν διακρίσεις όσον αφορά την εθνική αστική τάξη και θέτοντας σαν πρόγραμμα την ομοσπονδιακή οικοδόμηση της μελλοντικής κοινωνίας που πρέπει να προέλθει από την κοινωνική επανάσταση. Σ’ αυτή τη βάση, που δεν αφήνει έδαφος για τον ντετερμινισμό και διάφορους τύπους ιδεαλισμού, κάθε προσπάθεια των φασιστών να εκμεταλλευτούν τους πόθους των καταπιεζόμενων λαών μπορεί εύκολα να καταπολεμηθεί. Αυτό όμως απαιτεί πρώτα από όλα να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα εμείς οι ίδιοι, να κοιτάζουμε μπροστά και να φτιάξουμε τις σωστές αναλύσεις για μια επαναστατική αναρχική στρατηγική.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s