Η πρώτη δημοσίευση του κειμένου έγινε στο περιοδικό The New Yorker (1995.11.27). Σε μετάφραση Παναγιώτη Σουλτάνη χρησιμοποιήθηκε σαν εισαγωγή στο βιβλίο του Κεν Σάρο-Ουίουα, «Ένας μήνας και μια ημέρα – Ημερολόγιο Φυλακής», Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2015 https://goo.gl/hvRmvJ

 

Ο Kεν Σαρό-Ουϊούα ήταν φίλος μου. Στις 10 Νοεμβρίου 1995, στις 11.30 το πρωί, απαγχονίστηκε σε μια φυλακή στο Πορτ Χάρκορτ της Δυτικής Νιγηρίας με εντολή του στρατηγού Σάνι Αμπάτσα, του στρατιωτικού ηγέτη της Νιγηρίας. Ο Κεν Σάρο-Ουίουα ήταν 54 χρονών και ήταν αθώος.

Τον γνώρισα το καλοκαίρι του 1986 σε ένα σεμινάριο του Βρετανικού Συμβουλίου στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Είχε έρθει στην Αγγλία με την ιδιότητα του εκδότη και ζήτησε από το Βρετανικό Συμβούλιο να κανονίσει μια συνάντηση μαζί μου. Είχε διαβάσει το πρώτο μου μυθιστόρημα, το A Good man in Africa, και πίσω από τα φανταστικά ονόματα και τις διακριτικές μεταμφιέσεις αναγνώρισε ότι η πλοκή εκτυλίσσεται στη Νιγηρία, τη χώρα όπου πέρασα τα χρόνια της εφηβείας μου και ένα μικρό διάστημα αφού έκλεισα τα είκοσι.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ο Κεν σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο του Ιμπάνταν στη Δυτική Νιγηρία. Ο αείμνηστος πατέρας μου, ο δρ Αλεξάντερ Μπόιντ, ήταν υπεύθυνος των υγειονομικών υπηρεσιών του πανεπιστημίου και γνωρίστηκε με τον Κεν όταν αυτός χρειάστηκε ιατρική φροντίδα. Στο μυθιστόρημά μου ο Κεν αναγνώρισε στο πρόσωπο του δρος Μάρεϊ τον δρα Μπόιντ, και γεννήθηκε μέσα του η περιέργεια να γνωρίσει τον γιο του.

Ήταν, θυμάμαι, μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα. Έκανε υπερβολική ζέστη για τα αγγλικά δεδομένα. Φορώντας και οι δύο πουκάμισο, περπατούσαμε στην πεντακάθαρη εσωτερική αυλή του Κολεγίου του Κέμπριτζ μιλώντας για τη Νιγηρία. Ο Κεν ήταν μικρός το δέμας, δεν πρέπει να ξεπερνούσε το ένα και εξήντα. Ήταν γεροδεμένος και δραστήριος -για να ακριβολογώ, ξεχείλιζε από ενέργεια- και το χαμόγελό του ήταν μεγάλο και φωτεινό. Κάπνιζε πίπα, με γυρτό στέλεχος. Αργότερα έμαθα ότι η πίπα ήταν κατά κάποιον τρόπο το σήμα κατατεθέν του Κεν: στη Νιγηρία οι πάντες τον αναγνώριζαν από την πίπα του. Στις εικόνες που έδωσε στη δημοσιότητα ο νιγηριανός στρατός από τις τελευταίες μέρες της δίκης-παρωδίας του, ο φακός τον συνέλαβε να προχωράει προς το δικαστήριο με τη βοήθεια ενός μπαστουνιού, πιο αδύνατος και γερασμένος έπειτα από 18 μήνες εγκλεισμού, πάντα όμως με τη χα¬ρακτηριστική του πίπα στο στόμα.

Ο Κεν δεν ήταν μονάχα εκδότης αλλά ήταν διακεκριμένος δημοσιογράφος, που ξεχώριζε για την ιδιαίτερα αιχμηρή και δυνατή πένα του, και, απ’ ό,τι ανακάλυψα, γόνιμος συγγραφέας μυθιστορημάτων, θεατρικών έργων, ποιημάτων και παιδικών βιβλίων (τα περισσότερα τα εξέδωσε ο ίδιος). Ήταν, επίσης, ο σεναριογράφος και ο παραγωγός της δημοφιλέστερης σειράς στη νιγηριανή τηλεόραση, του Basi & Co., η οποία στα μέσα του ’80 έφτασε τα 150 επεισόδια. Ήταν η σειρά με τη μεγαλύτερη τηλεθέαση στην Αφρική και την παρακολουθούσαν περίπου 30 εκατομμύρια τηλεθεατές. Ο Basi και τα φιλαράκια του είναι μια παλιοπαρέα μικροαπατεώνων από το Λάγκος, που μέσα στην αφραγκία και την τεμπελιά τους το μόνο που κάνουν είναι να σκαρφίζονται διάφορα απίθανα κόλπα για να βγάλουν λεφτά. Πέρα από τα κωμικά στοιχεία και τον ωμό ρεαλισμό της, η σειρά είχε έναν πρόδηλα διδακτικό χαρακτήρα. Ό,τι πήγαινε στραβά με τον Basi και την παλιοπαρέα του, πήγαινε στραβά και με ολόκληρη τη Νιγηρία: Κανείς τους δεν είχε διάθεση να δουλέψει, όλοι τους συμπεριφέρονταν λες και ο κόσμος όφειλε να τους εξασφαλίζει τα προς το ζην. Κι αν αυτό δεν το κατάφερναν με τίμιο τρόπο, τότε δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να χρησιμοποιήσουν πλάγια μέσα. Η σειρά αυτή ήταν κατά κάποιον τρόπο ένα μάθημα αγωγής του πολίτη.

Όποτε ο Κεν περνούσε από το Λονδίνο γευματίζαμε μαζί, συνήθως στο Chelsea Arts Club. Η γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά του ζούσαν στην Αγγλία – τα παιδιά πήγαιναν εκεί σχολείο – κι έτσι μας επισκεπτόταν συχνά. Του είχα αφιερώσει ένα άρθρο μου στους Times του Λονδίνου, όμως συναντιόμασταν κυρίως σαν δύο συγγραφείς με πολλά κοινά μεταξύ τους, που τους άρεσε να περνούν μαζί λίγες απολαυστικές ώρες.

Το έργο του Κεν είναι πολύμορφο, καλύπτει όλα σχεδόν τα λογοτεχνικά είδη. Το Sozaboy, πιστεύω το σημαντικότερο έργο του, φέρει τον υπότιτλο Ένα μυθιστόρημα σε σπαστά αγγλικά και είναι γραμμένο σε έναν μοναδικό συνδυασμό πιτζίν αγγλικής, της λίνγκουα φράνκα των πρώην βρετανικών αποικιών της Δυτικής Αφρικής, και μιας αγγλικής που οι φράσεις και οι προτάσεις της χαρακτηρίζονται από έντονα κλασικό και λυρικό ύφος. Πρόκειται για μια μορφή εξευγενισμένης καθομιλουμένης, μια ευπρόσδεκτη λεηλασία της αγγλικής γλώσσας, ένα τέλειο εκφραστικό όργανο για την αφήγηση της ιστορίας ενός απλού χωριατόπαιδου που στρατολογείτε στον στρατό της Μπιάφρα κατά τον νιγηριανό εμφύλιο. Το αγόρι ονειρευόταν να γίνει στρατιώτης (soza), όμως η σκληρή πραγματικότητα αυτής της κτηνώδους σύγκρουσης διέλυσε με οικτρό τρόπο κάθε του ψευδαίσθηση. Το Sozaboy δεν είναι μόνο ένα μεγάλο αφρικανικό μυθιστόρημα, αλλά και ένα από τα κορυφαία αντιπολεμικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα.

Το Sozaboy, όπως και τα περισσότερα γραπτά του, γεννήθηκε από τα προσωπικά βιώματα του Κεν από τη σύγκρουση αυτή – τον Πόλεμο της Μπιάφρα, όπως έμεινε στην ιστορία. Η ονομασία Μπιάφρα δόθηκε σε μια χαλαρά συνδεδεμένη ομάδα εθνοτήτων της Ανατολικής Νιγηρίας, με κυρίαρχη τη φυλή των Ίμπο. Ο ηγέτης των Ίμπο, ο συνταγματάρχης Τσουκουουεμέκα Οντουζμέγκου Οτζούκουου, αποφάσισε να αποσχιστεί από τη Νιγηριανή Ομοσπονδία, αποσπώντας και το μεγαλύτερο μέρος των πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας. Στην απόσχιση της Μπιάφρα η Ομοσπονδιακή Νιγηρία απάντησε με πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου έχασαν τη ζωή τους περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι, οι περισσότεροι από την πείνα στη συρρικνωμένη ενδοχώρα.

Οι εθνότητες που παγιδεύτηκαν στην αποσχιστική χίμαιρα του Οτζούκουου δεν συμμετείχαν όλες με τη θέλησή τους. Μια τέτοια περίπτωση ήταν οι Ογκόνι, η φυλή του Κεν. Όταν το 1967 ξέσπασε ο πόλεμος, ο Κεν έκανε τις θερινές του διακοπές και βρέθηκε εγκλωβισμένος μέσα στα νέα σύνορα της Μπιάφρα. Αντιλήφθηκε αμέσως πόσο παράλογο ήταν να εξαναγκαστεί να πολεμήσει στον πόλεμο κάποιου άλλου, διέσχισε τη γραμμή του πυρός και διέφυγε στην πλευρά των ομοσπονδιακών. Διορίστηκε πολιτικός διοικητής του στρατηγικής σημασίας πετρελαϊκού λιμανιού του Μπόνι, στο Δέλτα του Νίγηρα, αξίωμα που διατήρησε ως την τελική κατάρρευση των δυνάμεων της Μπιάφρα το 1970. Ο Κεν κατέγραψε τις εμπειρίες του από τον εμφύλιο στα έξοχα απομνημονεύματά του που εκδόθηκαν με τον τίτλο On a Darkling Plain.

Ήδη από τα χρόνια του Πολέμου της Μπιάφρα τον Κεν απασχολούν ζητήματα που αργότερα θα τον ωθήσουν να συγκρουστεί με το στρατιωτικό κατεστημένο της Νιγηρίας: Η δεινή θέση μιας εθνικής μειονότητας που βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πανίσχυρη στρατιωτική δικτατορία, το πετρέλαιο και ο πετρελαϊκός πλούτος ως παράγοντας καταστροφής και κοινωνικής διαφθοράς, η ανάγκη να είναι κανείς συνεπής στις αρχές του.

Το ηθικό έρμα του Κεν είναι ιδιαίτερα εμφανές στα σατιρικά δημοσιογραφικά του κείμενα (υπήρξε επί χρόνια αρθρογράφος στις καθημερινές εφημερίδες του Λάγος Punch, Vanguard και Daily Times). Πολλά τα διαπνέει μια ιερή αγανάκτηση – που θυμίζει Σουίφτ – για τα κακώς κείμενα της νιγηριανής κοινωνίας: τον φυλετισμό, την αδιαφορία για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μειονοτήτων, τον αχαλίνωτο καπιταλισμό, την αναποτελεσματικότητα, τη γενικευμένη διαφθορά. Πέρα από το Basi & Co., έγινε ιδιαίτερα γνωστός στο ευρύ κοινό χάρη κυρίως στα δημοσιογραφικά του κείμενα.

Στα τέλη του ’80 οι συζητήσεις με τον Κεν περιστρέφονταν όλο και περισσότερο γύρω από το ζήτημα των ομοεθνών του. Οι Ογκόνι είναι μια μικρή φυλή (στη Νιγηρία ζουν 250 διαφορετικές φυλές), συνολικά μισό εκατομμύριο ψυχές, που ζουν σε μια μικρή περιοχή του Δέλτα του Νίγηρα. Για κακή τους τύχη, στη γη των Ογκόνι βρίσκεται σημαντικό τμήμα των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Νιγηρίας. Από τα μέσα του ’50 το Ογκόνι άρχισε να καταστρέφεται εξαιτίας της βιομηχανικής μόλυνσης που προκαλεί η άντληση πετρελαίου. Η άλλοτε γαλήνια αγροτική κοινότητα των εύπορων γεωργών και ψαράδων μετατράπηκε σε μια οικολογική έρημο που τη σκεπάζει η ανυπόφορη οσμή του θείου, τα ποτάμια και οι νερόλακκοι έχουν όλα τους μολυνθεί από τις διαρροές πετρελαίου, ενώ τη νύχτα φωτίζουν οι μακάβριες φλόγες των δαυλών που καίνε φυσικό αέριο.

Η έγνοια του για την πατρίδα του τον ώθησε να εγκαταλείψει τις επαγγελματικές του δραστηριότητες και να αφοσιωθεί στην προώθηση του ζητήματος των Ογκόνι στη Νιγηρία και το εξωτερικό. Συνέβαλε αποφασιστικά στην ίδρυση του Κινήματος για την Επιβίωση του Λαού των Ογκόνι (MOSOP), και σύντομα αναδείχθηκε σε ηγέτη του. Αυτός ο αγώνας επιβίωσης είχε κυρίως οικολογικό παρά πολιτικό χαρακτήρα: Όπως έλεγε ο ίδιος, ο λαός του ήταν θύμα μιας «μεθοδικής γενοκτονίας». Ο Κεν διαμαρτυρήθηκε για τη λεηλασία της πατρίδας του και απαίτησε από τη νιγηριανή κυβέρνηση και τις πολυεθνικές πετρελαϊκές εταιρείες – ιδιαίτερα τη Shell – να καταβάλουν αποζημιώσεις. (Ο μεγάλος εχθρός του ήταν η Shell, την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για την οικολογική καταστροφή του Ογκόνι.) Όμως ο Κεν φρόνησε να διασφαλίσει εξαρχής ότι ο αγώνας του κινήματος θα είναι ειρηνικός, θα ακολουθήσει τον δρόμο της μη βίας. Η σημερινή Νιγηρία είναι ένα κράτος διεφθαρμένο και επικίνδυνα βίαιο: Και είναι προς τιμήν του κινήματος των Ογκόνι ότι παρέμεινε προσηλωμένο στις αρχές του. Στο εξωτερικό, στον αγώνα του Ογκόνι στάθηκαν αλληλέγγυες η Greenpeace και άλλες περιβαλλοντικές οργανώσεις. Εντούτοις, κατά ειρωνικό τρόπο, το γεγονός που δίνει και το μέτρο της επιτυχίας του αγώνα του ήρθε το 1992, όταν οι στρατιωτικοί τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν για μερικούς μήνες χωρίς δίκη. Τον επόμενο χρόνο η Shell Oil διέκοψε τη δραστηριότητά της στο Ογκόνι.

Την περίοδο αυτή αρχηγός του νιγηριανού στρατού ήταν ο στρατηγός Ιμπραχίμ Μπαμπανγκίντα. Ο Κεν αφέθηκε τελικά ελεύθερος (έπειτα από μια εκστρατεία στα βρετανικά μέσα ενημέρωσης), ενώ ο Μπαμπανγκίντα παραχώρησε εκούσια την εξουσία στον στρατηγό Αμπάτσα, στενό του συνεργάτη. Ο Αμπάτσα υποτίθεται ότι θα επόπτευε τη μεταβίβαση της εξουσίας σε μια πολιτική κυβέρνηση που θα αναδεικνυόταν με βουλευτικές εκλογές, οι οποίες εντέλει διεξήχθησαν τον Ιούλιο του 1993. Οι Νιγηριανοί προσήλθαν στις κάλπες και εξέλεξαν, με δημοκρατικό τρόπο, νέο πρόεδρο τον Μοσούντ Αμπιόλα. Ο Αμπάτσα ακύρωσε, ωστόσο, τα αποτελέσματα των εκλογών και αργότερα φυλάκισε τον νικητή. Άρχιζε για τη Νιγηρία μια νέα εποχή αναρχίας και δεσποτισμού. Τα πράγματα ήταν άσχημα για τη Νιγηρία, αυτό όμως ίσχυε ακόμα πιο πολύ για τους Ογκόνι και τους ηγέτες τους.

Στα χρόνια αυτά, όποτε ο Κεν ερχόταν στο Λονδίνο, συνεχίσαμε να συναντιόμαστε για γεύμα στο Chelsea Arts Club. To 1992 έζησε μια προσωπική τραγωδία όταν ο δεκατετράχρονος γιος του, ο μικρότερος του, που φοιτούσε στο Ίτον, πέθανε απροσδόκητα από συγκοπή καρδιάς ενώ έπαιζε ράγκμπι. Παραδόξως, η συμφορά που τον βρήκε του έδωσε ακόμη πιο μεγάλη δύναμη να αγωνιστεί για τα δικαιώματα του λαού του.

Συναντηθήκαμε λίγο πριν επιστρέφει στη Νιγηρία. Έζησα στη Νιγηρία και ξέρω πόσο αδίστακτη και ωμή είναι η πολιτική ζωή σ’ αυτή τη χώρα. Ο Κεν δεν ήταν νέος, ούτε η υγεία του βρισκόταν στην καλύτερη κατάσταση (αντιμετώπιζε και ο ίδιος προβλήματα με την καρδιά του). Καθώς αποχαιρετούσαμε ο ένας τον άλλον, του έσφιξα το χέρι λέγοντάς του: «Να προσέχεις, εντάξει Κεν;». Γέλασε – με αυτό το ειρωνικό, γοητευτικό του χαμόγελο – και απάντησε: «Εντάξει, θα προσέχω, μην ανησυχείς». Ήξερα όμως ότι άλλα είχε στον νου του.

Η εναλλαγή στρατιωτικών κυβερνήσεων που διατηρούν τα ηνία της εξουσίας στη Νιγηρία είναι απόρροια των τεράστιων εσόδων από το πετρέλαιο και οι περισσότεροι στρατιωτικοί ηγέτες επωφελήθηκαν και οι ίδιοι από τα έσοδα αυτά, δημιουργώντας περιουσίες πολλών εκατομμυρίων δολαρίων. Οποιαδήποτε κίνηση απειλούσε να σταματήσει αυτή τη ροή χρημάτων έπρεπε να φιμωθεί, να εξοντωθεί. Όταν στην εξουσία ανήλθε ο Αμπάτσα και η ξεδιάντροπα άπληστη χούντα του, ο Κεν βρέθηκε πλέον αντιμέτωπος με έναν σοβαρότατο κίνδυνο. Εντούτοις, επέστρεψε στη Νιγηρία για να συνεχίσει τον αγώνα του. Όμως η Νιγηρία δεν ήταν πια η χώρα που είχα γνωρίσει. Η κατάσταση ήταν πολύ πιο ζοφερή: Οι βιασμοί, οι δολοφονίες και οι πυρπολήσεις χωριών εντάσσονταν σε μια ενορχηστρωμένη πολιτική κρατικής τρομοκρατίας. Ήδη είχαν χάσει τη ζωή τους 2000 Ογκόνι.

Τον Μάιο του περασμένου έτους ο Κεν κατευθυνόταν σε μια πόλη του Ογκόνι για να μιλήσει σε συγκέντρωση. Έπεσε, όμως, σε μπλόκο του στρατού και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω. Η συγκέντρωση έγινε, προκλήθηκαν επεισόδια, και μέσα στο χάος σκοτώθηκαν τέσσερις γέροντες των Ογκόνι, οι οποίοι θεωρούνταν φίλα προσκείμενοι στο καθεστώς.

Ο Κεν συνελήφθη και, μαζί με άλλα δεκαπέντε άτομα, του απαγγέλθηκε η κατηγορία της υποκίνησης σε φόνο. Το γεγονός ότι βρισκόταν μίλια μακριά, σε ένα αυτοκίνητο που κινούνταν προς την αντίθετη κατεύθυνση, φαίνεται δεν είχε καμία σημασία. Φυλακίστηκε για περισσότερο από έναν χρόνο και κατόπιν δικάστηκε από δικαστήριο που συγκροτήθηκε ειδικά για την περίπτωση. Οι αποφάσεις του θα ήταν τελεσίδικες. Αυτή η «δικαστική διαδικασία» καταγγέλθηκε διεθνώς ως απάτη. Ήταν μια δίκη-παρωδία που στήθηκε σε ένα παράνομο δικαστήριο για να εξασφαλιστεί η ετυμηγορία την οποία επιδίωκε η κυβέρνηση.

Την Πέμπτη 2 Νοεμβρίου ο Κεν και άλλοι οκτώ συγκατηγορούμενοι του κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Και ξαφνικά ο κόσμος ανακάλυψε πόσο βαθιά είναι η σήψη στη Νιγηρία.

Οι οιωνοί ήταν κακοί. Εντούτοις, ενστικτωδώς πίστευα ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα. Ήλπιζα ότι η δημοσιότητα που είχε δοθεί στην υπόθεση του Κεν, αλλά και το γεγονός ότι τότε συνέπεσε να συγκληθεί η διάσκεψη της Κοινοπολιτείας στη Νέα Ζηλανδία (η διετής συνάντηση των πρώην μελών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας), θα εμπόδιζαν τα χειρότερα. Πίστευα ότι οι αρχηγοί κρατών, που συγκεντρώνονταν στο Όκλαντ, δεν θα επέτρεπαν σε έναν εταίρο τους να περιφρονήσει τόσο ωμά και απροκάλυπτα κοινά αποδεκτές αρχές για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο στρατηγός Αμπάτσα, εντούτοις, δεν τόλμησε να ξεμυτίσει από τη ζοφερή του χώρα και τη Νιγηρία εκπροσώπησε ο υπουργός Εξωτερικών.

Όλοι εμείς που τους τελευταίους μήνες δίναμε μάχη για να αφεθεί ελεύθερος ο Κεν (ήμασταν μια ομάδα με χαλαρούς δεσμούς, η οποία περιλάμβανε τη Διεθνή Ένωση Συγγραφέων, το Ίδρυμα Ογκόνι, τη Διεθνή Αμνηστία, την Greenpeace κ.ά.), θεωρήσαμε ιδιαίτερα ενθαρρυντικό το γεγονός ότι στη διάσκεψη συμμετείχε και ο Νέλσον Μαντέλα. Πιστεύαμε ότι μόνο ο Νέλσον Μαντέλα, με το μεγάλο ηθικό του βάρος, μπορούσε να πείσει τους Νιγηριανούς να αναθεωρήσουν τη στάση τους. Εντούτοις, απορήσαμε και απογοητευτήκαμε όταν ο Μαντέλα επέμεινε πως πρέπει να κάνουμε όλοι υπομονή, πως το πρόβλημα θα λυθεί εύκολα με χαμηλών τόνων διπλωματικές κινήσεις.

Παρά τη συμβουλή του Μαντέλα, τα μέσα ενημέρωσης κατήγγειλαν με σφοδρότητα τη στάση των Νιγηριανών στρατιωτικών. Η χούντα του Αμπάτσα αντέδρασε δίνοντας στη δημοσιότητα σκηνές από τη δίκη του Κεν, για να στηρίξει τη νομιμότητα της «δικαστικής διαδικασίας». Οι κρατούμενοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, ακίνητοι, με το κεφάλι κατεβασμένο, στέκονταν απέναντι σε τρεις εύσωμους αξιωματικούς, αγέρωχους μέσα στα χρυσά τους σιρίτια, οι οποίοι αντάλλασσαν κάτι έγγραφα. Στο βάθος διακρινόταν ένας στρατιώτης που πηγαινοερχόταν. Ήρθε η σειρά του Κεν να απευθυνθεί στο δικαστήριο. Μιλούσε με δυνατή φωνή: Ήταν τρομερά προκλητικός. Έδινε την εντύπωση ενός ανθρώπου που δεν φοβάται, που είναι αποφασισμένος για όλα.

Εικόνες απίστευτες, ντροπιαστικές. Αν ο Αμπάτσα πίστευε ότι μ’ αυτό τον τρόπο θα κατάφερνε να νομιμοποιήσει τα δικαστήρια του, τότε ή ήταν απίστευτα αφελής ή δεν ήξερε τι του γίνεται. Υπήρχε, όμως, κι ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό σημάδι: Σκέφτηκα ότι ένας άνθρωπος που κάνει τόσο κακό είναι αδύνατο να λειτουργήσει με τη λογική. Η παγκόσμια κοινή γνώμη, ο διεθνής σάλος, οι εκκλήσεις για επιείκεια, όλα μού φαίνονταν τώρα μάταια. Ο Αμπάτσα είχε δέσει πια τα χέρια του. Ήθελε να σώσει τα προσχήματα, να δείξει ποιος είναι, γι’ αυτόν ήταν πια ζήτημα στρατιωτικής τιμής. Εκείνη τη νύχτα δεν μπόρεσα να ησυχάσω.

Την επομένη, 10 Νοεμβρίου, λίγο μετά το γεύμα, δέχτηκα τηλεφώνημα από την Επιτροπή της Διεθνούς Ένωσης Συγγραφέων για τους Φυλακισμένους Συγγραφείς. Τους πληροφόρησαν από το Πορτ Χάρκορτ ότι τα ξημερώματα της ίδιας μέρας είδαν τους κρατούμενους να μεταφέρονται αλυσοδεμένοι στη φυλακή. Έπειτα εμφανίστηκαν και οι εκτελεστές, όμως έφυγαν ξανά γιατί – κι αυτό ήταν μια σκηνή της πιο αποτρόπαιης και σκοτεινής φάρσας – τα χαρτιά τους δεν ήταν εντάξει. Ωστόσο, η πηγή μας στο Πορτ Χάρκορτ ήταν «σίγουρη 110 τοις εκατό» ότι οι εκτελέσεις είχαν γίνει. Λίγες ώρες αργότερα το επιβεβαίωσε και ο νιγηριανός στρατός.

Ο Κεν ήταν νεκρός, μαζί με άλλους οκτώ συγκατηγορούμενούς του: απαγχονίστηκε, θύμα μιας μαζικής εκτέλεσης, τη στιγμή που ξεκινούσε η διάσκεψη της Κοινοπολιτείας.

Νιώθω βαθιά οδύνη, λύπη. Ο Κεν Σάρο-Ουίουα, ο πιο γενναίος άνθρωπος που έχω γνωρίσει, δεν υπάρχει πια. Πού και πού κατάφερνε να μου στέλνει γράμματα από τη φυλακή. Ένα από τα τελευταία γράμματα που έλαβα τελείωνε ως εξής: «Έχω καλή διάθεση… Είμαι σίγουρος ότι το όνειρό μου θα γίνει πραγματικότητα, θα πρέπει όμως να πληρώσω το τίμημα… το πιο σημαντικό για μένα είναι ότι αξιοποίησα την πένα μου για να δώσω στους Ογκόνι τη δύναμη να αντιμετωπίσουν τους βασανιστές τους. Η πένα μου το κατάφερε αυτό. Είμαι έτοιμος για το χειρότερο, όμως ελπίζω και για το καλύτερο. Πιστεύω ότι είμαι ο ηθικός νικητής». Είσαι ο νικητής, Κεν. Αναπαύσου εν ειρήνη.

 

Δείτε: Δέλτα, Οι Βρώμικες δουλειές του Πετρελαίου http://www.exandasdocumentaries.com/documentaries/chronologically/2006-2007/89-delta-oils-dirty-business

Διαβάστε: Οι αγχόνες του μαύρου χρυσού http://www.iospress.gr/ios1995/ios19951126a.htm

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s