Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Roar, τεύχος 4 Χειμώνας 2016. Ο Joris Leverink είναι συντάκτης του Roar, αρθρογράφος του teleSUR English και ανταποκριτής του IPS στην Τουρκία. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας (Εικόνα Mirko Rastić)

 

Σε μερικά χρόνια από σήμερα, όταν θα κοιτάμε στη δεκαετία του 2010, ποιες θα είναι οι εικόνες που θα μας έρχονται στο μυαλό; Θα αναπολούμε το πλούτο και την ευημερία που μας έφεραν οι ελεύθερες αγορές και οι ιδιωτικές επενδύσεις; Την ελευθερία και τη δημοκρατία που απολαύσαμε υπό τις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις μας; Ή τους τρόπους με τους οποίους με γενναιότητα προστατεύσαμε την πολιτιστική και φυσική μας κληρονομιά, διαφυλάττοντας την για τις επόμενες γενιές;

Το πιθανότερο είναι πως όχι. Όταν θα σκεφτόμαστε τη δεκαετία του 2010. Θα θυμόμαστε τους διαδηλωτές στους δρόμους, τους πολέμους που ερημώνουν τη Μέση Ανατολή και αναγκάζουν ολόκληρους πληθυσμούς να αφήνουν τα σπίτια και τις πατρίδες πίσω τους, και τα εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο το κόσμο που ρισκάρουν τις ζωές τους για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην κάπου αλλού. Θα θυμόμαστε τις ξενοφοβικές επιθέσεις, τους ρατσιστές πολιτικούς, τη λογοκρισία και τη καταστολή. Ίσως περισσότερο από κάθε τι άλλο θα κοιτάμε με δυσπιστία, ανίκανοι να καταλάβουμε πως στεκόμασταν άπρακτοι κοιτώντας την αργή αλλά σταθερή καταστροφή του πλανήτη μας – καθώς καίγαμε, σκάβαμε και κόβαμε τυφλά ξεπερνώντας το σημείο χωρίς επιστροφή.

Η αντίδραση του κράτους στην παγκόσμια οικονομική κρίση, για να είναι σίγουρο, υπήρξε γρήγορη και αποφασιστική: οι τράπεζες διασώθηκαν, οι διαδηλωτές χτυπήθηκαν και τα σύνορα φράχτηκαν. Η οικονομική ύφεση, οι κοινωνικές εξεγέρσεις και η αυξανόμενη οικονομική αστάθεια των τελευταίων ετών ενθαρρύναν τις νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις σε όλο το κόσμο να εγκαταλείψουν τα δημοκρατικά προσχήματα και να επιτρέψουν στην αυταρχική τους φύση να έρθει στην επιφάνεια. Οι εξελίξεις αυτές ήταν ιδιαίτερα οξείες στην Τουρκία, στην οποία η αντιδημοκρατική στροφή τα τελευταία χρόνια μας δίνει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού. Ως στρατηγικός σύμμαχος του NATO, πρώην μουσουλμανική αγάπη της Δύσης και επί μακρόν υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ, η σημερινή κατάσταση ανάγκης στη Τουρκία δεν είναι στην πραγματικότητα η εξαίρεση αλλά ο κανόνας στην πιο ακραία εκδοχή του.

Η αυλαία άρχισε να πέφτει μπροστά από την νεοφιλελεύθερη ιστορία επιτυχίας της Τουρκίας το καλοκαίρι του 2013, όταν οι διαμαρτυρίες στο Gezi συνδυάστηκαν με τις αυξανόμενες οικονομικές πιέσεις για να παράξουν ένα πολύ ισχυρό καταλύτη για την στροφή της χώρας προς τον αυταρχισμό. Από τότε η βίαιη κλιμάκωση του Κουρδικού ζητήματος, οι αυξανόμενες εντάσεις με το κίνημα του Gülen και η απόπειρα πραξικοπήματος του τον Ιούλιο του 2016 οδήγησαν τις εξελίξεις αυτές στη λογική τους κατάληξη: την μετακίνηση προς ένα αυταρχικό κράτος που επιβλέπει την σταθερή διάβρωση των αποκτημένων με σκληρούς αγώνες κοινωνικά δικαιώματα και πολιτικές ελευθερίες.

Πίσω στο 2013 εκατομμύρια άνθρωποι που εξέφρασαν την δυσαρέσκεια τους με την κυβέρνηση κατά τις διαμαρτυρίες στο Gezi έπιασαν την κυβέρνηση του Erdoğan και του AKP εξαπίνης. Ως τότε η κυβέρνηση του AKP απολάμβανε επαίνους και υποστήριξη, και βρισκόταν σε προνομιακή θέση ως το Ισλαμικό θαύμα στη περιοχή, εργαζόμενο σκληρά και αποτελεσματικά να πετύχει όλους τους στόχους και να μπει στο νεοφιλελεύθερο κλαμπ των καπιταλιστικών δημοκρατιών. Δεν κατάφερε να συνειδητοποιήσει πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι ένοιωθαν πως η γειτονιά, η πόλη και η κοινωνία δεν ήταν πια δική τους, είχαν γίνει ξένοι, παρείσακτοι στις ίδιες τις ζωές τους, θύματα της δομικής βίας που ισοπέδωσε τα σπίτια τους, πήρε τις δουλείες τους, κατέστρεψε τα θέατρα του, έκοψε τα δέντρα και σκότωσε τις ελπίδες τους.

Αντιμέτωπη με ένα αυξανόμενο ποσοστό του πληθυσμού που αρνούνταν να αγοράσει μια θέση στο νεοφιλελεύθερο μύθο της προόδου και ευημερίας, η κυβέρνηση απάντησε με το μόνο τρόπο που ήξερε: ακόνισε τις ξιφολόγχες και κήρυξε το πόλεμο στον ίδιο το λαό της.

Μετά από μια πολύ βίαιη αστυνομική καταστολή των διαδηλώσεων στο δρόμο – όπου εκατοντάδες συνελήφθησαν, χιλιάδες τραυματίστηκαν και περισσότεροι από δέκα διαδηλωτές σκοτώθηκαν, μεταξύ τους και ο δεκαπεντάχρονος Berkin Elvan – το κράτος συνέχισε την καταστολή με λιγότερο φανερούς αλλά εξίσου αυταρχικούς τρόπους. Ακτιβιστές, καλλιτέχνες, και ακαδημαϊκοί που εξέφρασαν την στήριξη τους στους διαδηλωτές κατηγορήθηκαν ως υποστηρικτές τρομοκρατών και αρκετοί συνελήφθησαν ως τέτοιοι. Έφηβοι κατέληξαν στη φυλακή για ένα tweet, καθηγητές έχασαν τη δουλειά τους επειδή προσπάθησαν να αναλύσουν και να συζητήσουν στις τάξεις τους τη κοινωνική σημασία της μεγαλύτερης λαϊκής εξέγερσης στην ιστορία της χώρας.

Πολλοί ξένοι παρατηρητές περιέγραψαν την βίαιη απάντηση του τουρκικού κράτους σαν την «αυταρχική στροφή» του AKP. Αν και είναι αλήθεια πως η κυβέρνηση λειτούργησε πιο αυταρχικά από ότι πριν την εξέγερση στο Gezi, είναι παραπλανητικό αν παρουσιαστεί ως κάτι ξεχωριστό από το παρελθόν. Η καταστολή μετά το Gezi και η πολιτική καταπίεση που ακολούθησε δεν ήταν σημείο τομής με το παρελθόν αλλά το σημείο ανάφλεξης – το αποκορύφωμα δομικής βίας και καταπίεσης πολλών ετών, που εδώ και πολύ καιρό είναι χαρακτηριστικές των νεοφιλελεύθερων καθεστώτων σε όλο το πλανήτη.

«Τρομοκράτες» που αγαπούν την ελευθερία

Στα χρόνια που ακολούθησαν το Gezi η έκταση του κρατικού ελέγχου εξαπλώθηκε δραματικά, ενώ οι πολιτικές ελευθερίες και η ελευθερία του λόγου περιορίστηκε και η γενική κατάσταση της οικονομίας συνέχισε να εξασθενίζει. Στο μεταξύ οι Δυτικοί σύμμαχοι της Τουρκίας δεν κατάφεραν – ή αδιαφόρησαν – να επέμβουν και να προστατέψουν τις αρχές που οι διακηρύττουν πως τους είναι πολύτιμες.

Ακόμη και όταν το Τουρκικό κράτος σφάγιαζε τον ίδιο της το λαό, στην κατά κύριο λόγο Κουρδικό νοτιοανατολικό τμήμα, αεροσκάφη του NATO συνέχιζαν να απογειώνονται από τις τουρκικές αεροπορικές βάσεις για να βομβαρδίσουν τις θέσεις του αυτοαποκαλούμενου Ισλαμικού Κράτους στη Συρία. Ενώ εκατοντάδες χιλιάδες Κούρδοι εγκατέλειπαν τα σπίτια τους η Γερμανίδα καγκελάριος Angela Merkel έκανε φιλική επίσκεψη στο πρόεδρο Erdoğan για να συζητήσουν μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη συμφωνία για τους πρόσφυγες που μετέτρεψε την Τουρκία ουσιαστικά θυροφύλακα του Φρουρίου Ευρώπη.

Το καλοκαίρι του 2015, ο πόλεμος μεταξύ του τουρκικού κράτους και του κουρδικού PKK κλιμακώθηκε εκ νέου, μόλις δυο μήνες αφού το αριστερό Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP), έχοντας ρίζες στο απελευθερωτικό κουρδικό κίνημα, κατάφερε μια ιστορική νίκη στις γενικές εκλογές, ξεπερνώντας το ιδιαίτερα υψηλό όριο εισόδου στο κοινοβούλιο της τάξης του 10%.

Τα δυο γεγονότα είναι εγγενώς συνδεδεμένα. Το πραγματιστικό AKP ποτέ δεν είδε το την καταπιεσμένη κουρδική μειονότητα ως κάτι άλλο πέρα από εκλογικό κεφάλαιο και οι παλιότερες απόπειρες του AKP να διαμεσολαβήσει για την επίτευξη ειρήνης με το PKK δεν προήλθε ποτέ από ειλικρινές ενδιαφέρον να ασχοληθεί με τα πολύχρονα προβλήματα των Κούρδων γύρω από την ιστορική άρνηση κοινωνικών, πολιτιστικών και πολιτικών δικαιωμάτων τους. Αντίθετα η επαναπροσέγγιση με τους Κούρδους πήγαζε από την άποψη το μόνο που χρειαζόταν για να λυθεί το κουρδικό ζήτημα ήταν να μετατραπούν σε υποδειγματικούς πολίτες με την νεοφιλελεύθερη έννοια της λέξης – χρεωμένοι, υποδουλωμένοι και για πάντα επισφαλώς απασχολούμενοι. Στο πλαίσιο που δημιουργήθηκε μετά το 2013, το AKP όμως συνειδητοποίησε είχε να κερδίσει περισσότερα πολιτικά με το να απευθυνθεί στην εθνικιστικό συναίσθημα των ψηφοφόρων και να επιτεθεί στους Κούρδους παρά να προσπαθεί να λύσει το κουρδικό ζήτημα.

Έπειτα από την αλλαγή αυτή στην πολιτική στρατηγική και την κλιμάκωση με το πόλεμο με το PKK, το τουρκικό κράτος ανέβασε ταχύτητα στην αυταρχική του μετατόπιση. Σε μια απόπειρα να νομιμοποιήσει την γενικευμένη καταστολή σε όλες τις μορφές πολιτικής αντίθεσης – είτε στο τύπο, είτε στο δρόμο ή μέσω ενός απλού ψηφίσματος – η κυβέρνηση κατέληξε να χαρακτηρίζει όποιον τολμά να διαφωνεί με τις πολιτικές της ως «τρομοκράτη». Η ηγεσία του HDP έχει φυλακιστεί και χιλιάδες στελέχη του έχουν κρατηθεί, συλληφθεί, απολυθεί από τις δουλείες τους ή αναγκαστεί να διαφύγουν στο εξωτερικό. Όλοι τους κατηγορούνται για «διευκόλυνση τρομοκρατίας» ή με άλλα λόγια πως απαίτησαν την επίσημη αναγνώριση των δικαιωμάτων και της κουλτούρας των Κούρδων.

Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος το καλοκαίρι του 2016 πρόσφερε στο AKP το αναγκαίο πρόσχημα να εκκαθαρίσει δεκάδες χιλιάδες δημόσιους υπαλλήλους, δικαστές, δασκάλους και στελέχη των σωμάτων ασφαλείας από τις τάξεις του. Πάνω από εκατό μέσα ενημέρωσης έχουν κλείσει, αυτό το Δεκέμβρη (στμ. του 2016) η έκθεση της Επιτροπής για την Προστασία των Δημοσιογράφων αναφέρει πως 81 δημοσιογράφοι είναι αυτή τη στιγμή στις φυλακές της Τουρκίας – ένας αριθμός που οι ακτιβιστές ισχυρίζονται πως είναι πολύ μεγαλύτερος. Με το τρόπο αυτό η Τουρκία μια χώρα που παρουσιαζόταν στους γείτονές της ως το παράδειγμα για το πως έπρεπε να είναι μια ισλαμική δημοκρατία, έχει καταλήξει να χρησιμοποιεί όλο και σκληρότερες μεθόδους κρατικής καταστολής για να ενισχύσει το γράπωμα της εξουσίας από το κυβερνών κόμμα και να σώσει τη χώρα από μια υποτιθέμενη καταστροφή.

Ατενίζοντας την άβυσσο

Η τουρκική περίπτωση μας δείχνει τι παραμονεύει πίσω από το παραμύθι του προσωπείου του νεοφιλελευθερισμού και τι συμβαίνει όταν η αυταρχική του φύση επανέρχεται στο προσκήνιο. Η υιοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού από την Τουρκία ως την κατευθυντήρια της αρχή από τη μια επέτρεψε στην πολιτική και οικονομική ελίτ να χτίσουν, στοιχηματίσουν, ισοπεδώσουν και να φιλονικήσουν όσο τραβάει η όρεξη τους και από την άλλη δημιούργησε ένα προπέτασμα καπνού υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και κερδοφόρων επενδύσεων που επέτρεψαν να μείνουν όλα ίδια δίχως εξωτερικές παρεμβάσεις.

Ο Ian Bruff γράφει στο εισαγωγικό του δοκίμιο «ο νεοφιλελευθερισμός είναι για τη δημιουργία και συντήρηση του είδους των αγορών που επιθυμεί να δει, με κεντρικό ρόλο στη διαδικασία να δίνεται στο κράτος». Η Τουρκία μάλλον μας πάει ένα βήμα πιο πέρα, με το να δημιουργεί και να συντηρεί επιτυχώς «το είδος των αγορών που θέλει να δει» το νεοφιλελεύθερο τουρκικό κράτος γίνεται όλο και πιο κυρίαρχο – τόσο κάθετα στις σχέσεις με τους ίδιους τους πολίτες του, όσο και οριζόντια σε σχέση με τις άλλες χώρες. Το νεοφιλελεύθερο κράτος μετατρέπεται σε μια όλο και πιο εξουσιαστική οντότητα στις διαταγές της κυβερνώσας ελίτ της. Αν τώρα αυτή η ελίτ τυχαίνει να είναι ξενόφοβοι λαϊκιστές με μια αυταρχική προδιάθεση, δεν θα αργήσει να βρεθεί η χώρα να ατενίζει την άβυσσο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s