Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα The Conversation. Ο John Broich είναι καθηγητής στο Case Western Reserve University και διδάσκει μεταξύ άλλων ιστορία του περιβάλλοντος και ιστορία του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Πώς γράφεις άρθρο για ένα φασίστα;

Πώς καλύπτεις την άνοδο ενός πολιτικού ηγέτη που στο πέρασμά του έχει αφήσει ένα σωρό στοιχεία αντισυνταγματικότητας, ρατσισμού και ενθάρρυνσης της βίας; Παίρνει ο τύπος τη θέση πως το αντικείμενο δρα εκτός των κοινωνικά αποδεκτών ορίων; Ή παίρνει τη θέση το ότι όταν κάποιος κερδίζει νομότυπες εκλογές είναι εξ ορισμού «κανονικός», επειδή η ηγεσία του αντανακλά τη θέληση του λαού;

Αυτά είναι τα ερωτήματα με τα οποία ήρθε αντιμέτωπος ο τύπος των Ηνωμένων Πολιτειών μετά την εγκαθίδρυση φασιστών ηγετών σε Ιταλία και Γερμανία τις δεκαετίες του 1920 και 1930 αντίστοιχα.

Ισόβιος Ηγέτης

Ο Μπενίτο Μουσσολίνι εξασφάλισε την πρωθυπουργία της Ιταλίας με την πορεία 30000 μελανοχιτώνων στην Ρώμη το 1922. μέχρι το 1925 είχε αυτοανακηρυχθεί σε ισόβιο ηγέτη. Αν και αυτό μετά βίας εξέφραζε τις αμερικάνικες αξίες, για τον αμερικάνικο τύπο ήταν λατρεία, εμφανιζόμενος σε τουλάχιστον 125 άρθρα μεταξύ 1925 και 1932, τα περισσότερα από τα οποία ήταν ουδέτερα, αμήχανα ή θετικά σε τόνο.

Το περιοδικό The Saturday Evening Post δημοσίευσε σε συνέχειες ακόμη και την αυτοβιογραφία του Ντούτσε το 1928. Αναγνωρίζοντας πως το νέο «Φασιστικό Κίνημα» ήταν λίγο «τραχύ στις μεθόδους του», εφημερίδες από την New York Tribune ως την Cleveland Plain Dealer και την Chicago Tribune το πίστωσαν με τη σωτηρία της Ιταλίας από την άκρα αριστερά και την αναζωογόνηση της οικονομίας της. Από τη δική τους οπτική η άνοδος του αντικαπιταλισμού στην Ευρώπη μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μια πολύ χειρότερη απειλή από το φασισμό.

Είναι ειρωνεία, πως αν και ο τύπος αναγνώριζε πως ο φασισμός ήταν ένα νέο «πείραμα», εφημερίδες όπως οι New York Times του πίστωναν συχνά πως επέστρεψε την ταραγμένη Ιταλία σε αυτό που αποκαλούσε «ομαλότητα».

Κάποιοι δημοσιογράφοι όμως όπως ο Χέμινγουεϊ και έντυπα όπως ο New Yorker απέρριπταν την κανονικοποίηση του αντιδημοκράτη Μουσσολίνι. Στο μεταξύ ο John Gunther του Harper’s Magazine έγραψε ένα κοφτερό άρθρο για την αριστοτεχνική χειραγώγηση του τύπου των Ηνωμένων Πολιτειών, που αδυνατούσε να του αντισταθεί, από τον Μουσσολίνι.

Ο «Γερμανός Μουσσολίνι»

Η επιτυχία του Μουσσολίνι στην Ιταλία κανονικοποίησε την επιτυχία του Χίτλερ στα μάτια του Αμερικάνικου τύπου, που στα τέλη της δεκαετία του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930 τον αποκαλούσε «ο Γερμανός Μουσσολίνι». Με δεδομένη τη θετική εικόνα του Μουσσολίνι εκείνη την περίοδο, ήταν ένα καλό σημείο για να αρχίσει. Ο Χίτλερ είχε το πλεονέκτημα πως το ναζιστικό του κόμμα από τα μέσα του ’20 ως τις αρχές του ’30 έκανε εντυπωσιακά άλματα στις εκλογές, φτάνοντας από το να είναι περιθωριακό κόμμα στο να πάρει την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο στις ελεύθερες εκλογές του 1932.

Όμως ο κύριος τρόπος με τον οποίο ο τύπος έκανε τον Χίτλερ να φαίνεται ακίνδυνος ήταν με το να τον παρουσιάζει σαν ένα είδος αστείου. Ήταν ένας «γελοίος τσιρίδας»  με «ανεξέλεγκτο λεξιλόγιο» του οποίου το παρουσιαστικό του, σύμφωνα με το Newsweek, «μοιάζει με τον Τσάρλι Τσάπλιν».  Η «όψη του είναι σαν καρικατούρα». Ήταν τόσο «ευφραδής» όσο και «ανασφαλής», έγραφε το Cosmopolitan.

Όταν το κόμμα του Χίτλερ κέρδισε επιρροή στο κοινοβούλιο και ακόμη και αφού κέρδισε την καγκελαρία της Γερμανίας το 1933 – περίπου ένα χρόνο πριν αρχίσει να παίρνει δικτατορικές εξουσίες – πολλά αμερικάνικα έντυπα είκαζαν πως είτε θα τον νικούσε το παραδοσιακό πολιτικό κατεστημένο ή θα γινόταν πιο μετριοπαθής. Βέβαια είχε οπαδούς, αλλά αυτοί ήταν «εύπιστοι ψηφοφόροι» που εξαπατήθηκαν από «ακραίες θεωρίες και κομπογιαννίτικες συνταγές», ισχυρίζονταν η Washington Post. Τώρα που ο Χίτλερ έπρεπε να λειτουργήσει μέσα σε μια κυβέρνηση οι «νηφάλιοι» πολιτικοί θα «βύθιζαν» το κίνημα αυτό, σύμφωνα με τους New York Times και το Christian Science Monitor. H «οξεία αίσθηση θεατρικότητας» δεν ήταν αρκετή. Όταν έφτανε στη στιγμή να κυβερνήσει η έλλειψη «βαρύτητας» και «βάθους σκέψης» θα φανερωνόταν.

Οι New York Times έγραψαν ακόμη, μετά την τοποθέτηση του Χίτλερ στη καγκελαρία, πως η επιτυχία το μόνο που θα έκανε «ήταν να εκθέσει στο γερμανικό κοινό τη ματαιοπονία του». Δημοσιογράφοι αναρωτιόνταν αν ο Χίτλερ τώρα θα μετάνιωνε που άφησε τις συγκεντρώσεις για τα υπουργικά συμβούλια, όπου θα έπρεπε να αναλάβει κάποιες ευθύνες.

Ο αμερικάνικος τύπος πράγματι καταδίκαζε τον καλά τεκμηριωμένο αντισημιτισμό του Χίτλερ στις αρχές της δεκαετίας του 1930, αλλά υπήρχαν πολλές εξαιρέσεις. Κάποιες εφημερίδες υποβάθμιζαν τις αναφορές περί βίας εναντίον των Εβραίων πολιτών της Γερμανίας ως προπαγάνδα σαν και αυτή που κυριαρχούσε στον παγκόσμιο πόλεμο που μόλις τελείωσε. Αρκετά [έντυπα] ακόμα και αυτά που κατηγορηματικά καταδίκαζαν τη βία, συνεχώς διακηρύτταν πως ήταν στο τέλος της, δείχνοντας μια τάση επιστροφής στην ομαλότητα.

Οι δημοσιογράφοι ήξεραν πως μπορούσαν να κριτικάρουν το γερμανικό καθεστώς τόσο όσο να διατηρήσουν την πρόσβαση τους σε αυτό. Όταν ο γιός ενός ρεπόρτερ του CBS ξυλοκοπήθηκε από μέλη των Ταγμάτων Εφόδου (Sturmabteilung, SA) επειδή δεν χαιρέτησε το Φύρερ δεν μετέδωσε το γεγονός. Όταν ο Edgar Mower της Chicago Daily News έγραψε το 1933 πως η Γερμανία «μετατρέπετε σε φρενοκομείο», οι Γερμανοί πίεσαν το Υπουργείο Εξωτερικών να χαλιναγωγήσει τους Αμερικάνους δημοσιογράφους. Ο Allen Dulles, που τελικά έγινε διευθυντής της CIA, είπε στον Mower πως «παίρνει τη Γερμανική κατάσταση πολύ σοβαρά». Ο εκδότης του Mower τον μετέθεσε εκτός Γερμανίας από φόβο για τη ζωή του.

Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1930, οι περισσότεροι Αμερικάνοι δημοσιογράφοι κατάλαβαν το λάθος του να υποτιμήσουν το Χίτλερ ή να μην εκτιμήσουν πόσο άσχημα θα εξελιχθούν τα πράγματα. (Αν και υπήρξαν διαβόητες εξαιρέσεις, όπως ο Douglas Chandler, που έγραψε ένα παιάνα συμπάθειας για το «Βερολίνο που αλλάζει» στο National Geographic το 1937). Η Dorothy Thompson, που θεώρησε το Χίτλερ σαν άτομο «εντυπωσιακής ασημαντότητας» το 1928 ως τα μέσα της δεκαετίας κατάλαβε το λάθος της και όπως ο Mower άρχισε να σημαίνει το συναγερμό.

«Κανένας λαός δεν αναγνώρισε το δικτάτορα του προκαταβολικά», έλεγε το 1935. «Δεν κατεβαίνει στις εκλογές με τη πολιτική πλατφόρμα μιας δικτατορίας. Παρουσιάζει τον εαυτό του πάντοτε σαν το όργανο της Συνολικής Εθνικής Βούλησης». Προβάλλοντας το μάθημα που πήρε στις Ηνωμένες Πολιτείες, έγραψε, «Όταν εμφανιστεί ο δικός μας δικτάτορας μπορείτε να έχετε ως δεδομένο πως θα είναι ένας από εμάς και θα μιλάει για κάθε τι παραδοσιακά αμερικάνικο».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s