Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα The Conversation. Ο James McDougall είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης όπου διδάσκει Ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία και πολιτική της Μέσης Ανατολής. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Η διάδοση του φασισμού τη δεκαετία του 1920 βοηθήθηκε σημαντικά από το γεγονός πως οι φιλελεύθεροι και οι συμβατικοί συντηρητικοί δεν κατάφεραν να τον πάρουν στα σοβαρά. Αντίθετα τον διευκόλυναν και τον κανονικοποίησαν.

Η κεντροδεξιά κάνει το ίδιο σήμερα. Το Brexit, ο Trump και η άνοδος της ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη δείχνουν πως η κουβέντα για μια δεξιά επαναστατική χρονική στιγμή δεν είναι υπερβολή. Οι Γαλλικές προεδρικές εκλογές μπορεί να είναι η επόμενη στιγμή στο ημερολόγιο (στμ. το άρθρο γράφηκε πριν τις εκλογές του 2017).

Το σοκ που ένοιωσαν οι φιλελεύθεροι του κατεστημένου και η αγωνία που βίωσαν στην αριστερά μπορεί να συγκριθεί μόνο με την ικανοποίηση των ακροδεξιών που επιτέλους κερδίζουν. Οι αποκαλούμενες «ώριμες» φιλελεύθερες δημοκρατίες τους είχαν περιθωριοποιήσει εδώ και πολύ καιρό. Έβλεπαν τους εαυτούς τους ως δαιμονοποιημένους γιατί έλεγαν τις δύσκολες αλήθειες του απλού ανθρώπου στους εκτός πραγματικότητας ελίτ και τώρα οι πρόμαχοι τους κατακτούν το πολιτική σκηνή με ευκολία.

Μέσα στην άρνηση, την απογοήτευση και τη διαμαρτυρία οι κεντροδεξιοί πολιτικοί και σχολιαστές προσπαθούν να κανονικοποιήσουν [την ακροδεξιά] και να καθησυχάσουν [το κοινό]. Αποδοκιμάζουν τους «γκρινιάρηδες» και τους «κλαψιάρηδες». Μας λένε να το ξεπεράσουμε και απορρίπτουν κάθε κουβέντα για ένα νέο φασισμό ως αβάσιμη κινδυνολογία. Ακόμη και μεταξύ ιστορικών – όπως ο συντηρητικός συγγραφέας Niall Ferguson υπεροπτικά είπε στον Έλληνα οικονομολόγο Γιάνη Βαρουφάκη – οι αναλογίες με τα 1930  γίνονται μόνο από αυτούς που έχουν άγνοια.

Οι συνθήκες της κοινωνίας, της οικονομίας και της γεωπολιτικής μας λένε πως είναι τόσο διαφορετικές, που ο σημερινός δεξιός λαϊκισμός δεν μπορεί να λέγεται φασιστική αναγέννηση. Το κεντροδεξιό κατεστημένο μας διαβεβαιώνει πως όλα θα πάνε καλά μετά την εκλογή του Trump. Το ίδιο έγινε και μετά το βρετανικό δημοψήφισμα για την αποχώρηση από την ΕΕ, παρά την εκτόξευση των εγκλημάτων μίσους. Οι συντηρητικοί πολιτικοί συνεχίζουν να επιμένουν τα πραγματικά νέα αφορούν τις υπέροχες ευκαιρίες μπροστά μας.

Όμως αυτό είναι ακριβώς το σημείο που βρίσκονται οι πραγματικές αναλογίες με την Ευρώπη στα 1920 και στα 1930. Οι συνθήκες το 2016 είναι πράγματι πολύ διαφορετικές από εκείνες που ένοπλα τμήματα πολιτικών κομμάτων πολεμούσαν στους δρόμους και μοναρχικοί έψαχναν να βρουν έναν ισχυρό άνδρα που να καταλάβει τη λαϊκή δυσαρέσκεια και να τους σώσει από την μπολσεβίκικη επανάσταση.

Οι ιστορικές συνθήκες, όπως και τα άτομα, είναι πάντα μοναδικά και μη επαναλαμβανόμενα. Η σημασία της σύγκρισης δεν είναι να πούμε πως ζούμε μια επανάληψη της δεκαετίας του 1930. Είναι για να αναγνωρίσουμε τις σημαντικές οικογενειακές ομοιότητες μεταξύ των ιδεών που μοιράζονται η ακροδεξιά των αρχών του 20ου αιώνα και των μιμητών της σήμερα.

Η συζήτηση γύρω από το φασισμό υποφέρει από την υπερβολική χρήση των ορισμών του. Αυτό πολύ συχνά επιτρέπει σε ακροδεξιές ομάδες και τους απολογητές τους να αποκηρύττουν τη ταμπέλα αυτή γιατί δεν συμπληρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά κάποιου ορισμού. Όμως όπως μπορούμε να μιλήσουμε για το σοσιαλισμό χωρίς να προϋποθέτουμε πως όλοι οι σοσιαλισμοί από το 1840 είναι ίδιοι στη μορφή, έτσι μπορούμε να πούμε και για τα αναγνωρίσιμα φασιστικά μοτίβα στις πολιτικές στην Ευρώπη, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία και αλλού, τα οποία συνδέονται από ένα βασικό σύνολο κεντρικών ιδεών.

Το θεατρινίστικο αντριλίκι, η εικόνα του άνδρα ή της γυναίκας «του λαού» και η εσκεμμένα προκλητική, δημαγωγική ρητορεία των συνθημάτων που πετά στην άκρη με βία λογικά, επιχειρήματα βασιζόμενα σε στοιχεία, και την με κανόνες διαπραγμάτευση μεταξύ διαφορετικών οπτικών – με άλλα λόγια την ουσία της δημοκρατίας – είναι μόνο η εξωτερικευμένη μορφή που παίρνουν αυτές οι πολιτικές.

Ποιο σημαντικά είναι τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά του. Ο φασισμός κουβαλά μαζί του έναν σεξιστικό, ξενόφοβο εθνικισμό που ισχυρίζεται πως «πρώτα βάζει το λαό» ενώ στρέφει τα μέλη του το ένα εναντίον του άλλου. Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται από αντικοσμοπολιτισμό και αντιπνευματικότητα. Αποκηρύττει τον παγκόσμιο καπιταλισμό, για τα δεινά του απλού λαού κατηγορεί μια ξένη «πλουτοκρατία» με μια γλώσσα που είναι ταυτόχρονα έμμεσα αντισημιτική και απερίφραστα αντιμεταναστατευτική, χωρίς όμως να προσφέρει κάποια πραγματική οικονομική εναλλακτική. Στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό εκφράστηκε απόλυτα από το τελικό σποτ στης προεκλογικής εκστρατείας του Trump1.

Η εικόνα του κόσμου που παρουσιάζεται βασίζεται στους φόβους «εθνικής αυτοκτονίας» και πολιτιστική παρακμή, όπου οι λευκοί είναι δημογραφικά καταπιεσμένοι από «κατώτερους» ανθρώπους, μειονότητες και μετανάστες. Σήμερα η παρανοϊκή φαντασίωση της γαλλικής ακροδεξιάς είναι «η μεγάλη αντικατάσταση2». Η γεωπολιτική καθορίζεται από ένα λανθάνοντα θρησκοφυλετικό πόλεμο, στα 1930 αυτό σήμαινε ένα θανάσιμο πόλεμο με το κομμουνισμό. Σήμερα αναζητά και τρέφεται πλουσιοπάροχα από τον Ισλαμικό εξτρεμισμό και το Ισλαμικό Κράτος, που καταχρηστικά ταυτίζεται με το «Ισλαμ» ως σύνολο.

Είναι νέο είδος φασισμού ή τουλάχιστον σχεδόν φασισμός και η κεντροδεξιά υποτιμά επικίνδυνα την δυναμική του, ακριβώς όπως έκανε 80 χρόνια πριν. Τότε ήταν συντηρητικοί αντικομμουνιστές που πίστευαν θα τον τιθασεύσουν και θα ελέγξουν το εξτρεμιστικό περιθώριο. Σήμερα  είναι οι συμβατικοί συντηρητικοί, που έχοντας ελάχιστες εκλογικές προκλήσεις από μια αριστερά σε σύγχυση, φοβούνται πως οι δικοί τους ψηφοφόροι θα παρασυρθούν προς τους πιο μυώδεις, αντιμετανάστες δημαγωγούς στα δεξιά τους. Υιοθετούν ανάλογα τις δεξιές προτεραιότητες και διευκολύνουν τη ρητορική μίσους της. Καθησυχάζουν τους πάντες πως έχουν τα πράγματα υπό έλεγχο παρά το γεγονός πως οι νεοφιλελευθερισμός της μετά Ψυχρού Πολέμου εποχής, όπως ακριβώς και η πληγωμένη από το πόλεμο χρυσή εποχή της αστικής τάξης το περασμένο αιώνα, καταρρέει κάτω από τα πόδια τους.

Ο κίνδυνος, τουλάχιστον στην Δύση, δεν είναι ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος, παρά μια δηλητηριασμένη δημόσια ζωή, μια δημοκρατία που έχει ξεπέσει σε τυραννία ισχνών πλειοψηφιών που βρίσκουν συναισθηματική ικανοποίηση σε μια βίαιη, μνησίκακη ρητορική ενώ οι οριακά εκλεγμένοι ηγέτες τους, τους ξεγυμνώνουν από τα δικαιώματά τους και καταδιώκουν τους γείτονες τους. Αυτό είναι κακό από μόνο του.

 

 

  1. https://youtu.be/vST61W4bGm8
  2. http://www.lemonde.fr/politique/article/2014/01/23/le-grand-boniment_4353499_823448.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s