Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα LitHub. Ο Philip Ó Ceallaigh είναι βραβευμένος συγγραφέας που ζει στην Ρουμανία. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

 

Το ημερολόγιο του Mihail Sebastian – μεταφράστηκε στα αγγλικά το 2000 ως Ημερολόγιο 1935-1944 – είναι ένα αξιοσημείωτο έγγραφο. Από τη μια, είναι η μαρτυρία ενός Εβραίου συγγραφέα από τα χρόνια που η Ρουμανία ήταν σύμμαχος της Ναζιστικής Γερμανίας, στη διάρκεια των οποίων το Ρουμανικό κράτος δολοφόνησε πάνω 400000 Εβραίους, τόσο στην ίδια την Ρουμανία, όσο και στο τμήμα της Ουκρανίας υπό Ρουμανική εποπτεία. Το ημερολόγιο δείχνει με παράδοξη κανονικότητα την αποδοχή μιας ρατσιστικής, εθνικιστικής ατζέντας από τους περισσότερους Ρουμάνους διανοούμενους – τους στοχαστές και συγγραφείς που ανήκαν στον κύκλο του Sebastian. Ο Eugene Ionesco, φίλος του Sebastian, περιέγραψε τη διαδικασία στον Ρινόκερο, ένα έργο που είναι σαν ένας σύντομος εφιάλτης. Το ημερολόγιο του Sebastian δείχνει την ίδια διαδικασία σταδιακά, με διαύγεια. Κατέγραψε συζητήσεις που έδειχναν τους διανοούμενους αυτούς να υποκύπτουν στη λογική της σκληρής δεξιάς, ο ένας μετά τον άλλο.

Τι ιδιαίτερα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Sebastian Για Δυο Χιλιάδες Χρόνια (1934) μεταφέρει τον αναγνώστη νοητικά στις δεκαετίες του 1920 και του 1930 και μπορεί να διαβαστεί μαζί με το Ημερολόγιο. Το ερώτημα που προκύπτει ξανά και ξανά ενώ διαβάζεις ένα τέτοιο βιβλίο δεν είναι αν η ιστορία επαναλαμβάνει τον εαυτό της, αλλά αν κάνει ποτέ κάτι άλλο. Για αυτούς που αναρωτιούνται αν η γενοκτονία μπορούσε να προβλεφθεί, η απάντηση είναι και αυτή εδώ, και είναι καταφατική.

Η ιστορία ξεκινά το κρίσιμο έτος του 1923. Ο ανώνυμος αφηγητής, που προσπαθεί να πάει πανεπιστήμιο στο Βουκουρέστι, ξυλοκοπείται από ομάδες άλλων φοιτητών επειδή και μόνο είναι Εβραίος. Η απάντηση του στη βία αυτή, γνώριμη από την παιδική του ηλικία, είναι φιλοσοφική. Αρνείται να επιτρέψει στους άλλους να καθορίσουν ποιος είναι:

«Αυτό που με θλίβει περισσότερο είναι το αίσθημα της ήττας, το καταφύγιο της μοναξιάς μου, το να βλέπω τον εαυτό μου σε αλληλεγγύη με το Marcel Winder και τον Ianchelevici Sapsa, να κατεβαίνουμε τις σκάλες μαζί, ενωμένοι σε ένα κοινό συναίσθημα, να γίνομαι ένα με αυτούς, το ίδιο με αυτούς, ένας σύντροφος στα βάσανα και φίλος. Εβραίος αισθανόμενος σύντροφος – το μισώ. Είμαι πάντα στο όριο να φωνάξω μια τραχιά κουβέντα μόνο για να εκφράσω πως αν και είμαι ανάμεσα σε δέκα ανθρώπους που με πιστεύουν ως «σύντροφο στα βάσανα» τους, είμαι στην πραγματικότητα εντελώς, αναμφισβήτητα μόνος».

Αναζητά καταφύγιο στην ατομικότητα του, το γράψιμο του, την αποφασιστικότητα του να αντιμετωπίσει την δοκιμασία του με ένα τρόπο που θα τον δυναμώσει. Υπάρχει μια αίσθηση πως αυτό είναι τμήμα της της ενηλικίωσης του και πως η χώρα του είναι σε μια παράλογη εφηβική κατάσταση. Ο στόχος του Sebastian – και είναι αυτό που δίνει στο μυθιστόρημα το τόνο του – είναι να καταγράψει με νηφαλιότητα την ιδεολογική φρενίτιδα γύρω του καθώς νεαροί μαρξιστές, φασίστες και σιωνιστές αναπτύσσουν τα αντιμαχόμενα οράματά τους. Είναι σαν να είναι ο μόνος νηφάλιος άνθρωπος σε ένα δωμάτιο με μεθυσμένους.

Το 1923 ήταν σημαντική χρονιά. Για τους Ρουμάνους εθνικιστές, ήταν η χρονιά που η Ρουμανία έγινε πράγματι μεγάλη – κυριολεκτικά. Στον απόηχο του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, οι ιστορικές επαρχίες της Ρουμανίας είχαν ενωθεί σε ένα μοναδικό, εθνικό κράτος. Σε αντάλλαγμα για αυτή τη γενναία εδαφική ανταμοιβή, η Γαλλία, η Βρετανία και η Γερμανία απαίτησαν πως όλοι οι κάτοικοι της χώρας θα έπαιρναν υπηκοότητα, και η απαίτηση έγινε δεκτή τελικά το 1923. Θα επέβαλαν τη νέα θρησκεία της εθνικής ταυτότητας και αυστηρά σύνορα σε ένα αρχαίο εθνικό μείγμα. Το ένα τρίτο του πληθυσμού δεν ήταν Ρουμάνοι. Οι Εβραίοι για πρώτοι φορά στην ιστορία της Ρουμανίας, έγιναν Ρουμάνοι πολίτες.

Το όνειρο των Ρουμάνων εθνικιστών είχε εκπληρωθεί με τη δημιουργία ενός εθνικού κράτους, οι εθνικιστές είχαν πάρει όλα όσα ήθελαν. Και αν το εθνικό κράτος δεν είχε την αίσθηση του παραδείσου που οι ποιητές και οι ρήτορες είχαν προαναγγείλει, έπρεπε να βρεθεί μια εξήγηση για την απογοήτευση. Αν η Μεγάλη Ρουμανία δεν ήταν και τόσο μεγάλη, ο λόγος ήταν πως δεν ήταν αρκούντως ρουμάνικη ή το πνεύμα της Ρουμανίας δεν ήταν σε θέσει να εκφραστεί γιατί είχε περιοριστεί από την υιοθέτηση ξένων πολιτικών μοντέλων, όπως η φιλελεύθερη δημοκρατία. Η πολιτική στη Ρουμανία του μεσοπολέμου είχε πάθει εμμονή με το ζήτημα των μειονοτήτων γενικά και τους Εβραίους ειδικά, και η σκηνή είχε στηθεί για την ανάπτυξη του φασισμού.

Το 1923 ήταν επίσης χρονιά των Ψευδών Ειδήσεων, εκδόθηκαν για πρώτη φορά στα ρουμανικά τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, ένα κατασκευασμένο έγγραφο από την τσαρική Ρωσία που υποστήριζε πως το τελικό σχέδιο των Εβραίων ήταν η παγκόσμια κυριαρχία. Από τη στιγμή που το «έγγραφο» απλά επαναλάμβανε τα χυδαιότερα αντισημιτικά στερεότυπα, που αφορούσαν τις εβραϊκές μηχανορραφίες εναντίον των άλλων «εθνών» και «φυλών» του κόσμου, δε δυσκολεύτηκε να βρει υποστηρικτές. Αυτοί που δεν συντάχθηκαν με την αντισημιτική ρητορική απλά περιφρονήθηκαν ως ακόλουθοι του «εβραϊκού τύπου».

Οι Εβραίοι δεν ήταν ποτέ περισσότερο από το τέσσερα τις εκατό του πληθυσμού της Ρουμανίας και ποικίλαν σε μεγάλο βαθμό από περιοχή σε περιοχή και σε βαθμό ενσωμάτωσης. Δεν πρέπει να υπήρχε κοινότητα που να ήταν λιγότερο ικανή από το να δράσει από κοινού. Παρόλα αυτά τους έβλεπαν ταυτόχρονα  ως αυτούς που έλεγχαν την εθνική οικονομία ως καπιταλιστές αλλά και υπονομευτές του έθνους προς τη γειτονική Σοβιετική Ένωση ως κομμουνιστές. «Η Εβραϊκή Απειλή» ήταν επίσης αντιληπτή με τη μορφή μεταναστών και προσφύγων. Οι εθνικιστές ισχυρίζονταν πως η χώρα δεχόταν «εισβολή» από Εβραίους που έρχονταν πέρα από τα Σοβιετικά σύνορα. Αν και υπήρχαν κάποιοι πρόσφυγες που διεύφυγαν των πογκρόμ στην Ουκρανία στα χρόνια που ακολούθησαν την Ρωσική Επανάσταση (1917) και τον Ρωσσο-Πολωνικό Πόλεμο (1920), τα νούμερα δεν είχαν καμιά σχέση με αυτά που έλεγαν οι εθνικιστές.

Το Για Δυο Χιλιάδες Χρόνια ολοκληρώνεται το 1923 με τον αφηγητή να αντιλαμβάνεται πως η εμμονή της κοινωνίας με τους Εβραίους θα καθορίσει τη ζωή του. Δεν ήταν μια παιδική φάση – το φοιτητικό κίνημα που εμφανίστηκε δέκα χρόνια πριν είχε γίνει ένα πλήρως διαμορφωμένο φασιστικό κίνημα που είχε βαλθεί να καταλάβει το κράτος, και ο λόγος του είχε γίνει λογικές λέξεις στα στόματα συνηθισμένων, λογικών ανθρώπων. Προς το τέλος του μυθιστορήματος, ο αφηγητής έχει μια συζήτηση με ένα φίλο, το Viera, που ρωτά γιατί δεν επισκεπτόταν τη πόλη τελευταία. Ο αφηγητής εξηγεί πως έχει κουραστεί να ακούει ανθρώπους σε κάθε γωνία να ζητούν το θάνατο των Εβραίων, ενώ «το κάλεσμα περνά απαρατήρητο και δίχως αντίσταση, όπως το κουδούνισμα του κουδουνιού του τραμ». Υπάρχει παύση, και ο Vieru απαντά:

«Έχεις δίκιο. Υπάρχει όμως Εβραϊκό πρόβλημα, και πρέπει να λυθεί. Ένα εκατομμύριο οχτακόσιες χιλιάδες Εβραίοι είναι ανυπόφοροι. Αν ήταν στο χέρι μου, θα προσπαθούσα να εξολοθρεύσω αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες… Ας είμαι ξεκάθαρος. Δεν είμαι αντισημίτης. Στο είπα και πριν και το στηρίζω. Είμαι όμως Ρουμάνος. Και όλα όσα είναι εναντίον μου ως Ρουμάνο τα θεωρώ ως επικίνδυνα. Υπάρχει ένα διαβρωτικό εβραϊκό πνεύμα. Πρέπει να υπερασπιστώ τον εαυτό μου απέναντί του. Στον τύπο, στο στρατό – νοιώθω πως επεκτείνει την επιρροή του παντού. Αν το σώμα του κράτους μας ήταν δυνατό, μετά βίας θα με απασχολούσε.  Αλλά δεν είναι δυνατό. Είναι αμαρτωλό, διεφθαρμένο και αδύνατο. Και αυτό είναι γιατί πρέπει να αγωνιστώ εναντίον των παραγόντων της διαφθοράς».

Αν και μπορεί να αντέξει τα ρόπαλα και τις γροθιές, ο αφηγητής δεν μπορεί να πολεμήσει την κανονικοποίηση του διαλόγου που νομιμοποιεί αυτή τη βία. Ο λόγος δε μπορεί να πολεμήσει τη παράνοια, το φόβο και την ημιθρησκευτική προσήλωση στη γη και το αίμα. Δεν έχει αξία να δείξουμε πως η εκτίμηση του Vieru για τον αριθμό των Εβραίων στη χώρα είναι πάνω από το διπλάσιο του πραγματικού αριθμού, επειδή δεν υπάρχει κάτι να αντιμάχεται την ανάγκη του να πιστεύει πως η χώρα του δέχεται εισβολή και δεν είναι ασφαλής από την καταστροφική επιρροή που τον περιβάλλει, που κρατά την Ρουμανία από το να συναντήσει το μεγαλείο της.

Το Για Δυο Χιλιάδες Χρόνια ξεκινά με την υπόθεση της ατομικής, καλλιτεχνικής συνείδησης ενάντια στις απαιτήσεις της συλλογικής ταυτότητας. Στο πυρήνα του πιστεύω του Sebastian ως συγγραφέα είναι η ανάγκη να είναι αντικειμενικός και πραγματολόγος, με την ανύψωση του πάνω από τα βάσανα του μετατρέπεται σε πιστό παρατηρητή και αναλυτή της τρέλας γύρω του. Ως το τέλος του βιβλίου καταλαβαίνει πως η νίκη του είναι μερική. Θα υπάρξει αιματοκύλισμα. Η διαύγεια του, που κερδήθηκε τόσο κοπιαστικά, δεν θα τον προστατέψει απέναντι στην άνοδο της παλίρροιας του παραλόγου. Το πολύ να του επιτρέψει να την καταγράψει. Η ιδιωτική, ατομική ζωή θα χαθεί στο κατακλυσμό.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s