Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νυκτεγερσία, τεύχος 1ο, Μάρτιος 2008. Ο Δημήτρης Κωνσταντίνου είναι συγγραφέας, μεταφραστής και εκδότης. 

 

Τα  ακροδεξιά εθνικιστικά φαινόμενα, ατομικής ή συλλογικής φύσεως, έχουν ενδημικό χαρακτήρα στον κόσμο του καπιταλισμού, το βασίλειο του μικροαστικού έθνους-κράτους. Τα διαχρονικά  στοιχεία, που γεννούν και χαρακτηρίζουν τα φαινόμενα αυτά, είναι τα ίδια που λειτούργησαν ως υλικά ραφής στο παρελθόν για να κατασκευαστούν τα εκτρώματα έθνη-κράτη· οντότητες που συνδέθηκαν με την αστική επικράτηση και έκαναν την εμφάνισή  τους κάπου το 1800 στη Δύση, αντικαθιστώντας  φεουδαρχίες και αυτοκρατορίες. Από τότε και στο εξής, η αστική ηγεμονία αναγκάζεται συχνά να αντιμετωπίζει τα φαινόμενα αυτά, που αποτελούν εξτρεμιστικά παράγωγά της και, εφόσον μπορεί, τα διαχειρίζεται προς όφελός της.

Σε περιόδους  οικονομικών κρίσεων η απήχηση του ακροδεξιού προτάγματος, που συνιστά την αποθέωση  της ιδεολογίας του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, λαμβάνει μαζικές διαστάσεις. Εκατομμύρια  εξαθλιωμένοι και ανασφαλείς μικροαστοί Γερμανοί χάρισαν την εξουσία στον Χίτλερ, ενώ οι μεγάλοι καρχαρίες,  έχοντας εξασφαλίσει μυστικές οικονομικές συμφωνίες μαζί του, τον έβλεπαν ως διέξοδο στην οικονομική κρίση των στάσιμων κερδών, σαν ευκαιρία για μια νέα ώθηση στην οικονομική  τους επέκταση.

Σε περίοδο παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης, όπως αυτή που διανύουμε προς το παρόν, στα υπανάπτυκτα κράτη στήνονται ακροδεξιές  δικτατορίες από τη Δύση, για να είναι εφικτή η εκμετάλλευση του πλούτου τους. Παράλληλα, στα ανεπτυγμένα κράτη, σαν την ελλαδίτσα, μεταμφιεσμένα κακέκτυπα του Χίτλερ ξεφυτρώνουν συνεχώς  σαν τα κεφάλια της λερναίας ύδρας, διψώντας για ψίχουλα κοινοβουλευτικής και άλλης εξουσίας. Έτσι, διεκδικούν μερίδιο στην πίτα του πλούτου και αυνανίζονται με την τηλεοπτική φήμη που αποκτούν, καθόσον το χρήμα πολλοί εμίσησαν, ή δεν χρειάζονταν, αλλά τη δόξα ουδείς.

Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το φαινόμενο στην ελληνική του έκδοση διαπλέκονται με τις αιτίες που εξηγούν την ευρεία απήχησή  του. Βασικά, είναι κατασκευασμένο  να έχει απήχηση, δηλαδή πιάνει τον παλμό της εποχής, τον περιτυλίγει όμορφα και μας τον επιστρέφει με τη μορφή ιδεολογίας κοινοβουλευτικού κόμματος ή και μεμονωμένου   «πολιτικού» άνδρα· ό,τι ακριβώς πρέπει να κάνει κάθε ζητιάνος εξουσίας που σέβεται τον εαυτό του.

Στις μέρες της μικροαστικής κενότητας, που σημαίνει απουσία αρχών, θέσεων και επικράτηση του σχετικισμού (παγίδα που προέρχεται από τον ολότελα διαφορετικό χώρο των φυσικών επιστημών),  ο ιδεολογικός πολτός αποτελεί μια πετυχημένη  συνταγή. Πασαλείβει διακοσμητικά  τον άχρωμο, άοσμο και άγευστο μικροαστό. Εξάλλου, πιο είναι το μικροαστικό όνειρο; Μα ακριβώς αυτό, το περίφημο «american dream»: Η χίμαιρα του ασφαλούς, δίκαιου και λαϊκού καπιταλισμού,  που οδηγεί κατευθείαν στον καταναλωτικό παράδεισο.  Ανακατεύοντας μεγάλες δόσεις από τα υλικά που είναι φτιαγμένο  το αμερικανικό όνειρο με μπόλικο εθνικισμό, χριστιανική υστερία και εργατολαϊκό προφίλ, παρασκευάζουμε τον εμετικό πολτό της ακροδεξιάς δήθεν ιδεολογίας.

Αιώνες δουλείας, γενοκτονιών και πογκρόμ προκάλεσαν  αγώνες τύπου Μάρτιν  Λούθερ Κίνγκ  και Νέλσον  Μαντέλα, αλλά κυρίως ανώνυμων απελπισμένων ανθρώπων, που αντιμετωπίστηκαν κτηνωδώς από κτήνη, όπως ο Ουάσινγκτον ή ο Χίτλερ. Έτσι, η λέξη «ρατσισμός» στο άκουσμά της, απέκτησε μία αρνητική χροιά. Δεν μπορούμε όμως να πανηγυρίζουμε, γιατί ο ρατσισμός  επιστρέφει μεταμφιεσμένος,  ύπουλος, υπόγειος και πάντα απάνθρωπος, αφού αποτελεί το αχώριστο ταίρι του εθνικισμού, λίπασμα στο χώμα του. Οι σύγχρονοι ακροδεξιοί είναι ρατσιστές, όπως και η πλειοψηφία των ξενοφοβικών Ελλήνων, αλλά δεν χρειάζεται να το διατυμπανίζουν κιόλας, όπως δεν το ομολογεί και η πλειοψηφία της μάζας. Λόγω των συνθηκών, πρόκειται  για ρατσιστές μασκαρεμένους σε πατριώτες, που αυτοαποκαλούνται «δημοκράτες».

Αρκούν αυτά τα στοιχεία για να εξηγήσουν την ευρεία απήχηση του ακροδεξιού  ψευδοπροτάγματος  στον πληθυσμό; Ναι, αν συνειδητοποιήσουμε με ποιον τρόπο πετυχαίνεται.

Η απαρχαιωμένη  αλλά πάντα ζωντανή κατάρα του εθνικισμού γεννιέταικαι επιβιώνει με τον ίδιο μηχανισμό. Όπως στην Αμερική του 1776, έτσι και στην Ελλάδα του 2008 ο πολιτισμός έχει πάψει να αναπαράγεται, οι άνθρωποι αισθάνονται και είναι ξεριζωμένοι.  Η ανταγωνιστική και ατομικιστική  φύση του καπιταλισμού  έχει διαρρήξει τους χειροπιαστούς  δεσμούς που ένωναν τους ανθρώπους στο παρελθόν. Η πολυπολιτισμική κοινωνία  του παρελθόντος,  που αποκαλέστηκε  Ελλάδα, ξεζουμίστηκε  έτσι στον καπιταλιστικό αποχυμωτή και απέμεινε  κουφάρι πολιτισμού, κενό περιεχομένου, που χρησιμοποιείται και ως περιτύλιγμα για ξενόφερτα, ψευδεπίγραφα στοιχεία πολιτισμού. Το σύνολο των ανθρώπων, που βρεθήκαμε να επιβιώνουμε εντός των δεδομένων  συνόρων σε μια κενή περιεχομένου κοινωνία, αναζητούμε  απεγνωσμένα  μία κοινή  συνισταμένη  κουλτούρας, ώστε να καταφέρουμε να αισθανθούμε το εκστατικό συναίσθημα της κοινωνικής συνεύρεσης  και του συνανήκειν, κάτι που να μας ενώνει για ένα σκοπό.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, εκτός από την υποκουλτούρα του ποδοσφαίρου, ευδοκιμεί και η λύση των προγόνων.  Η μόδα της αρχαιολαγνείας (ή και της κενής Ορθοδοξίας)  μπορεί να καλύψει το σύγχρονο νεοελληνικό κενό πολιτισμού,  ταυτότητας  και κοινωνικού  δεσμού. Το αστέρι της αρχαίας Ελλάδας, που έλαμψε πριν από 2500 χρόνια, υποβαθμίζεται έτσι σε φακό τσέπης για να φωτίσει σπήλαια ανίερων σκοπών και να εξευτελιστεί. Η πραγματική αξία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, οροθετημένη και αξιοποιημένη  σωστά, είναι αναμφισβήτητη  και επιτακτικά αναγκαία στην εποχή μας, πνίγεται όμως από τη μονοπώληση του θέματος από εθνικιστικούς, ανιστόρητους, τηλεοπτικούς μαϊντανούς και τελικά η αξία της παραμένει τραγικά απρόσιτη στον μέσο νεοέλληνα.

Στην  κατάσταση της σύγχρονης  απελπισίας  και της κυριαρχίας των στερεότυπων, ο αποδιοπομπαίος τράγος πάει σύννεφο. Για την αναπόφευκτη ύπαρξη τής καπιταλιστικής ανεργίας, της εγκληματικότητας και γενικώς της ανασφάλειας, ευθύνονται οι μετανάστες, διακηρύσσουν οι ακροδεξιοί, και ο έλληνας μικροαστός,  πρώην μετανάστης, συμφωνεί γουρλώνοντας τα μάτια. Η ελλαδίτσα, άνευ αποικιών και μαύρων, αφού εκμεταλλεύτηκε τους μετανάστες και αυτή με τη σειρά της για να συσσωρεύσει πρωτογενώς κεφάλαιο και να κάνει πραγματικότητα  το δικό της ετεροχρονισμένο καπιταλιστικό θαύμα, τώρα δεν τους έχει ανάγκη, τουλάχιστον όχι όπως πρώτα. Εξάλλου, έχει απλώσει τα καπιταλιστικά φτερά της στα Βαλκάνια…

Όλα τα παραπάνω  εκπέμπονται  επικοινωνιακά προς τον εργαζόμενο Έλληνα με το συναδελφικό ύφος ανθρώπων που υποκρίνονται τα παιδιά του λαού και με ξεσηκωτικό λόγο, στοχεύοντας στα καταπιεσμένα, εξεγερτικά αισθήματα όλων των απελπισμένων της καθημερινότητας.

Ο εθνικισμός  στην Ελλάδα, λοιπόν, όπως εκπροσωπείται από πάσης φύσεως επίσημους  και μη καλοθελητές, και όπως συμβαίνει παντού στον κόσμο, είναι μια κουλτούρα ταυτότητας που στηρίζεται δήθεν στο παρελθόν, μέσω μύθων μεταμφιεσμένων σε ιστορία. Για παράδειγμα, αποδίδει στα έθνη-κράτη  αιώνια ύπαρξη,  ενώ αυτά αποτελούν σχετικά πρόσφατες οντότητες. Αγνοεί εσκεμμένα ότι τα σύγχρονα σύνορα κατασκευάστηκαν στην ιστορική διαδικασία από τους αστούς δυνάστες, προκειμένου να μαντρώσουν τους διαφορετικούς πολιτισμικά ανθρώπους, να τους απογυμνώσουν από τα γνήσια πολιτιστικά χαρακτηριστικά  τους, να τους προσδώσουν υποχρεωτική ταυτότητα και μια εθνικιστική ιδεολογία για να ξεχνούν τον πόνο τους. Ο αναχρονισμός, κυρίως, δηλαδή η προβολή των σημερινών όρων  στο παρελθόν  αλλά και η απόκρυψη, η επιφανειακή ερμηνεία, αποτελούν εργαλεία κατασκευής εθνικιστικών μύθων.

Όπως υποστήριζε ο Ρενάν   «η λήθη ή ακόμα και η παραχάραξη της ιστορίας, αποτελεί ουσιώδη παράγοντα της διαμόρφωσης ενός έθνους, γι’ αυτό και η πρόοδος των ιστορικών σπουδών αποτελεί συχνά κίνδυνο για μια εθνικότητα»… Τον λόγο έχουν οι ιστορικοί επιστήμονες: «Από πάντα τα καθεστώτα διδάσκουν ιστορία στα σχολεία όχι όμως για να κατανοήσουν οι νέοι την κοινωνία που ζουν και να την αλλάξουν, αλλά για να τη δεχτούν όπως είναι, να είναι περήφανοι γι’ αυτήν», δηλαδή  να γίνουν χρήσιμα άψυχα εργαλεία του αστικού κράτους. Αυτόν τον ρόλο εξυπηρετούν, χρόνια τώρα, και τα βιβλία της ιστορίας στα ελληνικά σχολεία. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που οι επιστήμονες ιστορικοί ξεπεράσουν τα εθνικιστικά πάθη και τις πολιτικές «ταυτότητας», τούς επιφυλάσσεται τραγική αντιμετώπιση. Οι επαγγελματίες κατασκευαστές εθνικιστικών μύθων και ψηφοθήρες αδράχνουν  την ευκαιρία να τους παραγκωνίσουν, να αντικαταστήσουν την επιστήμη και να αποκαταστήσουν την φενακισμένη τάξη.

Λειτουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο ντόπιος εθνικισμός σύσσωμος, μαζικός και απειλητικός, στήνει καβγά με γειτονικούς εθνικιστές για το όνομα της Μακεδονίας,  θεωρώντας ότι αυτό αποτελεί αποκλειστικότητα του ελληνικού πανάρχαιου έθνους-κράτους, που υφίσταται από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μάλλον, ξεχνά εύκολα την αποικιοκρατική, προσβλητική  υποδοχή που επιφύλαξαν  οι Έλληνες στη Μακεδονία  το 1912! Και ο ίδιος ο μέγας στρατηλάτης, όμως, θεωρούνταν από τους Έλληνες βάρβαρος  κατακτητής, ενώ διαχρονικά η Μακεδονία, μία ευρεία περιοχή, κατοικείται από ένα τέτοιο μίγμα ανθρώπων, που είναι αδύνατο  να ταυτιστεί με κάποια συγκεκριμένη εθνότητα.

Παρ’ όλα αυτά, η ελλαδίτσα, παίζοντας το ρόλο του βαλκάνιου νονού, τρίζει τα δόντια της στους εθνικιστές των Σκοπίων, ενώ παράλληλα βιώνει τη δική της μικρο-ιμπεριαλιστική φάση στα Βαλκάνια απομυζώντας τους γειτονικούς λαούς με κάθε τρόπο, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον έλληνα μικροαστό, ως εθνικιστή κενό περιεχομένου, να καμαρώνει σα γύφτικο σκεπάρνι.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Δημήτρης Κωνσταντίνου: Κουφάρι πολιτισμού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s