Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα LitHub. Η Holly Müller μουσικός, συγγραφέας και διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Ουαλίας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. (φωτογραφία Andreas Danzer, Spiegelgrund)

 

 

Ο αδερφός του παππού μου στην Αυστρία πέθανε φέτος το καλοκαίρι. Είχε μια μορφή μαθησιακής δυσκολίας και αυτιστικά χαρακτηριστικά και ήταν από τους αγαπημένους συγγενείς μου. Κάθε καλοκαίρι όταν ήμουν μικρή επισκεπτόμασταν αυτόν και άλλους συγγενείς κοντά στο Σάλτσμπουργκ. Με συνάρπαζε: ένας ενήλικος που συμπεριφερόταν σαν παιδί, που φορούσε τεράστια, φαρδιά κοτλέ παντελόνια με τιράντες και ένα πλεκτό γιλέκο. Ζούσε σε ένα παλιομοδίτικο ξύλινο σπίτι στην εξοχή της Αυστρίας και τον φρόντιζε ο μεγαλύτερος αδερφός του, ένας ξινός, ψυχρός χαρακτήρας. Αλλά ο θείος μου ήταν αρκετά χαρούμενος. Με εμένα ήταν πάντοτε ευγενικός, περίεργος και πειραχτήρι. Είχε εμμονή με τα ραδιόφωνα και τα ρολόγια, και όπως και εγώ λάτρευε τις γάτες. Περνούσε το περισσότερο χρόνο του με τα βρώμικα αιλουροειδή της αυλής, που υπήρχαν για να κυνηγάν τα ποντίκια στις αποθήκες.

Κάποτε αυτός και εγώ συνωμοτήσαμε για να σώσουμε μερικά νεογέννητα γατάκια, που είχε κάνει μια από αυτές. Αν τα έβρισκε ο αδερφός του θα έλειωνε τα κεφάλια τους με πέτρες – υπήρχαν ήδη πολλά στόματα να ταΐσει και ήταν φθηνότερο από το να στειρώσει τη γάτα. Έτσι μεταφέραμε κρυφά τα μαλακά κορμάκια σε μια καινούρια κρυψώνα, καλώντας τη μητέρα να ακολουθήσει. Τα μεταφέραμε στον αχυρώνα και τα κρύψαμε στη σχισμένη ταπετσαρία ενός παλιού αυτοκινήτου. Η μητέρα ανέβηκε για να ακολουθήσει τα μικρά της και ξάπλωσε για να τα ταΐσει. Ήμασταν και οι δύο ικανοποιημένοι με το σχέδιο μας και ελπίζαμε πως τα γατάκια θα επιβίωναν.

Πέρασαν πολλά χρόνια πριν μάθω, από ένα ιστορικό του Ολοκαυτώματος που γνωρίζω, πως ο θείος μου θα μπορούσε να θεωρηθεί κάποτε ως ένα ακόμη «άχρηστο στόμα», ένας «άχρηστο παράσιτο», μια «ζωή ανάξια ύπαρξης». Μεγάλωσε στη ναζιστική περίοδο, όταν η Αυστρία ήταν κομμάτι του Τρίτου Ράιχ. Υπό εκείνο το καθεστώς θα είχε σταλεί να πεθάνει με τον ίδιο ανάλγητο τρόπο όπως εκείνα τα γατάκια. Σχεδόν 250000 άτομα με αναπηρίες, νοητικές ασθένειες και «αντικοινωνική» συμπεριφορά υποβλήθηκαν σε μη εθελοντική ευθανασία – δηλαδή δολοφονήθηκαν – στο ναζιστικό σύστημα υγείας. Ο θείος μου θα είχε χαρακτηριστεί «υποκανονικός» και πω υποφέρει από «ηλιθιότητα». Ακόμη δεν είμαι σίγουρη πως επιβίωσε εκείνα τα σκληρά χρόνια του πολέμου. Δε θέλω να ρωτήσω τους Αυστριακούς συγγενείς μου για αυτό, είναι πολύ ευαίσθητο θέμα γιατί τα δύο αδέρφια του θείου μου – αυτός που ζούσε μαζί του κι ο άλλος, ο παππούς μου – υποστήριζαν το σύστημα που θα προωθούσε την εξόντωσή του.

Ο παππούς μου ήταν φασίστας. Ήταν ένθερμο μέλος της Χιτλερικής Νεολαίας, και εντάχθηκε στη Βέρμαχτ μόλις έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, για να πολεμήσει για το ναζιστικό όραμα. Δεν ήταν μέλος του Ναζιστικού Κόμματος, αλλά ένας «κανονικός» κοινωνός των ακροδεξιών αρχών της περιόδου εκείνης – κανονικός για την εποχή και το μέρος θέλω να πω. Αναρωτιέμαι, όπως και πολλοί ανάμεσα στο πληθυσμό, τραβούσε κάποιου είδους γραμμής όταν έρχονταν στη δολοφονία των «άρρωστων» μελών της κοινωνίας. Υπήρχε σημαντική κατακραυγή ανάμεσα στους Γερμανούς και Αυστριακούς πολίτες εναντίον το προγράμματος ευθανασίας των Ναζί, γνωστό αργότερα ως «Τ4», τόσο μεγάλη που οι κλινικές εκτέλεσης αναγκάστηκαν σε κρυφή δραστηριότατα μεταξύ 1941 και 1945. Ίσως ο παππούς μου να ήταν ένας από αυτούς που είχαν αντιρρήσεις ή ίσως έκανε μια εξαίρεση για έναν αγαπημένο.

Αν ο θείος μου δεν ήταν ανάπηρος, θα ήταν ο παππούς μου υπέρ του T4; Ούτως ή άλλως θεωρούσε ολόκληρες κατηγορίες του πληθυσμούς ως μη ανθρώπους, αυτούς που αντιμετωπίζονταν ως «άλλοι» και κατηγοριοποιήθηκαν ως «υπάνθρωποι» – Εβραίοι, τσιγγάνοι, ομοφυλόφιλοι. Δεκαετίες προπαγάνδας – η κακοήθης χρήση της γλώσσας για να ταΐσει το μίσος και το φόβο – είχε θωρακίσει την προκατάληψη του και του είχε εμφυσήσει μια αίσθηση ανωτερότητας.

Καθώς πάλευα με αυτά τα άβολα ερωτήματα γύρω από την οικογένεια μου, με τη γνώσει πως ο παππούς μου δεν ήταν απλά ένας συνένοχος παρατηρητής αλλά δράστης, βρήκα τον εαυτό μου να θέλει να γράψει για το θείο μου. Ήθελα να εξερευνήσω τις επικίνδυνα μειωτικές ταμπέλες που μπαίνουν σε όσους θεωρούνται «άλλοι». Μετά από αρκετό δισταγμό, λόγω της ενοχλητικής φύσης του θέματος, αποφάσισα να ψάξω και μετά να γράψω για ότι συνέβη στις κλινικές-εκτέλεσης των Ναζί. Θα ήταν φανταστική ιστορία, βασισμένη σε πραγματική μαρτυρία, να προσπαθήσω να απεικονίσω τις εμπειρίες εκείνων που είχαν κλειστεί και βασανιστεί εκεί, ζώντας με το φόβο του θανάτου.

Διάβασα αρκετά βιβλία ιστορίας και έγραψα στις αυστριακές τηλεοπτικές εταιρίες να ζητήσω αντίγραφα λιγότερο γνωστών ντοκιμαντέρ για την διαβόητη κλινική Am Spiegelgrund στη Βιέννη. Αυτή ήταν κλινική ειδικά για παιδιά και νέους ανθρώπους που είχαν κατηγοριοποιηθεί ως «πνευματικά υπολειπόμενοι» ή «ακοινωνικοί», πολλοί από τους οποίους δολοφονήθηκαν εκεί κρυφά. Οι εικόνες του άδειου νοσοκομείου ήταν στοιχειωτικό, καταθλιπτικό και ιδιαίτερα θλιβερό: η ηχώ στους διαδρόμους, άδεια δωμάτια με καγκελόφραχτα παράθυρα και ψηλά δέντρα που έκρυβαν το νοσοκομείο από κάθε πλευρά. Οι μαρτυρίες των επιζώντων, αφηγούνταν βαρβαρότητα που μετά βίας άντεχα να ακούσω. Ένοιωσα θλίψη για αυτούς που δολοφονήθηκαν, για τα φριχτά βάσανα τους. Ακόμη για τις οικογένειές τους, που περιέγραψαν πως λάμβαναν ένα δοχείο με στάχτες με ένα σημείωμα συλλυπητηρίων από το νοσοκομείο, λέγοντας πως ο γιός ή η κόρη τους είχε δυστυχώς πεθάνει από πνευμονία ή σκωληκοειδίτιδα. Κάποιες οικογένειες γνώριζαν με σιγουριά πως αυτό ήταν ένα ψέμα, καθώς οι σκωληκοειδείς αποφύσεις των παιδιών τους είχαν αφαιρεθεί χρόνια πριν. Ήταν ασύλληπτο τραύμα και οδυνηρό να φαντάζομαι πως ο ευγενικός και στοργικός μου θείος συναντούσε τέτοια μοίρα.

Η ιστορία των κλινικών με άγγιξε και σε άλλο επίπεδο, λόγω της προσωπικής εμπειρίας μου με την ψυχική υγεία. Αν ζούσα στην Αυστρία το ’30 ή το ’40, θα ήμουν υποψήφια για το T4 και εγώ ως «ακοινωνική», «ανίατη ασθενής» ή «ψυχικά διαταραγμένη» και ίσως να μου χαρίζονταν ένας «θάνατος ελέους». Μεταξύ 20 και 21, ζούσα σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο. Διαγνώστηκα με χρόνια διατροφική διαταραχή όταν ήμουν 16, πάλευα ακόμη με προβλήματα συμπεριφοράς, όπως κλεπτομανία, αυτοτραυματισμούς, κατάχρηση αλκοόλ, χρήση ναρκωτικών και αυτοκτονικές τάσεις, «ακοινωνικά» γνωρίσματα σίγουρα. Επικίνδυνα αδύνατη και αυτοκαταστροφική, δεν μπορούσα να διαβάσω, να δουλέψω ή να φροντίσω τον εαυτό μου. Η βοήθεια ήρθε τελικά  με τη μορφή εισαγωγής σε μια πτέρυγα του νοσοκομείου St. George στο Λονδίνο. Σε πλήρη αντίθεση με τις εμπειρίες εκείνων στη διάρκεια της ναζιστικής εποχής, με φρόντιζαν, περιποιήθηκαν και θεραπεύτηκα και επανεισάχθηκα στην κοινωνία στη διάρκεια μερικών χρόνων. Η φροντίδα που έλαβα ήταν υψηλής ποιότητας, κόστιζε 250 λίρες την ημέρα να μένω εκεί. Δεν έπαψα να είμαι ευγνώμων για αυτό – η ζωή μου σώθηκε και η ποιότητα της ζωής μου, μετά από ένα μακρύ και δύσκολο αγώνα, αποκαταστάθηκε.

Δεν μπορώ να αντιληφθώ το χάσμα μεταξύ αυτού που δόθηκε σε εμένα και αυτό που πάρθηκε σε εκείνους τους νέους ανθρώπους στη Ναζιστική Γερμανία. Αλλά, ως κάποιος με ψυχική ασθένεια του οποίου η ζωή ήταν σε αναμονή για μεγάλο διάστημα, και εγώ βίωσα τι είναι να κουβαλάς μια ταμπέλα – αν και με πολύ λιγότερο ακραίο τρόπο. Ήξερα πως η κοινωνία με έβλεπε ως «άλλη» και κουβαλούσα αυτό το συναίσθημα πάνω μου για πολύ καιρό: ήμουν «ασταθής», «τρελή»,  «βλαμμένη» ή «πειραγμένη». Έγινα αυτές οι ταμπέλες για κάποιο διάστημα, εσωτερίκευσα τα ισχυρά στίγματα και προσκολλήθηκα πάνω τους. Ένοιωθα ντροπή για τη κατάσταση μου – άχρηστη, σαν χαλασμένο πράγμα. Φανταζόμουν πως δε θα ήμουν ποτέ ικανή να έχω πρόσβαση σε «κανονική» ζωή, το κόσμο των «φυσιολογικών», υγιώς σκεπτόμενων ανθρώπων. Φοβόμουν πως η ασθένεια μου ήταν πολύ τρομακτική και αποκρουστική. Ένοιωθα ιδιαίτερα αποκομμένη, κλεισμένη σε ένα είδος μαντριού που πίστευα πως θα έπρεπε να ζήσω για πάντα με τους όμοιους μου.

Πολλοί άνθρωποι δεν καταλάβαιναν την ασθένεια μου και φοβόντουσαν. Ή με έβλεπαν σαν μια νευρική, χειριστική ή ιδιότροπη νεαρή που είχε εμμονή με τη δίαιτα, που με τον εγωισμό της αναστάτωνε την οικογένεια της, ανακατεύοντας τους πάντες γύρω της και σπαταλούσε πολύτιμους πόρους. Έπρεπε να «συνέρθω» – τι θα γίνει με αυτούς που έχουν «πραγματικά» προβλήματα υγείας; Κάθε φορά που πήγαινα στο γκισέ της πρόνοιας, παλεύοντας ακόμη με βαριά προβλήματα ψυχικής υγείας, φανταζόμουν επικριτικά βλέμματα ή αποδοκιμασία και υποψία από το άτομο που με εξυπηρετούσε στο γκισέ.

Αυτές τις μέρες, με ένα ευρύτερο οπτικό πεδίο που μου χάρισε το πέρασμα του χρόνου, η πίστη στην δική μου ψυχική υγεία, και πολλά χρόνια εργασίας με ευάλωτους ενήλικες, απέκτησα την ικανότητα να συλλογίζομαι πάνω στο κοινωνικό φαινόμενο της κατηγοριοποίησης και της «εξαίρεσης». Πιστεύω ένθερμα στη σημασία των θετικών εικόνων από αυτούς με θέματα ψυχικής υγείας, αναπηρίες ή μαθησιακές δυσκολίες. Είναι ζωτικής σημασίας να είμαστε σε επιφυλακή όσον αφορά τις λέξεις που επιλέγουμε να χαρακτηρίσουν ομάδες ανθρώπων και να είμαστε προσεκτικοί πως αυτές οι λέξεις χρησιμοποιούνται από τα μέσα και τη κυβέρνηση.

Η γλώσσα έχει τη δύναμη να μειώσει, να αποκτηνώσει και να καταστρέψει – όπως συνέβη με χιλιάδες στη Ναζιστική Γερμανία. Δεν λέω πως θα υπάρξει επανάληψη των ναζιστικών κλινικών εκτέλεσης, αλλά ούτε και κάνω τη σύγκριση με ευκολία. Αυτό που συνέβη τότε ήταν μια ακραία περίπτωσης εξαίρεσης. Η ανθρώπινη ιδιότητα των δολοφονημένων ατόμων παραβλέφθηκε πλήρως, ο ορισμός του «κανονικού» έγινε πιο στενός με τη πάροδο του χρόνου και ένα αρνητικό επίθετο τοποθετήθηκε πάνω σε όποιον δεν χωρούσε στο καλούπι.

Σε μικρότερη κλίμακα, βλέπω αυτό το στένεμα και την άρνηση της ανθρώπινης ιδιότητας να συμβαίνει τώρα μέσα από τις ταμπέλες στα μέσα. Οι ανάπηροι ή οι ψυχικά ασθενείς χρησιμοποιούνται ως αποδιοπομπαίοι τράγοι, οι εικόνες παραμορφώνονται, και το αποτέλεσμα είναι η ομογενοποίηση, η δαιμονοποίηση και το κατατρεγμό ολόκληρων κομματιών του πληθυσμού.

Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ ο διάλογος για τον έλεγχο των όπλων, τα βίαια εγκλήματα με όπλα (όπως οι μαζικές δολοφονίες) στον αποσβολωτικό απόηχο τέτοιων τραγωδιών, αποδίδονται σε ψυχική ασθένεια ξανά και ξανά, η έκκληση για καλύτερο έλεγχο της ψυχικής υγείας για την απόκτηση όπλου ή καλύτερη ψυχική φροντίδα γενικά, αφήνει να εννοηθεί άμεση σύνδεση μεταξύ ψυχικής υγείας και μαζικής βίας. Τα μέσα απομακρύνουν την προσοχή από εναλλακτικές λύσεις, όπως ο περιορισμός της πρόσβασης σε όπλα για όλους. Όταν βρισκόμαστε απέναντι σε ένα τρομακτικό, ανεξήγητο έγκλημα όπως οι δολοφονίες σε σχολείο, είναι κατανοητό ως ένα βαθμό να σκεφτόμαστε την ψυχική ασθένεια ως εξήγηση. Λίγοι όμως από εκείνους που προβαίνουν σε βία είναι στη πραγματικότητα ψυχικά ασθενείς. Με το να είναι όμως ο «άλλος», είναι εύκολος στόχος. Για εκείνους που παλεύουν με την ψυχική τους υγεία, το διαρκές στίγμα είναι ανυπέρβλητος φραγμός μεταξύ των ίδιων και των άλλων ανθρώπων, και μπορεί να τους αποτρέψει από το να αναζητήσουν θεραπεία.

Οι περικοπές λόγω λιτότητας στα επιδόματα αναπηρίας και στις παροχές ψυχικής υγείας στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι επίσης σχετικές [με την εξαίρεση], το αφήγημα είναι πως τα μέτρα θα δώσουν κίνητρο σε αυτή την ομάδα ανθρώπων να ξαναμπούν στην αγορά εργασίας. Λες και αυτό που λείπει από τους δικαιούχους είναι το κίνητρο! Αν το συνδυάσετε με τη συνεχή χρήση από τα μέσα του ΗΒ όρων «φυγόπονοι», «τζαμπατζήδες», «τεμπέληδες», «αλήτες», «κλέφτες επιδομάτων» ή «απατεώνες», τότε έχουμε μια σοβαρή διαστρέβλωση της δημόσιας αντίληψης και αυξημένη εχθρικότητα. Αυτοί που δεν μπορούν να εργαστούν λόγω μακροχρόνιας ασθένειας, αναπηριών ή προβλήματα ψυχικής υγείας έχουν μιλήσει για τον αγώνα τους να ανταπεξέλθουν οικονομικά, για τα συναισθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης τους. Υπάρχει θυμός, η εικόνα τους έχει διαστρεβλωθεί. Έχουν υπάρξει αυτοκτονίες. Η οργάνωση Άτομα με Αναπηρία Ενάντια στις Περικοπές (Disabled People Against Cuts, DPAC) και άλλοι υιοθέτησαν το ανεστραμμένο μαύρο τρίγωνο ως σύμβολό τους, κάνοντας αναφορά στο σήμα της ναζιστικής περιόδου που ράβονταν πάνω στη στολή των στρατοπέδων εργασίας σε όσους χαρακτηρίζονταν «ακοινωνικοί» ή «Arbeitsscheu» («φυγόπονοι»). Δεν πέρασαν απαρατήρητες από την DPAC οι αναλογίες με το σήμερα και αγωνίζονται με πάθος ενάντια στη τάση αυτή.

Η Jean Rhys στη Καυτή Θάλασσα των Σαργασσών γράφει «Όταν έρχονται μπελάδες, συμπτύξτε τις γραμμές». Και οι μπελάδες πράγματι ήρθαν, καθώς τα πράγματα δυσκόλεψαν οικονομικά, ακολούθησε η άνοδος της ακροδεξιάς. Όπως όμως εξερευνά η Rhys στο βιβλίο της, τι συμβαίνει αν δεν ανήκεις στις γραμμές αυτές; Τι γίνεται αν είσαι από τους «άλλους»; Τότε αιωρείται μια απειλή. Πιάνω τον εαυτό μου να αισθάνεται ευγνωμοσύνη που δεν αρρωσταίνω τώρα, που δεν έχω ανάγκη βοήθεια τώρα, που δεν είμαι στην ουρά της πρόνοιας τώρα, να έχω να παλέψω τόσο πολύ περισσότερο για να αποδείξω την αξία μου. Νοιώθω επίσης ευγνωμοσύνη που ο θείος μου έζησε τη ζωή του, τότε που την έζησε, ξεπερνώντας το πρώτο μεγάλο κίνδυνο, και πεθαίνοντας σε μεγάλη ηλικία, έχοντας την αποδοχή της κοινότητάς του, έχοντας την εκτίμηση που αξίζει σε κάθε άνθρωπο, και με φροντίδα. Ήταν ευτυχισμένος και ανεξάρτητος, ήταν γνωστός, αγαπητός και τον εκτιμούσαν. Ήταν ασφαλής.

 

Σύνδεσμος: Ο Πόλεμος Κατά των «Κατώτερων» (γερμανικά/αγγλικά)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s