Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα LitHub. H Lisa Levy είναι αρθρογράφος, κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε μέσα όπως το Salon, Pacific Standard, Slate κλπ. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

 

 

Μας αρέσει να διαβάζουμε για φανταστικούς βιασμούς; Μια θετική απάντηση θα ήταν αισχρή και ηδονοβλεπτική, είναι όμως τόσο κοινότυπη φαντασία στη κουλτούρα μας που ούτε η απάντηση με ένα κατηγορηματικό όχι μπορεί να είναι σωστή. Αδιέξοδα όμως σαν και αυτό, είναι που κάνουν την επιβίωση μέσα στη κουλτούρα του βιασμού τόσο περίπλοκη. Η υπόθεση πως όντως μας αρέσει επιβεβαιώνει τους φόβους για τις πιο χυδαίες παρορμήσεις μας, πως εμείς (ή πολλοί από εμάς) βρίσκουν ευχαρίστηση στη βία σε κάποιο πρωτόγονο επίπεδο. Είναι άσχημο νέο για να γίνει δεκτό, ειδικά για τις γυναίκες, που ξέρουμε πως διαβάζουν για διασκέδαση περισσότερο από τους άνδρες όμοιους τους.  Στους αναγνώστες των νουάρ όμως μοιάζει απόλυτα λογικό, που καταλαβαίνει την ακαταμάχητη έλξη προς το άσχημο. Ακόμη και εγώ έχω τα όρια μου, και διαβάζω αρκετά σκοτεινά πράγματα. Προσπερνάω τα βιβλία του Jo Nesbø, που επίσης θαυμάζω για την ψυχολογική του ματιά και το φυσικό τρόπο με τον οποίο χτίζει την αγωνία, γιατί τον βρίσκω πολύ βίαια προς τις γυναίκες. Επίσης προσπερνάω τα βιβλία του Pierre Lemaitre και του M.J. Arlidge γιατί μου γυρίζουν το στομάχι.

Το να υποθέτεις πως ίσως μας αρέσει να διαβάζουμε για το βιασμό δεν συσχετίζει με κανένα τρόπο τις βίαιες φαντασιώσεις με τις επιθυμίες της πραγματικής ζωής. Το να διαβάζεις ένα βιασμό με ευκολία εμπνέει μια σειρά από μαγικές σκέψεις, πως αν τον βιώσουμε έμμεσα αποκτάμε προστασία από το να συμβεί σε εμάς. Συμβαίνει όμως σε εμάς, με συνταρακτικούς ρυθμούς: σε μια έκθεση από το 2014, το CDC (Center of Disease Control) υπολόγιζε πως μια στις πέντε γυναίκες στην Αμερική θα βιαστεί. Και η κουλτούρα του βιασμού το διευκολύνει και το αντανακλά.

Ας ορίσουμε τη κουλτούρα του βιασμού για αυτούς που είναι μπερδεμένοι γύρω από τον ορισμό της. Στο βιβλίο της Asking for It: The Alarming Rise of Rape Culture—and What We Can Do About It, η Kate Harding το 2015 γράφει:

«Είναι μια κουλτούρα που επιβραβεύει τους άνδρες επειδή πηδάνε όσο πιο πολύ ανώνυμο μουνί είναι δυνατόν, ενώ καταδικάζει τις γυναίκες που εκδηλώνουν όποιες ελάχιστες σεξουαλικές επιθυμίες. Μια κουλτούρα στην οποία οι υποτιθέμενοι φίλοι μιας νεαρής γυναίκας θα την βιντεοσκοπήσουν ενώ βιάζεται και μετά θα χρησιμοποιήσουν το βίντεο για δείξουν πως είναι «πουτάνα».  Μια κουλτούρα μέσα στην οποία τα περισσότερα θύματα σεξουαλικής επίθεσης και βιασμού δεν το καταγγέλουν ποτέ επειδή φοβούνται πως δεν θα γίνουν πιστευτά – και ξέρουν πως ακόμη και αν γίνουν πιστευτά το πιθανό είναι πως θα εξευτελιστούν και παρενοχληθούν, θα κατηγορηθούν και θα ντροπιαστούν, μέσα από μια νομική διαδικασία που στο τέλος δεν οδηγεί πουθενά».

Η Harding συνεχίζει παραθέτοντας από ένα παλιότερο βιβλίο, Transforming a Rape Culture (1993), για να κάνει μια τολμηρή καθολική δήλωση: «Στη κουλτούρα του βιασμού, οι γυναίκες βιώνουν ένα συνεχές από επαπειλούμενες παρενοχλήσεις που το εύρος τους ξεκινά από σεξουαλικά σχόλια, στο σεξουαλικό άγγιγμα, φτάνοντας στον ίδιο το βιασμό. Μια κουλούρα βιασμού επιτρέπει τη φυσική και ψυχολογική τρομοκρατία εναντίον των γυναικών και τη παρουσιάζει ως φυσιολογικό».

Χτίζοντας πάνω σε αυτό που λέει η Harding, η κουλτούρα του βιασμού υπάρχει παντού στην αστυνομική λογοτεχνία. Υπάρχει σε κάθε αγνοούμενο κορίτσι ή γυναίκα. Υπάρχει σε κάθε γυναίκα αστυνομικό πρωταγωνίστρια που παραμερίζεται ή αμφισβητείται από τους συνεργάτες ή τους ανωτέρους της. Είναι σε κάθε μυθιστόρημα με ντετέκτιβ που έχει μια γυναίκα στο επίκεντρο της, καθώς διαπραγματεύεται με ένα σεξουαλικά εχθρικό σύμπαν για να κάνει τη δουλειά της. Έτσι δεν υπάρχει μόνο στα βιβλία γύρω από ένα βιασμό, αν και εδώ θα επικεντρωθώ σε αυτά. Αν η αστυνομική λογοτεχνία είναι καθρέφτης της κοινωνίας που δείχνει τους βαθύτερους και τους πιο αρχέγονους φόβους μας, και πιστεύω πως είναι,  τότε η κουλτούρα του βιασμού είναι ένας από αυτούς τους φόβους, διακηρυγμένος με έμφαση σε μυθιστορήματα για άνδρες που κακοποιούν γυναίκες (σεξουαλικά ή αλλιώς). Υπονοείται και σε πολλά, πολλά άλλα μυθιστορήματα, όπου οι γυναίκες δυσφημούνται, παραμερίζονται, αγνοούνται, αντικειμενοποιούνται, αγγίζονται και κακοποιούνται λεκτικά.

Όταν άρχισα να αναζητώ τη κουλτούρα βιασμού στην αστυνομική λογοτεχνία, την βρήκα παντού. Για να δώσω ένα δημοφιλές παράδειγμα, δεν είναι σύμπτωση πως ο αρχικός τίτλος Του Κοριτσιού με το Τατουάζ στα Σουηδικά μεταφράζεται ως Ο Άνδρας που Μισούσε τις Γυναίκες. Ένα από τα κύρια σημεία της σειράς είναι η επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση της ηρωίδας Lisbeth Salander στα χέρια ανδρών, συμπεριλαμβανομένων του πατέρα και του διορισμένου από το δικαστήριο κηδεμόνα της, που την βίασε επανειλημμένα όταν ήταν παιδί σε ίδρυμα.

Καθώς η επίγνωση της κουλτούρας του βιασμού μεγαλώνει και γυναίκες συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας συνεχίζουν να γράφουν, έχουμε τη τέλεια συνταγή για περισσότερα βιβλία που σχετίζονται με το βιασμό και τη κουλτούρα του βιασμού. Για να πάρουμε το δεύτερο πιο δημοφιλές βιβλίο αστυνομικής λογοτεχνίας της περασμένης δεκαετίας (μετά τη παγκόσμια επιτυχία του Κοριτσιού με το Τατουάζ), Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε της Gillian Flynn, παίζει με τα ρίζες της κουλτούρας του βιασμού. Η πονηρή και έξυπνη ηρωίδα της, η Amy, ξέρει πως να χρησιμοποιήσει τη κουλτούρα του βιασμού προς όφελός της. Για να πάρουμε ένα από τα πιο συ ζητημένα αποσπάσματα του βιβλίου, η περιγραφή της του Τέλειου Κοριτσιού:

«Εκείνη τη νύχτα στο πάρτι στο Μπρούκλιν, έπαιζα το κορίτσι που είναι μέσα στη μόδα, το κορίτσι που ένας άνδρας όπως ο Nick θέλει: το Τέλειο Κορίτσι. Οι το λένε πάντα ως την απόλυτη φιλοφρόνηση, έτσι δεν είναι; Αυτή είναι το τέλειο κορίτσι. Το να είμαι το Τέλειο Κορίτσι σημαίνει να είμαι όμορφη, έξυπνη, και ευχάριστη γυναίκα που λατρεύει το ποδόσφαιρο, το πόκερ, τα βρώμικα αστεία, και το ρέψιμο, που παίζει βιντεοπαιχνίδια, πίνει φτηνή μπύρα, της αρέσουν οι παρτούζες και το πρωκτικό σεξ, και χώνει λουκάνικα και χάμπουργκερ στο στόμα της σαν να φιλοξενεί το μεγαλύτερο γευστική όργιο του κόσμου και ενώ παραμένει λεπτή, γιατί τα Τέλεια Κορίτσια είναι πάνω απ’ όλα όμορφα. Όμορφα και με κατανόηση. Τα Τέλεια Κορίτσια δε θυμώνουν ποτέ, χαμογελάνε μόνο με ένα στεναχωρημένο, στοργικό τρόπο και αφήνουν τους άντρες τους να κάνουν ότι θέλουν. Εμπρός, χέσε με, δε με νοιάζει, είμαι το Τέλειο Κορίτσι. Οι άνδρες νομίζουν πως πράγματι αυτό το κορίτσι υπάρχει. Ίσως να ξεγελιόνται γιατί τόσες πολλές γυναίκες είναι πρόθυμε να προσποιηθούν πως είναι αυτό το κορίτσι».

Το τέλειο κορίτσι ρεύεται και της αρέσουν οι παρτούζες. Δεν προσβάλλεται ποτέ, όπως η τυπική ψυχρή φεμινίστρια όταν κάποιος κάνει ένα αστείο για βιασμό. Όχι, γελάει, ή συμφωνεί, και σύμφωνα με τον ορισμό της Harding, είναι πολύ πρόθυμη να επικρίνει άλλες γυναίκες για τη σεξουαλική τους συμπεριφορά.

Στο μυθιστόρημα της Jessica Knoll του 2015, The Luckiest Girl Alive, η ηρωίδα μας, Ani (υποκοριστικό του πιο φτηνιάρικου TifAni), είναι ένα πρωτοτυπικό τέλειο κορίτσι. Όταν βιάζεται από τρία από τα πιο δημοφιλή αγόρια στο καινούριο, υψηλού κύρους, ιδιωτικό της σχολείο, δεν το καταγγέλλει. Είναι ψυχικά τραυματισμένη, αλλά με ανεπτυγμένη κοινωνική επίγνωση για να επιτρέψει στον ομαδικό βιασμό της να μπει στη μέση της επιθυμίας της για μια θέση στο τραπέζι με τα δημοφιλή παιδιά. Όταν η Knoll αποκάλυψε την επόμενη χρονιά από την έκδοση του βιβλίου της, πως και η ίδια ήταν θύμα ομαδικού βιασμού στο λύκειο, περιέγραψε πόσο αδύναμη την έκανε να νοιώσει:

«Φοβάμαι πως οι άνθρωποι δε θα πουν αυτό που μου συνέβη βιασμό, γιατί για ένα πολύ μεγάλο διάστημα κανένας δε το έκανε. Όμως καθώς ετοιμάζομαι για την περιοδεία για τη προώθηση του βιβλίου μου, και προετοιμάζομαι για τις γυναίκες που θα με ρωτήσουν, με νευρικό, γενναίο τόνο, τι εννοώ με την αφιέρωση Τι ξέρω εγώ;, φτάνω σε μια απλή, δυνατή ανακάλυψη: όλοι το λένε βιασμό πλέον. Δεν υπάρχι λόγος να σκύβω το κεφάλι. Δεν υπάρχει λόγος να μη πω τι ξέρω».

Η αφιέρωση που αναφέρει η Knoll πιο πάνω είναι αυτή στο βιβλίο, που λέει: «Σε όλες τις TifAni FaNelli του κόσμου, ξέρω». Η εξομολογούμενη την πραγματική της έμπνευση, η Knoll αναγκάζεται να παλέψει με τη θυματοποίηση της. Η δική της εμπειρία στο σχολείο ήταν όταν τρία αγόρια έκαναν σεξ μαζί της ο ένας μετά τον άλλο. Στο βιβλίο της η Ani έχει ένα αρραβωνιαστικό, τον Luke, που δεν αντέχει να την ακούει να μιλάει για το τι της συνέβη (ο υπαινιγμός είναι πως την κάνει τσούλα στα μάτια του). Στην πραγματική ζωή, το να μιλήσει η Knoll είναι ένα τεράστιο βήμα μπροστά. Όπως το hashtag #metoo, είναι μια επιβεβαίωση πως ναι, συνέβη, και συνέβη και σε άλλους ανθρώπους, και θα συνεχίσει να συμβαίνει μέχρι να αλλάξουμε αυτή τη κουλτούρα βιασμού από το πυρήνα της.

Πως χειρίστηκαν το βιασμό άλλα πρόσφατα βιβλία αστυνομικής λογοτεχνίας; Το Breath of Scandal της Sandra Brown του 1991, είναι ένα τυπικό θρίλερ με ένα βιασμό στο επίκεντρο της πλοκής του. Η Jade Sperry πέφτει θύμα βιασμού από τρία αγόρια επιφανών οικογενειών όσο πηγαίνει στο λύκειο. Η μητέρα και η καλύτερη φίλη της δεν την πιστεύουν, και δεν το καταγγέλλει ποτέ στην αστυνομία γιατί ο σερίφης είναι ο πατέρας ενός από τα αγόρια. Το υπόλοιπο βιβλίο είναι μια περίτεχνη ιστορία εκδίκησης εναντίον των βιαστών της, ιδιαίτερα προς τον Neal Patchett, που είναι από την πλουσιότερη και ισχυρότερη οικογένεια στην μικρή πόλη της Νότιας Καρολίνα. Το Breath of Scandal έχει στοιχεία σαπουνόπερας, περιλαμβανόμενου ότι η Jade ερωτεύεται έναν άνδρα που ειλικρινά θέλει να τη βοηθήσει να θεραπευτεί από το βιασμό της.

Πιο ωμό από το βιβλίο της brown είναι αυτό της Wendy Walker, All Is Not Forgotten του 2016, που επίσης περιστρέφεται γύρω από ένα κορίτσι λυκείου, τη Jenny Krammer, που βιάζεται στην πλούσια πόλη της στο Κονέκτικατ. Αυτός όμως είναι πιο παράξενος βιασμός όμως: δέχεται επίθεση στο δάσος στη διάρκεια ενός πάρτι, και ο βιαστής πάει ένα βήμα παραπέρα, αφαιρώντας ένα κομμάτι από τη πλάτη της. Οι γονείς της συμφωνούν να λάβει μια πειραματική θεραπεία που θα σβήσει την ανάμνηση εκείνης της νύχτας, αντί να τη βοηθήσει όμως να θεραπευτεί, οι καταπιεσμένες αναμνήσεις τη στοιχειώνουν και κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Έτσι αρχίζει να βλέπει ένα ψυχοθεραπευτή, που παραδόξως είναι ο αφηγητής του βιβλίου. Παρακολουθεί και τους γονείς της , τη Charlotte (που έχει τη δική της ιστορία σεξουαλικής κακοποίησης στα χέρια του θετού πατέρα της) και τον Tom, ώστε να είναι σε θέση να καταγράφει τη πρόοδο της Jenny και τη προσπάθεια της οικογένειας να αναρρώσει. Η παράξενη επιλογή του αφηγητή κάνει το βιβλίο να μοιάζει ηδονοβλεπτικό και λίγο βρώμικο: ένας ψυχίατρος δεν πρέπει να αποκαλύπτει τόσα πολλά για το τι συμβαίνει στο γραφείο του, και συχνά κάνει σχόλια που είναι λιγότερο από επαγγελματικά, ιδιαίτερα όταν ο γιος του γίνεται πιθανός ύποπτος στο έγκλημα. Αυτό που αναδεικνύεται εδώ είναι πως η κουλτούρα βιασμού έχει ποτίσει ακόμα και τους μηχανισμούς που χρησιμεύουν για να βοηθήσουν τα θύματα: για να θεραπεύσει τον εαυτό της, η Jenny πρέπει να θυμηθεί, πρέπει να πει την ιστορία της ξανά και ξανά μέχρι να βρει κάποιο νόημα.

Υπάρχει ένα πρόβλημα στο τόνο του All Is Not Forgotten, που εντοπίζεται κυρίως στη παράδοξη επιλογή του αφηγητή, που παρουσιάζεται κάποιες στιγμές σαν υστερικός και μισογύνης. Άλλοι συγγραφείς κάνουν καλύτερη δουλειά γράφοντας από την οπτική βίαιων ανδρών μπολιασμένους με τη κουλτούρα του βιασμού. βασικά παραδείγματα είναι το You και το Hidden Bodies της Caroline Kepnes, της οποίας τα βιβλία  έχουν αφηγητή ένα άνδρα βουτηγμένο στη κουλούρα βιασμού. Η Val McDermid καταφέρνει ένα παρόμοιο επίτευγμα στο Splinter the Silence, της οποίας ο κακός είναι ένας άνδρας που τρολλάρει γυναίκες που μιλάνε στο διαδίκτυο και μετά τις σκοτώνει, κάνοντας τη σκηνή τη εγκλήματος να μοιάζει σαν αυτές των αυτοκτονιών διάσημων γυναικών συγγραφέων (ένα κεφάλι στο φούρνο για την Sylvia Plath κλπ). Το Someone Els’s Skin της Sarah Hilary για γυναίκες σε ένα άσυλο, που έχουν ξεφύγει βίαιη οικιακή κακοποίηση, κάνρι επίσης θαυμάσια δουλειά στο να διηγείται μέσα από τη κουλτούρα βιασμού. (Ειλικρινά, το πιο τρομακτικό και ωμό βιβλίο που διάβασα στην έρευνα μου για αυτό το δοκίμιο ήταν το πρώτο τρίτο του The Game του Neil Strauss, ένας οδηγός για το πως να την πέφτεις σε γκόμενες ή τουλάχιστον να τις απομονώνεις και είτε να τις φιλάς ή να παίρνεις το τηλέφωνό τους, η αφήγηση στο The Game είναι ουσιαστικά ενός αρπακτικού: οι γυναίκες είναι τρόπαια προς συλλογή και χρήση, μόλις ο νεοφώτιστος μάθει το παιχνίδι. Αυτό όμως είναι θέμα για άλλο δοκίμιο).

Το πιο ρεαλιστικό βιβλίο για βιασμό που διάβασα ήταν το Dark Chapter της Winnie M. Li, που κυκλοφόρησε νωρίτερα φέτος (βασισμένο σε πραγματικό γεγονός). Το βυβλίο περιστρέφεται γύρω από το βιασμό της ηρωίδας, της Vivian, σε ένα πάρκο στο Μπέλφαστ. Η Li εναλλάσσει το τρίτο πρόσωπο αφήγησης μεταξύ της Vivian και του βιαστή της, ενός έφηβου Ταξιδιώτη (Traveler, κάτι σαν Ιρλανδός τσιγγάνος) με το όνομα Johnny. Ο βιασμός περιγράφεται αργά, καθώς στην αρχή η Vivian κάνει περίπατο μόνη της χαρούμενη πριν ο Johnny πιάσει κουβέντα μαζί της και στη συνέχεια τη βιάσει κολπικά και πρωκτικά, και επίσης την αναγκάσει να σε στοματικό σεξ. Η Vivian είναι έξυπνη και πάει κατευθείαν στην αστυνομία, κάνει τεστ βιολογικού υλικού, και καταγράφονται τα τραύματα της. Αυτό αποδεικνύεται ιδιαίτερα σημαντικό όταν η υπόθεση φτάνει στο δικαστήριο, όπου η υπεράσπιση του Johnny είναι το κλισέ επιχείρημα, πως το ήθελε η ίδια. Γιατί αλλιώς μια όμορφη γυναίκα να είναι μόνη στο μονοπάτι και να πιάσει κουβέντα μαζί του; Το βιβλίο μας πάει από το γεγονός στη δίκη όπου ο Johnny καταδικάζεται, και στο τέλος υπάρχει το αισιόδοξο τμήμα στο τέλος που η Vivian αρχίζει να κάνει περιπάτους μόνη της ξανά. Δεν θα επιτρέψει στο βιασμό της να την καθορίσει, ή να μπει εμπόδιο στο να απολαύσει τη ζωή. Το βιβλίο της Li ήταν το πιο ικανοποιητικό από όλα όσα διάβασα, καθώς δίνει όλες τις τρομακτικές λεπτομέρειες της επίθεσης στη Vivian, από την εμπειρία της καταγγελίας, μέσα από τη κατάθλιψή της καθώς αντιμετωπίζει τα επακόλουθα του τραύματος της, και την δικαίωση της τελικά τόσο νομικά και στην ανάκτηση της παλιάς της πίστης πως ο κόσμος είναι ασφαλής, πως κάθε άνδρας δεν είναι πιθανός βιαστής.

Ακόμη και αφού διάβασα αυτά και άλλα βιβλία για βιασμό, με στοιχειώνει ιδιαίτερα μια σκηνή στο βιβλίο της Jane Casey, The Kill του 2014, που η πρωταγωνίστρια η ντετέκτιβ Maeve Kerrigan, είναι παγιδευμένη σε μια οικοδομή:

«Ήταν λάθος: Το ήξερα αμέσως. Δεν ήταν μόνο μια σκιά στη σκάλα, ήταν τέσσερις. Δεν πρόλαβα να μισανοίξω τη πόρτα όταν ένας από αυτούς την άρπαξε και την και την έσπρωξε βίαια προς το τοίχο. Ένας άλλος πήγε να κλείσει το διάδρομο που ήταν η διαδρομή της διαφυγής μου. Οι άλλοι δυο κινήθηκαν προς εμένα, ένας γλιστρώντας στη κουπαστή της σκάλας και πηδώντας στο τέλος της, ο άλλος χαμηλά στο έδαφος».

Η Kerrigan δραπετεύει, γιατί ο συνεργάτης της φτάνει στο παραπέντε. Σκέφτομαι όμως αυτή τη στιγμή συνέχεια, και επαναλαμβάνεται στο βιβλίο (και στο επόμενο στη σειρά). Είναι τα παρ’ ολίγο που υποτιμάμε εκείνη τη στιγμή αλλά μένουν, τα αν όμως; Είναι ενδημικά και στη κουλτούρα του βιασμού: όσο οι άνδρες θα χρησιμοποιούν τη φυσική τους δύναμη να εκφοβίζουν (όπως και να κακοποιούν) γυναίκες, θα είμαστε όλοι πιασμένοι στην αρπαγή της. Είναι μια τρομερή, σκληρή συνειδητοποίηση για τα βιβλία και για τη ζωή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s