Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα LitHub. Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο Operation Caesar: At the Heart of the Syrian Death Machine (Polity Books, 2018). Η Garance Le Caisne είναι ανεξάρτητη δημοσιογράφος και συγγραφέας, κάλυψε την Αραβική Άνοιξη και ταξιδεύει συχνά στη Συρία, άρθρα της έχουν δημοσιευτεί μεταξύ άλλων σε The Guardian, Le Journal du Dimanche και L’Obs. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Προειδοποίηση περιεχομένου: ακραία βία, βασανιστήρια

 

Ceasar

 

Είμαι ο Ceasar. Δούλευα για το Συριακό καθεστώς. Ήμουν φωτογράφος για τη στρατιωτική αστυνομία στη Δαμασκό. Θα περιγράψω τη δουλειά μου πριν την Επανάσταση και στη διάρκεια των δυο πρώτων χρόνων της Επανάστασης. Δεν μπορώ να τα συμπεριλάβω όλα, γιατί φοβάμαι πως το καθεστώς μπορεί να είναι σε θέση να με αναγνωρίσει από τις λεπτομέρειες που θα αποκαλύψω. Δραπέτευσα στην Ευρώπη. Φοβάμαι πως θα με βρουν και θα με εξοντώσουν, ή η οικογένεια μου θα υποστεί αντίποινα.

«Πριν την Επανάσταση, η δουλειά μου ήταν να βγάζω φωτογραφίες από σκηνές εγκλημάτων και ατυχημάτων που αφορούσαν το στρατό. Αυτές μπορούσαν να αφορούν αυτοκτονίες, πνιγμούς, τροχαία δυστυχήματα, πυρκαγιές. Στην στρατιωτική ιεραρχία η δουλειά μας γενικά περνούσε απαρατήρητη, δεν είχαμε σημασία στη πραγματικότητα.»

«Μια μέρα, ένας συνάδελφος μου είπε πως θα φωτογραφίζαμε τα πτώματα κάποιων πολιτών. Μόλις είχε επιστρέψει από την επαρχία της Ντεράα, που είχε φωτογραφίσει τα πτώματα διαδηλωτών: Ήταν τις πρώτες εβδομάδες της επανάστασης, το Μάρτιο ή τον Απρίλιο του 2011. Κλαίγοντας μου είπε: ‘Οι στρατιώτες βεβήλωσαν τα πτώματα. Τα ποδοπατούσαν με τα άρβυλά τους και φώναζαν «Πουτάνας γιοι!’»

«Ο συνάδελφός μου δεν ήθελε να ξαναπάει, φοβόταν. Όταν ήταν η σειρά μου να πάω, το είδα με τα μάτια μου. Οι αξιωματικοί τους περιέγραφαν ως «τρομοκράτες». Δεν ήταν όμως, ήταν απλά διαδηλωτές. Τα πτώματα φυλάσσονταν στο νεκροτομείο στο στρατιωτικό νοσοκομείο Τισρίν, ένα νοσοκομείο κοντά στο αρχηγείο της στρατιωτικής αστυνομίας.»

«Αρχικά, το όνομα του ατόμου ήταν τοποθετημένο στο σώμα. Μετά από λίγο, ίσως μερικές εβδομάδες ή ένα μήνα, τα πτώματα δεν είχαν ονόματα πλέον. Μόνο αριθμούς.»

«Όταν έφταναν στο νοσοκομείο, τα σώματα είχαν δυο αριθμούς πάνω τους. Αυτοί ήταν γραμμένοι σε κολλητική ταινία ή με μαρκαδόρο πάνω στο δέρμα, στο μέτωπο ή το στήθος τους. Η ταινία δεν ήταν καλής ποιότητας και συχνά έπεφτε. Ο πρώτος από τους αριθμούς, ήταν ο αριθμός του κρατούμενου, ο δεύτερος αφορούσε το κλάδο της υπηρεσίας πληροφοριών που ήταν κρατούμενος. Ο ιατροδικαστής έφτανε νωρίς το πρωί και θα τους έδινε έναν τρίτο, που αφορούσε την ιατροδικαστική του έκθεση. Έγραφε τον αριθμό σε ένα κομμάτι χαρτόνι. Αυτός ή οι υπηρεσίες ασφαλείας κρατούσαν το χαρτόνι δίπλα στο πτώμα και το φωτογραφίζαμε. Τα χέρια τους είναι που βλέπετε στις φωτογραφίες που έβγαλα έξω.»

«Οι ιατροδικαστές ήταν ανώτεροι μας. Δεν μας επιτρέπονταν να μιλάμε, πόσο μάλλον να κάνουμε ερωτήσεις. Όταν κάποιος από αυτούς μας έδινε μια διαταγή, έπρεπε να υπακούσουμε. Έλεγαν: ‘Φωτογράφισε αυτά τα πτώματα, αριθμός 1 έως 30, για παράδειγμα, μετά μπορείς να φύγεις.’»

«Τα πτώματα διαχωρίζονταν σύμφωνα με τους κλάδους. Για παράδειγμα, υπήρχε χώρος για το Κλάδο 215 της στρατιωτικής ασφάλειας. Ένας άλλος για την ασφάλεια της Πολεμικής Αεροπορίας. Αυτό το έκανε ευκολότερο να τραβήξουμε τις φωτογραφίες και να τις καταχωρίσουμε αργότερα.»

«Δεν το είχα ξαναδεί αυτό ποτέ πριν. Πριν την Επανάσταση, το καθεστώς θα βασάνιζε ανθρώπους για να αποσπάσουν πληροφορίες. Τώρα απλά τους βασάνιζαν μέχρι θανάτου. Είδα τα σημάδια από τα κεριά. Μια φορά είδα ένα στρογγυλό σημάδι που είχε γίνει από ένα ηλεκτρικό μάτι – από αυτά που χρησιμοποιούμε για να ζεστάνουμε τσάι – που είχε χρησιμοποιηθεί για να κάψουν το πρόσωπο και τα μαλλιά κάποιου. Κάποιοι άνθρωποι είχαν βαθιές πληγές από μαχαίρι, τα μάτια τους βγαλμένα, σπασμένα δόντια, σημάδια από μαστίγωμα με ηλεκτρικά καλώδια. Υπήρχαν μελανιές γεμάτες με πύον, σα να μην είχαν δεχτεί περιποίηση για πολύ καιρό και είχαν μολυνθεί. Μερικές φορές, τα σώματα ήταν καλυμμένα με αίμα, και το αίμα ήταν ακόμη φρέσκο. Αυτό σήμαινε πως είχαν πεθάνει πρόσφατα.»

«Έπρεπε να κάνω διαλλείματα για να μην αρχίσω να κλαίω. Πήγαινα και έριχνα νερό στο πρόσωπό μου. Στο σπίτι δεν ήμουν καλύτερα. Είχα αλλάξει. Συνήθως είμαι πολύ ήρεμος, αλλά θα εξοργιζόμουν με τους γονείς, τους αδελφούς μου, τις αδελφές μου. Ήμουν απλά τρομοκρατημένος. Τα πράγματα που είχα δει στη διάρκεια της ημέρας περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου. Μπορούσα να φανταστώ τους αδελφούς και τις αδελφές μου ως ένα από αυτά τα πτώματα. Με αρρώσταινε.»

 

Sami

 

Ένα βράδυ την άνοιξη του 2011, ο  Ceasar πήγε να δει το Sami. Ήταν πολύ αναστατωμένος. Στο σαλόνι του Sami ψιθύρισε:

«Πρέπει να σου πω για κάτι περίεργα πράγματα που συμβαίνουν στη δουλειά. Είδα πτώματα που είχαν βασανιστεί. Δεν πέθαναν από φυσικά αίτια. Και υπάρχουν όλο και περισσότερα από αυτά κάθε μέρα». Κλαίγοντας ο Ceasar εκλιπαρούσε: «Τι να κάνω;»

Οι οικογένειες του Ceasar και του Sami γνωρίζονταν μεταξύ τους για περισσότερο από 20 χρόνια. Στη Συρία όμως του Assad του Πρεσβύτερου και του Νεότερου υπάρχουν ορισμένα πράγματα για τα οποία δε μιλάς, πράγματα που δε τολμάς να κριτικάρεις ούτε ψιθυριστά στους φίλους και στην οικογένεια σου. Η λατρεία του προέδρου, η καταστολή όλων των πολιτικών αντιπάλων, η απόλυτη απουσία ελευθερίας, οι μυστικές υπηρεσίες, που παρακολουθούν κάθε λεπτομέρεια της ζωής των πολιτών, που ελέγχουν κάθε γωνιά της πόλης. Ένα λεκτικό παράπτωμα και μπορεί να καταλήξεις στη φυλακή.

Ο Sami ήταν μηχανικός στη Δαμασκό γνώριζε πως ο Ceasar ήταν διορισμένος σε ένα γραφείο της στρατιωτικής αστυνομίας που φωτογράφιζαν τροχαία ατυχήματα και θανάτους στρατιωτικών. Ο Sami δεν ενδιαφέρονταν ποτέ ιδιαίτερα. Μέχρι που ξαφνιάστηκε από την τελευταία αποκάλυψη δηλαδή.

Εκείνη τη χρονιά, μετά τη Τυνησία, την Αίγυπτο και τη Λιβύη, οι Σύριοι άρχισαν να απαιτούν την δική τους Αραβική άνοιξη. Δυο αρχικές διαδηλώσεις τον Φεβρουάριο και στις αρχές του Μαρτίου έφερε τη Δαμασκό σε θέση άμυνας. Ένα κάλεσμα για συμμετοχή στις διαδηλώσεις διαδόθηκε στο Facebook στις 15 Μαρτίου, και τρεις μέρες αργότερα στη Ντεράα, στον αγροτικό και νομαδικό νότο, που οι ελίτ των πόλεων κοιτάζουν αφ’ υψηλού, χιλιάδες ανθρώπων συγκεντρώθηκαν μπροστά στο μεγάλο τζαμί. Μερικές έρες νωρίτερα, παιδιά στη πόλη είχαν τολμήσει να γράψουν στους τείχους του σχολείου τους: «Οι άνθρωποι θέλουν τη πτώση του καθεστώτος». Συνελήφθησαν, βασανίστηκαν, ήταν εντελώς αγνώριστοι όταν επιστράφηκαν στους γονείς τους με την απόλυτη περιφρόνηση που ένοιωθαν οι μυστικές υπηρεσίες για ένα λαό πίστευαν υποταγμένο, αδαή και τσακισμένο από τα 45 χρόνια άσκησης αυθαίρετης εξουσίας.

Κάτι συνέβη όμως. Με ένα κουράγιο που σπάνια πίστευαν πως ήταν ακόμη ικανοί, οι Σύριοι βγήκαν στο δρόμο ειρηνικά ενάντια στις συλλήψεις και απαίτησαν μεταρρυθμίσεις. Η Ντεράα, κανονικά προπύργιο του κόμματος Μπαάθ, αποφάσισε πως δεν άντεχε άλλο να περιθωριοποιείται από τη Δαμασκό και να εξουσιάζεται από μια ολιγαρχία που κρατούσε όποιους ελάχιστους οικονομικούς πόρους  υπήρχαν στη περιοχή. Η διαδήλωση στις 18 Μαρτίου καταστάληκε μέσα σε μια ώρα, και τρεις νέοι άνθρωποι σκοτώθηκαν.

Αμέσως, άλλες ειρηνικές διαδηλώσεις ξέσπασαν σε όλη τη περιοχή και στην υπόλοιπη χώρα. Με τα συνθήματα δυνατά μέσα στα αυτιά τους, οι στρατιώτες χτύπησαν δυνατά. Οι περισσότεροι διαδηλωτές διαλύθηκαν, μερικοί όμως συνέχισαν. Στις ημέρες που ακολούθησαν, οι είσοδοι των τζαμιών είδαν την γρήγορη διαδοχή κηδειών μαρτύρων που είχαν σκοτωθεί, τα σώματα τυλιγμένα σε μια σημαία, μερικές φορές καλυμένα με λουλούδια, με ακόμη μεγαλύτερα πλήθη επαναστατών να φωνάζουν «Wahed, wahed!» («Ενωμένος, ο λαός είναι ενωμένος!»)

Οι Σύριοι άρχισαν να μιλάνε δημόσια, αψηφώντας το φόβο τους. Πολλοί θα σκοτώνονταν. Κατά χιλιάδες, αντίπαλοι του καθεστώτος αναρτούσαν βίντεο ειρηνικών συγκεντρώσεων στο διαδίκτυο. Λογαριασμοί στο YouTube και το Facebook κατακλύστηκαν με εκατοντάδες εικόνες που έδειχναν θύματα να σφαδάζουν στο πεζοδρόμιο, πατεράδες να κλαίνε πάνω από τους ματωμένους γιούς τους, μητέρες να θρηνούν. Λευκά σάβανα να μπαίνουν στο χώμα.

Η βιντεοσκόπηση ήταν για εκείνους που ζούσαν στην άλλη άκρη της χώρας. Να σπάσει η λογοκρισία. Να τιμηθούν όσοι σφαγιάστηκαν από το καθεστώς.

Τρεις δεκαετίες νωρίτερα, στη πόλη της Χάμα, 15000 με 25000 κάτοικοι δολοφονήθηκαν: εκτελέστηκαν μπροστά σε ένα τοίχο, λειώθηκαν από άρματα μάχης, σπρώχτηκαν από παράθυρα, δολοφονήθηκαν με την άφιξη τους στο νοσοκομείο. Γαζώθηκαν από πολυβόλα δίχως παρουσία μαρτύρων. Τσακισμένες ζωές, πολλοί δίχως τάφο, δίχως τελετές και ανάμνηση. Εξαφανίστηκαν. Το Φεβρουάριο του 1982 το καθεστώς ήθελε να καταστείλει μια εξέγερση των Αδελφών Μουσουλμάνων στη πόλη αυτή στο κέντρο της χώρας. Οι ελίτ δυνάμεις του Rifat al-Assad, αδελφού του Hafez al-Assad, του τότε προέδρου, οδήγησαν τη μάχη. Αρκετές εβδομάδες  συλλογικής τιμωρίας κατέστρεψε το ένα τρίτο της πόλης. Ούτε φωτογραφίες, ούτε βίντεο. Σιωπηλοί μάρτυρες, παραλυμένες οικογένειες. Ο ήχος των οβίδων όμως, είχε σπείρει το τρόμο σε ολόκληρη τη χώρα.

Για μεγάλο διάστημα στο λαβύρινθο της παλιάς πόλης της Χάμα ή γύρω από τα νέα ξενοδοχεία που είχαν χτιστεί πάνω από μαζικούς τάφους, οι κάτοικοι απέφευγαν να μιλάνε για αυτά τα γεγονότα. Οι αναμνήσεις ήταν σιωπηλές, ήταν όμως ακέραιες. Τον Οκτώβριο του 2014 στις Βρυξέλλες, μετά το τέλος μιας συνδιάσκεψης για το Χαλέπι, μια γυναίκα από τη Συρία, που είχε μεγαλώσει στη Χάμα, ξέσπασε σε δάκρυα καθώς αφηγήθηκε πως, ως μικρό κορίτσι, επέστρεψε ένα μήνα μετά τη σφαγή για να βρει μια πόλη φάντασμα και την οικογένεια της αποδεκατισμένη. Δεν μπορούσε να μιλήσει για αυτό για χρόνια. Ως τώρα, καλυμμένες από τις αναμνήσεις των δρόμων και των τζαμιών της Χάμα πριν την καταστροφή, η παιδική της αγωνία ξύπνησε.

 

Παιδικός φόβος, Ενήλικος τρόμος

 

Την εποχή των γεγονότων στη Χάμα, ο Sami ήταν ακόμη στο σχολείο. «Οι τρομοκράτες θα έρθουν και θα μας δολοφονήσουν στο σχολείο», του είπαν οι ενήλικες, αναφερόμενοι στους αδελφούς Μουσουλμάνους. Τα απογεύματα, οι δάσκαλοι οργάνωναν περιπολίες για να προστατέψουν τους ανθρώπους στη γειτονιά. Ο Sami είδε τους συμμαθητές του να εξαφανίζεται ο ένας μετά τον άλλο. Γιατί; Πώς; Καλύτερα να μη κάνεις πολλές ερωτήσεις. Τους είχαν συλλάβει οι μυστικές υπηρεσίες, κάποιοι επέστρεψαν. Άλλοι όχι, ‘όπως ο φίλος του, ένας καλός, εργατικός μαθητής, από τον οποίο ακόμη περιμένει νέα – 33 χρόνια μετά.

Ένα πρωί, μετά από ένα τραγούδι προς τιμή του προέδρου Hafez al Assad, ο διευθυντής ήρθε στο προαύλιο, περιτρυγισμένος από μπράβους των μυστικών υπηρεσιών. Ο Sami και οι συμμαθητές του, στη σειρά και έτοιμοι για να πάνε στο μάθημα Ισλαμικής Παιδείας, πάγωσαν. Ο δάσκαλός τους ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας, που οι μαθητές αγαπούσαν και σέβονταν. Οι ένοπλοι μπράβοι άρχισαν να τον προσβάλουν, απειλούσαν να βιάσουν τη γυναίκα του: «Θα μάθεις να πληρώνεις το τίμημα του να πηγαίνεις ενάντια στου ανωτέρους του», αλυχτούσαν. Και τον πήραν μακριά.

«Η σύλληψη του ήταν μια τρομακτική στιγμή, πιο τρομακτική από επώδυνη», θυμάται ο Sami. «Τον έβλεπα σαν ένα είδος πατέρα. Κατάλαβα πως δε ζούσαμε σε μια χώρα αλλά σε μια απέραντη φυλακή. Δεν ένιωθα ασφαλής πιά, δε μπορούσα να συγκεντρωθώ πια στις σπουδές μου. Μίλησα για αυτό στη μητέρα μου. Για να με προστατέψει, μου είπε να το ξεχάσω και να μη μιλήσω ποτέ για αυτό που συνέβη».

Είκοσι εννιά χρόνια αργότερα, κοιτώντας τις φωτογραφίες που είχε αντιγράψει ο Ceasar, ο Sami ξαναζούσε τους φόβους της νεανικής ηλικίας του. «Κατάλαβα πως υπήρχαν άνθρωποι που πέθαιναν σιωπηλά μέσα στις φυλακές. Ήταν στις μαύρες τρύπες του καθεστώτος». Υπήρχαν βασανιστήρια πριν την Επανάσταση. Άνθρωποι που έβγαιναν από τη φυλακή, μετά από είκοσι χρόνια αυθαίρετης κράτησης, έλεγαν ιστορίες για αυτά. Το καθεστώς χαιρόταν να βοηθά στο να διαδίδονται αυτές οι ιστορίες για να λειτουργούν ως προειδοποιήσεις, έτσι ώστε να μπορούν να σπείρουν το φόβο σε κάθε σπίτι, σε κάθε μυαλό.

Οι φωτογραφίες του Ceasar έδειχναν βασανιστήρια και θάνατο καταγεγραμμένα και καταχωρημένα από το καθεστώς. Αυτή τη φορά το κράτος το ίδιο έλεγε την ιστορία του τρόμου που επέβαλε. Τραβηγμένες στα μπουντρούμια των στρατιωτικών νοσοκομείων, οι εικόνες αυτές είναι αδιαμφισβήτητες αποδείξεις της βαρβαρότητας της εξουσίας. Αντίθετα με τα ερασιτεχνικά βίντεο, γεμάτα από συναίσθημα, που ακτιβιστές υπέρ της ελευθερίας τραβούσαν στους δρόμους των πόλεων, αυτά τα επίσημα έγραφα πάγωναν το αίμα.

Ο Ceasar ήθελε να παρατήσει τη δουλειά του και να φύγει. Ο Sami τον έπεισε να συνεχίσει, μιας και μόνο αυτός ήταν σε θέση να συγκεντρώσει αποδείξεις μέσα από το σύστημα. Υποσχέθηκε να τον στηρίξει και να σταθεί πλάι του, ότι και αν γινόταν. Οι δύο άνδρες αυτοί, πολύ διαφορετικοί με αρκετούς τρόπους, θα γινόντουσαν αχώριστοι. Για δυο χρόνια, με μεγάλο προσωπικό κίνδυνο, ο νεαρός φωτογράφος αντέγραψε χιλιάδες φωτογραφίες κρατούμενων, που μπορούν να βρεθούν τώρα στο διαδίκτυο, και κάποιες προβάλλονται σε ένα δωμάτιο στο Μουσείο του Ολοκαυτώματος στην Ουάσιγκτον. Ο Sami τον στήριζε σε καθημερινή βάση στη διάρκεια των δύο χρόνων. Τον στηρίζει ακόμη, κάπου στη Βόρεια Ευρώπη, που οι δυο άνδρες ζουν κρυμμένοι. Περιμένοντας για την νομική διαδικασία να ακολουθήσει τη πορεία της, δεν είναι σε θέση να αποκαλύψουν τις πραγματικές τους ταυτότητες ενώ το καθεστώς Assad παραμένει στη θέση του.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s