Το κείμενο αυτό είναι το περιεχόμενο διάλεξης της περιόδου 1966-67 της Hannah Arendt δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό The New England Review Vol 30, Issue 2, 2017 και αναδημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα LitHub. Με τον τίτλο The Freedom to be Free συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο Thinking Without a Banister, Essays in Understanding, Vol. 11 (Schocken Books, 2018). Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

 

Το θέμα μου σήμερα, φοβάμαι πως είναι σχεδόν αμήχανα επίκαιρο. Οι επαναστάσεις έχουν γίνει καθημερινά περιστατικά, με την πτώση του (ΣτΜ: της αποικιοκρατίας) ιμπεριαλισμού, πολλοί λαοί έχουν ξεσηκωθεί «για να πάρουν ανάμεσα στις δυνάμεις της γης, τη ξεχωριστή και ισότιμη θέση που τους εγγυώνται οι νομοί της φύσης και του θεού». Όπως ακριβώς το πιο μόνιμο αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής επέκτασης ήταν η διάδοση της ιδέας του έθνους κράτους στις τέσσερις γωνίες της γης, έτσι και το τέλος του ιμπεριαλισμού υπό τη πίεση του εθνικισμού έχει διαδώσει την ιδέα της επανάστασης σε ολόκληρο τον κόσμο.

Όλες αυτές οι επαναστάσεις, ανεξάρτητα από το πόσο βίαιη αντι-δυτική μπορεί να είναι η ρητορική τους, ακολουθούν τη παράδοση των δυτικών επαναστάσεων. Πριν την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, προηγήθηκε μια σειρά επαναστάσεων αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο στην ίδια την Ευρώπη. Από τότε, και εμφανέστερα μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τίποτα δεν φαίνεται πιο σίγουρο πέρα από μια επαναστατική αλλαγή στη μορφή κυβέρνησης, αντί μιας απλής αλλαγής της διοίκησης, θα ακολουθήσει μετά από την ήττα σε έναν πόλεμο μεταξύ των δυνάμεων που έχουν απομείνει – εκτός της περίπτωσης της ολικής καταστροφής. Είναι σημαντικό να σημειωθεί όμως ότι ακόμη και πριν από τις τεχνολογικές εξελίξεις, οι πόλεμοι μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων κυριολεκτικά ήταν αγώνας ζωής και θανάτου, ως εκ τούτου αυτοκαταστροφικοί, πολιτικά μιλώντας οι πόλεμοι είχαν γίνει ήδη θέμα ζωής και θανάτου. Δεν σημαίνει πως ήταν ο κανόνας, αλλά δηλώνει ότι οι πρωταγωνιστές των πολέμων είχαν αρχίσει να ενεργούν σα να συμμετέχουν σε εμφύλιους πολέμους. Οι μικροί πόλεμοι των τελευταίων 20 ετών – Κορέα, Αλγερία, Βιετνάμ – ήταν σαφώς εμφύλιοι πόλεμοι, στους οποίους αναμίχθηκαν οι μεγάλες δυνάμεις, είτε επειδή η επανάσταση απειλούσε την κυριαρχία τους είτε γιατί δημιουργούσε ένα επικίνδυνο κενό εξουσίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ήταν πλέον ο πόλεμος που επιτάχυνε την επανάσταση, η μετατόπιση του στόχου από το πόλεμο στην επανάσταση, σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά όχι πάντοτε, ακολουθήθηκε από στρατιωτική επέμβαση. Είναι σαν ήμαστε ξαφνικά πίσω στο 18ο αιώνα, όταν την Αμερικανική Επανάσταση ακολούθησε ένας πόλεμος ενάντια στην Αγγλία, και τη Γαλλική Επανάσταση ένας πόλεμος ενάντια στις συμμαχικές βασιλικές δυνάμεις της Ευρώπης.

Και πάλι, παρά τις πολύ διαφορετικές συνθήκες – τεχνολογικές και άλλες – οι στρατιωτικές επεμβάσεις μοιάζουν σχετικά άχρηστες μπροστά στο φαινόμενο. Ένας μεγάλος αριθμός επαναστάσεων κατά τη διάρκεια των τελευταίων διακοσίων χρόνων έληξαν στη καταστροφή τους, αλλά σχετικά λίγες διαδόθηκαν λόγω σωστής εφαρμογής των μέσων της βίας. Αντιθέτως, οι στρατιωτικές παρεμβάσεις, ακόμα και όταν είναι επιτυχείς, συχνά αποδεικνύονται εντυπωσιακά ανεπαρκείς στην αποκατάσταση της σταθερότητας και στην αναπλήρωση του κενού εξουσίας. Ακόμη και η νίκη φαίνεται ανίκανη να αποκαταστήσει τη σταθερότητα έναντι του χάους, την ακεραιότητα έναντι της διαφθοράς, την αρχή και την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση έναντι της αποσύνθεσης και της διάλυσης.

Η αποκατάσταση, η συνέπεια τη παρεμπόδισης μιας επανάστασης, παρέχει συνήθως όχι κάτι πολύ περισσότερο από μια λεπτή και αρκετά πρόχειρη κάλυψη κάτω από την οποία οι διαδικασίες της αποσύνθεσης συνεχίζουν ανεξέλεγκτες. Υπάρχει όμως από την άλλη, μια μεγάλη πιθανότητα για μελλοντική σταθερότητα, έμφυτη στους συνειδητά διαμορφωμένους νέους πολιτικούς οργανισμούς, των οποίων η Αμερικανική Δημοκρατία είναι το πρωταρχικό παράδειγμα, το κύριο πρόβλημα, φυσικά, είναι η σπανιότητα των επιτυχών επαναστάσεων. Ακόμα και στη σημερινή παγκόσμια κατάσταση, που καλώς ή κακώς, οι επαναστάσεις έχουν γίνει τα πιο σημαντικά και συχνά γεγονότα – και αυτό θα συνεχιστεί πιθανότατα για δεκαετίες ακόμη – δε θα ήταν μόνο πιο έξυπνο αλλά και πιο συνετό αν αντί του κομπασμού ότι είμαστε η ισχυρότερη δύναμη πάνω στη γη, θα έπρεπε να λέμε ότι έχουμε απολαύσει μια εξαιρετική σταθερότητα από την ίδρυση της δημοκρατίας μας, και ότι αυτή η σταθερότητα ήταν η άμεση συνέπεια μιας επανάστασης. Με δεδομένο ότι δεν μπορεί πλέον να λυθεί με τον πόλεμο, ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων μπορεί να αποφασιστεί μακροπρόθεσμα, από το ποια πλευρά καταλαβαίνει καλύτερα τι είναι οι επαναστάσεις και τι είναι αυτό που σε διακυβεύεται σε αυτές.

Είναι, πιστεύω, γνωστό σε όλους, τουλάχιστον από τα γεγονότα του Κόλπου των Χοίρων, πως η εξωτερική πολιτική αυτής της χώρας απέδειξε πως είναι μετά βίας ικανή ή έστω έμπειρη στο να κρίνει επαναστατικές καταστάσεις ή στην κατανόηση της δυναμικής των επαναστατικών κινημάτων. Αν και το περιστατικό του Κόλπου των Χοίρων συχνά αποδίδεται στη προβληματική πληροφόρηση και στην δυσλειτουργία των μυστικών υπηρεσιών, η αποτυχία στη πραγματικότητα εντοπίζεται πολύ βαθύτερα. Η αποτυχία ήταν στην παρανόηση του τι σημαίνει οι χτυπημένοι από την ανέχεια άνθρωποι σε μια υποανάπτυκτη χώρα, στην οποία η διαφθορά έχει φθάσει σε σημείο αποσύνθεσης, να απελευθερώνονται ξαφνικά, όχι από την φτώχια τους, αλλά από το σκοτάδι και ως εκ τούτου από την άγνοια της δυστυχίας τους, τι σημαίνει να ακούνε για πρώτη φορά να κουβεντιάζεται ανοιχτά η κατάστασή τους και να είναι καλεσμένοι να συμμετέχουν και αυτοί στη συζήτηση, και τι σημαίνει να πηγαίνουν για πρώτη φορά στη πρωτεύουσά τους, που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ πριν, και ακούν: αυτοί οι δρόμοι και αυτά τα κτήρια και αυτές οι πλατείες, όλα αυτά είναι δικά σας, περιουσία σας, και ως εκ τούτου η περηφάνειά σας. Αυτό, ή κάτι παρόμοιο, συνέβη για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης.

Περιέργως, ήταν ένας ηλικιωμένος κύριος στην Ανατολική Πρωσία που δεν έφυγε ποτέ από τη πόλη, το Κένιγκσμπεργκ (ΣτΜ: το σημερινό Καλίνινγκραντ), ο Immanuel Kant, φιλόσοφος και εραστής της ελευθερίας, όχι ιδιαίτερα γνωστός για τις επαναστατικές τάσεις του, ο οποίος το κατανόησε αμέσως. Είπε πως «ένα τέτοιο φαινόμενο δεν θα ξεχαστεί ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας», και πράγματι, δεν έχει ξεχαστεί, αντίθετα, έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια ιστορία από τη στιγμή που συνέβη. Αν και πολλές επαναστάσεις έχουν καταλήξει σε τυραννία, επίσης πάντα πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του Condorcet, «Η λέξη ‘επαναστατικός’ μπορεί να αποδοθεί μόνο στις επαναστάσεις των οποίων ο στόχος είναι η ελευθερία».

Η επανάσταση, όπως οποιοδήποτε άλλος όρος του πολιτικού μας λεξιλογίου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί υπό μια γενική έννοια χωρίς να λάβει υπόψη είτε την προέλευση της λέξης είτε τη χρονική στιγμή που δόθηκε πρώτη φορά ο όρος αυτός σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό φαινόμενο. Η έναρξη της χρήσης με αυτό το τρόπο, ανεξάρτητα από πότε και γιατί έγινε, είναι ότι το φαινόμενο στο οποίο αναφέρεται έχει την ίδια ηλικία με την ανθρώπινη μνήμη. Ο πειρασμός να χρησιμοποιηθεί ο όρος γενικά, είναι ιδιαίτερα ισχυρός όταν μιλάμε για «πολέμους και επαναστάσεις» μαζί, γιατί οι πόλεμοι, είναι τόσο παλιοί όσο η καταγραμμένη ιστορία της ανθρωπότητας. Είναι δύσκολο να χρησιμοποιηθεί η λέξη «πόλεμος» με οποιαδήποτε άλλη έννοια παρά τη γενική, επειδή η πρώτη εμφάνιση της δεν μπορεί να προσδιοριστεί στο χρόνο ή να εντοπιστεί στο χώρο, αλλά καμία τέτοια δικαιολογία υπάρχει για την αδιάκριτη χρήση του όρου επανάσταση.

Πριν από τις δύο μεγάλες επαναστάσεις στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα και της ιδιαίτερης αίσθησης που απόκτησε έπειτα, η λέξη «επανάσταση» ήταν πρακτικά ανύπαρκτη στο λεξιλόγιο της πολιτικής σκέψης και πρακτικής. Όταν ο όρος εμφανίζεται στο 17ο αιώνα, παραδείγματος χάριν, διατηρεί αυστηρά την αρχική αστρονομική έννοιά του, η οποία δήλωνε την αιώνια, ακαταμάχητη, αέναη κίνηση των ουράνιων σωμάτων, η πολιτική χρήση της ήταν μεταφορική, περιγράφοντας μια μετακίνηση πίσω σε κάποιο προκαθορισμένο σημείο, και ως εκ τούτου μια κίνηση, μια ταλάντευση πίσω σε μια προκαθορισμένη τάξη. Η λέξη χρησιμοποιήθηκε αρχικά, όχι όταν ξέσπασε αυτό που μπορούμε να πούμε επανάσταση στην Αγγλία και την εγκαθίδρυση του Cromwell ως ένα είδος δικτάτορα, αλλά αντίθετα, το 1660, με την αποκατάσταση της μοναρχίας, μετά από τη συντριβή του Κοινοβουλίου. Ούτε όμως η Ένδοξη Επανάσταση, το γεγονός μέσω του οποίου, και μάλλον παραδόξως, ο όρος βρήκε τη θέση του στην ιστορικό-πολιτική γλώσσα, δεν θεωρήθηκε ως επανάσταση αλλά ως αποκατάσταση της μοναρχίας στην προηγούμενη κατάσταση της. Η πραγματική έννοια της επανάστασης, πριν από τα γεγονότα στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, είναι ίσως πιο σαφής στην επιγραφή στη μεγάλη σφραγίδα της Αγγλίας το 1651, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος μετασχηματισμός της μοναρχίας σε δημοκρατία σήμανε: «Ελευθερία αποκαταστημένη με την ευλογία του Θεού».

Το γεγονός ότι η λέξη «επανάσταση» αρχικά σήμανε την αποκατάσταση δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια εννοιολογική παραδοξότητα. Ακόμη και οι επαναστάσεις του 18ου αιώνα δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές χωρίς τη συνειδητοποίηση ότι οι επαναστάσεις ξέσπασαν με στόχο την αποκατάσταση, και ότι το περιεχόμενο αυτής της αποκατάστασης ήταν η ελευθερία. Στην Αμερική, με τα λόγια του John Adams, αυτοί που συμμετείχαν στην επανάσταση «είχαν κληθεί χωρίς προσδοκία και οδηγούνταν δίχως κάποια προηγούμενη τάση», το ίδιο ισχύει για τη Γαλλία όπου, σύμφωνα με τον Tocqueville, «κάποιος μπορεί να νόμιζε πως ο στόχος της επερχόμενης επανάστασης ήταν η αποκατάσταση του αρχαίου καθεστώτος (ancien régime) παρά η συντριβή του». Και ήταν κατά τη διάρκεια των δύο επαναστάσεων, όταν οι πρωταγωνιστές τους κατάλαβαν πως κατευθύνονταν προς κάτι εντελώς καινούριο παρά μια επιστροφή σε κάτι που είχε προηγηθεί, που απέκτησε η λέξη «επανάσταση» τη νέα έννοιά της, ήταν ο Thomas Paine, ανάμεσα σε όλους, που πιστός ακόμη σε περασμένες εποχές, που πρότεινε με κάθε επισημότητα να ονομαστούν η Αμερικανική και η Γαλλική Επανάσταση «αντεπαναστάσεις». Θέλησε να σώσει τα σημαντικά αυτά γεγονότα από την υποψία ότι ένα εντελώς νέο ξεκίνημα είχε γίνει, και από την απαξίωση της βίας με την οποία τα γεγονότα αυτά συνδέθηκαν αναπόφευκτα.

Είναι πιθανό να παραγνωρίσουμε τη σχεδόν ενστικτώδη αντίδραση αποστροφής, στη λογική αυτών των πρώτων επαναστατών, μπροστά από το εντελώς νέο. Αυτό οφείλεται εν μέρει επειδή έχουμε εξοικειωθεί με το ζήλο των επιστημόνων και των φιλοσόφων της σύγχρονης εποχής για «πράγματα που δεν είχαμε δει ποτέ πριν και σκέψεις που δεν είχαμε σκεφτεί ποτέ πριν». Και εν μέρει είναι επειδή τίποτα κατά τη διάρκεια αυτών των επαναστάσεων δεν είναι τόσο ευδιάκριτο και εντυπωσιακό όσο η εμφατική πίεση για την καινοτομία, επαναλαμβανόμενη ξανά και ξανά από πρωταγωνιστές και θεατές εξίσου, στην επιμονή ότι τίποτα εξίσου σημαντικό και μεγαλειώδες δεν είχε συμβεί ποτέ πριν. Το κρίσιμο και δύσκολο σημείο είναι ότι το τεράστιο πάθος για τη νέα εποχή, το Novus Ordo Seclorum, που είναι ακόμα τυπωμένο στα χαρτονομίσματα του δολαρίου, ήρθε στο προσκήνιο μόνο αφού οι πρωταγωνιστές, ενάντια στη θέληση τους, είχαν φτάσει σε σημείο δίχως επιστροφή.

Έτσι, αυτό που πραγματικά συνέβη στο τέλος του 18ου αιώνα ήταν πως μια προσπάθεια για την αποκατάσταση και την ανάκτηση παλιών δικαιωμάτων και προνομίων, οδήγησε στο ακριβώς αντίθετο: μια προοδευτική μετακίνηση και άνοιγμα προς ένα μέλλον που αμφισβητεί ακόμη περισσότερο τις περαιτέρω προσπάθειες ενέργειας ή σκέψης με όρους κυκλικής κίνησης. Και ενώ ο όρος «επανάσταση» μετασχηματίστηκε ριζικά στην επαναστατική διαδικασία, κάτι παρόμοιο, αλλά με απείρως πιο σύνθετο τρόπο, συνέβη στη λέξη «ελευθερία». Όσο δεν σήμαινε τίποτα περισσότερο από την ελευθερία «που αποκαταστάθηκε με την ευλογία του Θεού», παρέμεινε θέμα εκείνων των δικαιωμάτων και ελευθεριών που σήμερα συνδέουμε με τη συνταγματική διακυβέρνηση, τα οποία ονομάζονται πολιτικά δικαιώματα. Αυτό που δεν περιλαμβάνονταν ανάμεσα τους ήταν το πολιτικό δικαίωμα του να συμμετέχεις στις δημόσιες υποθέσεις. Κανένα από τα άλλα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος της αντιπροσώπευσης για φορολογικούς λόγους, δεν ήταν είτε θεωρητικά είτε πρακτικά, αποτέλεσμα επανάστασης. Δεν ήταν «η ζωή, η ελευθερία και η ιδιοκτησία», αλλά η αξίωση ότι ήταν αναφαίρετα δικαιώματα όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα του που ζουν ή τι είδους κυβέρνηση έχουν, που ήταν επαναστατική. Και ακόμη και σε αυτήν την νέα και επαναστατική επέκταση της σε όλη την ανθρωπότητα, η ελευθερία δεν σήμανε κάτι περισσότερο από την προστασία από την αδικαιολόγητη φυλάκιση, δηλαδή κάτι ουσιαστικά αρνητικό.

Οι ελευθερίες ως πολιτικά δικαιώματα είναι το αποτέλεσμα της απελευθέρωσης, με κανένα τρόπο όμως δεν είναι το πραγματικό περιεχόμενο της ελευθερίας, της οποίας η ουσία είναι η συμμετοχή στα δημόσια πράγματα και στη λήψη αποφάσεων για τα δημόσια ζητήματα. Αν οι επαναστάσεις στόχευαν μόνο στην εγγύηση των πολιτικών δικαιωμάτων, η απελευθέρωση από καθεστώτα που είχαν υπερβεί τις εξουσίες τους και παραβίαζαν τα καθιερωμένα δικαιώματα, θα ήταν αρκετή. Και είναι αλήθεια ότι οι επαναστάσεις του 18ου αιώνα άρχισαν με την απαίτηση αυτών των παλιών δικαιωμάτων. Η πολυπλοκότητα προκύπτει όταν η επανάσταση στοχεύσει και στην απελευθέρωση και στην ελευθερία, και με δεδομένο πως η απελευθέρωση είναι προϋπόθεση για την ελευθερία – αν και η ελευθερία δεν είναι με κανένα τρόπο το αποκλειστικό αποτέλεσμα της επανάστασης – είναι δύσκολο να δεις και να πεις που η επιθυμία για την απελευθέρωση, για την απαλλαγή από τη καταπίεση τελειώνει, και που η επιθυμία για την ελευθερία να ζήσεις πολιτική ζωή αρχίζει. Η ουσία του θέματος είναι ότι η απελευθέρωση από την καταπίεση θα μπορούσε να εκπληρωθεί εξίσου κάτω υπό μοναρχική, αλλά μη τυραννική, κυβέρνηση, ενώ η πολιτική ελευθερία απαιτεί τη δημιουργία, ή μάλλον πιο σωστά την ανακάλυψη ξανά, μιας νέας μορφής κυβέρνησης. Απαιτεί την δημιουργία μιας δημοκρατίας. Τίποτα, πράγματι, δεν επιβεβαιώνεται καλύτερα από τα γεγονότα παρά η δήλωση του Jefferson «ότι οι αντιπαραθέσεις εκείνης της ημέρας ήταν οι αντιπαραθέσεις αρχής μεταξύ των υποστηρικτών της δημοκρατικής και εκείνων της βασιλικής διακυβέρνησης». Η εξίσωση της δημοκρατικής κυβέρνησης με την ελευθερία, και η άποψη πως η μοναρχία είναι εγκληματική κυβέρνηση, κατάλληλη για σκλάβους – αν και έγινε κοινή πεποίθηση μόλις ξέσπασαν οι επαναστάσεις – δεν υπήρχε καν στο μυαλό των επαναστατών. Αν και στόχευαν σε μια νέα μορφή ελευθερίας, είναι δύσκολο να ισχυριστούμε ότι δεν είχαν κάποια προηγούμενη ιδέα γύρω από το πως θα ηταν αυτή. Το αντίθετο, ήταν το πάθος για αυτή τη νέα πολιτική ελευθερία, αν και δεν είχε εξισωθεί ακόμη με τη δημοκρατική μορφή κυβέρνησης, το οποίο ενέπνευσε και ετοίμασε εκείνους που πραγματοποίησαν μια επανάσταση δίχως να ξέρουν τι έκαναν ακριβώς.

Καμία επανάσταση, ανεξάρτητα από το πόσο πλατιά άνοιξε τις πύλες της στις μάζες και τους καταφρονημένους – les malheureux, les misérables, les damnés de la terre, όπως τους μάθαμε από τη μεγαλειώδη ρητορική της Γαλλικής επανάστασης – δεν άρχισε από αυτούς. Και καμία επανάσταση δεν ήταν ποτέ το αποτέλεσμα συνομωσιών, των μυστικών οργανώσεων, ή ανοιχτά επαναστατικών κομμάτων. Μιλώντας γενικά, καμία επανάσταση δεν είναι δυνατή εκεί όπου η αρχή του πολιτικού σώματος είναι άθικτη, που υπό σύγχρονους όρους, σημαίνει πως οι ένοπλες δυνάμεις είναι αξιόπιστες και θα υπακούσουν στις αστικές αρχές. Οι επαναστάσεις δεν είναι απαραίτητες αλλά πιθανές απαντήσεις στον εκφυλισμό ενός καθεστώτος, όχι αιτία αλλά συνέπεια της παρακμής της πολιτικής αρχής. Όπου έχουν αφεθεί ανεξέλεγκτες οι διεργασίες αποσύνθεσης να αναπτυχθούν, κατά τη διάρκεια παρατεταμένης περιόδου, οι επαναστάσεις μπορεί να εμφανιστούν υπό τη προϋπόθεση ότι υπάρχει ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού που είναι προετοιμασμένο για την κατάρρευση του καθεστώτος και είναι πρόθυμο να αναλάβει τη εξουσία. Οι επαναστάσεις μοιάζουν να πετυχαίνουν πάντα με καταπληκτική ευκολία στα αρχικά στάδιά τους, και ο λόγος είναι ότι εκείνοι που θεωρητικά «κάνουν» τις επαναστάσεις δεν «αρπάζουν την εξουσία», αλλά την μαζεύουν από εκεί που τη βρίσκουν πεταμένη στο δρόμο.

Αν οι πρωταγωνιστές της Αμερικανικής και της Γαλλικής Επανάστασης είχαν κάτι κοινό μεταξύ τους, πριν από τα γεγονότα που καθόρισαν τη ζωή τους, διαμορφώσαν τις πεποιθήσεις τους, και τελικά τους ξεχώρισαν, ήταν το πάθος για τη συμμετοχή στις δημόσιες υποθέσεις, και μια εξίσου παθιασμένη αποστροφή για την υποκρισία και τη ανοησία της «καλής κοινωνίας» — στην οποία πρέπει να προστεθεί ένας εκνευρισμός και λίγο πολύ μια ειλικρινής περιφρόνηση για την ασημαντότητα των απλών ιδιωτικών υποθέσεων. Υπό το πρίσμα της γέννησης αυτής της πολύ ειδικής νοοτροπίας, ο John Adams ήταν απόλυτα σωστός όταν είπε πως «η επανάσταση πραγματοποιήθηκε πριν καν αρχίσει ο πόλεμος», όχι λόγω ενός ειδικού επαναστατικού πνεύματος, αλλά επειδή οι κάτοικοι των αποικιών «είχαν ενωθεί δια νόμου σε ενώσεις, ή πολιτικά σώματα» με «δικαίωμα να συγκεντρώνονται… στα Δημαρχεία, για να συζητήσουν εκεί πάνω στις δημόσιες υποθέσεις», γιατί πράγματι ήταν «σε αυτές τις συνελεύσεις των πόλεων ή των περιοχών που οι απόψεις των ανθρώπων διαμορφώθηκαν αρχικά».

Είναι βέβαιο πως τίποτα παρόμοιο με τους πολιτικούς θεσμούς των αποικιών δεν υπήρξε στη Γαλλία, αλλά η νοοτροπία ήταν ίδια, αυτό που ο Tocqueville αποκάλεσε «πάθος» και «γεύση» Γαλλίας στην Αμερική, μια εμπειρία που υπήρχε από πρώιμες εποχές της εγκατάστασης των αποίκων, στην πραγματικότητα το Σύμφωνο του Μεϊφλάουερ ήταν ένα πραγματικό σχολείο δημόσιου πνεύματος και δημόσιας ελευθερίας. Πριν τις επαναστάσεις, αυτά τα άτομα και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού ονομάζονταν hommes de lettres, και είναι χαρακτηριστικό τους ότι ξόδευαν τον ελεύθερο χρόνο τους «ψάχνοντας τα αρχεία της αρχαιότητας», δηλαδή στρέφονταν στη ρωμαϊκή ιστορία, όχι λόγο κάποιας ρομαντικής αγάπης προς το παρελθόν ως τέτοιου, αλλά με σκοπό την ανάκτηση των πνευματικών αλλά και των θεσμικών πολιτικών μαθημάτων, που χάθηκαν ή μισοξεχάστηκαν κατά τη διάρκεια των αιώνων μιας αυστηρής χριστιανικής παράδοσης. «Ο κόσμος είναι κενός από την εποχή των Ρωμαίων, και γεμίζει μόνο με την ανάμνηση τους, που τώρα είναι η μόνη προφητεία της ελευθερίας μας», αναφώνησε ο Saint-Just, όπως πριν από αυτόν ο Thomas Paine είχε προβλέψει «αυτό του οποίου η Αθήνα ήταν το ελάχιστο, η Αμερική θα είναι το μέγιστο».

Για να καταλάβουμε το ρόλο της αρχαιότητας στην ιστορία των επαναστάσεων θα πρέπει να θυμηθούμε τον ενθουσιασμό για την «αρχαία σύνεση» της δικτατορίας του Cromwell, όπως την υποδέχτηκαν ο Harrington και ο Milton, και πώς αυτός ο ενθουσιασμός αναβίωσε τον 18ο  αιώνα από το έργο του Montesquieu, Εκτιμήσεις για τα αίτια του μεγαλείου και της παρακμής των Ρωμαίων. Δίχως το κλασσικό παράδειγμα του τι μπορεί να είναι η πολιτική και τι σημαίνει για την ευτυχία του ατόμου η συμμετοχή στα δημόσια πράγματα, κανένας από τους άντρες των επαναστάσεων δεν θα είχε το θάρρος για αυτό που έμοιαζε ως πρωτοφανής δράση. Ιστορικά μιλώντας, ήταν σαν η αναβίωση της αρχαιότητας κατά την Αναγέννηση να είχε πάρει ξαφνικά νέα επέκταση ζωής, σαν η δημοκρατική ζέση των βραχύβιων ιταλικών πόλεων κρατών, καταδικασμένα από την εμφάνιση του έθνους κράτους, είχε απλά αποκοιμηθεί, κατά κάποιο τρόπο, για να δώσει στα έθνη της Ευρώπης τον απαραίτητο χρόνο για να ενηλικιωθούν κάτω από την κηδεμονία απόλυτων πριγκήπων και φωτισμένων δεσποτών.

Τα πρώτα στοιχεία της πολιτικής φιλοσοφίας που να αντιστοιχούν σε αυτήν την έννοια της δημόσιας ελευθερίας βρίσκονται στα κείμενα του John Adams. Η αρχική του παρατήρηση είναι πως «όπου και αν βρεθούν άνδρες, γυναίκες, ή παιδιά, ανεξάρτητα αν είναι γέροι ή νέοι, πλούσιοι ή φτωχοί, πατρίκιοι ή πληβείοι… αμόρφωτοι ή μορφωμένοι, κάθε άτομο μοιάζει να ωθείται έντονα από μια επιθυμία να είναι ορατό, να ακούγεται, να είναι αντικείμενο συζήτησης, να είναι αποδεκτό και σεβαστό από τους ανθρώπους του κύκλου του και που γνωρίζει». Την αρετή αυτής της «επιθυμίας» ο Adams την είδε «στην επιθυμία να διαπρέπει μεταξύ των άλλων», και το ελάττωμα το ονόμασε «φιλοδοξία», που «στοχεύει στην ισχύ ως μέσο διάκρισης». Όντως αυτά τα δύο πράγματι είναι μεταξύ των κύριων αρετών και ελαττωμάτων του πολιτικού ατόμου. Η επιθυμία για την ίδια τη δύναμη, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε πάθος για διάκριση (στην οποία η δύναμη δεν είναι μέσο αλλά σκοπός), είναι χαρακτηριστικό του τύραννου και δεν είναι καν πολιτικό ελάττωμα πια. Είναι μάλλον η ιδιότητα που τείνει να καταστρέψει όλη την πολιτική ζωή, τα ελαττώματα της μαζί με τις αρετές της. Ακριβώς επειδή ο τύραννος δεν έχει καμία επιθυμία να διαπρέψει και στερείται όλο το πάθος για τη διάκριση, που το βρίσκει τόσο ευχάριστο να εξουσιάζει, αποκλείοντας με αυτό το τρόπο τον εαυτό του από τη συντροφιά των άλλων, αντίθετα είναι η επιθυμία για υπεροχή που κάνει τα άτομα να αγαπούν τη συντροφιά των ομοιών τους και τα σπρώχνει στη δημόσια ζωή. Αυτή η δημόσια ελευθερία είναι μια απτή κοσμική πραγματικότητα, που έχει δημιουργηθεί από τους ανθρώπους για να την απολαμβάνουν όλοι μαζί δημόσια – για να είναι ορατοί, για να ακουστούν, για να είναι γνωστοί, και να αναφέρονται από τους άλλους. Το είδος αυτό ελευθερίας απαιτεί ισότητα, είναι δυνατή μόνο μεταξύ όμοιων. Θεσμικά μιλώντας, είναι δυνατή μόνο σε μια δημοκρατία, η οποία δεν αναγνωρίζει υπηκόους και ουσιαστικά κανένα κυβερνήτη. Αυτό είναι ο λόγος για τον οποίο οι συζητήσεις για τις μορφές κυβέρνησης, αντίθετα από τις μεταγενέστερες ιδεολογίες, έπαιξαν τόσο σπουδαίο ρόλο στη σκέψη και τα κείμενα των πρώτων επαναστατών.

Είναι προφανές, και δίχως αμφιβολία μεγάλης σημασίας πως αυτό το πάθος για ελευθερία την ίδια, γεννήθηκε και αναπτύχθηκε από εύπορους ανεξάρτητους ανθρώπους, από τους hommes de lettres που δεν είχαν αφέντη και δεν ήταν απασχολημένο με τα προς το ζην. Με άλλα λόγια, απολάμβαναν τα προνόμια των Αθηναίων και Ρωμαίων πολιτών, δίχως να ασχολούνται με εκείνες τις κρατικές υποθέσεις που απασχολούσαν τους ελεύθερους πολίτες της αρχαιότητας. Δε χρειάζεται να προσθέσουμε, πως όπου οι άνθρωποι ζουν σε αληθινά άθλιες συνθήκες αυτό το πάθος για την ελευθερία είναι άγνωστο. Και εάν χρειαζόμαστε επιπρόσθετες αποδείξεις για την απουσία τέτοιων συνθηκών στις αποικίες, όπως το έθεσε ο Jefferson, η «καλή ισότητα» στην Αμερική, όπου  «το πιο αισθητά εξαθλιωμένο άτομο» ήταν σε καλύτερη κατάσταση από ότι τα 19 από τα 20 εκατομμύριο κατοίκους της Γαλλίας, χρειάζεται μόνο να θυμηθούμε ότι ο John Adams απέδωσε αυτή την αγάπη για ελευθερία εξίσου σε «φτωχούς και πλούσιους, πατρικίους και πληβείους, αμόρφωτους και μορφωμένους». Είναι ο κύριος, και ίσως ο μόνος λόγος, που οι αρχές, που ενέπνευσαν τους πρωταγωνιστές των πρώτων επαναστάσεων, θριάμβευσαν στην Αμερική και απέτυχαν τραγικά στη Γαλλία. Κοιτώντας με αμερικάνικη μάτια, μια δημοκρατική κυβέρνηση στη Γαλλία ήταν «τόσο αφύσικη, παράλογη, και ανέφικτη σαν να ήταν κυβέρνηση πάνω στους ελέφαντες, τα λιοντάρια, τις τίγρεις, τους πάνθηρες, τους λύκους, και τις αρκούδες του βασιλικού θηριοτροφείου των Βερσαλλιών» (John Adams). Ο λόγος για τον οποίο έγινε η απόπειρα είναι πως εκείνοι που την έκαναν, οι les hommes de lettres, δεν ήταν πολύ διαφορετικοί από τους Αμερικανούς συναδέλφους τους, και ήταν μόνο κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης που διαπίστωσαν πως ενεργούσαν κάτω από ριζικά διαφορετικές περιστάσεις.

Οι συνθήκες διέφεραν τόσο από πολιτικής όσο και από κοινωνικής άποψης. Ακόμη και η διακυβέρνηση του Βασιλιά και του Κοινοβουλίου στην Αγγλία ήταν «ήπια κυβέρνηση» σε σύγκριση με τη γαλλική απολυταρχία. Υπό την αιγίδα της, η Αγγλία ανέπτυξε ένα περίπλοκο και λειτουργικό καθεστώς αυτοκυβέρνησης, το οποίο χρειάζονταν μόνο τη ρητή ανακήρυξη μιας δημοκρατίας για να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της. Οι πολιτικές αυτές διαφορές, αν και αρκετά σημαντικές, ήταν αμελητέες σε σύγκριση με το τρομακτικό εμπόδιο για την γέννηση της ελευθερίας, που ήταν έμφυτο στις κοινωνικές συνθήκες της Ευρώπης. Οι πρωταγωνιστές των πρώτων επαναστάσεων, αν και ήξεραν αρκετά καλά ότι η απελευθέρωση έπρεπε να προηγηθεί της ελευθερίας, αγνοούσαν ακόμη το γεγονός πως τέτοια απελευθέρωση σημαίνει κάτι περισσότερο από την πολιτική απελευθέρωση από την απόλυτη και δεσποτική εξουσία, πως το να έχεις την ελευθερία να είσαι ελεύθερος σήμανε πρώτα από όλα να είσαι απαλλαγμένος όχι μόνο από το φόβο αλλά και από την ανέχεια. Η κατάσταση της απελπιστικής φτώχειας των μαζών του λαού, που ξεχύθηκαν για πρώτη φορά στα ανοικτά όταν βγήκαν στις οδούς του Παρισιού, δεν μπορούσε να υπερνικηθεί με πολιτικά μέσα, η μεγάλη δύναμη του περιορισμού μέσα στην οποία ζούσαν δεν κατέρρευσε μπροστά από την επέλαση της επανάστασης, όπως έκανε η βασιλική εξουσία.

Η αμερικανική επανάσταση είχε την τύχη να μη πρέπει να αντιμετωπίσει αυτό το εμπόδιο προς την ελευθερία και όφειλε ένα μεγάλο κομμάτι της επιτυχίας της στην απουσία απόλυτης φτώχιας μεταξύ των ελεύθερων πολιτών, και στην αορατότητα των σκλάβων στις αποικίες του Νέου Κόσμου. Σίγουρα υπήρχε φτώχια και δυστυχία στην Αμερική, που ήταν συγκρίσιμη με αυτές των ευρωπαίων «φτωχών του μόχθου». Αν όπως στα λόγια του William Penn, «η Αμερική ήταν μια αξιοπρεπής χώρα για το φτωχό άνθρωπο» και παρέμεινε η ονειρεμένη γη της επαγγελίας για τους φτωχούς της Ευρώπης, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, δεν είναι ψέματα πως ότι αυτή η αξιοπρέπεια οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στη μαύρη δυστυχία. Στο μέσο του 18ου αιώνα, ζούσαν κατά προσέγγιση 400.000 μαύροι μαζί με περίπου 1.850.00 λευκούς στην Αμερική, και παρά την απουσία αξιόπιστων στατιστικών πληροφοριών, είναι απίθανο πως το ποσοστό της πλήρους ανέχειας ήταν υψηλότερο στις χώρες του Παλαιού Κόσμου (αν και θα γινόταν αρκετά υψηλότερο κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα). Η διαφορά, ήταν πως η Αμερικάνικη Επανάσταση – λόγω του θεσμού της σκλαβιάς και της πεποίθησης πως οι σκλάβοι ανήκαν σε διαφορετική «φυλή» — αγνόησε την ύπαρξη των εξαθλιωμένων, και μαζί τους το  τρομερό έργο της απελευθέρωσης εκείνων που δεν περιορίζονταν τόσο από την πολιτική καταπίεση, όσο από τις απόλυτες συνθήκες της ζωής. Οι les malheureux, οι δυστυχισμένοι, που διαδραματίζουν τόσο μεγάλο ρόλο στη πορεία της Γαλλικής Επανάστασης, η οποία τους ταύτισε με le peuple, είτε δεν υπήρχαν στην Αμερική, είτε παρέμειναν στο πλήρες σκοτάδι.

Μια από τις κύριες συνέπειες της επανάστασης στη Γαλλία ήταν πως για πρώτη φορά στην ιστορία, έκανε ορατό το λαό (le peuple) βγάζοντάς τον στο δρόμο. Όταν συνέβη αυτό έγινε αντιληπτό πως όχι μόνο η ελευθερία αλλά και η ελευθερία να είσαι ελεύθερος ήταν πάντοτε προνόμιο των λίγων. Για τον ίδιο λόγο όμως, η Αμερικανική Επανάσταση δεν συνέβαλλε ιδιαίτερα στην ιστορική κατανόηση των επαναστάσεων, ενώ η Γαλλική Επανάσταση, που κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία, καθόρισε και καθορίζει ακόμα τι ορίζουμε ως επαναστατική παράδοση.

Τι συνέβη όμως στο Παρίσι το 1789; Κατ’ αρχάς, η ελευθερία από το φόβο είναι ένα προνόμιο που ακόμη και οι λίγοι έχουν απολαύσει μόνο για σχετικά σύντομες περιόδους της ιστορίας, αλλά η ελευθερία από την ανάγκη είναι το μεγάλο προνόμιο που αφορά ένα πολύ μικρό ποσοστό της ανθρωπότητας σε όλη τη διάρκεια των αιώνων. Αυτό που ονομάζουμε καταγεγραμμένη ιστορία της ανθρωπότητας είναι, κατά κύριο λόγο, η ιστορία εκείνων των λίγων προνομιούχων. Μόνο εκείνοι που γνωρίζουν την ελευθερία από την ανάγκη είναι σε θέση να εκτιμήσουν πλήρως την έννοια της ελευθερίας από το φόβο, και μόνο εκείνοι που είναι απαλλαγμένοι και από την ανάγκη και από το φόβο είναι σε θέση να συλλάβουν το πάθος για τη δημόσια ελευθερία, για να αναπτύξουν μέσα τους τη goût (όρεξη) για την liberté (ελευθερία) και την ιδιαίτερη όρεξη για την égalité (ισότητα) που η ελευθερία κουβαλά μέσα της.

Μιλώντας σχηματικά, μπορούμε να πούμε πως κάθε επανάσταση περνά πρώτα από το στάδιο της απελευθέρωσης προτού να μπορέσει να επιτύχει την ελευθερία, το δεύτερο και αποφασιστικό στάδιο της ίδρυσης μιας νέας μορφής κυβέρνησης και νέο πολιτικό σώμα. Κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης, το στάδιο της απελευθέρωσης σήμανε την απελευθέρωση από την πολιτική καταπίεση, από την τυραννία ή τη μοναρχία ή όποια λέξη μπορεί να χρησιμοποιούνταν. Η πρώτη φάση χαρακτηρίστηκε από τη βία, αλλά δεύτερη ήταν ένα θέμα συλλογισμού, συζήτησης, και πειθούς, με λίγα λόγια της εφαρμογής της «πολιτικής επιστήμης», όπως κατανοούσαν τον όρο οι Πατέρες (ΣτΜ: οι πολιτικοί των αποικιών που υπέγραψαν την διακήρυξη της ελευθερίας)

Στη Γαλλία όμως συνέβη κάτι ολοκληρωτικά διαφορετικό. Η πρώτη φάση της επανάστασης χαρακτηρίζεται περισσότερο από την αποσύνθεση παρά από τη βία, και όταν επιτεύχθηκε το δεύτερο στάδιο και η Συμβατική Εθνοσυνέλευση (Convention nationale‎) ανακήρυξε τη Γαλλία ως δημοκρατία, η δύναμη ήδη είχε μετατοπιστεί στους δρόμους. Οι άνθρωποι που είχαν συγκεντρωθεί στο Παρίσι για να αντιπροσωπεύσουν la nation (το έθνος) αντί του le peuple, των οποίων κύρια ανησυχία – είτε το όνομά του ήταν Mirabeau ή Robespierre, Danton ή Sain-Just – ήταν η διακυβέρνηση, ο ανασχηματισμός της μοναρχίας και αργότερα η εγκαθίδρυση δημοκρατίας, βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με ακόμα ένα έργο απελευθέρωσης, την απελευθέρωση των ανθρώπων από τη συνολική εξαθλίωση: να τους ελευθερώσουν ώστε να είναι ελεύθεροι.

Ακόμα δεν είχε γίνει αυτό που ο Marx και ο Tocqueville θα έβλεπαν ως το εντελώς νέο χαρακτηριστικό της επανάστασης 1848, η μεταστροφή από την προσπάθεια αλλαγής της μορφής κυβέρνησης στην αλλαγή της δομής της κοινωνίας με τα μέσα της ταξικής πάλης. Μόνο μετά το Φεβρουάριο του 1848, μετά από «την πρώτη μεγάλη μάχη… μεταξύ των δύο τάξεων που χωρίζονταν η κοινωνία», ο Marx σημείωνε ότι επανάσταση σήμανε τώρα «την ανατροπή της αστικής κοινωνίας, ενώ πριν σήμαινε τη ανατροπή της μορφής του κράτους». Η Γαλλική Επανάσταση το 1789 ήταν το προοίμιο της, που αν και κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία, παρέμεινε αποφασιστική στιγμή για όλες τις επόμενες επαναστάσεις. Έδειξε τι σήμαινε στη πράξη το νέο πρότυπο, δηλαδή πως όλοι οι άνθρωποι είναι δημιουργημένοι ίσοι. Και ήταν αυτή η ισότητα που ο Robespierre είχε κατά νου όταν είπε ότι η επανάσταση θέτει το μεγαλείο του ανθρώπου απέναντι στη μικρότητα του σπουδαίου, και όταν ο Hamilton είπε πως η επανάσταση δικαίωσε την τιμή της ανθρώπινης φυλής, και επίσης ο Kant, που διδάχτηκε από το Rousseau και τη Γαλλική Επανάσταση, όταν αντιλήφθηκε τη νέα αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Ότι και αν πέτυχε ή δεν πέτυχε η Γαλλική Επανάσταση – και δεν επέτυχε την ανθρώπινη ισότητα – ελευθέρωσε τους φτωχούς από την αφάνεια, από την αορατότητα. Αυτό που μοιάζει σταθερό από τότε, είναι ότι εκείνοι που αφιερώθηκαν στην ελευθερία, μπορούσαν να παραμείνουν συμφιλιωμένοι με μια κατάσταση στην οποία η ελευθερία από την ανάγκη – η ελευθερία να είσαι ελεύθερος – ήταν προνόμιο λίγων.

Με την ευκαιρία του αρχικού γαλαξία των επαναστατών και των μαζών των φτωχών που κατάφεραν να φέρουν στο προσκήνιο, επιτρέψτε μου να θυμίσω την περιγραφή του Λόρδου Acton για τη Πορεία των Γυναικών στις Βερσαλλίες, μεταξύ των πιο σημαντικότερων κρίσιμων σημείων της Γαλλικής Επανάστασης. Οι διαδηλώτριες είπε, «έπαιξαν το γνήσιο ρόλο των μητέρων των οποίων τα παιδιά λιμοκτονούσαν σε τρισάθλια σπίτια, και με αυτόν τον τρόπο βοήθησαν ώστε κίνητρα, τα οποία ούτε μοιράζονταν ούτε καταλαβαίναν [δηλαδή την κυβέρνηση], να ενισχυθούν με μια διαμαντένια κόψη που τίποτα δε μπορούσε να της αντισταθεί». Αυτό που ο λαός (le peuple), όπως τον αντιλαμβάνονταν οι Γάλλοι, πρόσφερε στην επανάσταση και που έλλειπε συνολικά από την πορεία των γεγονότων στην Αμερική, ήταν η ακαταμάχητη φύση ενός κινήματος που η ανθρώπινη εξουσία δεν ήταν πλέον ικανή να ελέγξει. Αυτή η βασική εμπειρία του ακαταμάχητου – τόσο ακαταμάχητου όσο και οι κινήσεις των άστρων – έφερε στο προσκήνιο εντελώς νέους συμβολισμούς, τους οποίους ακόμα και σήμερα σχεδόν αυτόματα τους συνδέουμε στη σκέψη επαναστατικών γεγονότων.

Όταν ο Saint-Just διακήρυξε, υπό από την επήρεια αυτού που έβλεπε μπροστά στα μάτια του, «Les malheurueux sont la puissance de la terre», εννοούσε το μεγάλο «επαναστατικό χείμαρρο» (Desmoulins) στου οποίου τα ορμητικά νερά οι πρωταγωνιστές του μεταφέρονταν και παρασύρονταν έως ότου το υπόγειο ρεύμα του να τους τραβήξει από την επιφάνεια και να χαθούν μαζί με τους εχθρούς τους, τους πράκτορες της αντεπανάστασης. Ή το θυμό και το ισχυρό ρεύμα του Robespierre, που τράφηκε από τα εγκλήματα της τυραννίας από τη μια και την πρόοδο της ελευθερίας από την άλλη, αυξάνονταν συνεχώς σε ορμή και βία. Ή αυτό που οι παρατηρητές ανέφεραν – ένα «μεγαλοπρεπές ρεύμα λάβας που δεν δείχνει έλεος σε τίποτα και που κανένας δεν μπορεί να σταματήσει», ένα θέαμα που είχε μπει κάτω από τον αστερισμό του Κρόνου, «η επανάσταση που καταβροχθίζει τα παιδιά της» (Vergniaud). Τα λόγια που παραθέτω εδώ προέρχονται όλα από άτομα που ήταν έντονα ενεργά στη Γαλλική Επανάσταση και μαρτυρούν πράγματα που είδαν, όχι δηλαδή πράγματα που είχαν κάνει ή η ξεκινήσει να κάνουν σκόπιμα. Αυτό είναι που συνέβη, και έδωσε στους ανθρώπους ένα μάθημα που ούτε λόγω ελπίδας ή φόβου θα ξεχαστεί ποτέ. Το μάθημα, τόσο απλό όσο και νέο και απροσδόκητο ήταν,  όπως το έθεσε ο Saint-Just, «Αν θέλετε να ιδρύσετε μια δημοκρατία, πρέπει πρώτα να τραβήξετε τους ανθρώπους από τη κατάσταση δυστυχίας που τους διαφθείρει. Δεν υπάρχει καμία πολιτική αρετή χωρίς αξιοπρέπεια, και κανένας δεν μπορεί να έχει αξιοπρέπεια ενώ είναι εξαθλιωμένος».

Η νέα αυτή έννοια της ελευθερίας, που στηρίζεται επάνω στην απελευθέρωση από την ανέχεια, άλλαξε και την πορεία και το στόχο της επανάστασης. Η ελευθερία τώρα πια σήμαινε πρώτα από όλα «ρούχα και τροφή και την αναπαραγωγή του είδους», καθώς οι sans-culottes (ξεβράκωτοι) διαχώρισαν συνειδητά τα δικαιώματα τους από την υψηλή, και για αυτούς, χωρίς νόημα γλώσσα της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Σε σύγκριση με το επείγον των απαιτήσεών τους, όλες οι συζητήσεις για την καλύτερη μορφή κυβέρνησης έμοιαζαν ξαφνικά άσκοπες και ανώφελες. «La République? La Monarchie? Je ne connais que la question sociale», είπε ο Robespierre. Και ο Saint-Just, που είχε ξεκινήσει με το μέγιστο δυνατό ενθουσιασμό για τα «δημοκρατικά όργανα», θα πρόσθετε, «Η ελευθερία των ανθρώπων είναι στην ιδιωτική ζωή τους. Αφήστε την κυβέρνηση να είναι μόνο η εξουσία που προστατεύει αυτήν την κατάσταση της απλότητας από την ίδια την εξουσία». Μπορεί να μη το γνώριζε, αλλά αυτές ήταν ακριβώς οι πεποιθήσεις που είχαν οι διαφωτισμένοι δεσπότες, με το Charles Ι της Αγγλίας στην ομιλία του από το ικρίωμα, πως «η ελευθερία και τα δικαιώματα» των ανθρώπων, «συνίστανται στο να έχουν την κυβέρνηση που με τους νόμους της, η ζωή και τα αγαθά τους είναι κατά κύριο λόγο δικά τους, όχι η κατοχή μεριδίου στην κυβέρνηση, η οποία δεν τους αφορά». Αν ήταν αλήθεια, όπως συμφώνησαν ξαφνικά όλοι όσοι κινητοποιήθηκαν από τη δυστυχία των ανθρώπων, ότι ο στόχος των επαναστάσεων ήταν η ευτυχία του ανθρώπου – le but de la Révolution est le bonheur du people – αυτός θα μπορούσε να πράγματι ευκολότερα επιτευχθεί από μια επαρκώς φωτισμένη δεσποτική κυβέρνηση από ότι μια δημοκρατία.

Η Γαλλική Επανάσταση τελείωσε με καταστροφή και έγινε ένα σημείο καμπής για την παγκόσμια ιστορία, η Αμερικανική Επανάσταση ήταν μια θριαμβευτική επιτυχία και παρέμεινε μια τοπική υπόθεση, εν μέρει επειδή οι κοινωνικές συνθήκες στον κόσμο ήταν συνολικά πολύ πιο κοντά με εκείνες στη Γαλλία, και εν μέρει επειδή η περιβόητη αγγλοσαξωνική παράδοση του πραγματισμού απέτρεψε τις επόμενες γενιές Αμερικανών από το να σκεφτούν την επανάστασή τους και να κατανοήσουν επαρκώς το νόημα της. Δεν είναι επομένως έκπληξη πως ο δεσποτισμός, ή πραγματικά η επιστροφή στην εποχή της πεφωτισμένης απολυταρχίας, που παρουσιάστηκε ξεκάθαρα κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, έγινε ο κανόνας για σχεδόν όλες τις επόμενες επαναστάσεις, ή τουλάχιστον για εκείνες που δεν κατέληξαν στην αποκατάσταση του προηγουμένου καθεστώτος, ή και ακόμη κυριάρχησε στην επαναστατική θεωρία.

Δεν χρειάζεται να αναλύσω αυτήν την εξέλιξη λεπτομερώς, είναι αρκετά γνωστή, ειδικά από την ιστορία του Μπολσεβικικού Κόμματος και τη Ρωσική Επανάσταση. Επιπλέον, ήταν προβλέψιμη: προς το τέλος του καλοκαιριού του 1918 μετά από τη διακήρυξη του σοβιετικού συντάγματος αλλά πριν από το πρώτο κύμα του τρόμου που ξεκίνησε από την απόπειρα δολοφονίας του Lenin – η Rosa Luxemburg, σε μια ιδιωτική, αργότερα δημοσιευμένη, και τώρα διάσημη επιστολή, έγραψε: «Με την καταστολή της πολιτικής ζωής συνολικά στη χώρα… η ζωή πεθαίνει σε κάθε δημόσιο όργανο, γίνεται μόνο μια απομίμηση της ζωής, στην οποία μόνο η γραφειοκρατία παραμένει ως το ενεργό στοιχείο. Η δημόσια ζωή βαθμιαία αποκοιμιέται. Οι λίγοι κομματικοί ηγέτες, της ανεξάντλητης ενέργειας και της απεριόριστης εμπειρίας κατευθύνουν και κυβερνούν. Ανάμεσα τους μόνο λίγα σημαντικά κεφάλια αποφασίζουν, και μια ελίτ της εργατικής τάξης προσκαλείται κατά καιρούς στις συνεδριάσεις όπου τα μέλη τους βρίσκονται για να χειροκροτήσουν τις ομιλίες των ηγετών, και για να εγκρίνουν τα προτεινόμενα ψηφίσματα ομόφωνα… Μια δικτατορία, σίγουρα, όχι η δικτατορία του προλεταριάτου όμως, αλλά μιας χούφτας πολιτικών…». Έτσι κατέληξε λοιπόν – εκτός από την ολοκληρωτική διακυβέρνηση του Στάλιν, για τον οποίο θα ήταν δύσκολο να θεωρηθούν υπεύθυνοι είτε ο Λένιν είτε η επαναστατική παράδοση – και κανείς δε μπορεί να το αρνηθεί. Αυτό που όμως είναι λιγότερο προφανές είναι ότι κάποιος θα πρέπει να αλλάξει μόνο μερικές λέξεις για να έχει μια τέλεια περιγραφή των δεινών της απολυταρχίας πριν από τις επαναστάσεις.

Μια σύγκριση των δύο πρώτων επαναστάσεων, οι των οποίων αρχές ήταν τόσο παρόμοιες και των οποίων οι καταλήξεις ήταν τόσο πολύ διαφορετικές, καταδεικνύει σαφώς, νομίζω, όχι μόνο ότι η νίκη κατά της ένδειας είναι προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση της ελευθερίας, αλλά και ότι η απελευθέρωση από την ανέχεια δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο όπως η απελευθέρωση από την πολιτική καταπίεση. Γιατί εάν η βία τίθεται αντιμέτωπη με τη βία οδηγεί στον πόλεμο, εξωτερικό ή εμφύλιο, η βία όταν τίθεται αντιμέτωπη με τις κοινωνικές συνθήκες θα οδηγήσει πάντα στον τρόμο. Ο τρόμος, παρά η βία από μόνη της, ο τρόμος που ξεχύνεται αφού έχει διαλυθεί το παλαιό καθεστώς και το νέο καθεστώς εγκατασταθεί, είναι αυτό που είτε στέλνει τις επαναστάσεις στη καταστροφή τους, είτε τις παραμορφώνει τόσο πολύ που κυλούν προς την τυραννία και το δεσποτισμό.

Ανέφερα νωρίτερα πως ο αρχικός στόχος της επανάστασης ήταν η ελευθερία, από την άποψη της κατάργησης της προσωπαγούς εξουσίας και η συμμετοχή όλων στην διαχείριση ζητημάτων κοινών για όλους. Η διακυβέρνηση η ίδια είχε τη νομιμοποίηση της, όχι στην επιθυμία για εξουσία, αλλά στην ανθρώπινη επιθυμία να χειραφετηθεί η ανθρωπότητα από τις ανάγκες της ζωής, η επίτευξη της οποίας απαιτούσε βία, το μέσο ώστε οι πολλοί να αναλάβουν τα βάρη των λίγων ώστε τουλάχιστον μερικοί να είναι ελεύθεροι. Αυτό, και όχι η συσσώρευση του πλούτου, ήταν ο πυρήνας της σκλαβιάς, τουλάχιστον κατά την αρχαιότητα, και οφείλεται μόνο στην άνοδο της σύγχρονης τεχνολογίας, παρά στην άνοδο οποιασδήποτε σύγχρονης πολιτικής ιδέας, συμπεριλαμβανομένων των επαναστατικών ιδεών, που οποία έχει αλλάξει αυτή την ανθρώπινη κατάσταση, τουλάχιστον σε κάποια μέρη του κόσμου.

Αυτό που η Αμερική πέτυχε με μεγάλη τύχη, σήμερα πολλά άλλα κράτη, αν και πιθανώς όχι όλα, μπορεί να αποκτήσουν με υπολογισμένη προσπάθεια και οργανωμένη εξέλιξη. Το γεγονός αυτό είναι το μέτρο της ελπίδας μας. Μας επιτρέπει να διδαχτούμε από τις παραμορφώσεις των επαναστάσεων, αλλά και να αποδεχτούμε όχι μόνο το αναμφισβήτητο μεγαλείο τους αλλά και την έμφυτη υπόσχεσή τους.

Επιτρέψτε μου, εν κατακλείδι, να δείξω μια ακόμη πτυχή της ελευθερίας που ήρθε στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων, και για την οποία οι επαναστάτες οι ίδιοι ήταν απροετοίμαστοι. Είναι ότι η ιδέα της ελευθερίας και η πραγματική εμπειρία της δημιουργίας μιας νέας αρχής πρέπει να συμπέσουν στο ιστορικό συνεχές. Επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω σε σας για μια ακόμη φορά το Novus Ordo Saeclorum. Η εκπληκτική φράση πάρθηκε από το Βιργήλιο που στο τέταρτο Βουκωλικό του, μιλά για «το μεγάλο κύκλο των περιόδων [που] γεννιόνται εκ νέου» κατά τη περίοδο διακυβέρνησης του Αύγουστου: Magnus ab integro seclorum nascitur ordo. Ο Βιργήλιος μιλά εδώ για μια μεγάλη (Magnus) αλλά όχι νέα τάξη (novus), και είναι αυτή η αλλαγή σε ένα στοίχο που παρατίθεται τόσο πολύ καθ’ όλη τη διάρκεια των αιώνων, που είναι χαρακτηριστική της εμπειρίας της σύγχρονης εποχής. Για τον Βηργήλιο – στη γλώσσα τώρα του 17ου αιώνα – ήταν ζήτημα επανίδρυσης της Ρώμης «εκ νέου», αλλά όχι της ίδρυσης μιας «νέας Ρώμης». Με το τρόπο αυτό απέφευγε, με χαρακτηριστικά ρωμαϊκό τρόπο, τους τρομερούς κινδύνους της βίας, έμφυτους στην απόρριψη της παράδοσης της Ρώμης, δηλαδή της κληρονομημένης ιστορίας (traditio) της ίδρυσης της αιώνιας πόλης με την πρόταση μιας νέας αρχής.

Τώρα, φυσικά θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η νέα αρχή, που οι θεατές των πρώτων επαναστάσεων νόμιζαν πως παρακολουθούσαν, ήταν μόνο η αναγέννηση κάτι πολύ παλιού: η αναγέννηση μιας κοσμικής πολιτικής σφαίρας που ξεφεύγει τελικά από το χριστιανισμό, τη φεουδαρχία, και την απολυταρχία. Ανεξάρτητα όμως από το αν είναι θέμα γέννησης ή αναγέννησης, αυτό που είναι αποφασιστικό στο στοίχο του Βιργηλίου είναι ότι πάρθηκε από έναν ύμνο προς τη γέννηση, που δεν προφητεύει τη γέννηση ενός θείου παιδιού, αλλά είναι γιορτάζει τη γέννηση την ίδια, την άφιξη μιας νέας γενιάς, το μεγάλο λυτρωτικό γεγονός ή το «θαύμα» που θα σώσει την ανθρωπότητα ξανά και ξανά. Με άλλα λόγια, είναι η επιβεβαίωση της θεϊκότητας της γέννησης, και η πεποίθηση ότι η πιθανή σωτηρία του κόσμου βρίσκεται στο ίδιο το γεγονός ότι το ανθρώπινο είδος ξαναγεννιέται συνεχώς και για πάντα.

Αυτό που έκανε τους πρωταγωνιστές της επανάστασης να πάνε πίσω σε αυτό το συγκεκριμένο ποίημα της αρχαιότητας, εκτός από την πολυμάθειά τους, εγώ θα έλεγα, πως ήταν ότι όχι μόνο η προ-επαναστατική ιδέα της ελευθερίας αλλά και πως η εμπειρία του να είσαι ελεύθερος συνέπεσαν, ή μάλλον ήταν στενά συνδεδεμένες, με την αρχή κάτι νέου,  μιλώντας μεταφορικά με τη γέννηση μιας νέας εποχής. Το να είσαι ελεύθερος και το να αρχίζεις κάτι νέο έγιναν αντιληπτά ως το ίδιο. Και προφανώς, αυτό το μυστήριο ανθρώπινο δώρο, η δυνατότητα να αρχίσει κάτι νέο, έχει κάτι να κάνει με το γεγονός ότι ο καθένας από μας ήρθε στον κόσμο ως νεοφερμένος μέσω της γέννησης. Με άλλα λόγια, μπορούμε να αρχίσουμε κάτι επειδή είμαστε αρχές και ως εκ τούτου πρωτοπόροι.

Στο μέτρο που η ικανότητα να δρούμε και να μιλάμε – και η ομιλία είναι άλλος ένας τρόπος δράσης – μας κάνει πολιτικά όντα, και επειδή δράση σημάνει πάντα να αρχίζει κάτι που δεν υπήρχε πριν, η γέννηση, η ανθρώπινη γεννητικότητα, η οποία αντιστοιχεί στην ανθρώπινη θνησιμότητα, είναι συνολικά η απαραίτητη οντολογική προϋπόθεση της πολιτικής. Αυτό ήταν γνωστό και στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, αν και κατά κάποιο έμμεσο τρόπο. Ήρθε στο προσκήνιο με την εμπειρία της επανάστασης, και έχει επηρεάσει, αν και πάλι μάλλον έμμεσα, αυτό που κάποιος μπορεί να ονομάσει επαναστατικό πνεύμα. Σε κάθε περίπτωση, η αλυσίδα των επαναστάσεων, η οποία καλώς ή κακώς έχει γίνει το σήμα κατατεθέν του κόσμου που ζούμε, μας αποκαλύπτει κάθε φορά την έκρηξη νέων ξεκινημάτων μέσα στο χρονικό και ιστορικό συνεχές.

Για μας, που οφείλουμε σε μια επανάσταση και την επακόλουθη γέννηση ενός εντελώς νέου πολιτικού σώματος, που μπορούμε να περπατάμε με αξιοπρέπεια και να δρούμε ελεύθερα, θα ήταν σοφό να θυμηθούμε τι σημαίνει μια επανάσταση στη ζωή των εθνών. Ανεξάρτητα αν καταλήγει σε επιτυχία, με την δημιουργία ενός δημόσιου χώρου για την ελευθερία, ή σε καταστροφή, για εκείνους που διακινδυνεύσαν ή συμμετείχαν σε αυτή ενάντια στη κλίση και τη προσδοκία τους, η έννοια της επανάστασης είναι η πραγματοποίηση μιας από τις σημαντικότερες και πιο στοιχειώδεις ανθρώπινες δυνατότητες, η απαράμιλλη εμπειρία να είσαι ελεύθερος να κάνεις μια νέα αρχή, από την οποία προέρχεται η περηφάνεια του ανοίγματος του κόσμου σε μια Novus Ordo Saeclorum.

Για να συνοψίσω: ο Niccolò Machiavelli, που κάποιος μπορεί σωστά να αποκαλέσει «πατέρα των επαναστάσεων», επιθυμούσε με πάθος μια νέα τάξη για την Ιταλία, όμως μετά βίας μπορούσε να μιλήσει με εμπειρία επί αυτών των θεμάτων. Κατά συνέπεια ακόμα θεωρούσε ότι οι «καινοτόμοι», δηλαδή οι επαναστάτες, θα συναντούσαν τη μεγαλύτερη δυσκολία τους στην αρχή κατά την ανάληψη της εξουσίας, και θα έβρισκαν τη διατήρηση της πολύ ευκολότερη. Ξέρουμε από σχεδόν όλες τις επαναστάσεις ότι ισχύει το αντίθετο – ότι είναι σχετικά εύκολο να καταλάβεις την εξουσία αλλά είναι απείρως δυσκολότερο να τη κρατήσεις – όπως σημείωσε κάποτε ο Λένιν, ένας καθόλου κακός μάρτυρας σε τέτοια θέματα. Παρόλα αυτά ο Machiavelli ήξερε αρκετά για να πει τα εξής: «Δεν υπάρχει τίποτα δυσκολότερο να πραγματοποιήσει, ούτε πιο αμφίβολο επιτυχίας, ούτε πιο ριψοκίνδυνο στη διαχείριση, από να ξεκινήσεις μια νέα τάξη πραγμάτων». Με αυτήν την πρόταση, υποθέτω, οποιοσδήποτε καταλαβαίνει κάτι από την ιστορία του 20ου αιώνα δεν θα διαφωνήσει. Επιπλέον, οι κίνδυνοι που περιμένει ο Machiavelli, να προκύψουν έχουν αποδειχθεί αρκετά πραγματικοί μέχρι τις μέρες μας, παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζε ακόμα το μεγαλύτερο κίνδυνο που διατρέχουν οι σύγχρονες επαναστάσεις – το κίνδυνο που προκύπτει από την ανέχεια. Αναφέρει, αυτό που από τη Γαλλική Επανάσταση έχουν ονομαστεί αντεπαναστατικές δυνάμεις, που αντιπροσωπεύονται από εκείνους «που ωφελούνται από την παλαιά τάξη», και τη «χλιαρότητα» εκείνων που ωφελούνται από τη νέα τάξη λόγω «της δυσπιστίας της ανθρωπότητας, εκείνων που δεν πιστεύουν αληθινά σε οποιοδήποτε νέο πράγμα αν δεν το έχουν δοκιμάσει». Η ουσία του θέματος όμως είναι ότι ο Machiavelli είδε τον κίνδυνο μόνο στην ήττα της προσπάθειας να ιδρυθεί μια νέα τάξη πραγμάτων, δηλαδή στην καθαρή αποδυνάμωση της χώρας στην οποία γίνεται η προσπάθεια. Έχει αποδειχθεί πως ισχύει στη περίπτωση του κενού εξουσίας για τη οποία μίλησα πριν και μπορεί να προσελκύσει κατακτητές. Όχι πως αυτό το κενό εξουσίας δεν υπάρχει από πριν, αλλά μπορεί να μείνει κρυμμένο για χρόνια έως ότου συμβεί κάποιο αποφασιστικό γεγονός, όταν η κατάρρευση της εξουσίας και μια επανάσταση το αποκαλύπτουν με δραματικό τρόπο και το κάνουν ορατό σε όλους. Επιπλέον, έχουμε γίνει μάρτυρες του μεγάλου κινδύνου που μπορεί να προκύψει από την άκαρπη προσπάθεια να δημιουργηθούν οι θεσμοί της ελευθερίας, μπορεί να γεννηθεί η πιο ολοκληρωτική κατάργηση της ελευθερίας και όλων των πολιτικών ελευθεριών.

Ακριβώς επειδή οι επαναστάσεις θέτουν το ερώτημα της πολιτικής ελευθερίας στην πιο αληθινή και ριζοσπαστική εκδοχή του – την ελευθερία να συμμετέχεις στις δημόσιες υποθέσεις, η ελευθερία της δράσης – όλες οι άλλες ελευθερίες, οι πολιτικές όπως επίσης και οι αστικές ελευθερίες, βρίσκονται σε κίνδυνο όταν αποτυγχάνουν οι επαναστάσεις. Οι παραμορφωμένες επαναστάσεις, όπως η Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία υπό το Λένιν, ή οι άκαρπες επαναστάσεις, όπως οι διάφορες εξεγέρσεις στις Ευρωπαϊκές κεντρικές δυνάμεις μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, μπορεί να έχουν, όπως ξέρουμε τώρα, συνέπειες των οποίων η καθαρή φρίκη είναι πρακτικά πρωτοφανής. Η ουσία του θέματος είναι ότι οι επαναστάσεις είναι σπάνια αντιστρέψιμες, και ότι μόλις συμβούν δεν ξεχνιούνται – όπως παρατήρησε ο Kant για τη Γαλλική Επανάσταση σε μία εποχή που η τρομοκρατία κυριαρχούσε στη Γαλλία. Αυτό δε σημαίνει πως η καλύτερη λύση είναι να αποτρέψει κανείς τις επαναστάσεις, γιατί αν οι επαναστάσεις είναι οι συνέπεια καθεστώτων σε πλήρη αποσύνθεση, και όχι «προϊόν» επαναστατών – είτε αυτοί είναι οργανωμένοι σε συνωμοτικές φράξιες ή σε κόμματα – τότε η αποτροπή μιας επανάστασης σημαίνει την αλλαγή της μορφής διακυβέρνησης, το οποίο στην ουσία του είναι και αυτό μια επανάσταση με όλους τους κινδύνους και τα ρίσκα που εμπεριέχει ως τέτοια.

Η κατάρρευση της εξουσίας και της δύναμης, που έρχεται κατά κανόνα εντελώς αναπάντεχα, όχι μόνο στους αναγνώστες των εφημερίδων αλλά και σε όλες τις Μυστικές Υπηρεσίες και τους εμπειρογνώμονές τους που προσέχουν τέτοια πράγματα, μετατρέπεται σε επανάσταση με τη πλήρη έννοια της λέξης μόνο όταν υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι και ικανοί να πάρουν την εξουσία, να κινηθούν και να διεισδύσουν, κατά κάποιο τρόπο, στο κενό εξουσίας. Αυτό που συμβαίνει έπειτα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, κυρίως από το βαθμό διορατικότητας των ξένων δυνάμεων για την αναστρεψιμότητα των επαναστατικών πρακτικών. Εξαρτάται όμως προ πάντως από τις υποκειμενικές ιδιότητες και την ηθικό-πολιτική επιτυχία ή αποτυχία εκείνων που είναι πρόθυμοι να αναλάβουν την ευθύνη. Έχουμε λίγους λόγους να ελπίζουμε ότι κάποια στιγμή στο όχι πολύ μακρινό μέλλον τέτοιοι άνθρωποι θα μοιάζουν στην πρακτική και θεωρητική σοφία με τους ανθρώπους της Αμερικανικής Επανάστασης, που έγιναν οι ιδρυτές αυτής της χώρας. Η μικρή όμως αυτή ελπίδα, φοβάμαι, είναι η μοναδική που έχουμε ότι η ελευθερία υπό πολιτική έννοια δεν θα εξαφανιστεί πάλι από τη γη, ένας θεός ξέρει για πόσους αιώνες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s