Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Social Anarchism #27, 1999 (Διαθέσιμο στο nothingness.org). Ο Howard J. Erlich (1932-2015) ήταν αναρχικός, συγγραφέας, δάσκαλος. Ήταν ο ιδρυτής του περιοδικού Social Anarchism. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

Κάθε μεγάλο θέαμα κουβαλά μέσα του τη δυναμική ενός νέου τρόπου για την παρατήρηση του παρελθόντος και των συνεπειών για το μέλλον. Συνήθως μέσα σε μια σύντομη περίοδο μετά το γεγονός, μια «συναινετική» εξήγηση κατασκευάζεται μέσα από τα μέσα ενημέρωσης και από τους πολιτικούς αναλυτές που καταλαμβάνουν αρκετό από το χώρο και το χρόνο που αφιερώνουν τα μέσα στο γεγονός. Πολιτικοί αναλυτές κάθονται μπροστά από την κάμερα και γίνονται κομμάτι του γεγονότος, συχνά γίνονται και κομμάτι τις διαδικασίας της μεταμόρφωσης, με το καιρό, του γεγονότος σε θέαμα.

Στη περίπτωση αυτή, το γεγονός ήταν η δολοφονία 13 και ο τραυματισμός 23 ατόμων στο λύκειο του Κόλουμπάιν στο Λίτλτον του Κολοράντο. Το γεγονός έλαβε χώρα στις 22 Απριλίου 1999, και λόγω της αυτοκτονίας στη συνέχεια των δύο έφηβων δραστών, οι παρατηρητές μπορούν μόνο να κάνουν υποθέσεις για τα κίνητρά τους. ενώ οι μαθητές κρύβονταν ακόμη από τους ένοπλους και ενώ η αστυνομία ακόμη σχεδίαζε τη στρατηγική τους, η κάλυψη από τα μέσα άρχισε. Δυο ίσως παρορμήσεις οδήγησαν στην κάλυψη. Πρώτον και κύριο, τα θύματα δεν ήταν τα παιδιά των Χούτου, των κατοίκων του Ανατολικού Τιμόρ ή των Κοσσοβάρων. Αυτά ήταν τα «δικά» μας παιδιά και οι γονείς τους οι «φίλοι» μας. Πράγματι, σε λίγο περισσότερο από ένα μήνα, πέντε εκατομμύρια δολάρια είχαν συγκεντρωθεί και δοθεί στους επιζώντες και στις οικογένειες των θυμάτων ακόμη και χωρίς κάποια μεγάλη εκστρατεία για συγκέντρωση χρημάτων. (Morning Edition, NPR, 8 Ιουνίου 1999)

Δεύτερον, το γεγονός είχε τα χαρακτηριστικά στοιχεία για να γίνει θέαμα στα μέσα, δηλαδή, με την μεταμόρφωση του γεγονότος σε κάτι πέρα από τον ίδιο του τον εαυτό, τα μέσα ενημέρωσης γνώριζαν πως θα μπορούσαν να μεγιστοποιήσουν τα περιθώρια κέρδους τους πάνω στη θλίψη και τους τάφους άλλων. Τα γεγονότα είναι ειδήσεις, το θέαμα είναι δολάρια. Το παλιό ρητό της αίθουσας σύνταξης των τηλεοπτικών ειδήσεων «αν ματώνει, πουλάει» έχει αντικατασταθεί στα γραφεία, από μια σειρά τάφων προς το εύκολο χρήμα.

Σε κοινωνιολογικό πλαίσιο, οι πυροβολισμοί στο σχολείο του Κόλουμπάιν δεν είναι μια εμφανής έκφραση ενός διακριτού κοινωνιολογικού μοτίβου. Ξέρουμε πως περίπου 4500 νεαρά άτομα σκοτώνονται κάθε χρόνο από πυροβολισμούς από πρόθεση, με περίπου το τριάντα τις εκατό να είναι πιθανές αυτοκτονίες. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 13 ανά ημέρα, ο ίδιος αριθμός με αυτούς που σκοτώθηκαν στο Λίτλτον (The Washington Post,25 Απριλίου 1999). Τα στοιχεία για πυροβολισμούς σε σχολεία, σύμφωνα με το Κέντρο γι Μεταδιδόμενες Ασθένειες, δείχνουν πως μόνο 28 τις εκατό συμβαίνουν εντός σχολικών εγκαταστάσεων και πως το ένα τρίτο των θυμάτων δεν είναι μαθητές (The New York Times, 9 Μαΐου 1999). Γνωρίζουμε, εδώ και κάμποσο καιρό, πως η ανθρωποκτονία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη αιτία εφηβικών θανάτων. Ακόμα και έτσι, αθροίζοντας όλους τους θανάτους μεταξύ παιδιών και εφήβων, μόνο ένα τις εκατό είναι ανθρωποκτονίες.

Ίσως το πρώτο μάθημα που πήραμε είναι πως αυτό που συνέβη στο Κολουμπάιν μπορεί να ήταν αποτρόπαιο, αλλά δεν ήταν μοναδικό. Σχεδόν αμέσως μετά από αυτό το σχολικό θέαμα, μια σειρά από ιστορίες, ακόμη πιο παράξενες από το ίδιο το Κολουμπάιν ήρθαν στην επιφάνεια. Να μερικά δείγματα:

Κόστα Μέσα, Καλιφόρνια, 4 Μαΐου – The Associated Press ανέφερε πως ένας άνδρας που ήθελε να «εκτελέσει» παιδιά μπήκε με το αυτοκίνητό του σε ένα παιδικό σταθμό σκοτώνοντας δυο παιδιά και τραυματίζοντας πέντε ενήλικες.

Πόρτ Χιούρον, Μίσιγκαν, 27 Μαΐου – USA Today ανέφερε πως τέσσερις μαθητές γυμνασίου συνελήφθησαν. Σχεδίαζαν να αναγκάσουν το διευθυντή του σχολείου τους να καλέσει δε μια συγκέντρωση και μετά να εξοντώσουν όσους συγκεντρωθούν. Επίσης σχεδίαζαν να αυτοκτονήσουν.

Σαν Μάρκος, Τέξας, 25 Απριλίου – The Baltimore Sun ανέφερε πως τέσσερις δεκατετράχρονοι συνελήφθησαν επειδή σχεδίαζαν να σκοτώσουν καθηγητές και μαθητές σε ια επίθεση παρόμοια με τη σφαγή στο Κολοράντο. Είχαν κρύψει πυρίτιδα και εκρηκτικούς μηχανισμούς.

Κόνιερς, Γεωργία, 20 Μαΐου – The Associated Press. Ένας 15χρονος σε ένα επαρχιακό λύκειο στη Γεωργία, πυροβόλησε και τραυμάτισε έξι μαθητές. Πιστεύεται πως πυροβολούσε στα πόδια για να μη σκοτώσει κανένα. Εμποδίστηκε από το να αυτοκτονήσει από τον υποδιευθυντή του σχολείου, τον οποίο αγκάλιασε, επαναλαμβάνοντας «Φοβάμαι. Φοβάμαι».

Πάλμ Χάρμπορ, Φλόριντα, 10 Ιουνίου – Baltimore Sun. Μια μέρα μετά από τα γεγονότα στο σχολείο του Κολουμπάιν, ένας καθηγητής κοινωνικών επιστημών σε γυμνάσιο έδειξε στους μαθητές του πως να φτιάξουν μια αυτοσχέδια βόμβα και πως να την τοποθετήσουν ώστε να έχει το μεγαλύτερο αντίκτυπο στο σχολείο τους. ο σκοπός του καθηγητή, θεωρητικά, ήταν η απομυθοποίηση των γεγονότων της προηγούμενης ημέρας.

Μεταμορφώνοντας τα Γεγονότα σε Θέαμα

Αυτό που έκανε τα γεγονότα αυτά στο Κολουμπάιν του Κολοράντο να αποκτήσουν πανεθνική σημασία ήταν ο συνδυασμός γεωγραφίας και τεχνολογίας. Ας θεωρήσουμε αυτό ως το δεύτερο μάθημα μας. Οι αλλαγές στην κοινωνική οργάνωση των μέσων ενημέρωσης, ιδιαίτερα η πληθώρα των ενημερωτικών καναλιών, επιτρέπουν την εστίαση σε μεμονωμένα γεγονότα σε ένα επίπεδο έντασης που οι προηγούμενες μορφές μέσων ενημέρωσης δεν μπορούσαν. Γεγονότα που είναι ευρέως διαδεδομένα, παρά την κοινότητα τους παραμένουν το πεδίο των τοπικών καναλιών και εφημερίδων. Παρομοίως, δραματικά γεγονότα που έχουν μικρή διάρκεια και διακριτό τέλος, ιδιαίτερα αν κινούνται πιο γρήγορα από τα μέσα, λαμβάνουν συμβολική κάλυψη. Για αυτό δίκες και εκτενείς έρευνες έχουν γίνει μηχανές κέρδους για τα μέσα, «επιτρέπουν την μεταμόρφωση μιας ‘διαδικασίας ρουτίνας’ σε θέαμα».

Η εστίαση σε ένα μοναδικό γεγονός από ιδιαίτερα ικανούς παραγωγούς και δημοσιογράφους είναι μεταμορφωτική. Η μεταμορφωτική πλευρά έχει δυο συνέπειες, ας πούμα αυτά μάθημα τρία και τέσσερα. Το τρίτο μάθημα είναι πως το επίπεδο της προσοχής που αφιερώνεται στο γεγονός μεγεθύνει τη σημασία του. Όπως τα λεπιδόπτερα, έτσι και οι Αμερικάνοι συγκεντρώνονται γύρω από τις τηλεοράσεις τους σε αριθμό ρεκόρ. Η σφαγή του Κολουμπάιν σήμαινε μεγάλα κοινά. Με την «λήξη» της ιστορίας, τα κοινά άλλαξαν κανάλι. Το CNN, το MSNBC, το CNBC και το Fox News Channel έχασαν περίπου 30-42 τις εκατό των θεατών τους το Μάιο 9 (Washington Post, 7 Ιουνίου1999). Το τέταρτο μάθημα είναι ένα μάθημα πάνω στην «εγκόλπωση». Για είναι ένα γεγονός σημαντικό, πρέπει να είναι ευρείας αποδοχής. Κάθε τι που είναι ευρείας αποδοχής δεν είναι σημαντικό, αλλά το παρατραβηγμένο, το αντιπολιτιστικό, το παρεκκλίνον, ή το πολιτικά ριζοσπαστικό δεν είναι κατάλληλο για την υποψηφιότητα για μια θέση σε ότι θεωρείται ευρείας αποδοχής. Επειδή οι δημοσιογράφοι πιστεύουν πως μπορούν να προσελκύσουν μεγάλα κοινά με το να μείνουν μέσα στα όρια του κοινωνικά αποδεκτού, περιορίζουν τι μπορεί να συμπεριληφθεί στο πλαίσιο του αποδεκτού. Το αποτέλεσμα είναι πως μόνο ένα μικρό κομμάτι των υπαρχουσών εξηγήσεων μπαίνει στο πλαίσιο αυτό. Επιπλέον, ο υπόγειος αντιακαδημαϊσμός των μέσων (αν όχι της Αμερικάνικης κοινωνίας στο σύνολό της), επίσης η προσεκτική και λογική ανάλυση περίπλοκων ζητημάτων δεν επιτρέπεται μέσα στο πλαίσιο αυτό. Μια τέτοια περίπτωση ήταν η εμφάνιση του καθηγητή Jack Levin σε ένα πάνελ σε απογευματινή ειδησεογραφική εκπομπή σε καλωδιακό κανάλι εθνικής εμβέλειας που παρουσίαζε ο Geraldo Rivera. Ο Levin, κοινωνιολόγος που έχει μελετήσει τόσο μαζικές δολοφονίες και εγκλήματα μίσους, φέρει ένα μια σημαντική αυθεντία πάνω στο θέμα. Η κοινωνιολογική του ανάλυση, όμως, ήταν τόσο ξένη για τον παρουσιαστή, το πρόγραμμα του οποίου ειδικεύεται στο θεαματικό γεγονός, που ο Rivera με «σεβασμό» τον αποκάλεσε «άσχετο» και στράφηκε στους άλλους καλεσμένους των οποίων οι αναλύσεις ήταν πολύ πιο αποδεκτές.

Υπάρχει άλλη μια πτυχή της εγκόλπωσης που σχετίζεται με τον ορισμό του προβλήματος. Καθώς τα γεγονότα μετατρέπονται σε θέαμα, το πρόβλημα παίρνει μια μορφή επείγουσας ανάγκης (που υποβοηθάτε και από το σχεδιασμό των τηλεοπτικών ειδησεογραφικών προγραμμάτων) που δεν επιτρέπει την άρθρωση περίπλοκων αναλύσεων.

Μάθημα πέντε. Στην Αμερικάνικη κοινωνία, αν κάτι είναι χαλασμένο, κάποιος το χάλασε. Στο γεγονός αυτό, όπως και σε άλλα πρόσφατα θεαματικά γεγονότα, υπήρχε μια βιασύνη στο να κατηγορηθεί κάποιος. Αν και οι δράστες ήταν γνωστοί, δεν θα ορίζονταν ως κομμάτι μιας προβληματικής κατηγορίας. Το να είσαι λευκός, άνδρας, βίαιος και μεσαίας τάξης, δεν ήταν κατηγορίες που κατηγορούνταν στην ατζέντα των μέσων. Υπήρχε μια βιασύνη να κατηγορηθεί κάποιος, αλλά οι κάποιοι έπρεπε να αποτελούν εξαιρέσεις. Αν δεν ήταν, τότε ήμασταν αναγκασμένοι να αποδεχτούμε κάποιο πιο βασικό σφάλμα. Αν υπάρχει μια έντονη πίεση για τον εντοπισμό μιας αιτίας ή παράγοντα, υπάρχει επίσης μια έντονη πίεση για την αποφυγή ευθυνών. Δεν είμαι κομμάτι του προβλήματος, εσύ/αυτοί/ αυτό είναι. Επιπλέον, η λύση σου δεν μπορεί να εκτείνεται στην αυλή/το τρόπο ζωής/τη ζωή μου. Αυτό είναι το έκτο μάθημα

Η γρήγορη λύση

Μόλις συμφωνηθεί πως υπάρχει κάτι πως κάτι έχει χαλάσει και πως μπορεί να επιδιορθωθεί δίχως μεγάλη αναστάτωση στην τάξη των πραγμάτων, είναι η στιγμή για να παρουσιαστούν οι λύσεις. Με τους περιορισμούς που μπαίνουν στον ορισμό των προβλημάτων, η παρουσίαση των λύσεων μετά βίας κρύβει εκπλήξεις. Οι περισσότερες από αυτές είναι οι παλιές ατζέντες, παρουσιασμένες ώστε να ταιριάζουν με το καινούριο θέαμα. Μερικές φορές είναι εντελώς ανόητες. Έτσι ο επικεφαλής της Εθνικής Ένωσης Οπλοκατοχής (NRA) διακηρύσσει πως αυτό που χρειάζονται τα λύκεια είναι φύλακες ασφαλείας. Το Κολουμπάιν είχε φύλακα, αλλά έτσι και αλλιώς οι περισσότεροι πυροβολισμοί δεν πραγματοποιούνται μέσα στο σχολικό κτίριο. Από τη πλευρά της NRA, αυτή ήταν απλά μια ακόμη ευκαιρία για να παρουσιάσουν την πολιτική τους ενάντια στην νομοθεσία για τον έλεγχο της οπλοκατοχής. Τα γεγονότα δεν είχαν σημασία.

Αν κάτι είναι χαλασμένο, μπορεί να διορθωθεί. Μάθημα 8: οι Αμερικάνοι βλέπουν το κόσμο τους σύμφωνα με το μοντέλο μιας μηχανής. Ισχύει για τα σώματά τους, ισχύει για την κοινωνική τους θεωρία. Βρες το κομμάτι που είναι εκτός ελέγχου και ξεφορτώσου το. Μιλώντας γενικά, το μοντέλο αυτό οδηγεί τους ανθρώπους να επικεντρωθούν σε ένα συγκεκριμένο πράγμα δηλαδή, αιτία). Η λίστα με «πράγματα» που χρειάζονται διόρθωση ή αντικατάσταση ήταν ασυνήθιστα μεγάλη: αμελείς γονείς, βίαιες σειρές και ταινίες, βιντεοπαιχνίδια, το διαδίκτυο, η απουσία θρησκείας από τα σχολεία, η προνομιακή μεταχείριση των αθλητών, το να φοράς καμπαρντίνες, ο σατανισμός, η κουλτούρα του λυκείου και φυσικά τα όπλα. Τόσο ο πρόεδρος όσο και η κυρία Clinton έκαναν ομιλίες επισημαίνοντας, όπως το έθεσε η κυρία Clinton, «τη κουλτούρα της βίας που μολύνει τις ζωές των παιδιών μας (Washington Post, 23 Απριλίου 1999)». Η προσεκτική επιλογή λέξεων δείχνει προς τα παιδιά, όταν οι ενήλικες ήταν αναμεμιγμένοι σε 28 πολέμους σε ολόκληρο το κόσμο και οι Ηνωμένες Πολιτείες, συγκεκριμένα, εμπλεκόταν στο μαζικό βομβαρδισμό της Σερβίας. Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης σπάνια αναφέρονται στις κρατικές τους δραστηριότητες ως «βίαιες».

Πολύ συχνά τα θύματα κατηγορούνται πως είναι τα όργανα της ίδιας τους της καταπίεσης. Στη περίπτωση αυτή, ήταν ξεκάθαρο: Οι έφηβοι ήταν εκτός ελέγχου. Παρεμβάσεις στα λύκεια ήταν η απαραίτητη λύση. Φυσικά οι γονείς έπρεπε να γίνουν πιο υπεύθυνοι, και η «εκπαίδευση προσωπικότητας» ήταν επιθυμητή. (Στο πλαίσιο αυτό εκπαίδευση προσωπικότητας ήταν ο κωδικός για τη θρησκεία). Το πραγματικό θέμα όμως είναι πως δίχως το σωστό έλεγχο των λυκείων, «εμείς» επιτρέψαμε την ύπαρξη τραγωδιών σαν αυτή. Θεωρείστε αυτό ως το ένατο μάθημα: Όταν τα συμφέροντα μιας ελίτ απειλούνται από την αποκάλυψη του ρόλου τους στην στο να μετατρέπει τρίτους σε θύματα, οι έλεγχοι πάνω στα θύματα αυξάνονται. Ο επιδιωκόμενος στόχος είναι να καθοριστεί η δημόσια ατζέντα και να αποφευχθεί κάθε κοινωνιολογική αιτία. Μερικές από τις πολιτικές που προτάθηκαν στα σοβαρά μετά το θέαμα του Κολουμπάιν ήταν: η χρήση δικτυωτών ή διάφανων σχολικών τσαντών, , η αγορά διπλών βιβλίων για το χρήση στο σπίτι και στο σχολείο, η καθιέρωση ενδυματολογικών κανόνων ή στολών και η απαγόρευση μακριών παλτών, η απομάκρυνση των ντουλαπιών με κλειδαριά, η εγκατάσταση ανιχνευτών μετάλλου, καμερών ασφαλείας, και πορτών που ανοίγουν με κουμπί, η πραγματοποίηση τυχαίων ελέγχων με εκπαιδευμένους σκύλους, δωρεάν συμβουλευτικές τηλεφωνικές γραμμές για τους μαθητές ώστε οι μαθητές να μπορούν να υποδεικνύουν τους αληθινούς ταραχοποιούς, ο εξοπλισμός των διευθυντών με σπρέι πιπεριού και όπλα ηλεκτροσόκ, και τέλος η ανάρτηση των δέκα εντολών στις τάξεις. Φυσικά, αυξημένες ποινές και υποχρεωτικές τιμωρίες για βίαιους έφηβους είναι στη νομοθετική ατζέντα.

Μάθημα δέκατο. Τα θεαματικά γεγονότα προκαλούν μια αίσθηση του επείγοντος και συνήθως ανεβάζουν τα επίπεδα άγχους του κοινού: Συνέβη σε αυτούς, μπορεί να συμβεί σε εμένα. Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, που πολλές προτάσεις που έρχονται μετά από τέτοια γεγονότα είναι προτάσεις για αύξηση του επιπέδου του ελέγχου, περισσότερη αστυνομία, μεγαλύτερη επιτήρηση, μεγαλύτεροι περιορισμοί στην ιδιωτικότητα και τις συναθροίσεις έτσι λοιπόν δεν υπάρχει μόνο η μετάθεση της ενοχής προς τα θύματα, αλλά τα θύματα πρέπει να προστατευτούν από τους εαυτούς τους. Το θεματικό γεγονός σχεδόν πάντοτε γίνεται κοινωνική αιτιολόγηση για μεγαλύτερο αυταρχισμό. Η σφαγή στο Λίτλτον δεν ήταν εξαίρεση. Δυο μήνες μετά τα γεγονότα, ο αρχηγός της αστυνομίας στο Ντένβερ είπε σε ένα συνέδριο για την ασφάλεια στο σχολείο: «Ίσως τα παιδιά θα πρέπει να αποποιηθούν κάποια από τα ατομικά τους δικαιώματα (Associated Press, 20 Ιουνίου 1999)».

Να είστε βέβαιοι πως δεν υπήρξε κάποια συμφωνία πάνω στην «αιτία» των γεγονότων στο Κολουμπάιν. Δυο δημοσκοπικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν τρεις εβδομάδες από το γεγονός είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές. Στη πρώτη, ένα νεανικό δείγμα, ηλικιών 13-17, ρωτήθηκε με την ερώτηση: «Κατά τη γνώμη σας, γιατί συνέβη η τραγωδία στο Λύκειο Κολουμπάιν στο Λίτλτον του Κολοράντο;». το σαράντα τις εκατό των μαθητών εστίασαν «στα προβλήματα των σχέσεων στη μαθητική κοινότητα και την πίεση της κοινότητας». Μίλησαν για το χλευασμό από άλλους μαθητές, για την απομόνωση και το πείραγμα, η αίσθηση τους ότι δεν ανήκουν, πως ήταν περιθωριοποιημένοι και αισθάνονταν μόνοι. Αντίθετα, μόλις το 16 τις εκατό των σχολίων αφορούσαν τους δράστες και μόλις το 4 τις εκατό ανέφεραν ζητήματα που αφορούσαν τους γονείς.

Ενώ οι μαθητές κοιτούσαν στη συμπεριφορά των μαθητών γύρω από τους δράστες αντί για τους ίδιους τους δράστες, οι γονείς, σε μια ξεχωριστή έρευνα ενηλίκων, τοποθέτησαν την ευθύνη στους γονείς και τις οικογένειες. Μόνο το 11 τις εκατό των γονιών αναφέρει τους δράστες.

Για τον συντηρητικό πολιτικό επιστήμονα, James Q. Wilson, οι γονείς και τα σχολεία είναι οι υπεύθυνοι. Τα σχολεία υπάρχουν, έγραψε σε άρθρο γνώμης στους Times της Νέας Υόρκης, «για να μεγαλώσουν σωστούς πολίτες (6 Απριλίου 1999)» για τον Wilson, η απουσία τέτοιας πολιτικής ιδιότητας οδηγεί στην αναρχία «και οι γονείς είναι πιθανώς υπεύθυνοι για αυτή την εξέλιξη των γεγονότων. «Η άποψή μου είναι πως σε πολλά μεσοαστικά προάστια οι γονείς ανησυχούν ιδιαίτερα αν τα παιδιά τους καπνίζουν. Δεν ανησυχούν όμως αν είναι αναρχικοί».

Ένας διαδικτυακός αναλυτής μετέφερε την ευθύνη στην οργανωμένη δεξιά και περιέγραψε τους δράστες του Κολουμπάιν ως «έφηβους φασίστες που είχαν μπει σε ένα μονοπάτι καταστροφής από ένα καλά χρηματοδοτούμενο διεθνές κίνημα ενηλίκων». (G. Hodderson, 19 Μαΐου 1999)

Υπάρχουν δύο ακόμη μαθήματα που βρίσκονται μέσα στη συζήτηση μας ως τώρα. Μάθημα ενδέκατο: οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι κατάλληλα εξοπλισμένοι για να κάνουν περίπλοκες πολιτικοκοινωνιολογικές αναλύσεις. Το αποτέλεσμα είναι πως οι αναλύσεις που παρουσιάζονται τυπικά είναι δεν βασίζονται σε κάποια θεωρία, σε εμπειρική έρευνα και συχνά δίχως επίγνωση για τις πολιτικές τους συνέπειες. Όλοι οι άνθρωποι έχουν μια «έμφυτη θεωρία» για την κοινωνία, αν και οι θεωρίες τους περιορίζονται από την εκπαίδευση και τις προσωπικές τους εμπειρίες. Είναι όμως αυτή η έμφυτη θεωρία, που τους επιτρέπει να κατανοήσουν και να εξηγήσουν με σχετικά καλά τι συμβαίνει γύρω τους. παρόλα αυτά, τα θεαματικά γεγονότα είναι πέρα από την ακτίνα της βολικότητας αυτών των έμφυτων θεωριών. Μια παρομοίωση με την ανάθεση μιας έρευνας βοηθά. Για τις περισσότερες ιστορίες ένας/μια τυπικός/ή δημοσιογράφος μπορεί να κάνει τη δουλειά. Ο/η δημοσιογράφος μπορεί να έχει αρκετές γνώσεις ώστε και ικανότητες για να ψάξει τριγύρω για αρκετό διάστημα και να γράψει τη βασική ιστορία. Υποθέστε όμως ο/η ίδιος/α δημοσιογράφος να αναλάβει να καλύψει μια καταστροφή πυρηνικού εργοστασίου, το πιθανότερο είναι η δημοσιογραφική καταστροφή. Παρομοίως, μπορείς να φανταστείς ένα δημοσιογράφο που δεν έχει δει ποτέ ένα αγώνα ποδοσφαίρου να καλύψει το Super Bowl;

Υπάρχει ένα βαθιά αντιακαδημαϊκό ρεύμα στην αμερικάνικη κοινωνία, και η εγκόλπωση της ανάλυσης των μέσων έχει συμβάλει στη διατήρηση του ρεύματος αυτού. Ο ρόλος του διανοούμενου (ή του καθηγητή) αντιμετωπίζεται με κάποια αμφιθυμία. Μια από τις συνέπειες της απαξίωσης της ακαδημαϊκής ή κοινωνιολογικής ανάλυσης, είναι πως οι κοινωνικές εξηγήσεις θεαματικών γεγονότων είναι τυπικά απλουστευτικές. Επιπλέον, η απλουστευτική ανάλυση έχει τις ρίζες της σε ένα ψυχολογικό αναγωγισμό. Οι Αμερικάνοι δηλαδή, τείνουν να θεωρούν πως τα κοινωνικά προβλήματα έχουν τις ρίζες τους στην ατομική ψυχολογία. Αντί να κοιτάζουν τους πυροβολισμούς στα σχολεία ως κοινωνιολογικό ζήτημα που περιλαμβάνει θέματα κοινωνικής οργάνωσης των σχολείων, την αλλαγή του μοτίβου κοινωνικοποίησης και του ρόλου των εφήβων, των κανόνων της βίας, και ούτω καθεξής, οι άνθρωποι τείνουν να κοιτάζουν στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά των δραστών. Οι δυο νεαροί δράστες στο Κολουμπάιν μπορεί να είχαν ψυχολογικά προβλήματα, αλλά η κατανόηση των προβλημάτων τους δεν αρκεί για να εξηγήσει τα κοινωνικά φαινόμενα του σχολείου και της εφηβικής βίας στη κοινωνία σήμερα.

Η ιστορία ως τώρα

Ας ανακεφαλαιώσουμε τα μαθήματα ως τώρα:

  • Ενώ τα γεγονότα στο λύκειο ήταν μοναδικά στο χρόνο, το χώρο και τα πρόσωπα, υπήρχε ένα υποκείμενο κοινωνιολογικό μοτίβο στα γεγονότα και τις συνέπειες τους.
  • Οι αλλαγές στην κοινωνική οργάνωση και τη τεχνολογία των μέσων επικοινωνίας έχει οδηγήσει στην εύκολη μεταμόρφωση αυτού του περιστατικού από «γεγονός» σε «θέαμα».
  • Η συνέπεια αυτής της μεταμόρφωσης είναι να μεγιστοποιήσει την σημασία ενός γεγονότος. Ως θέαμα απαιτεί κοινό. Όσο μεγαλύτερο το μέγεθος του κοινού, τόσο μεγαλύτερη ή θεαματικοποίηση, τόσο μεγαλύτερα τα κέρδη των μέσων επικοινωνίας.
  • Οι «αιτίες» ενός θεάματος πρέπει να χωράνε σε μια εξήγηση μπορεί με ευκολία να ενσωματωθεί στις ιδέες και τρόπους σκέψης που είναι κοινής αποδοχής.
  • Κεντρικό σημείο στην εγκόλπωση είναι η ιδέα πως οι άνθρωποι αντίθετα από τις θεσμικές δομές είναι οι παράγοντες που παράγουν τα θεαματικά γεγονότα.
  • Σε γεγονότα που έχουν μεταμορφωθεί σε θεάματα, υπάρχει μια έντονη πίεση να αποφευχθεί η προσωπική ευθύνη ή η αποφυγή ανάληψης της ευθύνης για την εφαρμογή μιας λύσης. Αυτή η προσωπική απελευθέρωση επιτρέπει στους ανθρώπους να γίνουν εξολοκλήρου θεατές του γεγονότος.
  • Λύσεις που δείχνουν προς στην ενοχή των κυρίαρχων ελίτ ομάδων σε σημαντικές θεσμικές πρακτικές ή στα ταξικά συμφέροντα των αναλυτών δεν είναι αποδεκτά.
  • Το κυρίαρχο αν και εγγενές μοντέλο θεωρητικό μοντέλο της κοινωνίας είναι αυτό του μοντέλου της μηχανής. Το μοντέλο αυτό κουβαλά δύο βασικές παραδοχές: αν κάτι είναι χαλασμένο μπορεί να διορθωθεί και η λύση μπορεί να αποδοθεί σε ένα μεμονωμένο αίτιο.
  • Υπάρχουν ισχυρές κανονιστικές πιέσεις για την εναπόθεση ενός βαθμού ευθύνης πάνω στο θύμα, κοινωνιολογικά, αυτό λειτουργεί για να χρησιμεύει για την μετατόπιση της ατζέντας από το να δούμε τα κοινωνιολογικά αίτια στο να δούμε πως τα θύματα ήταν εν μέρει τουλάχιστον και προσωπικά υπεύθυνα για τη δική τους μοίρα.
  • Επειδή τα γεγονότα που μεταμορφώθηκαν σε θεάματα προκαλούν αύξηση της εγρήγορσης, και συχνά μεγάλο άγχος, και επειδή οι κοινά αποδεκτές λύσεις δεν μπορούν να είναι ούτε αυτοανακλαστικές, ούτε μπορούν να κατηγορήσουν κυρίαρχους θεσμούς ή θεσμικούς παράγοντες, υπάρχει μια ισχυρή τάση για την εύρεση απολυταρχικών λύσεων ως τη «λύση» για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε.
  • Η απουσία κριτικής αναλυτικής σκέψης, ή σημαντικότερο, η μη ανεκτικότητα τέτοιων ικανοτήτων, έχει πολλές συνέπειες πέρα από τη προφανή συνέπεια της κοινωνιολογικής αφέλειας. Οι αναλυτές βασίζονται στην αποδεκτή, λαϊκή ψυχολογική ανάλυση, και οι πολιτικοί αναλυτές των μέσων επιλέγονται από την θέση τους ως διασημότητες ή την ικανότητά τους να μεταφέρουν αποδεκτές ιδέες.

Τι είναι βία;

Ο ορισμός της βίας, πρέπει να ερευνηθεί τουλάχιστον. Η βία δεν είναι μια μοναδική οντότητα, πράξη ή διαδικασία. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές μορφές βίας. Αν ο στόχος σας είναι αυτός της πρόληψης ή της παρέμβασης, τότε είναι καίριας σημασίας να ορίσετε το είδος της βίας το οποίο θα αντιμετωπίσετε. Η εθνοβία για παράδειγμα, δεν είναι η ίδια με την διαπροσωπική βία, και απαιτούν διαφορετικές μεθόδους παρέμβασης.

Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι για την κατηγοριοποίηση ή τη κατάταξη της βίας. Μπορείς να την κατηγοριοποιήσεις με βάση τα κίνητρα του δράστη, από τη ταυτότητα του θύματος που έγινε στόχος, από το αν έχει τέτοια επίπτωση σε άλλο άτομο. Μόλις αποφασίσουμε για το πρόβλημα της κατάταξης, που ίσως είναι το κεντρικό ερώτημα για τους κοινωνικούς επιστήμονες: Γιατί δυο άνθρωποι που εκτίθενται στο ίδιο ερέθισμα που μπορεί να προκαλέσει βία, ο ένας μπορεί να δράσει βίαια και ο άλλος καθόλου; Είναι φανερό πως δεν υπάρχει ένα αίτιο βίας. Επιπλέον η επίδραση κάθε συγκεκριμένου παράγοντα μπορεί να διαφέρει μεταξύ των ατόμων. Για κάποιους ανθρώπους το κοινωνικό πλαίσιο μπορεί να είναι ισχυρότερος παράγοντας στη βία, για άλλους η κοινωνική ταυτότητα του στόχου μπορεί να είναι καίριας σημασίας. Δεν υπάρχουν κοινωνικοί παράγοντες που να γνωρίζουμε που οδηγούν αναπόφευκτα στη βίαιη συμπεριφορά. Θα έλεγα, όμως, το μοτίβο της φανερής βίας στα αμερικάνικα μαζικά μέσα, στο δημόσιο χώρο, όπως και ιδιωτικά στις οικογένειες, αυξάνουν την πιθανότητα μιας ατομικής πράξης βίας.

Κομμάτι της της παραπληροφόρησης που χαρακτηρίζει το γράψιμο πάνω στο ζήτημα είναι η αντίληψη πως η βία αντιμετωπίζεται από το πολιτισμό μας μας με αποδοκιμασία. Παραδόξως, υπήρξαν πολύ λίγες μελέτες που να ασχολούνται με το θέμα άμεσα. Όλες όσες έχω δει τείνουν να δείξουν πως οι περισσότεροι Αμερικάνοι δέχονται τη χρήση βίας για την επίτευξη κάποιων στόχων υπό κάποιες συνθήκες. Ως το σημείο που κάποιες βίαιες συμπεριφορές γίνονται αποδεκτές και πιθανώς κανονικές, και ως το σημείο που απεικονίζονται στα μαζικά μέσα, οι άνθρωποι καταλήγουν στο να συμπεριλάβουν μια βίαιη αντίδραση ως επιλογή εντός του συμπεριφορικού τους ρεπερτορίου. Αυτό επίσης αυξάνει τη πιθανότητα βίαιων πράξεων.

Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι: η βία και μοντέλα βίας είναι κομμάτια της Αμερικάνικης κοινωνίας. Η βία μαθαίνεται και γίνεται, σε κάποια άτομα, ένας επαναλαμβανόμενος τρόπος συμπεριφοράς.

Το θέμα είναι η εξουσία.

Όταν ο Eric Harris και ο Dylan Klebold τερμάτισαν τις ζωές τους, η αυτοκτονία τους μετέφερε το ξεκάθαρο μήνυμα πως στο τέλος διατήρησαν την κυριαρχία πάνω στους εαυτούς τους. το δολοφονικό τους ξέσπασμα ήταν μια πράξη εκδικητικής βίας. Είδαν τους εαυτούς τους, λίγο πολύ σωστά, ως θύματα βίας που υποκινούνταν από προκατάληψη. Τους αποδόθηκαν στερεοτυπικοί χαρακτηρισμοί και ήταν θύματα διακρίσεων, και επιθέσεων, λεκτικών και φυσικών, σε σταθερή βάση. Δεν είχαν τις ικανότητες για να αντιμετωπίσουν την κατάστασή τους και αντιλαμβάνονταν το σχολικό σύστημα και τους δασκάλους και τους γονείς ως τμήμα της καταπίεσης τους.

Ο Harris άφησε ένα σημείωμα αυτοκτονίας στο σπίτι του. Αν και αρχικά αναφέρθηκε από την Rocky Mountain News, ήταν πολύ πέρα από τα όρια του κοινά αποδεκτού για τα περισσότερα μέσα για να το αναφέρουν. Στο σημείωμά του έγραφε:

«Πρέπει να έχει τελειώσει ως τώρα… . Τα παιδιά σας που με γελοιοποίησαν, που επέλεξαν να μη με αποδεχτούν, που με αντιμετώπισαν σα να είμαι ανάξιος του χρόνου τους είναι νεκρά… . Σίγουρα θα προσπαθήσετε να το αποδώσετε στα ρούχα που φοράω, στη μουσική που ακούω, η στο τρόπο με τον οποίο επιλέγω να παρουσιάζομαι, αλλά όχι. Μην κρύβεστε πίσω από τις επιλογές μου.

Πρέπει να αντιμετωπίσετε το γεγονός πως αυτό είναι αποτέλεσμα των ΔΙΚΩΝ ΣΑΣ ΕΠΙΛΟΓΩΝ… . Εσείς διδάξατε σε αυτά τα παιδιά να μην αποδέχονται ότι είναι διαφορετικό».

Ο Harris και ο Klebold, οπλισμένοι με όπλα και βόμβες, κινητοποίησαν με παράλογο τρόπο την όποια ελάχιστη δύναμη νόμιζαν πως είχαν. Ίσως σε μια άλλη εποχή ή σε ένα άλλο μέρος αυτοί οι φόνοι να μην είχαν συμβεί. Τώρα όμως, η ουσία είναι η εξουσία. Αυτό είναι το τελευταίο μας μάθημα. Ένα μέλος του σχολικού συμβουλίου της Γεωργίας – εμφανώς γνώστης του ζητήματος – είπε το παρακάτω μετά τους πυροβολισμούς στο Κόνιερς: «Πρέπει να κάνουμε αυτά τα παιδιά να καταλάβουν ποιος κάνει κουμάντο στο σχολείο» (New York Times, 24 Μαΐου 1999).

Η βία σε όλες τις εκφράσεις απορρέει από εξάσκηση εξουσίας. Αντιπροσωπεύει ένα μέσο για την απόκτηση εξουσίας, την διατήρηση εξουσίας ή ως αντίδραση στην απειλή της εξουσίας κάποιου. Όσο ως κοινωνία διατηρούμε την νομιμοποίηση των κοινωνικών ιεραρχιών, του δικαιώματος κάποιοι άνθρωποι να έχουν εξουσία πάνω σε άλλους, θα υπάρχει βία. Κάποιος μπορεί να είτε να επιδιώκει την ελάττωση της συγκέντρωσης της βίας ή να ελέγξει τη βία. Από την ίδια τη φύση της, η απόπειρα ελέγχου της βίας είναι αυτοαναιρούμενη. Ο έλεγχος ο ίδιος θα γίνει βία.

Η πορεία προς μια κοινωνία δίχως εξαναγκασμό μόλις τώρα αρχίζει να χαράσσεται.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s