Άρθρο που δημοσιεύτηκε στη διεθνή έκδοση της εφημερίδας The Times. Ο Aatish Taseer είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Ένα λιντσάρισμα είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα φόνο. Ένας φόνος μπορεί να συμβεί μακριά ιδιωτικά. Το λιντσάρισμα είναι δημόσιο θέαμα, απαιτεί κοινό.

Το λιντσάρισμα του Pehlu Khan, ενός 55χρονου κτηνοτρόφου, στη κρατίδιο του Ρατζαστάν στη δυτική Ινδία στις αρχές αυτού του μήνα προσέλκυσε ζωντανό κοινό δεκάδων και ψηφιακό που φτάνει σε εκατομμύρια. Ο κύριος Khan, μουσουλμάνος, κατηγορούνταν για παράνομη αγορά αγελάδων, που είναι ιερό ζώο για τους ινδουιστές. Ολόκληρο η χώρα παρακολούθησε τη σκηνή στα κινητά και τις τηλεοράσεις τους: ο κύριος Khan, μια μοναχική φιγούρα στα λευκά, τρεκλίζει και παραπατάει στην άκρη μιας σκονισμένης εθνικής οδού. Τον κυνηγάνε οι «εκδικητές των αγελάδων», νεαροί άνδρες με ριγέ t-shirt και τζιν, οπλισμένοι με ζώνες και ξύλα. Τελικά φτάνουν τον κύριο Khan, που πέφτει κάτω, πιάνοντας τη κοιλιά του. Ένα πλήθος με κάμερες και κινητά τον κυκλώνει. Στην οθόνη μέσα στην οθόνη, βλέπουμε το κύριο Khan να ξυλοκοπείται βάναυσα από τους τιμωρούς σε κοινή θέα. Πέθανε τρεις μέρες αργότερα, ο έκτος θανάσιμα τραυματισμένος από το 2015, όταν ένας μουσουλμάνος υποβλήθηκε σε τιμωριτική δικαιοσύνη αυτού του τύπου.

Το λιντσάρισμα, αντίθετα ας πούμε από μια τρομοκρατική επίθεση, δεν εξαρτάται από τη μεγιστοποίηση της απώλειας ζωών. Αυτό που έχει σημασία – είτε ήταν στον αμερικάνικο νότο ένα αιώνα πριν ή στην Ινδία σήμερα – δεν είναι οι αριθμοί, αλλά ο δημόσιος, σχεδόν οργιαστικός χαρακτήρας της βίας. Το κοινό που περικύκλωσε τον κύριο Khan, ούρλιαζε να τον λούσουν με βενζίνη και να του βάλουν φωτιά. Το λιντσάρισμα είναι η μέθοδος της πλειονότητα για να πει σε μια μειονότητα πως ο νόμος δεν μπορεί να τη προστατέψει. Γι’ αυτό τόσοι πολλοί Αφροαμερικάνοι στον αμερικάνικο νότο σύρονταν έξω από τα κελιά τους και τους κρεμούσαν έξω από τα δικαστήρια – ένας αναμφίβολος συμβολισμός της παράλυσης του νόμου.

Στη περίπτωση του κυρίου Khan, ο νόμος δεν είχε παραλύσει απλά, βοήθησε ενεργά τους φονιάδες. Τις πρώτες ώρες αφού ο κύριος Khan δέχτηκε επίθεση, 11 άνθρωποι συνελήφθησαν για το λιντσάρισμα του κύριου Khan αλλά χρειάστηκε να περάσουν μέρες, αφού πρώτα πέθανε. Οι σημασία των συλλήψεων όμως ελαχιστοποιήθηκε από το ρόλο που έπαιξε το Λαϊκό Κόμμα της Ινδίας (BJP) του πρωθυπουργού Narendra Modi.

Ο υπουργός εσωτερικών του Ρατζαστάν, ο αξιωματούχος που ήταν υπεύθυνος για την επιβολή του νόμου στο κρατίδιο. Βγήκε σε εθνικής εμβέλειας κανάλι, λίγες ώρες αφού ο κύριος Khan πέθανε, για να κάνει ξεκάθαρο με το ποιου τη πλευρά συντάσσονταν. Πρώτα, υποβάθμισε το περιστατικό, περιγράφοντας ως «κακομεταχείριση», στη συνέχεια έδειξε να παροτρύνει το κοινό να δείξουν κατανόηση για τα κίνητρα των φονιάδων: «Υπάρχουν δυο πλευρές στην υπόθεση», είπε.

Ο Mukhtar Abbas Naqvi, ο υπουργός εσωτερικών για κοινοβουλευτικές υποθέσεις του Modi, πήγε ακόμα πιο πέρα: Είπε πως το περιστατικό δεν συνέβη ποτέ. Ο Modi και η  Vasundhara Raje, η αρχηγός της κυβέρνησης του Ρατζαστάν, δεν έχουν πει οτιδήποτε ακόμη, είτε καταδίκη, είτε συλλυπητήρια.

Το ενεργό συστατικό του λιντσαρίσματος είναι η σιωπή. Όπως όλες οι μορφές θεάτρου, το λιντσάρισμα βασίζεται σε ότι μένει ανείπωτο, που δημιουργεί μια διάθεση, μια ατμόσφαιρα. Η σιωπή που έρχεται μετά την ευφορική πράξη βίας, στην οποία όλοι έγιναν μάρτυρες, λέει στην μειονοτική ομάδα πως έχει εγκαταλειφθεί. Είναι το στοιχείο αυτό της υπαινισσόμενης και υφέρπουσας απειλής, στην οποία είναι συνένοχοι ο κρατικός μηχανισμός και η σιωπηλή πλειοψηφία, που έχει τη δύναμη να αποκαρδιώσει μια κοινότητα τόσο όσο και οι φυσικές πράξεις βίας.

Η υστερία που τώρα περιτριγυρίζει την αγελάδα στην Ινδία είναι κατασκευασμένη. Ήταν ο Modi που, στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας το 2014, που έσπρωξε τα πλήθη σε παροξυσμό γύρω από μια «ροζ επανάσταση», μια υποτιθέμενη συνωμοσία των πολιτικών αντιπάλων του να προωθήσουν τη σφαγή αγελάδων και την εξαγωγή βόειου κρέατος. «Έχουμε ακούσει για τη Πράσινη Επανάσταση», βροντοφώναξε, «έχουμε ακούσει για τη Λευκή Επανάσταση, αλλά η σημερινή κυβέρνηση του Δελχί δε θέλει καμιά από τις δυο, έχουν πάρει τα όπλα για μια Ροζ Επανάσταση», είπε, επικαλούμενος ουσιαστικά το ροζ χρώμα του βοδινού κρέατος. «Θέλετε να στηρίξετε τους ανθρώπους που ετοιμάζονται να φέρουν μια Ροζ Επανάσταση;»

Πήρε σχεδόν ένα χρόνο στο Modi μετά το πρώτο λιντσάρισμα, το Σεπτέμβρη του 2015, να αποκηρύξει ξεκάθαρα και κάθετα τους εκδικητές των αγελάδων. Ο πρωθυπουργός όμως είναι δάσκαλος στο κοιτά προς τις δύο κατευθύνσεις όταν ερχόμαστε στην βια του όχλου. Το περασμένο μήνα, μετά από μια συντριπτική νίκη στη βορειοανατολική πολιτεία του Ουτάρ Πραντές – όπου ζει σχεδόν το ένα τέταρτο των σχεδόν 170 εκατομμυρίων Μουσουλμάνων της Ινδίας – όρισε ένα μανιασμένο ιερέα, ντυμένο εντελώς με βαθυκίτρινη ρόμπα, ως τον αρχηγό κυβέρνησης της πολιτείας.

Ο άνθρωπος αυτός, ο γιόγκι Adityanath, έχει ζητήσει να δικαστεί η οικογένεια του πρώτου θύματος λιντσαρίσματος για παράνομη αποθήκευση βοδινού στο σπίτι τους. Έχει παρακινήσει τους ακόλουθους του να σκοτώνουν δέκα μουσουλμάνους για κάθε ινδουιστή που θα σκοτώνεται. Με το που έγινε αρχηγός της κυβέρνησης ο Adityanath ηγήθηκε της καταστολής των μη αδειοδοτημένων χασάπικων και σφαγείων. Το Ουτάρ Πραντές είναι γεμάτο από παράνομες επιχειρήσεις, αλλά με το να ξεχωρίσει την βιομηχανία κρέατος – που την αποτελούν κυρίως μουσουλμάνοι – ο ιερέας-πολιτικός ήξερε πως ουσιαστικά ηγούνταν μιας επίθεσης σε μουσουλμανικές επιχειρήσεις με αποχρώσεις από τη Νύχτα των Κρυστάλλων (Kristallnacht).

Οι τοπικοί αρχηγοί κυβερνήσεων του BJP πλέον συναγωνίζονται μεταξύ τους σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει ο ένας τον άλλο σε αγάπη για την Ινδή αγελάδα, η οποία, όπως δείχνει η δολοφονία του κύριου Khan, που υποκινείται από εν μέρει από το μίσος προς τους μουσουλμάνους. Το περασμένο μήνα, στην ιδιαίτερη πατρίδα του Modi, το Γκουτζαράτ, η σφαγή αγελάδων έγινε τιμωρητέα με ισόβια κάθειρξη, και στο Τσατισγκάρ, μια άλλη πολιτεία κυβερνώμενη από το BJP, ο αρχηγός της κυβέρνησης ανακοίνωσε, «Θα κρεμάσουμε εκείνους που σκοτώνουν αγελάδες».

Σχεδόν εξήντα της εκατό της Ινδίας τώρα ζει σε πολιτείες που κυβερνώνται από το BJP, ουσιαστικά δεν υπάρχει πλέον αντιπολίτευση. Ότι φωνές μετριοπάθειας και λογικής υπήρχαν στο BJP είναι πολύ φοβισμένες για να μιλήσουν ή θεωρούν πολιτικά ζημιογόνο να το κάνουν.

Η Vasundhara Raje, η αρχηγός της κυβέρνησης του Ρατζαστάν, είναι κάποια κοντά στην οποία μεγάλωσα κοντά στο Δελχί και την ξέρω όλη μου τη ζωή. Είναι αριστοκρατική και καλλιεργημένη. Είχε πολλούς μουσουλμάνους φίλους, ακόμη και μουσουλμάνο φίλο. Ήταν ανύπαντρη μητέρα, όπως η δική μου. Κάπνιζε, έπινε, έχει διαβάσει και ταξιδέψει αρκετά. Έμοιαζε πράγματι προστάτιδα των προοδευτικών αξιών. Πως κάποια σαν και αυτή θα αρνούνταν τώρα να μιλήσει υπέρ ενός φτωχού μουσουλμάνου γεωργού με μικρά παιδιά που λιντσαρίστηκε στη πολιτεία της, είναι ένδειξη του πόσο έχει δηλητηριαστεί ο αέρας στα τρία σύντομα χρόνια από τότε που το BJP ήρθε στην εξουσία.

Η Ινδία γλιστρά στη φρίκη. Είναι ασύλληπτο πως η αρχαία ινδουιστική απέχθεια προς την αφαίρεση της ζωής, κάθε ζωή – αυτή η ίδια η αρχή του ahimsa, ή μη βία, που κυβερνούσε τις απόψεις ανθρώπων όπως ο Mahatma Gandhi και ο αιδεσιμότατος Martin Luther King Jr – θα κατέληγε στην εποχή μας να χρησιμοποιείται ως η δικαιολογία για φόνο. Και όχι απλά ένα φόνο στον οποίο εμπλέκεται ένας άνθρωπος, αλλά αντίθετα ένα μεγάλο τηλεοπτικό γεγονός στο οποίο ένα ολόκληρο έθνος, μέσω της σιωπής του, είναι συνένοχο.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s