Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Fifth Estate #319 (Διαθέσιμο στην ιστοσελίδα The Anarchist Library). Ο Fredy Perlman (1934-1985) ήταν συγγραφέας, ακαδημαϊκός, εκδότης και ακτιβιστής, είναι από τις σημαντικότερες θεωρητικές μορφές στην σύγχρονη αναρχική σκέψη. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

 

Ο εθνικισμός έχει ανακηρυχθεί νεκρός πολλές φορές στη διάρκεια αυτού του αιώνα:

  • Μετά το πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όταν οι τελευταίες αυτοκρατορίες της Ευρώπης, η Αυστριακή και η Τούρκικη, διαλύθηκαν σε κράτη με αυτοδιάθεση, και δε παρέμεινε κανένας παραπονεμένος εθνικιστής, με εξαίρεση τους Σιωνιστές.
  • Μετά την το μπολσεβίκικο πραξικόπημα, όταν ειπώθηκε πως οι αστικοί αγώνες για αυτοπροσδιορισμό είχαν πλέον ξεπεραστεί από τους αγώνες των εργατών, που δεν είχαν πατρίδα.
  • Μετά την στρατιωτική ήττα της Φασιστικής Ιταλίας και της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, όταν οι δολοφονικές συνέπειες του εθνικισμού είχαν εκτεθεί ώστε να είναι ορατές από όλους, έγινε πιστευτό πως ο εθνικισμός ως δόγμα και πρακτική είχε μόνιμα απαξιωθεί.

Ωστόσο χρόνια μετά τη στρατιωτική ήττα των Φασιστών και των Εθνικοσοσιαλιστών, μπορούμε να δούμε πως ο εθνικισμός όχι μόνο επιβίωσε αλλά γεννήθηκε ξανά, περνώντας από μια περίοδο αναγέννησης. Ο εθνικισμός έχει αναγεννηθεί όχι μόνο από τη λεγόμενη δεξιά, αλλά και κυρίως από την αποκαλούμενη αριστερά. Μετά τον εθνικοσοσιαλιστικό πόλεμο, ο εθνικισμός έπαψε να αφορά μόνο τους συντηρητικούς, έγινε το δόγμα και η πρακτική των επαναστατών, και αποδείχτηκε πως ήταν πως ήταν το μόνο επαναστατικό δόγμα που πρακτικά λειτουργούσε.

Αριστεροί ή επαναστάτες εθνικιστές επιμένουν στην άποψη πως ο εθνικισμός τους δεν έχει τίποτα κοινό με τον εθνικισμό των φασιστών και των εθνικοσοσιαλιστών, πως ο δικός τους είναι ο εθνικισμός των καταπιεσμένων, πως προσφέρει προσωπική όπως και πολιτιστική απελευθέρωση. Οι ισχυρισμοί των επαναστατών εθνικιστών είχαν ήδη αναγγελθεί στο κόσμο από τους δυο αρχαιότερους ιεραρχικούς θεσμούς που συνεχίζουν να επιβιώνουν στην εποχή μας: το Κινέζικο Κράτος, και πιο πρόσφατα, την Καθολική Εκκλησία. Πλέον ο εθνικισμός εμφανίζεται ως στρατηγική, επιστήμη και θεολογία απελευθέρωσης, ως εκπλήρωσης του ρητού του Διαφωτισμού πως η γνώση είναι δύναμη, ως τεκμηριωμένη απάντηση στο ερώτημα «Τι Πρέπει Να Γίνει;».

Για να αντιμετωπίσουμε αυτούς τους ισχυρισμούς, και να τους δούμε εντός πλαισίου, πρέπει να ρωτήσω τι είναι ο εθνικισμός – όχι μόνο ο νέος επαναστατικός εθνικισμός αλλά επίσης και ο παλιός συντηρητικός. Δεν μπορώ να ξεκινήσω με τον ορισμό του όρου, γιατί ο εθνικισμός δεν είναι μια λέξη με στατικό ορισμό: είναι ένας όρος που καλύπτει μια ακολουθία διαφορετικών ιστορικών εμπειριών. Θα αρχίσω δίνοντας ένα σύντομο περίγραμμα κάποιων από αυτών των εμπειριών.

*

Σύμφωνα με μια συνηθισμένη (και χειραγωγίσιμη) παρανόηση, ο ιμπεριαλισμός είναι σχετικά πρόσφατος, συνίσταται από την αποικιοποίηση ολόκληρου του κόσμου, και αποτελεί το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού. Η διάγνωση αυτή στοχεύει σε μια συγκεκριμένη θεραπεία: ο εθνικισμός προσφέρεται ως το αντίδοτο του ιμπεριαλισμού: οι πόλεμοι εθνικής απελευθέρωσης θεωρείται πως διασπούν την καπιταλιστική αυτοκρατορία.

Η διάγνωση αυτή εξυπηρετεί ένα σκοπό, αλλά δεν περιγράφει κάθε γεγονός ή κατάσταση. Ερχόμαστε πιο κοντά στην αλήθεια όταν αντιστρέφουμε αυτή την αντίληψη και λέμε πως ο ιμπεριαλισμός είναι το πρώτο στάδιο του καπιταλισμού, πως ο κόσμος γέμισε στη συνέχεια από έθνη-κράτη, και πως ο εθνικισμός είναι το κυρίαρχο, το σύγχρονο, και (ελπίζω) το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού. Τα στοιχεία γι’ αυτό δεν ανακαλύφθηκαν χθες, είναι τόσο γνωστά όσο και η παρανόηση που τα αρνείται.

Ήταν βολικό, για πολλούς λόγους, να ξεχνάμε πως, μέχρι τους πολύ πρόσφατους αιώνες, οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Ευρασία δεν ήταν έθνη-κράτη αλλά αυτοκρατορίες.  Μια Ουράνια Αυτοκρατορία που κυβερνούνταν από τη δυναστεία των Μινγκ, μια Ισλαμική Αυτοκρατορία που κυβερνούνταν από την Οθωμανική δυναστεία και μια Καθολική Αυτοκρατορία από την δυναστεία των Hapsburg, ανταγωνίζονταν η μια την άλλη για την κατοχή του γνωστού κόσμου. Από τις τρεις αυτές, οι Καθολικοί δεν ήταν οι πρώτοι ιμπεριαλιστές αλλά οι τελευταίοι. Η Ουράνια Αυτοκρατορία των Μινγκ κυβερνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Ασίας και ήταν αφετηρία τεράστιων εμπορικών στόλων έναν αιώνα πριν οι Καθολικοί θαλασσοπόροι εισβάλουν στο Μεξικό.

Οι εξυμνητές του Καθολικού κατορθώματος ξεχνούν  πως, μεταξύ 1420 και 1430, ο Κινέζος αυτοκρατορικός γραφειοκράτης Cheng Ho ηγούνταν ναυτικών αποστολών 70000 ανδρών και ταξίδεψε όχι μόνο στη κοντά στη Μαλαισία, στην Ινδονησία και τη Κεϋλάνη, αλλά και μακριά ως τον Περσικό Κόλπο, την Ερυθρά Θάλασσα και την Αφρική. Οι εξυμνητές των Καθολικών κονκισταδόρων επίσης υποβαθμίζουν τα αυτοκρατορικά κατορθώματα των Οθωμανών, που κατέκτησαν όλες εκτός από τις πιο δυτικές επαρχίες της πρώην Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και κυβερνούσαν την Βόρεια Αφρική, την Αραβία την Μέση Ανατολή και τη μισή Ευρώπη, έλεγχαν την Μεσόγειο και πολιορκούσαν τις πύλες της Βιέννης. Οι αυτοκρατορικοί Καθολικοί κατευθύνθηκαν προς τη δύση, πέρα από τα όρια του γνωστού κόσμου, ώστε να αποφύγουν το να περικυκλωθούν.

Παρόλα αυτά, ήταν οι αυτοκρατορικοί Καθολικοί που «ανακάλυψαν την Αμερική», η γενοκτονική καταστροφή και λεηλασία της «ανακάλυψής» τους, άλλαξε την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των Ευρασιατικών αυτοκρατοριών.

Θα ήταν η Κινέζικη και Τούρκικη αυτοκρατορία λιγότερο δολοφονικές αν είχαν αυτοί «ανακαλύψει την Αμερική»; Και οι τρεις αυτοκρατορίες θεωρούσαν τους ξένους ως υπανθρώπους και γι’ αυτό αποδεκτά θηράματα. Οι Κινέζοι θεωρούσαν τους άλλους βάρβαρους, οι Μουσουλμάνοι και οι Καθολικοί θεωρούσαν τους άλλους άπιστους. Ο όρος άπιστος δεν ήταν το ίδιο βάναυσος όσο ο όρος βάρβαρος, μιας και ένας άπιστος παύει να είναι νόμιμο θήραμα και αποκτά πλήρη ανθρώπινη υπόσταση με την απλή πράξη της αποδοχής της αληθινής πίστης, ενώ ένας βάρβαρος παραμένει θήραμα μέχρι εκείνος ή εκείνη να αλλάξει από τον εκπολιτιστή.

Ο όρος άπιστος, και η ηθική πίσω από αυτή, συγκρούονταν με την πρακτική των Καθολικών εισβολέων. Η αντίφαση μεταξύ των προθέσεων και των πράξεων εντοπίστηκε από ένα πολύ πρώιμο επικριτή, έναν ιερέα με το όνομα Las Casas, που σημείωσε πως η τελετές βάπτισης ήταν προφάσεις για την διαλογή και εξολόθρευση των μη προσηλυτισμένων, και πως οι ίδιοι οι προσήλυτοι δεν αντιμετωπίζονταν ως Καθολικοί πιστοί αλλά ως σκλάβοι.

Οι κριτικές του Las Casas δεν κατάφεραν τίποτα περισσότερο από το να φέρουν σε αμηχανία την Καθολική Εκκλησία και τον Αυτοκράτορα. Νόμοι δημιουργήθηκαν και ερευνητές στάλθηκαν, με μικρό αποτέλεσμα, επειδή οι δύο στόχοι των Καθολικών αποστολών, προσηλυτισμός και λεηλασία, ήταν αντιφατικοί. Οι περισσότεροι κληρικοί συμβιβάστηκαν με το να σώζουν το χρυσό και να καταδικάζουν τις ψυχές. Ο Καθολικός Αυτοκράτορας  όλο και περισσότερο εξαρτιόνταν από το λεηλατημένο πλούτο για να συντηρεί την αυτοκρατορική αυλή, το στρατό, και για τους στόλους που κουβαλούσαν τα λάφυρα.

Τα λάφυρα συνέχισαν να έχουν προτεραιότητα σε σχέση με τον προσηλυτισμό, αλλά οι καθολικοί παρέμεναν σε αμηχανία. Η ιδεολογία τους δεν ταίριαζε πλήρως με την πρακτική τους. Οι Καθολικοί έδωσαν μεγάλη έμφαση της κατάκτησης των Αζτέκων και των Ίνκας, που περιέγραφαν ως αυτοκρατορίες με θεσμούς παρόμοιους με την Αυτοκρατορία των Αψβούργων και τις θρησκευτικές πρακτικές ως εξίσου δαιμονικές όπως εκείνες του επίσημου εχθρού, της ειδωλολατρικής αυτοκρατορίας των Οθωμανών Τούρκων. Οι καθολικοί όμως δεν ανέφεραν πολλά για τους πολέμους εξολόθρευσης εναντίον των κοινοτήτων που δεν είχαν ούτε αυτοκράτορες και ούτε μόνιμους στρατούς. Τέτοια κατορθώματα, αν διαπραττόταν συνέχεια, συγκρούονταν με την ιδεολογία και ήταν λιγότερο από ηρωικά.

Η αντίφαση μεταξύ των προθέσεων των εισβολέων και των πράξεων τους δεν λύθηκε από τους αυτοκρατορικούς Καθολικούς. Επιλύθηκε από τους προάγγελους μιας νέας κοινωνικής μορφής, του έθνους κράτους. Οι δύο προάγγελοι εμφανίστηκαν την ίδια χρονιά, το 1561, όταν ένας από τους θαλασσοπόρους εξερευνητές του Αυτοκράτορα ανακήρυξε την ανεξαρτησία του από την αυτοκρατορία, και αρκετοί από τους τραπεζίτες και τους προμηθευτές του Αυτοκράτορα ξεκίνησαν πόλεμο ανεξαρτησίας.

Ο θαλασσοπόρος εξερευνητής, Lope de Aguirre, απέτυχε να αποκτήσει στήριξη και εκτελέστηκε.

Οι τραπεζίτες και προμηθευτές του Αυτοκράτορα κινητοποίησαν τους κατοίκους μερικών αυτοκρατορικών επαρχιών και πέτυχαν να αποσπάσουν τις επαρχίες από την αυτοκρατορία (επαρχίες που αργότερα ονομάστηκαν Ολλανδία).

Τα δύο γεγονότα αυτά δεν ήταν ακόμη αγώνες εθνικής ανεξαρτησίας. Ήταν προάγγελοι των πραγμάτων που θα έρχονταν. Ήταν επίσης και ενθυμητές περασμένων πραγμάτων. Στην παλιά εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οι Πραιτοριανοί φρουροί ήταν επωμισμένοι με την προστασία του αυτοκράτορα, οι φρουροί είχαν αναλάβει ακόμη και την εκτέλεση πολλών καθηκόντων του Αυτοκράτορα και τελικά εξασκούσαν την αυτοκρατορική εξουσία αντί του Αυτοκράτορα. Στην Αραβική Ισλαμική Αυτοκρατορία, ο Χαλίφης είχε αναθέσει σε Τούρκους σωματοφύλακες να προστατεύουν το πρόσωπό του, οι Τούρκοι φύλακες, όπως οι Πραίτορες πριν από αυτούς, ανέλαβαν όλο και πιο πολλές από τις εξουσίες του Χαλίφη και τελικά πήραν το αυτοκρατορικό παλάτι όπως και την αυτοκρατορική θέση.

Ο Lope de Aguirre και ο Ολλανδοί ευγενείς δεν ήταν οι σωματοφύλακες του μονάρχη των Αψβούργων, αλλά ο αποικιοκράτης εξερευνητής των Άνδεων και οι Ολλανδικοί εμπορικοί και οικονομικοί οίκοι εξασκούσαν όντως σημαντικές αυτοκρατορικές εξουσίες. Οι επαναστάτες αυτοί, όπως οι Ρωμαίοι και Τούρκοι φύλακες πριν από αυτούς, ήθελαν να απελευθερώσουν τους εαυτούς τους από την ηθική προσβολή και το υλικό βάρος του να υπηρετούν τον Αυτοκράτορα, ήδη εξασκούσαν τις εξουσίες του Αυτοκράτορα, ο Αυτοκράτορας για αυτούς δεν ήταν τίποτα περισσότερο από παράσιτο.

Ο αποικιοκράτης εξερευνητής Aguirre ήταν φανερά ανίκανος ως επαναστάτης, η ώρα του δεν είχε έρθει ακόμη.

Οι Ολλανδοί ευγενείς δεν ήταν ανίκανοι, και η ώρα τους είχε έρθει. Δεν οδήγησαν την αυτοκρατορία στη πτώση, αλλά την εξορθολόγησαν. Οι Ολλανδικοί εμπορικοί και οικονομικοί οίκοι που ήδη κατείχαν αρκετό από το πλούτο του Νέου Κόσμου, τον είχαν δεχτεί ως αμοιβή για τις προμήθειες προς τους στόλους, τους στρατούς και την αυλή του Αυτοκράτορα. Τώρα βάλθηκαν να λεηλατήσουν τις αποικίες στο δικό τους όνομα και για δικό τους όφελος, απαλλαγμένοι από ένα παρασιτικό επικυρίαρχο. Και μιας και δεν ήταν Καθολικοί αλλά Καλβινιστές Προτεστάντες, δεν έρχονταν σε αμηχανία από οποιαδήποτε αντίφαση μεταξύ προθέσεων και πράξεων. Δεν είχαν κάνει καμιά δέσμευση για τη σωτηρία ψυχών. Ο Καλβινισμός τους είχε πει πως ένας ανεξιχνίαστος Θεός είχε σώσει ή καταδικάσει όλες τις ψυχές στην αρχή της Δημιουργίας και κανένας Ολλανδός ιερέας δε θα μπορούσε να αλλάξει το σχέδιο του Θεού.

Οι Ολλανδοί δεν ήταν σταυροφόροι, περιόρισαν τους εαυτούς τους σε μη ηρωικό, συνηθισμένο, επαγγελματικό πλιάτσικο, υπολογισμένο και ρυθμισμένο, οι στόλοι του πλιάτσικου έφευγαν και επέστρεφαν εντός προγράμματος. Το γεγονός πως οι λεηλατημένοι ξένοι ήταν άπιστοι έγινε λιγότερο σημαντικό από το γεγονός πως δεν ήταν Ολλανδοί.

Οι δυτικοί ευρασιάτες πρόδρομοι του εθνικισμού επινόησαν τον όρο άγριοι. Ο όρος ήταν συνώνυμο του όρου βάρβαροι της ανατολικής ευρασιατικής Ουράνιας Αυτοκρατορίας. Και οι δυο όροι όριζαν ανθρώπινα όντα ως νόμιμα θηράματα.

*

Κατά τη διάρκεια των επόμενων δυο αιώνων, οι εισβολές, οι υποδουλώσεις και οι σφετερισμοί που ξεκίνησαν από τους Αψβούργους έγιναν αντικείμενο μίμησης από άλλους Ευρωπαϊκούς βασιλικούς οίκους.

Μέσα από το φακό εθνικιστών ιστορικών, οι αρχικοί έποικοι όπως και οι μετέπειτα μιμητές τους μοιάζουν με έθνη: Ισπανία, Ολλανδία, Αγγλία, Γαλλία. Αν ιδωθούν από πλεονεκτική θέση ως προς το παρελθόν, οι αποικιοκρατικές δυνάμεις ήταν οι Αψβούργοι, οι Τυδώρ, οι Στιούαρτ, οι Βουρβόνοι, οι Οράνιε – για να ονομάσουμε μερικές δυναστείες πανομοιότυπες με τις δυναστικές οικογένειες που αντιμάχονταν μεταξύ τους για πλούτο και εξουσία από την πτώση της δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Οι εισβολείς μπορούν να ιδωθούν και από τα δύο σημεία αναφοράς επειδή πραγματοποιούνταν μια μετάβαση. Οι οντότητες δεν ήταν πια απλά φέουδα, αλλά δεν ήταν ακόμη πλήρως έθνη, είχαν κάποια, αλλά όχι ακόμη όλα, τα χαρακτηριστικά ενός εθνικού κράτους. Το πιο σημαντικό στοιχείο που απουσίαζε ήταν ο εθνικός στρατός. Οι Τυδώρ και οι Βουρβόνοι είχαν ήδη χειραγωγήσει την αγγλική ή τη γαλλική ταυτότητα των υπηκόων τους, ιδιαίτερα κατά των υπηκόων άλλων μοναρχών. Ούτε όμως οι Σκωτσέζοι και οι Ιρλανδοί, ούτε οι Κορσικανοί και οι Προβηγκιανοί, είχαν στρατολογηθεί για να πολεμήσουν και να πεθάνουν για «την αγάπη της πατρίδας τους». Ο πόλεμος ήταν ένα κουραστικό φεουδαρχικό βάρος, μια άμισθη υποχρεωτική εργασία, οι μόνοι πατριώτες, ήταν πατριώτες του Ελντοράντο.

Τα αξιώματα αυτού που θα γινόταν στη συνέχεια το εθνικιστικό δόγμα δεν άρεσαν στους κυβερνώντες δυνάστες, που γραπώνονταν στα δικές τους δοκιμασμένες και σίγουρες αρχές. Τα νέα αξιώματα άρεσαν στους ανώτερους υπηρέτες των δυναστών, στους τοκογλύφους τους, στους εμπόρους μπαχαρικών τους, στους στρατιωτικούς προμηθευτές τους και τους λαφυραγωγούς των αποικιών τους. οι άνθρωποι αυτοί, όπως ο Lope de Aguirre και οι Ολλανδοί ευγενείς, όπως και οι Ρωμαίοι και Τούρκοι φρουροί πριν από αυτούς, ασκούσαν καίριες εξουσίες παρέμεναν όμως υπηρέτες. Πολλοί, αν όχι όλοι τους, φλέγονταν  για να αποτινάξουν την ταπείνωση και το βάρος, να ξεφορτωθούν από πάνω τους το παρασιτικό επικυρίαρχο, να συνεχίσουν την εκμετάλλευση των χωρικών και τη λεηλασία των αποικών στο δικό τους όνομα και για το δικό τους όφελος.

Αργότερα έγιναν γνωστοί ως αστοί ή μεσαία τάξη, οι άνθρωποι αυτοί είχαν γίνει πλούσιοι και ισχυροί από το καιρό των πρώτων στόλων που κατευθύνθηκαν προς τη δύση. Ένα μέρος του πλούτου τους είχε προέλθει από τις λεηλατημένες αποικίες, ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που είχαν πουλήσει στον Αυτοκράτορα, αυτό το σύνολο πλούτου αργότερα θα αποκαλούνταν αργότερα πρώιμη συσσώρευση κεφαλαίου. Ένα άλλο κομμάτι του πλούτου τους είχε προέλθει από τη λεηλασία των δικών τους συμπατριωτών και γειτόνων με μια μέθοδο που αργότερα έγινε γνωστή ως καπιταλισμός, η μέθοδος δεν ήταν εντελώς καινούρια, αλλά έγινε ευρέως διαδεδομένη αφού πρώτα οι μεσαίες τάξεις έβαλαν στα χέρια τους στο χρυσό και το ασήμι του Νέου Κόσμου.

Αυτές οι μεσαίες τάξεις ασκούσαν σημαντικές εξουσίες, αλλά δεν ήταν ακόμη έμπειρες στην άσκηση της κεντρικής πολιτικής εξουσίας. Στην Αγγλία ανέτρεψαν ένα μονάρχη και ανακήρυξαν μια κοινοπολιτεία αλλά, φοβούμενοι πως οι λαϊκές δυνάμεις που είχαν στρατολογήσει ενάντια στην ανώτερη τάξη θα στρέφονταν κατά της μεσαίας τάξης, σύντομα επανάφεραν έναν άλλο μονάρχη από τον ίδιο βασιλικό οίκο.

Ο εθνικισμός δεν καθιερώθηκε παρά στα τέλη του 1700 όταν δυο εκρήξεις , με διαφορά δεκατριών ετών, ανέτρεψαν τη σχετική θέση των δυο ανώτερων τάξεων και άλλαξαν μόνιμα την πολιτική γεωγραφία του πλανήτη. Το 1776, αποικιοκράτες έμποροι και εξερευνητές επαναλαμβάνοντας το κατόρθωμα του Aguirre της προκήρυξης της ανεξαρτησίας τους από τον μακρινό δυνάστη που τους κυβερνούσε, ξεπέρασαν τον προκάτοχό τους με την κινητοποίηση των άλλων εποίκων, και κατόρθωσαν να αποκόψουν τους εαυτούς τους από την Βρετανική Αυτοκρατορία του οίκου του Αννόβερου. Και το 1789, πεφωτισμένοι έμποροι και λόγιοι ξεπέρασαν τους Ολλανδούς προκατόχους τους με το να κινητοποιήσουν, όχι μόνο μερικές περιφερειακές επαρχίες , αλλά το σύνολο του υποκείμενου λαού, με την ανατροπή και την εκτέλεση του κυβερνώντος Βουρβόνου μονάρχη, και με την μετατροπή όλων των φεουδαρχικών δεσμών σε εθνικούς δεσμούς. Τα δυο αυτά γεγονότα σημείωσαν το τέλος μιας εποχής. Από εδώ και μπρος  ακόμη και οι δυνάστες που επιβίωσαν αργά ή γρήγορα έγιναν εθνικιστές, και οι βασιλικές γαίες που απέμειναν πήραν ακόμη περισσότερα χαρακτηριστικά εθνικών κρατών.

*

Οι δυο επαναστάσεις του 18ου αιώνα ήταν πολύ διαφορετικές, και συνεισφέραν διαφορετικά και ακόμη και συγκρουόμενα στοιχεία στο δόγμα και τη πρακτική του εθνικισμού. Δεν σκοπεύω να αναλύσω τα γεγονότα αυτά εδώ, αλλά μόνο να υπενθυμίσω στον αναγνώστη κάποια από τα στοιχεία.

Και οι δυο επαναστάσεις κατόρθωσαν να σπάσουν τα δεσμά υποτέλειας σε ένα βασιλικό οίκο, και οι δυο τελείωσαν με την εγκαθίδρυση καπιταλιστικών εθνικών κρατών, αλλά μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας πράξης είχαν ελάχιστα κοινά στοιχεία. Οι κύριοι υποκινητές και των δυο εξεγέρσεων ήταν εξοικειωμένοι με τις ορθολογιστικές αρχές του Διαφωτισμού, αλλά οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως Αμερικάνοι περιορίστηκαν στα πολιτικά προβλήματα, κυρίως στο πρόβλημα της ίδρυσης ενός κρατικού μηχανισμού που θα συνέχιζε από εκεί που ο βασιλιάς Γεώργιος έφυγε. Πολλοί από τους Γάλλους πήγαν πολύ πιο μακριά,  έθεσαν το πρόβλημα όχι μόνο της αναδιάρθρωσης του κράτους αλλά του συνόλου της κοινωνίας, αμφισβήτησαν όχι μόνο το δεσμού του υπηκόου προς το μονάρχη, αλλά και το δεσμό του σκλάβου προς τον αφέντη, ένα δεσμό που παρέμεινε ιερός για τους Αμερικάνους. Και οι δυο ομάδες ήταν αναμφίβολα εξοικειομένες με την παρατήρηση του Jean-Jacques Rousseau πως τα ανθρώπινα όντα γεννιόντουσαν ελεύθερα, όμως παντού ήταν δεμένα σε αλυσίδες, οι Γάλλοι όμως κατάλαβαν τις αλυσίδες πιο βαθιά και έκαναν μεγαλύτερη προσπάθεια για να τις σπάσουν.

Επηρεασμένοι από τις ορθολογικές αρχές, όπως ήταν και ο ίδιος ο Rousseau, οι Γάλλοι επαναστάτες προσπάθησαν να εφαρμόσουν ένα κοινωνικό Λόγο στο ανθρώπινο περιβάλλον με τον ίδιο τρόπο που ο φυσικός Λόγος, η επιστήμη, άρχιζε να εφαρμόζεται στο φυσικό περιβάλλον. Ο Rousseau εργάστηκε στο γραφείο του, είχε προσπαθήσει να εγκαθιδρύσει κοινωνική δικαιοσύνη επί χάρτου, με το να εμπιστευτεί τις ανθρώπινες υποθέσεις σε μια οντότητα που ενσάρκωνε τη συλλογική θέληση. Οι επαναστάτες πάσχιζαν να εγκαθιδρύσουν κοινωνική δικαιοσύνη όχι μόνο επί χάρτου, αλλά μεταξύ  κινητοποιημένων και ένοπλων ανθρώπινων όντων, πολλοί από τους οποίους ήταν εξαγριωμένοι, οι περισσότεροι τους φτωχοί.

Η αόριστη οντότητα του Rousseau πήρε τη χειροπιαστή μορφή της Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας (ή Δημόσιας Υγείας), μια αστυνομική οργάνωση που θεωρούσε τον εαυτό της ενσάρκωση της συλλογικής θέλησης. Τα μέλη της ενάρετης επιτροπής εφάρμοζαν συνειδητά τα λογικά ευρήματα στις ανθρώπινες υποθέσεις. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους τους χειρουργούς του έθνους. Χάραξαν τις προσωπικές τους εμμονές στη κοινωνία χρησιμοποιώντας το ξυράφι του κράτους.

Η εφαρμογή της επιστήμης στο περιβάλλον πήρε τη μορφή συστηματικού τρόμου. Το εργαλείο του Λόγου και της Δικαιοσύνης ήταν η λαιμητόμος.

Η Τρομοκρατία αποκεφάλισε τους πρώην κυβερνήτες και στη συνέχεια στράφηκε στους επαναστάτες.

Ο φόβος οδήγησε σε μια αντίδραση που σάρωσε τη Τρομοκρατία, όπως και τη Δικαιοσύνη. Η κινητοποιημένη δραστηριότητα των αιμοδιψών πατριωτών στάλθηκε στο εξωτερικό, για να επιβάλλει το διαφωτισμό στους ξένους δια της βίας, να επεκτείνει το έθνος σε αυτοκρατορία. Η τροφοδοσία των εθνικών στρατών ήταν πολύ πιο κερδοφόρα από όσο ήταν ποτέ αυτή των φεουδαρχικών, και πρώην επαναστάτες έγιναν πλούσια και ισχυρά μέλη της μέσης τάξης, που τώρα ήταν η ανώτερη τάξη, η άρχουσα τάξη. Ο τρόμος όπως και οι πόλεμοι άφησαν μια κρίσιμη κληρονομιά στο δόγμα και τη πρακτική των εθνικισμών που ακολούθησαν.

Η κληρονομιά της Αμερικάνικης επανάστασης ήταν κάτι το εντελώς διαφορετικό. Οι Αμερικάνοι ενδιαφέρονταν λιγότερο για τη δικαιοσύνη και περισσότερο για την ιδιοκτησία.

Οι εισβολείς έποικοι στην ανατολική ακτή του βορρά της ηπείρου δεν χρειάζονταν τον Γεώργιο του Αννόβερου περισσότερο από ότι ο Lope de Aguirre τον Φίλιππο του οίκου των Αψβούργων. Ή ουσιαστικά, οι πλούσιοι και ισχυροί ανάμεσα στους έποικους χρειάζονταν το μηχανισμό του βασιλιά Γεωργίου για την προστασία του πλούτου τους, αλλά όχι για να τον αποκτήσουν. Αν μπορούσαν να οργανώσουν ένα δικό τους κατασταλτικό μηχανισμό, δεν θα είχαν καμιά ανάγκη το βασιλιά Γεώργιο.

Σίγουροι πως μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα δικό τους μηχανισμό, οι αποικιοκράτες δουλοκτήτες, οι κερδοσκόποι κτηματομεσίτες, οι εξαγωγείς αγαθών και οι τραπεζίτες έβρισκαν τους φόρους και τις πράξεις του βασιλιά ανυπόφορες. Η πιο ανυπόφορη από τις πράξεις του βασιλιά ήταν ο νόμος που απαγόρευε προσωρινά τις ανεπίσημες επιδρομές στις περιοχές των αρχικών κατοίκων της ηπείρου, οι σύμβουλοι του βασιλιά είχαν το βλέμμα τους στις γούνες που προμήθευαν οι γηγενείς κυνηγοί, οι επαναστάτες κτηματομεσίτες είχαν το δικό τους στις εκτάσεις των κυνηγών.

Αντίθετα από τον Aguirre, η ομοσπονδία των αποικιοκρατών του βορρά κατάφεραν να εγκαθιδρύσουν το δικό τους καταπιεστικό μηχανισμό, και το κατόρθωσαν αυτό με το να ανακινήσουν μια ελάχιστη επιθυμία για δικαιοσύνη, ο στόχος τους ήταν να ανατρέψουν την εξουσία του βασιλιά, όχι τη δική τους. αντί να βασίζονται αποκλειστικά στους λιγότερο ευκατάστατους συν-εποίκους τους και τους εξαθλιωμένους χωριάτες, για να μη πω για τους σκλάβους, αυτοί οι επαναστάτες βασίστηκαν σε μισθοφόρους και στην απαραίτητη βοήθεια του Βουρβόνου μονάρχη που θα ανατρέπονταν μερικά χρόνια αργότερα από πιο ενάρετους επαναστάτες.

Οι έποικοι της Βόρειας Αμερικής, έσπασαν τα παραδοσιακά δεσμά της υποτέλειας και της φεουδαρχικής υποχρέωσης αλλά, αντίθετα με τους Γάλλους, αντικατέστησαν σταδιακά τους παραδοσιακούς δεσμούς με τους δεσμούς του πατριωτισμού και της εθνικοφροσύνης. Δεν ήταν ακριβώς έθνος, η διστακτική κινητοποίηση της αποικιακής επαρχίας δεν τους είχε μετατρέψει σε ένα, και η ο πολύγλωσσος, πολυπολιτισμικός και κοινωνικά διαιρεμένος υποκείμενος πληθυσμός αντιστεκόταν σε μια τέτοια συγχώνευση. Ο νέος κατασταλτικός μηχανισμός δεν είχε δοκιμαστεί, και δεν επέβαλλε την αδιαίρετη υποταγή του υποκείμενου πληθυσμού, που δεν ήταν ακόμη πατριωτικός, κάτι άλλο ήταν αναγκαίο. Οι δουλοκτήτες που είχαν ανατρέψει το βασιλιά τους φοβόντουσαν πως οι σκλάβοι τους θα ανέτρεπαν με παρόμοιο τρόπο τους αφέντες τους, η εξέγερση στην Αϊτή έκανε αυτό το φόβο κάτι λιγότερο από υποθετικό. Αν και πλέον δεν φοβόντουσαν πως θα τους έριχναν στη θάλασσα οι αυτόχθονες κάτοικοι της ηπείρου, οι έμποροι και οι κερδοσκόποι ανησυχούσαν για την ικανότητα τους να διεισδύσουν περισσότερο στο εσωτερικό της ηπείρου.

Οι Αμερικάνοι έποικοι εισβολείς, βρήκαν τη λύση σε ένα εργαλείο που δεν ήταν, όπως η λαιμητόμος, μια καινούρια εφεύρεση, αλλά ήταν το ίδιο θανάσιμο. Το εργαλείο θα ονομάζονταν αργότερα ρατσισμός, και θα ενσωματώνονταν στην εθνικιστική πρακτική. Ο ρατσισμός, όπως επόμενα προϊόντα των πρακτικών Αμερικάνων, ήταν μια ρεαλιστική αρχή, το περιεχόμενο του δεν ήταν σημαντικό, αυτό που είχε σημασία ήταν το γεγονός πως είχε αποτέλεσμα.

Τα ανθρώπινα όντα είχαν κινητοποιηθεί από τον ελάχιστο και πιο επιφανειακό κοινό γνώρισμα τους, και ανταποκρίθηκαν. Άνθρωποι που είχαν εγκαταλείψει τα χωριά και τις οικογένειες τους, που ξεχνούσαν τις γλώσσες τους και έχαναν τις κουλτούρες τους, που είχαν εξαντλήσει την κοινωνικότητα τους, που είχαν χειραγωγηθεί στο να θεωρούν πως το χρώμα του δέρματός τους ήταν υποκατάστατο όσων είχαν χάσει. Είχαν γίνει περήφανοι για κάτι που δεν ήταν προσωπικό επίτευγμα ούτε καν, όπως η γλώσσα, προσωπική κατάκτηση. Είχαν ενωθεί σε ένα έθνος λευκών ανδρών. (Οι λευκές γυναίκες και παιδιά υπήρχαν μόνο ως σφαγμένα θύματα, ως αποδείξεις της κτηνωδίας του θηράματος που κυνηγούσαν). Το εύρος της εξάντλησης αποκαλύπτεται από το εύρος των μη οντοτήτων που οι λευκοί άνδρες μοιράζονταν μεταξύ τους: λευκό αίμα, λευκή σκέψη, και την ιδιότητα του μέλους σε μια λευκή φυλή. Οι οφειλέτες, οι εξαθλιωμένοι και οι υπηρέτες, ως λευκοί άνδρες, ήταν ίδιοι σε όλα με τους τραπεζίτες, τους κτηματομεσίτες και τους ιδιοκτήτες φυτειών, και δεν είχαν τίποτα κοινό με όσους είχαν κόκκινο, μαύρο ή κίτρινο δέρμα. Ενωμένοι από μια τέτοια αρχή, μπορούσαν και να κινητοποιθούν από αυτή, μετατρέποντάς τους σε λευκό όχλο, σε όχλο λιντσαρίσματος, σε «μαχητές Ινδιάνων».

Ο ρατσισμός ήταν αρχικά μια ανάμεσα σε πολλές μεθόδους κινητοποίησης αποικιακών στρατών, και παρόλο που το αξιοποίησαν ευρύτερα στην Αμερική από ότι είχε γίνει ως τότε, δεν αντικατέστησε τις παλιότερες μεθόδους αλλά μάλλον τις συμπλήρωσε. Τα θύματα των εισβολέων πρωτοπόρων περιγράφονταν ακόμα ως άπιστοι, ως ειδωλολάτρες. Οι πρωτοπόροι όμως, όπως και οι Ολλανδοί νωρίτερα, ήταν κυρίως Προτεστάντες Χριστιανοί, και θεωρούσαν την ειδωλολατρία ως κάτι που έπρεπε να τιμωρηθεί, όχι να διορθωθεί. Τα θύματα επίσης συνέχισαν να χαρακτηρίζονται ως άγριοι, κανίβαλοι και πρωτόγονοι, οι όροι αυτοί όμως, επίσης, έπαψαν να είναι όροι που σήμαιναν καταστάσεις που μπορούσαν να διορθωθούν, και έτειναν να γίνουν συνώνυμα του μη λευκού, μια κατάσταση που δεν μπορούσε να διορθωθεί. Ο ρατσισμός ήταν μια ιδεολογία που ταίριαζε απόλυτα σε μια πρακτική υποδούλωσης και εξολόθρευσης.

Η προσέγγιση του λιντσαρίσματος, η ομαδική επίθεση σε θύματα που ορίζονται ως κατώτερα, άρεσε σε νταήδες των οποίων η ανθρωπιά ήταν καχεκτική και που στερούνταν κάθε αντίληψη τίμιου παιχνιδιού. Η προσέγγιση αυτή όμως δεν άρεσε όμως σε όλους. Οι Αμερικάνοι επιχειρηματίας, εν μέρει απατεώνες και εν μέρει καταφερτζήδες, είχαν πάντοτε κάτι για το καθένα. Για τους αναρίθμητους Αη Γιώργηδες που είχαν μια κάποια αίσθηση τιμής και μεγάλη δίψα για ηρωισμό, ο εχθρός περιγράφονταν κάπως διαφορετικά, για αυτούς ήταν έθνη πλούσια και ισχυρά σαν τα δικά τους στην άλλη πλευρά των βουνών και στις ακτές των Μεγάλων Λιμνών.

Οι εξυμνητές των ηρωικών κατορθωμάτων των αυτοκρατορικών Ισπανών είχαν βρει αυτοκρατορίες στο κεντρικό Μεξικό και στις κορυφές των Άνδεων. Οι εξυμνητές των εθνικιστών Αμερικάνων ηρώων είχαν βρει έθνη, είχαν μεταμορφώσει τις απελπισμένες αντιστάσεις άναρχων χωρικών σε διεθνείς συνωμοσίες που είχαν καταστρωθεί από στρατιωτικούς ηγέτες όπως ο στρατηγός Pontiac και ο στρατηγός Tecumseh, κατοικούσαν στα δάση με τρομερούς εθνικούς ηγέτες, αποτελεσματικά γενικά επιτελεία, και στρατούς αμέτρητων πατριωτικών ανδρών, προέβαλαν τις δικές τους καταπιεστικές δομές στο άγνωστο, είδαν ένα ακριβές αντίγραφο των εαυτών τους, με όλα τα χρώματα αναστραμμένα – κάτι σαν φωτογραφικό αρνητικό. Ο εχθρός έγινε έτσι ίσος με όρους δομών, στόχων και ισχύος. Ο πόλεμος εναντίον ενός τέτοιου εχθρού δεν ήταν μόνο  δίκαιο παιχνίδι, ήταν μια επιτακτική ανάγκη, ένα ζήτημα ζωής και θανάτου. Οι άλλες ιδιότητες του εχθρού – η ειδωλολατρία, ο κανιβαλισμός, η αγριότητα – έκανε το έργο της εκμετάλλευσης, της υποδούλωσης και της εξολόθρευσης περισσότερο επείγον, έκανε όλα αυτά τα επιτεύγματα όλο και ηρωικότερα.

Το ρεπερτόριο του εθνικιστικού προγράμματος ήταν πλέον λίγο πολύ ολοκληρωμένο. Ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να μπερδέψει τον αναγνώστη που δεν μπορεί να διακρίνει ακόμη κάποιο «αληθινό έθνος» στο γήπεδο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ακόμη ένα σύνολο από πολύγλωσσες, πολύθρησκων και πολυπολιτισμικών «εθνικοτήτων», και το Γαλλικό έθνος είχε ξεχειλώσει τα σύνορά του και μετατραπεί στη Ναπολεόνια αυτοκρατορία. Ο αναγνώστης μπορεί να προσπαθεί να εφαρμόσει τον ορισμό του έθνους ως μια οργανωμένη περιοχή που αποτελείται από ανθρώπους που μοιράζονται μια κοινή γλώσσα, θρησκεία και έθιμα, ή τουλάχιστον ένα από τα τρία. Τέτοιος ορισμός, ξεκάθαρος, βολικός και στατικός, δεν είναι περιγραφή του φαινομένου αλλά μια απολογία γι’ αυτό, μια αιτιολογία. Το φαινόμενο δεν ήταν ένας στατικός ορισμός αλλά μια δυναμική διεργασία. Η κοινή γλώσσα, θρησκεία και έθιμα, όπως το λευκό αίμα των Αμερικάνων εποίκων, ήταν μόνο προφάσεις, εργαλεία για την κινητοποίηση στρατών. Η κορύφωση της διεργασίας δεν ήταν η λατρεία των κοινών στοιχείων, αλλά ο αφανισμός, η απόλυτη απώλεια της γλώσσας, της θρησκείας και των εθίμων, οι κάτοικοι του έθνους μιλούσαν τη γλώσσα του κεφαλαίου, λάτρευαν στο βωμό του κράτους και περιόριζαν τα έθιμα τους σε εκείνα που επιτρέπονταν από την εθνική αστυνομία.

*

Ο εθνικισμός είναι το αντίθετο του ιμπεριαλισμού στο πεδίο του ορισμού και μόνο. Στη πράξη, ο εθνικισμός ήταν μια μέθοδος για τη διαχείριση της αυτοκρατορίας του κεφαλαίου.

Η συνεχής αύξηση του κεφαλαίου, συχνά αναφερόμενη ως υλική πρόοδος, οικονομική ανάπτυξη ή εκβιομηχάνιση, ήταν η κύρια δραστηριότητα των μεσαίων τάξεων, των αποκαλούμενων αστών, επειδή αυτό που τους άνηκε ήταν το κεφάλαιο, ήταν η ιδιοκτησία τους, η ιδιοκτησία των ανώτερων τάξεων ήταν η γη.

Η ανακάλυψη νέων κόσμων πλούτου είχε πλουτίσει τις μεσαίες τάξεις σε σημαντικό βαθμό, αλλά επίσης τις έκανε ευάλωτες. Οι βασιλείς και οι ευγενείς που αρχικά συγκέντρωσαν το λεηλατημένο πλούτο του νέου κόσμου απεχθάνονταν την απώλεια όλων, εκτός ελαχίστων, τροπαίων από τους εμπόρους της μεσαίας τάξης. Δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Ο πλούτος δεν έφτασε σε αξιοποιήσιμη μορφή, οι έμποροι προμήθευαν το βασιλιά με πράγματα που μπορούσε να χρησιμοποιήσει, σε αντάλλαγμα για τους λεηλατημένους θησαυρούς. Ακόμη και έτσι, οι μονάρχες που έβλεπαν τους εαυτούς τους να γίνονται φτωχότεροι ενώ οι ενώ οι έμποροι τους γινόντουσαν πλουσιότεροι, δεν ήταν υπεράνω της χρήσης των ένοπλων ακολούθων τους για να πλιατσικολογήσουν τους εύπορους εμπόρους. Το αποτέλεσμα ήταν οι μεσαίες τάξεις υπέφεραν συνεχείς βλάβες υπό το παλιό καθεστώς – βλάβες στη περιουσία τους. Ο στρατός του βασιλιά και η αστυνομία δεν ήταν αξιόπιστοι προστάτες της περιουσίας της μεσαίας τάξης, και οι πανίσχυροι έμποροι, που ήδη έλεγχαν τις λειτουργίες της αυτοκρατορίας, πήραν μέτρα  για θέσουν τέλος στην αστάθεια, πήραν και την πολιτική εξουσία στα χέρια τους. Μπορούσαν να προσλαμβάνουν ιδιωτικούς στρατούς, και το έκαναν συχνά. Μόλις όμως τα εργαλεία για την κινητοποίηση εθνικών στρατών και εθνικής αστυνομίας εμφανίστηκαν στον ορίζοντα, οι ζημιωμένοι επιχειρηματίες έπρεπε να καταφύγουν σε αυτά. Η βασική αρετή μιας εθνικής ένοπλης δύναμης είναι πως εγγυάται πως ένας πατριωτικός υπηρέτης θα πολεμήσει μαζί με το αφεντικό του ενάντια στον υπηρέτη ενός εχθρικού αφεντικού.

Η σταθερότητα που εγγυόνταν ένας εθνικός κατασταλτικός μηχανισμός έδινε στους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου κάτι σαν θερμοκήπιο μέσα στο οποίο αυτό μπορούσε να μεγαλώσει, να αυξηθεί να πολλαπλασιαστεί. Ο όρος «μεγαλώσει» και τα συνεπακόλουθα του προήλθε από το λεξιλόγιο των ίδιων των καπιταλιστών. Οι άνθρωποι αυτοί αντιλαμβάνονται μια μονάδα κεφαλαίου ως ένα κόκκο ή σπόρο που επένδυαν σε γόνιμο έδαφος. Την άνοιξη βλέπουν ένα φυτό να αναπτύσσεται από κάθε σπόρο. Το καλοκαίρι θέριζαν τόσους πολλούς σπόρους από κάθε φυτό που, αφού πλήρωναν για το έδαφος, τον ήλιο και τη βροχή, είχαν περισσότερους σπόρους από όσους είχαν αρχικά. Την επόμενη χρονιά μεγάλωναν το χωράφι τους, και σταδιακά ολόκληρη η ύπαιθρος βελτιώνεται. Στη πράξη, οι αρχικοί «σπόροι» ήταν χρήματα, η λιακάδα και η βροχή είναι η ενέργεια των εργατών που χρησιμοποιήθηκαν, τα φυτά είναι τα εργοστάσια, οι βιοτεχνίες και τα ορυχεία, οι καρποί που μαζεύονταν είναι τα προϊόντα, κομμάτια του επεξεργασμένου κόσμου, και το πλεόνασμα σπόρων, τα κέρδη, είναι οι απολαβές που ο καπιταλιστής κρατά για τον ίδιο αντί να τα μοιράσει μεταξύ των εργατών.

Η διαδικασία ως σύνολο αποτελούνταν από την επεξεργασία φυσικών ουσιών σε αντικείμενα ή προϊόντα που μπορούσαν να πωληθούν, και την φυλάκιση μισθωτών εργατών στα εργοστάσια επεξεργασίας.

Ο γάμος Κεφαλαίου και Επιστήμης ήταν υπεύθυνος για το μεγάλο άλμα προς αυτό που ζούμε σήμερα. Οι θεωρητικοί επιστήμονες ανακάλυψαν τα συστατικά στα οποία το φυσικό περιβάλλον μπορούσε να αποσυντεθεί, οι επενδυτές στοιχημάτισαν στις διάφορες μεθόδους αποσύνθεσης, οι πρακτικοί επιστήμονες ή οι διαχειριστές εξασφάλισαν πως οι μισθωτοί εργάτες στην επίβλεψή τους θα έφερναν σε πέρας το έργο. Οι κοινωνικοί επιστήμονες επεδίωξαν τρόπους για να κάνουν τους εργάτες λιγότερο ανθρώπους, πιο αποδοτικούς και σαν μηχανές. Χάρη στην επιστήμη, οι καπιταλιστές ήταν σε θέση να μετασχηματίσουν μεγάλο μέρος του φυσικού περιβάλλοντος σε ένα επεξεργασμένο κόσμο, ένα κατασκεύασμα, και να υποβιβάσει τα περισσότερα ανθρώπινα όντα σε αποτελεσματικές προσφορές στο κατασκεύασμα.

Η διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής είχε αναλυθεί και επικριθεί από πολλούς φιλόσοφους και ποιητές, κυρίως από τον Karl Marx, του οποίου οι κριτικές κινητοποιούσαν, και συνεχίζουν να κινητοποιούν, μαχητικά κοινωνικά κινήματα. Ο Marx έκανε μια σημαντική παράλειψη. Ο Marx ήταν ενθουσιώδης οπαδός του αστικού αγώνα για την απελευθέρωση από τα φεουδαρχικά δεσμά. Ποιος δεν ήταν οπαδός του εκείνες τις ημέρες; Εκείνος, που παρατήρησε πως οι κυρίαρχες ιδέες της εποχής ήταν οι ιδέες της άρχουσας τάξης, μοιράζονταν πολλές από τις ιδέες της πρόσφατα άρχουσας μεσαίας τάξης. Ήταν οπαδός του Διαφωτισμού, του ορθολογισμού, της υλικής διαδικασίας. Ήταν ο Marx που με διορατικότητα σημείωσε πως κάθε φορά που ένας εργάτης αναπαρήγαγε την εργατική του δύναμη, κάθε λεπτό που αφιέρωνε στο έργο που του είχε ανατεθεί, μεγιστοποιούσε τον υλικό και κοινωνικό μηχανισμό που του αφαιρούσε την ανθρώπινη υπόσταση. Παρόλα αυτά ο ίδιος Marx ήταν οπαδός της εφαρμογής της επιστήμης στη παραγωγή.

Ο Marx έκανε μια βαθιά ανάλυση της παραγωγικής διαδικασίας ως εκμετάλλευση της εργασίας, αλλά έκανε μόνο επιφανειακά και διστακτικά σχόλια για το προαπαιτούμενο για την καπιταλιστική παραγωγή, το αρχικό κεφάλαιο που έκανε την διαδικασία δυνατή. Δίχως το αρχικό κεφάλαιο, δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν επενδύσεις, καμιά παραγωγή, κανένα άλμα μπροστά. Το προαπαιτούμενο αυτό αναλύθηκε από τον πρώιμο Σοβιετικό Ρώσο μαρξιστή Preobrazhensky, που δανείστηκε πολλές ιδέες από τη Πολωνή μαρξίστρια Rosa Luxemburg για να σχηματίσει τη θεωρία του για την πρωταρχική συσσώρευση. Με το πρωταρχική, ο Preobrazhensky εννοούσε τη βάση του καπιταλιστικού οικοδομήματος, τη μορφοποίηση, το προαπαιτούμενο. Το προαπαιτούμενο αυτό δεν μπορούσε να προκύψει από την ίδια τη καπιταλιστική διαδικασία, αν η διαδικασία δεν υπάρχει ήδη. Πρέπει και προέρχεται έξω από την παραγωγική διαδικασία. Προέρχεται από τις λαφυραγωγημένες αποικίες. Προέρχεται από τους υποδουλωμένους και εξολοθρευμένους πληθυσμούς των αποικιών. Τις πρώτες ημέρες, όταν δεν υπήρχαν υπερπόντιες αποικίες, το αρχικό κεφάλαιο, το προαπαιτούμενο για τη καπιταλιστική παραγωγή, είχε αποσπαστεί από εσωτερικές αποικίες, από τους λεηλατημένους χωρικούς των οποίων τα κτήματα ήταν περιφραγμένα και οι σοδειές επιταγμένες, από εκδιωγμένους Εβραίους και Μουσουλμάνους των οποίων οι περιουσίες είχαν κατασχεθεί.

Η πρωταρχική ή πρώιμη συσσώρευση κεφαλαίου δεν ήταν κάτι που συνέβη μια φορά, στο μακρινό παρελθόν, και ποτέ ξανά. Είναι κάτι που συνεχίζει να συντροφεύει τη διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής, και είναι ουσιαστικό της κομμάτι. Η διαδικασία που περιγράφεται από το Marx είναι υπεύθυνη για τη περιοδική καταστροφή των συνηθισμένων κερδών από κρίσεις ενδημικές στο σύστημα, νέες εισαγωγές πρωταρχικού κεφαλαίου είναι η μόνη γνωστή θεραπεία για τις κρίσεις. Δίχως μια συνεχή πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου, η παραγωγική διαδικασία θα έπαυε, κάθε κρίση θα έτεινε να γίνει μόνιμη.

Η γενοκτονία, η ορθολογικά υπολογισμένη εξολόθρευση των ανθρώπινων πληθυσμών που χαρακτηρίζονταν ως αποδεκτό θήραμα, δεν ήταν μια παρέκκλιση σε μια κατά τα άλλα ειρηνική πορεία της προόδου. Η γενοκτονία ήταν προαπαιτούμενη σε αυτή τη διαδικασία. Για αυτό το λόγο οι εθνικές ένοπλες δυνάμεις ήταν απαραίτητες στους κατόχους του κεφαλαίου. Οι δυνάμεις αυτές δεν προστάτευαν μόνο τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου από την επαναστατική οργή των εκμεταλλευομένων μισθωτών εργατών τους. Οι δυνάμεις αυτές επίσης καταλάμβαναν το άγιο δισκοπότηρο, το μαγικό λυχνάρι, το πρωταρχικό κεφάλαιο, με το γκρέμισμα των πυλών ξένων που είτε αντιστέκονταν, είτε όχι, με τη λαφυραγωγία, την εκδίωξη και το φόνο.

Τα ίχνη των εθνικών στρατών είναι τα ίχνη της πορείας της προόδου. Οι πατριωτικοί αυτοί στρατοί ήταν, και ακόμη είναι, το έβδομο θαύμα του κόσμου. Σε αυτούς, ο λύκος στέκεται δίπλα από το αρνί, η αράχνη δίπλα από τη μύγα. Σε αυτούς, οι εκμεταλλευόμενοι εργάτες ήταν τα φιλαράκια των εκμεταλλευτών, οι χρεωμένοι χωριάτες οι κολλητοί των πιστωτών, τα κορόιδα οι σύντροφοι των απατεώνων, σε μια συντροφιά κινητοποιημένη όχι από αγάπη αλλά από μίσος –  μίσος για τις πιθανές πηγές πρωταρχικού κεφαλαίου που περιγράφονταν ως άπιστες, άγριες, κατώτερες φυλές.

Οι ανθρώπινες κοινότητες τόσο διαφορετικές στα ήθη και τα πιστεύω τους όσο τα πουλιά στο φτέρωμα τους έγιναν αντικείμενο εισβολής, λεηλασίας και τέλος εξολόθρευσης, πέρα από κάθε φαντασία. Τα ρούχα και τα τεχνουργήματα των εξαφανισμένων κοινοτήτων συγκεντρώθηκαν ως τρόπαια και εκτίθονταν σε μουσεία  ως επιπλέον ίχνη της πορείας της προόδου, τα εξαφανισμένα πιστεύω και ήθη μετατράπηκαν σε αξιοθέατα μια ακόμη επιστήμης, από τις πολλές επιστήμες των εισβολέων. Τα λιβάδια που είχαν αρπαχτεί, τα δάση και τα ζώα αποκτιόνταν ως θησαυροί, ως πρωταρχικό κεφάλαιο, ως η προϋπόθεση για την παραγωγική διαδικασία που θα μετέτρεπε τα λιβάδια σε φάρμες, τα δέντρα σε ξυλεία, τα ζώα σε καπέλα, τα ορυκτά σε πυρομαχικά, τους ανθρώπους που επέζησαν σε φτηνή εργασία. Η γενοκτονία ήταν, και είναι ακόμα, η προϋπόθεση, ο ακρογωνιαίος λίθος και το θεμέλιο για τη διαπλοκή στρατού-βιομηχανίας, του επεξεργασμένου περιβάλλοντος, του κόσμου των γραφείων και των χώρων στάθμευσης.

—–

Ο εθνικισμός ταίριαζε τέλεια στο διπλό του έργο, την εξημέρωση των εργατών και το πλιάτσικο των ξένων, που τον έκανε αρεστό από όλους – όλους, δηλαδή, όσους είχαν ή φιλοδοξούσαν να έχουν ένα κομμάτι του κεφαλαίου.

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του, κάθε ιδιοκτήτης επενδυτικού κεφαλαίου ανακάλυψε πως είχε ρίζες ανάμεσα στους στρατεύσιμους συμπατριώτες του που μιλούσαν τη γλώσσα της μητέρας του και λάτρευαν τους θεούς του πατέρα του. Η φλόγα ενός τέτοιου εθνικιστή ήταν φανερά κυνική, μιας και ήταν ο συμπατριώτης που δεν είχε πια ρίζες ανάμεσα στους συγγενείς της μητέρας και του πατέρα του: βρήκε τη σωτηρία στις αποταμιεύσεις του, προσεύχονταν στις επενδύσεις του και μιλούσε τη γλώσσα του υπολογισμού του κόστους. Είχε μάθει όμως, από τους Αμερικάνους και τους Γάλλους, πως αν και δεν μπορούσε να κινητοποιήσει τους συμπατριώτες του ως πιστούς υπηρέτες, πελάτες και αγοραστές, μπορούσε να τους κινητοποιήσει ως πιστούς ομόθρησκους Καθολικούς, Ορθόδοξους ή Προτεστάντες. Γλώσσες, θρησκείες και έθιμα  έγιναν τα συγκολλητικά υλικά στην κατασκευή των εθνικών κρατών.

Τα συγκολλητικά υλικά ήταν μέσα, όχι σκοποί. Η λόγος ύπαρξης των εθνικών οντοτήτων δεν ήταν η ανάπτυξη γλωσσών, θρησκειών ή εθίμων, αλλά να δημιουργήσουν εθνικές οικονομίες, να μετατρέψουν τους λαούς σε εργάτες και στρατιώτες, να μετατρέψουν την πάτρια γη σε ορυχεία και εργοστάσια, να μετατρέψουν τα δυναστικά κτήματα σε καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Δίχως το κεφάλαιο, δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν ούτε πυρομαχικά ούτε προμήθειες, ούτε εθνικός στρατός, ούτε έθνος.

Οι αποταμιεύσεις και οι επενδύσεις, η έρευνα αγοράς και ο υπολογισμός κόστους, οι εμμονές των πρώην ορθολογιστικών μεσαίων τάξεων, έγιναν οι άρχουσες εμμονές. Οι ορθολογιστικές αυτές εμμονές δεν έγιναν μόνο κυρίαρχες αλλά και αποκλειστικές. Άτομα που εμπλέκονταν σε άλλες εμμονές, παράλογες, κλειδώνονταν σε τρελάδικα, άσυλα.

Τα έθνη συνήθως ήταν, αλλά δεν ήταν απαραίτητο πια, μονοθεϊστικά, ο πρώην θεός ή θεοί είχαν χάσει τη σημασία τους εκτός από συγκολλητικά υλικά. Τα έθνη ήταν μόνο-εμμονικά, και αν ο μονοθεϊσμός εξυπηρετούσε την άρχουσα εμμονή, τότε αξιοποιούνταν και αυτός.

Ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος σήμανε το τέλος της πρώτης φάσης της διαδικασίας εθνικοποίησης, η φάση που είχε αρχίσει με την Αμερικάνικη και τη Γαλλική επανάσταση, η φάση που είχε αναγγελθεί πολύ νωρίτερα με την διακήρυξη του Aguirre και την εξέγερση των Ολλανδών ευγενών. Οι συγκρουόμενες απαιτήσεις παλιών και νεοσύστατων εθνών ήταν στην ουσία οι αιτίες εκείνου του πολέμου. Η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία, όπως και η Ελλάδα, η Σερβία και η αποικιακή Λατινική Αμερική, είχαν ήδη απορροφήσει τα πιο πολλά χαρακτηριστικά των εθνικιστικών προκατόχων τους, είχαν γίνει εθνικές αυτοκρατορίες, μοναρχίες και δημοκρατίες, και οι πιο ισχυροί από τους νεοφερμένους φιλοδοξούσαν να αποκτήσουν το βασικό χαρακτηριστικό που έλειπε, την αποικιοκρατορική αυτοκρατορία. Στη διάρκεια εκείνου του πολέμου, όλα τα στρατολογημένα συστατικά των δύο αυτοκρατοριών που είχαν απομείνει, η Οθωμανική και των Αψβούργων, έφτιαχναν έθνη. Όταν αστοί με διαφορετικές γλώσσες και θρησκείες, όπως οι Τούρκοι και οι Αρμένιοι, διεκδικούσαν την ίδια περιοχή, ο πιο αδύναμος αντιμετωπίζονταν σαν τους Αμερικάνους Ινδιάνους, εξοντώθηκαν. Η Εθνική Κυριαρχία και η Γενοκτονία ήταν – και ακόμη είναι – επακόλουθο το ένα του άλλου.

Η κοινή γλώσσα και θρησκεία φάνταζαν να είναι απόρροιες της εθνικότητας, αλλά μόνο εξαιτίας μιας οπτικής ψευδαίσθησης. Ως συγκολλητικά υλικά, οι γλώσσες και οι θρησκείες  χρησιμοποιούνταν όταν επιτελούσαν το σκοπό τους, πετιόντουσαν όταν δεν το έκαναν. Ούτε η πολύγλωσση Ελβετία, ούτε η πολύθρησκη Γιουγκοσλαβία είχαν αποκλειστεί από την οικογένεια των εθνών. Τα σχήματα των μυτών και το χρώμα των μαλλιών μπορούσαν επίσης να κινητοποιήσουν τους πατριώτες – και αργότερα το έκαναν. Οι κοινές κληρονομιές, ρίζες και κοινά χαρακτηριστικά έπρεπε να ικανοποιούν  μόνο ένα κριτήριο, το κριτήριο του αμερικάνικου τύπου ορθολογισμού: δούλευαν; Οτιδήποτε δούλευε χρησιμοποιούνταν. Τα κοινά γνωρίσματα ήταν σημαντικά, όχι λόγο του πολιτιστικού, ιστορικού ή φιλοσοφικού τους περιεχομένου, αλλά επειδή ήταν χρήσιμα για την οργάνωση μια αστυνομίας για την προστασία της εθνικής ιδιοκτησίας και για την στρατολόγηση ενός στρατού για την λεηλασία των αποικιών.

Μόλις το έθνος σχηματίζονταν, τα ανθρώπινα όντα που ζούσαν στην εθνική περιοχή αλλά δεν διέθεταν τα εθνικά χαρακτηριστικά μπορούσαν να μετατραπούν σε εσωτερικές αποικίες, δηλαδή σε πηγές πρωταρχικού κεφαλαίου. Δίχως το πρωταρχικό κεφάλαιο, κανένα έθνος δεν μπορούσε να γίνει μεγάλο έθνος, και τα έθνη που φιλοδοξούσαν σε μεγαλεία αλλά τους έλλειπαν οι απαραίτητες υπερπόντιες αποικίες μπορούσαν να στραφούν στη λεηλασία, εξολόθρευση και οικειοποίηση εκείνων των συμπατριωτών τους που δεν είχαν τα εθνικά χαρακτηριστικά.

*

Η εγκαθίδρυση των εθνών κρατών αντιμετωπίστηκε με ευφορικό ενθουσιασμό τόσο από τους ποιητές, όσο και από τους χωρικούς που νόμιζαν ότι οι μούσες ή οι θεοί τους είχαν κατέβει στη γη. οι βασικοί απαισιόδοξοι ανάμεσα στις σημαίες που κυμάτιζαν και το χαρτοπόλεμο που πετούσε ήταν οι πρώην κυβερνήτες, οι αποικισμένοι και οι μελετητές του Karl Marx.

Αυτοί που είχαν ανατραπεί και αυτοί που είχαν εποικισθεί για προφανείς λόγους δεν είχαν ενθουσιαστεί.

Οι μελετητές του Marx δεν ήταν ενθουσιασμένοι γιατί είχαν μάθει από το δάσκαλο πως εθνική απελευθέρωση σήμαινε εθνική εκμετάλλευση, πως η εθνική κυβέρνηση ήταν η εκτελεστική επιτροπή της εθνικής καπιταλιστικής τάξης, πως το έθνος δεν είχε τίποτα για τους εργάτες παρά αλυσίδες. Αυτοί που διαμόρφωναν τις στρατηγικές για τους εργάτες δεν ήταν οι ίδιοι εργάτες, αλλά ήταν αστοί όπως και η καπιταλιστές που κυβερνούσαν, κηρύσσοντας πως οι εργάτες δεν έχουν καμιά πατρίδα και οργάνωσαν τους εαυτούς τους σε μια Διεθνή. Η Διεθνής αυτή διασπάστηκε σε τρεις, και κάθε Διεθνής κινήθηκε όλο και πιο πολύ προς τη παράλειψη του Marx.

Η Πρώτη Διεθνής διασπάστηκε από τον κάποτε Ρώσσο μεταφραστή, και αργότερα ανταγωνιστή του Marx, τον Bakunin, ένα ριζοσπάστη επαναστάτη που ήταν ένθερμος εθνικιστής μέχρι που έμαθε για την εκμετάλλευση από το Marx. Ο Bakunin και οι σύντροφοί του, επαναστάτες εναντίον των αυθεντιών, επίσης επαναστάτησαν εναντίον της αυθεντίας του Marx, υποπτεύονταν πως ο Marx προσπαθούσε να μετατρέψει τη Διεθνή σε ένα κράτος τόσο καταπιεστικό όσο το φεουδαρχικό και το εθνικό μαζί. Ο Bakunin και οι ακόλουθοί του ήταν σαφείς στην απόρριψη όλων των κρατών, αλλά ήταν ασαφείς για την καπιταλιστική επιχείρηση. Περισσότερο από το Marx δόξαζαν την επιστήμη, υμνούσαν την υλική πρόοδο και χαιρετούσαν την βιομηχανοποίηση. Όντας επαναστάτες, θεωρούσαν κάθε μάχη σωστή, αλλά η σωστότερη όλων ήταν η μάχη εναντίον των πρώην εχθρών των αστών, η μάχη εναντίον των φεουδαρχών γαιοκτημόνων και της Καθολικής Εκκλησίας. Έτσι η Μπακουνική Διεθνής άνθισε σε μέρη όπως η Ισπανία, που οι αστοί δεν είχαν ολοκληρώσει των αγώνα για την ανεξαρτησία τους αλλά είχαν αντίθετα, συμμαχήσει με τους φεουδάρχες βαρόνους και την Εκκλησία για τη προστασία από τους εξεγερμένους εργάτες και χωρικούς. Οι Μπακουνιστές πολέμησαν για να ολοκληρώσουν την αστική επανάσταση, δίχως και εναντίον της αστικής τάξης. Αποκαλούσαν τους εαυτούς τους αναρχικούς και περιφρονούσαν κάθε κράτος, αλλά δεν είχαν ξεκινήσει να εξηγούν πως μπορούσαν προμηθεύσουν την πρωταρχική ή την επακόλουθη βιομηχανία, η πρόοδος και η επιστήμη, δηλαδή το κεφάλαιο, δίχως στρατό και αστυνομία. Δεν τους δόθηκε ποτέ μια πραγματική ευκαιρία να λύσουν την αντίφαση τους στη πράξη, και οι σημερινοί Μπακουνιστές ακόμη δεν την έχουν επιλύσει, δεν έχουν καν αντιληφθεί πως υπάρχει αντίφαση μεταξύ αναρχίας και βιομηχανίας.

Η Δεύτερη Διεθνής, λιγότερο επαναστατική από τη Πρώτη, γρήγορα ήρθε σε συμβιβασμό με το κεφάλαιο και με το κράτος επίσης. Σταθερά εδραιωμένοι στη παράλειψη του Marx, οι δάσκαλοι του οργανισμού αυτού δεν μπλέχτηκαν σε κάποια Μπακουνική αντίφαση. Ήταν φανερό για αυτούς πως η εκμετάλλευση και η λεηλασία ήταν απαραίτητες προϋποθέσεις για την υλική πρόοδο, και πως ρεαλιστικά είχαν συμφιλιωθεί με ότι δεν μπορούσε να αλλάξει. Το μόνο που ζητούσαν ήταν ένα μεγαλύτερο μερίδιο των ωφελημάτων για τους εργάτες, και θέσεις στο πολιτικό κατεστημένο για τους ίδιους, ως αντιπροσώπους των εργατών. Όπως οι καλοί συνδικαλιστές που προηγήθηκαν πριν, και ακολούθησαν μετά, από αυτούς, οι σοσιαλιστές δάσκαλοι έρχονταν σε δύσκολη θέση από το «αποικιακό ζήτημα», αλλά η αμηχανία τους, όπως του Φίλιππου των Αψβούργων, απλά τους βάρυνε τις συνειδήσεις. Με το καιρό, οι αυτοκρατορικοί Γερμανοί σοσιαλιστές, οι βασιλικοί Δανοί σοσιαλιστές και οι ρεπουμπλικάνοι Γάλλοι σοσιαλιστές έπαψαν ακόμη και να είναι Διεθνιστές.

Η Τρίτη Διεθνής δεν ήρθε μόνο σε συμβιβασμό με το κεφάλαιο και το κράτος, τα έκανε σκοπό της. Η Διεθνής αυτή δεν σχηματίστηκε από επαναστατημένους ή αντίθετης άποψης διανοούμενους, δημιουργήθηκε από ένα κράτος, το Ρωσικό κράτος, αφού το Μπολσεβίκικο Κόμμα εγκαταστάθηκε στα κρατικά γραφεία. Η κύρια δραστηριότητα αυτής της Διεθνούς ήταν να διαφημίζει τα επιτεύγματα του ανανεωμένου Ρωσικού κράτους, του κυβερνώντος κόμματος, και του ιδρυτή του κόμματος, ένα άνθρωπο που αποκαλούσε τον εαυτό του Lenin. Τα επιτεύγματα του κόμματος αυτού και του ιδρυτή του ήταν πράγματι μνημειώδη, αλλά οι διαφημιστές έβαλαν τα δυνατά τους να κρύψουν αυτό που ήταν πιο μνημειώδες για αυτούς.

*

Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος άφησε δυο τεράστιες αυτοκρατορίες σε δίλημμα. Η Ουράνια αυτοκρατορία της Κίνας, το αρχαιότερο συνεχές κράτος στο κόσμο, και η Αυτοκρατορία των Τσάρων, μια πολύ πιο πρόσφατη επιχείρηση, ακροβατούσαν ασταθώς μεταξύ της προοπτικής να μετατραπούν σε εθνικά κράτη και της προοπτικής του να αποσυντεθούν σε μικρότερες μονάδες, όπως οι αντίστοιχες των Οθωμανών και των Αψβούργων είχαν κάνει.

Ο Lenin έλυσε το δίλημμα για τη Ρωσία. Είναι κάτι τέτοιο δυνατό; Ο Marx είχε παρατηρήσει πως ένα μόνο άτομο δεν μπορούσε να αλλάξει τις συνθήκες, μπορούσε μόνο να επωφεληθεί από αυτές. Ο Marx είχε μάλλον δίκιο. Το επίτευγμα του Lenin δεν ήταν η αλλαγή των συνθηκών, αλλά η ότι επωφελήθηκε από αυτές με ένα αξιοσημείωτο τρόπο. Το επίτευγμα ήταν μνημειώδες στον οπορτουνισμό του.

Ο Lenin ήταν ένας Ρώσος αστός που κατηγορούσε την Ρωσική αστική τάξη για την αδυναμία και την ανικανότητα της. Οπαδός της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ένθερμος θαυμαστής του αμερικάνικου τρόπου προόδου, δεν συστρατεύτηκε με εκείνους που έβριζε, αλλά αντίθετα με τους εχθρούς τους, με τους αντικαπιταλιστές μελετητές του Marx. Επωφελήθηκε από τη παράλειψη του Marx για να μετατρέψει την κριτική του Marx για την καπιταλιστική παραγωγή σε ένα εγχειρίδιο παραγωγής κεφαλαίου, σε έναν οδηγό βήμα-βήμα. Οι μελέτες του Marx για την εκμετάλλευση και την εξαθλίωση έγιναν τροφή για τους πεινασμένους, μια αφθονία, ένα εικονικό κέρας της Αμάλθειας. Οι Αμερικάνοι επιχειρηματίες είχαν ήδη πουλήσει ούρα ως μεταλλικό νερό, αλλά κανένας Αμερικάνος απατεώνας δεν είχε κατορθώσει μια ανατροπή τέτοιου μεγέθους.

Καμιά συνθήκη δεν είχε αλλάξει. Κάθε βήμα της ανατροπής επιτελέστηκε με τις διαθέσιμες συνθήκες, με δοκιμασμένες και σίγουρες μεθόδους. Οι Ρώσσοι χωρικοί  δεν μπορούσαν να κινητοποιηθούν με τους όρους της ρωσικοφροσύνης ή ορθοδοξίας ή λευκότητας, αλλά μπορούσαν, και έτσι έγινε, ξ=κινητοποιηθούν με τους όρους της εκμετάλλευσής τους, της καταπίεσης τους, τα χρόνια που υπέφεραν υπό το δεσποτισμό των Τσάρων. Η καταπίεση και η εκμετάλλευση έγιναν τα συγκολλητικά υλικά. Τα μακροχρόνια βάσανα υπό τους Τσάρους χρησιμοποιήθηκαν με τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο σκοπό όπως οι φόνοι των λευκών γυναικών και παιδιών είχαν χρησιμοποιηθεί από τους Αμερικάνους, χρησιμοποιήθηκαν για να οργανώσουν τους ανθρώπους σε μαχητικές ομάδες, σε έμβρυα του εθνικού στρατού και εθνικής αστυνομίας.

Η παρουσίαση του δικτάτορα και της κεντρικής επιτροπής του Κόμματος ως δικτατορία του απελευθερωμένου προλεταριάτου έμοιαζε να είναι κάτι καινούριο, αλλά ακόμη και αυτό ήταν κάτι νέο μόνο στις λέξεις που χρησιμοποιούνταν. Ήταν κάτι τόσο παλιό όσο οι Φαραώ και οι Λούγκαλ της αρχαίας Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, που είχαν επιλεγεί από το θεό για να οδηγήσουν τους ανθρώπους, που ενσάρκωναν το λαό στους διαλόγους τους με το θεό. Αυτό ήταν ένα δοκιμασμένο και σίγουρο τέχνασμα των κυβερνώντων. Ακόμη και αν τα αρχαία προηγούμενα είχαν προσωρινά ξεχαστεί, ένα πρόσφατο προηγούμενο είχε προσφερθεί από τη Γαλλική Επιτροπή Δημόσιας Υγείας, που είχε παρουσιαστεί ως η ενσάρκωση της συλλογικής θέλησης του έθνους.

Ο στόχος, ο κομμουνισμός, η ανατροπή και η καταστολή του καπιταλισμού, έμοιαζε επίσης κάτι νέο, έμοιαζε να είναι μια αλλαγή των συνθηκών. Αλλά μόνο η λέξη ήταν καινούρια. Ο στόχος του δικτάτορα του προλεταριάτου ήταν ακόμη αμερικάνικου τύπου πρόοδος, καπιταλιστική ανάπτυξη, εξηλεκτρισμός, γρήγορες μαζικές μεταφορές, επιστήμη, η επεξεργασία του φυσικού περιβάλλοντος. Ο στόχος ήταν ο καπιταλισμός που η αδύναμη και ανίκανη Ρωσική αστική τάξη είχε αποτύχει να αναπτύξει. Με το Κεφάλαιο του Marx ως φως και οδηγό, ο δικτάτορας και το Κόμμα του θα ανέπτυσσε το καπιταλισμό στη Ρωσία, θα λειτουργούσαν ως υποκατάστατα της αστικής τάξης, και θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν την δύναμη του κράτους όχι μόνο για να αστυνομεύσουν τη διαδικασία, αλλά και για να την ξεκινήσουν και να την διαχειριστούν ταυτόχρονα.

Ο Lenin δεν έζησε αρκετά για να δείξει την μαεστρία του ως γενικού διαχειριστή του Ρωσικού κεφαλαίου, αλλά ο διάδοχός του ο Stalin έδειξε με επάρκεια τις δυνάμεις της μηχανής του ιδρυτή. Το πρώτο βήμα ήταν η πρωτογενής συσσώρευση του κεφαλαίου. Αν ο Marx δεν ήταν πολύ ξεκάθαρος γι’ αυτό. Αν ο Marx δεν ήταν πολύ ξεκάθαρος γύρω από αυτό, ο Preobrazhensky ήταν απόλυτα σαφής. Ο Preobrazhensky φυλακίστηκε, αλλά η περιγραφή του των δοκιμασμένων και σίγουρων μεθόδων εξασφάλισης πρωταρχικού κεφαλαίου εφαρμόστηκε στην αχανή Ρωσία. Το πρωταρχικό κεφάλαιο των Άγγλων, Αμερικάνων, Βέλγων και άλλων καπιταλιστών είχε προέλθει από την λαφυραγώγηση υπερπόντιων αποικιών. Η Ρωσία δεν είχε υπερπόντιες αποικίες. Η έλλειψη δεν ήταν εμπόδιο. Ολόκληρη η Ρωσική ύπαιθρος μεταμορφώθηκε σε αποικία.

Οι πρώτες πηγές πρωταρχικού κεφαλαίου ήταν οι κουλάκοι, χωρικοί που είχαν κάτι που άξιζε να λεηλατηθεί. Η εξόρμηση αυτή ήταν τόσο επιτυχής που εφαρμόστηκε και στους υπόλοιπους χωρικούς επίσης, με την λογική προσδοκία πως όλα τα μικρά ποσά που άρπαζαν από πολλούς ανθρώπους θα απέφεραν ένα σημαντικό σύνολο.

Οι χωρικοί δεν ήταν οι μόνοι εποικισμένοι. Η πρώην άρχουσα τάξη είχε ήδη χάσει με σχολαστικότητα όλο το πλούτο και την ιδιοκτησία της, αλλά όμως νέες πηγές πρωταρχικού πλούτου είχαν βρεθεί. Με την απολυτότητα της κρατικής εξουσίας συγκεντρωμένης στα χέρια τους, οι δικτάτορες ανακάλυψαν πως μπορούσαν να κατασκευάσουν πηγές πρωταρχικής συσσώρευσης. Πετυχημένοι επιχειρηματίες, δυσαρεστημένοι εργάτες και χωρικοί, ακτιβιστές ανταγωνιστικών οργανώσεων, ακόμη και απογοητευμένα Κομματικά στελέχη, μπορούσαν να θεωρηθούν αντεπαναστάτες, να φυλακιστούν, να υποδουλωθούν και να σταλούν σε στρατόπεδα εργασίας. Όλες οι εκτοπίσεις, οι μαζικές εκτελέσεις και οι κατασχέσεις που είχαν κάνει οι προηγούμενοι αποικιοκράτες επαναλαμβάνονταν στη Ρωσία.

Οι πρώτοι αποικιοκράτες, όντας πρωτοπόροι, είχαν καταφύγει στη μέθοδο του πειραματισμού. Οι Ρώσοι δικτάτορες δεν χρειάζονταν να καταφύγουν στο πειραματισμό. Μέχρι την εποχή τους, όλες οι μέθοδοι της εξασφάλισης πρωτογενούς συσσώρευσης κεφαλαίου είχαν δοκιμαστεί και επιβεβαιωθεί, και μπορούσαν να εφαρμοστούν επιστημονικά. Το ρωσικό κεφάλαιο είχε αναπτυχθεί σε ένα απόλυτα ελεγχόμενο περιβάλλον, σε ένα θερμοκήπιο, κάθε μοχλός, κάθε μεταβλητή, ήταν ελεγχόμενη από την εθνική αστυνομία. Λειτουργίες που είχαν αφεθεί στη τύχη ή σε άλλα σώματα σε λιγότερο ελεγχόμενο περιβάλλον πέρασαν στην αστυνομία στο ρωσικό θερμοκήπιο. Το γεγονός πως οι εποικισμένοι δεν ήταν στο εξωτερικό αλλά στο εσωτερικό, και έτσι δεν ήταν αντικείμενο κατάκτησης αλλά σύλληψης, μεγέθυνε ακόμη περισσότερο το ρόλο και το μέγεθος της αστυνομίας. Σε μια περίοδο που η παντοδύναμη και πανταχού παρούσα αστυνομία είχε γίνει η ορατή απορροή και ενσάρκωση του προλεταριάτου, και ο κομμουνισμός είχε γίνει συνώνυμο του αστυνομικού ελέγχου και οργάνωσης.

*

Οι προσδοκίες του Lenin, όμως δεν υλοποιήθηκαν πλήρως από το ρωσικό θερμοκήπιο. Η αστυνομία-ως-καπιταλιστής λειτούργησε θαυμάσια στην εξασφάλιση της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου από υποταγμένους αντεπαναστάτες, αλλά δεν τα κατάφερε εξίσου καλά στην διαχείριση της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας. Μπορεί να είναι ακόμη νωρίς να πούμε με σιγουριά, αλλά ως σήμερα η αστυνομική γραφειοκρατία ήταν τουλάχιστον ανίκανη στο ρόλο αυτό όσο και η αστική τάξη που κατηγορούσε ο Lenin, η ικανότητα της να ανακαλύπτει συνεχώς νέες πηγές πρωταρχικού κεφαλαίου μοιάζει να είναι το μόνο την κράτησε ζωντανή.

Ούτε η γοητεία του μηχανισμού έφτασε στο ύψος των προσδοκιών του Lenin. Ο Λενινιστικός αστυνομικός μηχανισμός δεν άρεσε στους επιχειρηματίες ή στους καταξιωμένους πολιτικούς, δεν παρουσίασε τον εαυτό του ως ανώτερη μέθοδο διαχείρισης της παραγωγικής διαδικασίας. Άρεσε όμως σε μια κάπως διαφορετική κοινωνική τάξη, μια τάξη που θα προσπαθήσω εν συντομία να περιγράψω, και παρουσιάστηκε σε αυτή τη τάξη ως μια μέθοδος κατάκτησης της εθνικής εξουσίας και δευτερευόντως ως μέθοδος πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου.

Οι διάδοχοι του Lenin και του Stalin δεν ήταν πραγματικοί Πραιτοριανοί φρουροί, ουσιαστικοί κάτοχοι οικονομικής και πολιτικής εξουσίας στο όνομα και για το όφελος ενός περιττού μονάρχη, ήταν αντικαταστάτες των Πραιτοριανών, μελετητές της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας που απελπίζονταν αν θα έφταναν ποτέ ακόμη και σε ενδιάμεσα επίπεδα εξουσίας. Το Λενινιστικό μοντέλο πρόσφερε σε τέτοια άτομα την προοπτική να προσπεράσουν τα ενδιάμεσα στάδια και να βρεθούν κατευθείαν στο κεντρικό παλάτι.

Οι διάδοχοι του Lenin ήταν γραφιάδες και κατώτεροι αξιωματούχοι, άνθρωποι όπως ο Mussolini, ο Mao Zedong και ο Hitler, άνθρωποι που, όπως ο ίδιος ο Lenin, κατηγορούσε την αδύναμη και ανίκανη αστική τάξη πως είχαν αποτύχει να εγκαθιδρύσουν το μεγαλείο του έθνους.

(Δεν περιλαμβάνω τους Σιωνιστές ανάμεσα στους διαδόχους του Lenin επειδή ανήκουν σε προηγούμενη γενιά. Ήταν σύγχρονοι του Lenin που είχαν, ίσως ανεξάρτητα, ανακαλύψει τη δύναμη της καταπίεσης και του μαρτυρίου ως συγκολλητικών υλικών για τη στρατολόγηση ενός εθνικού στρατού και αστυνομίας. Οι Σιωνιστές έκαναν τις δικές τους συνεισφορές. Η μεταχείριση ενός διασκορπισμένου θρησκευτικού πληθυσμού ως έθνους, η επιβολή ενός καπιταλιστικού έθνους κράτους ως του πρωταρχικού σκοπού του πληθυσμού, και η υποβάθμιση μιας θρησκευτικής κληρονομιάς σε φυλετική κληρονομιά πρόσφερε σημαντικά στοιχεία στην εθνικιστική μεθοδολογία, και θα είχε μοιραίες συνέπειες όταν εφαρμόστηκαν σε ένα πληθυσμό Εβραίων, που δεν ήταν όλοι Σιωνιστές, από ένα πληθυσμό που είχε κολλήσει μεταξύ του ως «Γερμανική φυλή»)

Ο Mussolini, ο Mao Zedong και ο Hitler κοίταξαν μέσα από το πέπλο των συνθημάτων και είδαν τα επιτεύγματα του Lenin και του Stalin όπως ήταν: επιτυχημένες μέθοδοι για την κατάκτηση και διατήρηση της κρατικής εξουσίας. Και οι τρεις περιέκοψαν τη μεθοδολογία στα στοιχειώδη. Το πρώτο βήμα ήταν να ενωθούν με παρόμοια σκεπτόμενους μελετητές της της εξουσίας και να σχηματίσουν το πυρήνα του αστυνομικού οργανισμού, ένα όργανο που ονομάστηκε σαν του Lenin, το Κόμμα. Το επόμενο βήμα ήταν να στρατολογήσουν την μαζική βάση, το διαθέσιμο στράτευμα και τους προμηθευτές του στρατεύματος. Το τρίτο βήμα ήταν η κατάληψη του μηχανισμού του κράτους, η εγκατάσταση ενός θεωρητικού στη θέση του Ντούτσε, του Προέδρου, του Φύρερ, η διανομή αστυνομικών και διαχειριστικών λειτουργιών μεταξύ των μελών της ελίτ ή του επιτελείου, και να στρώσουν τη μαζική βάση στη δουλειά. Το τέταρτο βήμα ήταν να εξασφαλίσουν το πρωταρχικό κεφάλαιο που ήταν απαραίτητο για την αποκατάσταση ή την δημιουργία ενός στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος ικανού να υποστηρίξει τον εθνικό ηγέτη και το επιτελείο, την αστυνομία και το στρατό, τους διευθυντές της βιομηχανίας, δίχως αυτό το κεφάλαιο δεν θα υπήρχαν όπλα, καμιά εξουσία, κανένα έθνος.

Οι διάδοχοι του Lenin και του Stalin περιέκοψαν ακόμη περισσότερο την μεθοδολογία, με το να υποβαθμίσουν στις προσπάθειες στρατολόγησης την καπιταλιστική εκμετάλλευση και να συγκεντρωθούν στην εθνική καταπίεση. Το να μιλάνε για εκμετάλλευση δεν εξυπηρετούσε πια κάποιο σκοπό, και στη πράξη είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητικό, μιας και ήταν εμφανές σε όλους, ιδιαίτερα στους μισθωτούς εργάτες, πως οι πετυχημένοι επαναστάτες δεν είχαν θέσει τέλος στην μισθωτή εργασία, αλλά επέκτειναν το πεδίο της.

Με το να είναι πραγματιστές σαν Αμερικάνοι επιχειρηματίες, οι νέοι επαναστάτες δεν μιλούσαν για απελευθέρωση από τη μισθωτή εργασία, αλλά για εθνική απελευθέρωση. Αυτού του τύπου η απελευθέρωση δεν ήταν το όνειρο ρομαντικών ουτοπιστών, ήταν ακριβώς αυτό που ήταν δυνατό, και για να πραγματοποιηθεί ότι ήταν δυνατό, στον υπαρκτό κόσμο, χρειάζονταν μόνο κάποιος να εκμεταλλευθεί τις συνθήκες. Η εθνική απελευθέρωση αποτελούνταν από την απελευθέρωση του εθνικού ηγέτη και της εθνικής αστυνομίας από τις αλυσίδες της αδυναμίας, η ανακήρυξη του ηγέτη και η δημιουργία της αστυνομίας δεν ήταν όνειρο θερινής νυκτός αλλά στοιχεία μιας δοκιμασμένης και σίγουρης στρατηγικής, μια επιστήμης.

Τα φασιστικά και εθνικοσοσιαλιστικά κόμματα ήταν τα πρώτα που απέδειξαν πως η στρατηγική αυτή είχε αποτελέσματα, πως τα επιτεύγματα του Μπολσεβίκικου Κόμματος μπορούσαν να πράγματι να επαναληφθούν. Οι εθνικοί ηγέτες και τα επιτελεία τους έβαλαν τους εαυτούς τους στην εξουσία και ξεκίνησαν να εξασφαλίσουν το πρωταρχικό κεφάλαιο που απαιτούνταν για το εθνικό μεγαλείο. Οι φασίστες  όρμησαν στις τελευταίες από τις μη κατακτημένες περιοχές της Αφρικής και τις λεηλάτησαν όπως οι προηγούμενοι αποικιοκράτες εκβιομηχανιστές είχαν λεηλατήσει τις αυτοκρατορικές αποικίες. Οι εθνικοσοσιαλιστές στόχευσαν τους Εβραίους, έναν εσωτερικό πληθυσμό που ήταν μέλη της «ενωμένης Γερμανίας» όσο και οι άλλοι Γερμανοί, ως τη πρώτη πηγή πρωτογενούς συσσώρευσης επειδή πολλοί από τους Εβραίους, όπως πολλοί από τους κουλάκους του Stalin, είχαν πράγματα που άξιζε να λεηλατηθούν.

Οι Σιωνιστές είχαν προηγηθεί των εθνικοσοσιαλιστών στην υποβάθμιση μιας θρησκείας σε φυλή, και οι εθνικοσοσιαλιστές μπορούσαν να κοιτάξουν πίσω στους Αμερικάνους πρωτοπόρους για τρόπους χρήσης του εργαλείου του ρατσισμού. Η ελίτ του Hitler χρειάζονταν μόνο να μεταφράσουν το σώμα της Αμερικάνικης ρατσιστικής έρευνας για να εξοπλίσουν τα επιστημονικά τους ινστιτούτα με τεράστιες βιβλιοθήκες. Οι εθνικοσοσιαλιστές χειρίστηκαν τους Εβραίους με τον ίδιο τρόπο που οι Αμερικάνοι νωρίτερα είχαν μεταχειριστεί τον αυτόχθονα πληθυσμό της Βόρειας Αμερικής, με τη διαφορά πως οι εθνικοσοσιαλιστές εφάρμοσαν μια ύστερη και πολύ πιο ισχυρή τεχνολογία στο έργο του εκτοπισμού, οικειοποίησης και εξολόθρευσης ανθρώπινων όντων. Ανάμεσα σε αυτούς τους όψιμους εξολοθρευτές δεν υπήρχαν πρωτοπόροι, απλά ωφελήθηκαν από τις συνθήκες γύρω τους.

Οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές, ενώθηκαν με τους Ιάπωνες που δημιουργούσαν την αυτοκρατορία τους, που φοβόντουσαν πως η Ουράνια Αυτοκρατορία που διαλύονταν θα γίνονταν πηγή πρωταρχικού κεφαλαίου για τους Ρώσους ή τους επαναστάτες Κινέζους εκβιομηχανιστές . σχηματίζοντας ένα Άξονα, οι τρεις τους  ξεκίνησαν για να μετατρέψουν τις ηπείρους του κόσμου σε πηγές συσσώρευσης πρωτογενούς κεφαλαίου. Δεν ενδιαφέρονταν για άλλα έθνη  μέχρι που άρχιζαν να περικυκλώνουν στις αποικίες ή τις πατρίδες καθιερωμένων καπιταλιστικών δυνάμεων. Η υποβάθμιση ήδη καθιερωμένων καπιταλιστών σε αποικιακού θηράματος έπρεπε να γίνει εσωτερικά, όπου ήταν πάντοτε νόμιμο μιας και οι κυβερνήτες του έθνους έφτιαχναν τους νόμους του – και είχε ήδη γίνει εσωτερικά από τους Λενινιστές και τους Σταλινιστές. Μια τέτοια όμως πρακτική θα ισοδυναμούσε με αλλαγή των συνθηκών, και δε θα μπορούσε να μεταφερθεί έξω δίχως να προκαλέσει ένα παγκόσμιο πόλεμο. Οι δυνάμεις του Άξονα ξανοίχτηκαν πολύ και ηττήθηκαν.

Μετά το πόλεμο, πολλοί λογικοί άνθρωποι θα μιλούσαν για τους στόχους του Άξονα ως παράλογους και για τον Hitler ως παρανοϊκό. Παρόλα αυτά οι ίδιοι λογικοί άνθρωποι θεωρούν άνδρες όπως ο George Washington και ο Thomas Jefferson λογικούς και πρακτικούς, ακόμη και αν αυτοί οι άνδρες οραματίστηκαν και άρχισαν να πραγματοποιούν την κατάκτηση μιας αχανούς ηπείρου, την εκτόπιση και την εξολόθρευση του πληθυσμού της ηπείρου, σε μια εποχή που ένα τέτοιο σχέδιο ήταν πολύ λιγότερο εφικτό από το σχέδιο του Άξονα. Είναι αλήθεια πως οι τεχνολογίες όπως και οι φυσικές, οι χημικές, βιολογικές και κοινωνικές επιστήμες  που εφαρμόστηκαν από τον Washington και το Jefferson ήταν πολύ διαφορετικές από εκείνες που εφαρμόστηκαν από τους εθνικοσοσιαλιστές. Αν η γνώση όμως είναι δύναμη, αν ήταν λογικό για τους πρώιμους πρωτοπόρους να ακρωτηριάζουν και να σκοτώνουν με μπαρούτι την εποχή των αμαξών με άλογα, γιατί ήταν παράλογο για τους εθνικοσοσιαλιστές να ακρωτηριάζουν και να σκοτώνουν με ισχυρά εκρηκτικά, αέρια και χημικούς παράγοντες την εποχή των πυραύλων, των υποβρυχίων και των «αυτοκινητόδρομων»;

Οι ναζί ήταν, αν όχι κάτι άλλο, πολύ πιο επιστημονικά κατευθυνόμενοι από τους Αμερικάνους. Στην εποχή τους, ήταν συνώνυμο της επιστημονικής αποτελεσματικότητας σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Κρατούσαν αρχεία για τα πάντα, τυποποιούσαν και διασταύρωναν τα ευρήματά τους, δημοσίευαν τους πίνακές τους σε επιστημονικά περιοδικά. Μεταξύ τους, ακόμη και ο ρατσισμός δεν ήταν ιδιότητα ταραχοποιών της μεθορίου, αλλά καλά χρηματοδοτούμενων ινστιτούτων.

Πολλοί λογικοί άνθρωποι μοιάζουν να εξισώνουν την αποτυχία με την παράνοια. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά. Πολλοί αποκάλεσαν τον Ναπολέοντα παρανοϊκό όταν ήταν στη φυλακή ή στην εξορία, αλλά όταν ο Ναπολέοντας επανεμφανίστηκε ως ο Αυτοκράτορας, οι ίδιοι άνθρωποι μιλούσαν για εκείνον με σεβασμό, ακόμη και με ευλάβεια. Η φυλάκιση και η εξορία δεν θεωρούνται μόνο ως θεραπείες για την παράνοια, αλλά και τα συμπτώματα της. Η αποτυχία είναι ανοησία.

*

Ο Mao Zedong, ο τρίτος πρωτοπόρος εθνικιστής σοσιαλιστής (ή εθνικιστής κομμουνιστής, η δεύτερη λέξη δεν έχει πια σημασία, μιας και δεν είναι παρά ένα ιστορικό απολίθωμα, η φράση «αριστερός φασίστας» θα ταίριαζε επίσης, αλλά έχει ακόμα λιγότερο νόημα από τις εθνικιστικές εκφράσεις) πέτυχε να κάνει στην Ουράνια Αυτοκρατορία αυτό που ο Lenin έκανε στην Αυτοκρατορία των Τσάρων. Ο αρχαιότερος κρατικός μηχανισμός στο κόσμο δεν αποσυντέθηκε σε μικρότερες μονάδες ούτε σε αποικίες άλλων αποικιοκρατών, αναδύθηκε ξανά, αλλαγμένη σε μεγάλο βαθμό, ως μια Λαϊκή Δημοκρατία, ως ένας φάρος για τα «καταπιεσμένα έθνη».

Ο Πρόεδρος και το Επιτελείο του ακολούθησαν τα ίχνη μιας μακράς σειράς προκατόχων και μεταμόρφωσαν την Ουράνια Αυτοκρατορία σε μια αχανή πηγή πρωτογενούς κεφαλαίου, ολοκληρωμένη με διώξεις, καταστολές και τα επακόλουθα μεγάλα άλματα προς τα μπρος.

Το επόμενο στάδιο, η έναρξη της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας, στηρίχθηκε πάνω στο Ρωσικό μοντέλο, κυρίως από την εθνική αστυνομία. Δεν είχε καλύτερα αποτελέσματα στη Κίνα από ότι είχε στη Ρωσία. Προφανώς έπρεπε να εμπιστευτούν την επιχειρηματική λειτουργία σε καταφερτζήδες ή απατεώνες που ήταν ικανοί να πείσουν άλλους ανθρώπους να συμμετάσχουν, και οι μπάτσοι συνήθως δεν εμπνέουν την απαιτούμενη εμπιστοσύνη. Για τους Μαοϊστές όμως αυτό ήταν λιγότερο σημαντικό από ότι για τους Λενινιστές. Η καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία παραμένει σημαντική, τουλάχιστον το ίδιο σημαντική με τις τυποποιημένες εξορμήσεις για πρωτογενή συσσώρευση, μιας και δίχως το κεφάλαιο δεν υπάρχει καμιά εξουσία, κανένα έθνος. Οι Μαοϊστές όμως κάνουν λίγες, και ακόμη πιο λίγες, δηλώσεις πως το μοντέλο τους είναι η ανώτερη μέθοδος εκβιομηχάνισης, και σε αυτό είναι πιο μετριόφρονες από τους Ρώσους και λιγότερο απογοητευμένοι από τα αποτελέσματα της βιομηχανικής τους αστυνομίας.

Το Μαοϊκό μοντέλο προσφέρετε στους φύλακες και τους μελετητές σε όλο το κόσμο ως μια δοκιμασμένη και σίγουρη μεθοδολογία εξουσίας, μια επιστημονική μέθοδος εθνικής απελευθέρωσης. Ευρύτερα γνωστή ως Σκέψη του Mao Zedong (Μαοϊσμός), η επιστήμη αυτή προσφέρει στους επίδοξους προέδρους και επιτελεία την προοπτική ανεπανάληπτης εξουσίας πάνω στα ζωντανά όντα, τις ανθρώπινες δραστηριότητες, ακόμη και τις σκέψεις. Ο πάπας και οι ιερείς της Καθολικής Εκκλησίας, παρά τις ανακρίσεις και τις εξομολογήσεις, δεν είχαν ποτέ τέτοια εξουσία, όχι επειδή θα την απέρριπταν, αλλά επειδή στερούνταν τα εργαλεία που ήταν διαθέσιμα από τη μοντέρνα επιστήμη και τεχνολογία.

Η απελευθέρωση του έθνους είναι το τελευταίο στάδιο στην εξολόθρευση παρασίτων. Ο καπιταλισμός είχε ήδη από πριν καθαρίσει τη φύση από παράσιτα και υποβαθμίσει το μεγαλύτερο μέρος της φύσης σε πρώτες ύλες για τις μεταποιητικές βιομηχανίες. Ο μοντέρνος εθνικοσοσιαλισμός ή ο σοσιαλιστικός εθνικισμός διατηρεί επίσης την προοπτική της εκκαθάρισης της ανθρώπινης κοινωνίας από τα παράσιτα. Τα ανθρώπινα παράσιτα είναι συνήθως πηγές πρωτογενούς κεφαλαίου, αλλά το κεφάλαιο δεν είναι πάντοτε «υλικό», μπορεί να είναι πολιτιστικό ή «πνευματικό». Τα ήθη, οι μύθοι, η ποίηση και η μουσική των ανθρώπων ρευστοποιούνται στη πορεία, κάποια από τη μουσική και τις ενδυμασίες της πρότερης «λαϊκής κουλτούρας» στη συνέχεια επανεμφανίζονται, επεξεργασμένες και πακεταρισμένες, ως στοιχεία του εθνικού θεάματος, ως διακοσμήσεις για τις εθνικές εκστρατείες συσσώρευσης, τα ήθη και τα έθιμα γίνονται πρώτες ύλες για επεξεργασία για μια ή για πολλές «ανθρώπινες επιστήμες». Ακόμη και η άχρηστη δυσαρέσκεια των εργατών προς την αποξενωμένη μισθωτή εργασία τους ρευστοποιείται. Όταν το έθνος απελευθερωθεί, η μισθωτή εργασία παύει να είναι βαρύ φορτίο και γίνεται εθνική υποχρέωση, για να εκτελεστεί με χαρά. Οι τρόφιμοι ενός πλήρως απελευθερωμένου έθνους διαβάζουν το 1984 του Orwell ως ανθρωπολογική μελέτη, μια περιγραφή μια προηγούμενης εποχής.

Δεν είναι πλέον δυνατό να σατιρίζεις αυτή τη κατάσταση. Κάθε σάτιρα κινδυνεύει να γίνει βίβλος για ένα ακόμη μέτωπο εθνικής απελευθέρωσης. Κάθε σατιρικός κινδυνεύει να γίνει ο ιδρυτής μιας νέας θρησκείας, ένας Βούδας, ένας Ζαρατούστρα, ένας Ιησούς ή ένας Marx. Κάθε έκθεση των καταστροφών του του κυρίαρχου συστήματος, κάθε κριτική στη λειτουργία του συστήματος, γίνεται τροφή για τα άλογα των απελευθερωτών, συγκολλητικά υλικά για τους κατασκευαστές στρατών. Ο Μαοϊσμός στις αναρίθμητες εκδοχές και παραλλαγές του είναι μια απόλυτη επιστήμη αλλά και μια απόλυτη θεολογία, είναι κοινωνική φυσική αλλά και κοσμική μεταφυσική. Η Γαλλική Επιτροπή Εθνικής Υγείας ισχυρίζονταν πως ενσάρκωνε τη συλλογική θέληση μόνο του γαλλικού έθνους. Οι παραλλαγές του Μαοϊσμού ισχυρίζονται πως ενσαρκώνουν τη θέληση των καταπιεσμένων όλου του κόσμου.

Οι διαρκείς παραλλαγές αυτής της σκέψης είναι απαραίτητες επειδή οι αρχικές του μορφοποιήσεις δεν ήταν εφαρμόσιμες σε όλους, ή στη πράξη σε οποιοδήποτε, από τους εποικισμένους πληθυσμούς του κόσμου. Κανένας από τους εποικισμένους πληθυσμούς του κόσμου δεν μοιράζονταν την κινέζικη κληρονομιά στήριξης της στήριξης κρατικού μηχανισμού για τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια. Λίγοι από τους καταπιεσμένους του κόσμου είχαν ποτέ οποιοδήποτε από τα χαρακτηριστικά ενός έθνους στο πρόσφατο ή στο μακρινό παρελθόν. Η Σκέψη έπρεπε να προσαρμοστεί σε λαούς των οποίων οι πρόγονοι έζησαν δίχως εθνικό πρόεδρο, στρατούς ή αστυνομίες, δίχως καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία και έτσι δίχως την ανάγκη πρωτογενούς κεφαλαίου.

Οι παραλλαγές αυτές επιτεύχθηκαν με τον εμπλουτισμό της αρχικής Σκέψης με δάνεια από το Mussolini, το Hitler και το Σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ. Η θεωρία του Mussolini της ολοκλήρωσης του έθνους μέσα στο κράτος ήταν κεντρικό δόγμα. Κάθε ομάδα ανθρώπων, μεγάλη ή μικρή, βιομηχανική ή όχι, συγκεντρωμένη ή διασκορπισμένη, αντιμετωπίζονταν ως έθνη, όχι με τους όρους του παρελθόντος τους, αλλά με τους όρους της αύρας τους, της δυναμικής τους, μιας δυναμικής ενσωματωμένης στα απελευθερωτικά εθνικά μέτωπα τους. Η θεώρηση του Hitler (και των Σιωνιστών) του έθνους ως μιας φυλετικής οντότητας ήταν ένα άλλο κεντρικό δόγμα. Τα μέλη των επιτελείων στελεχώνονταν από ανάμεσα από άτομα που είχαν στερηθεί τις συγγένειες και τα έθιμα των προγόνων τους, και κατά συνέπεια οι απελευθερωτές δεν διακρίνονταν από τους καταπιεστές σε όρους γλώσσας, πιστεύω, εθίμων και όπλων, το μόνο συγκολλητικό υλικό που κρατούσε μαζί αυτούς και τη μαζική βάση ήταν το συγκολλητικό υλικό πως υπήρξαν λευκοί υπηρέτες σε λευκά αφεντικά στην αμερικάνικη μεθόριο, ο «φυλετικός δεσμός» έδωσε ταυτότητα σε εκείνους που δεν είχαν καμιά ταυτότητα, συγγένειες σε εκείνους δίχως συγγενείς, κοινότητα σε εκείνους που είχαν χάσει την κοινότητα τους, ήταν ο τελευταίος δεσμός των πολιτισμικά εξαθλιωμένων.

*

Η αναθεωρημένη σκέψη μπορούσε τώρα να εφαρμοστεί στους Αφρικανούς όπως και στους Ναβάχο, τους Απάτσι αλλά και στους Παλαιστίνιους. Τα δάνεια από το Mussolini, το Hitler και τους Σιωνιστές  καλύπτονται νομικά, επειδή ο Mussolini και ο Hitler απέτυχαν να κρατήσουν την εξουσία που άρπαξαν, και επειδή οι πετυχημένοι Σιωνιστές έχουν μετατρέψει το κράτος τους στον αστυφύλακα του κόσμου εναντίον όλων των άλλων απελευθερωτικών εθνικών μετώπων. Ο Lenin, ο Stalin και ο Mao Zedongπρέπει να πάρουν μεγαλύτερα εύσημα από όσα τους αξίζουν.

Τα αναθεωρημένα και παντού εφαρμόσιμα μοντέλα λειτουργούν λίγο πολύ σαν τα αυθεντικά, αλλά πιο ομαλά, η εθνική απελευθέρωση έχει γίνει εφαρμοσμένη επιστήμη, ο μηχανισμός έχει δοκιμαστεί συχνά, οι αμέτρητες ιδιοτροπίες στα αρχικά έχουν διορθωθεί. Όλα όσα χρειάζονται για να κάνουν τη κατασκευή να λειτουργήσει είναι ένα οδηγός, ένας ιμάντας μετάδοσης, και καύσιμα.

Ο οδηγός είναι φυσικά ο ίδιος ο θεωρητικός, ή ο πιο κοντινός μαθητής του. Ο ιμάντας μετάδοσης είναι το γενικό επιτελείο, η οργάνωση, επίσης αποκαλούμενο το Κόμμα ή το κομμουνιστικό κόμμα. Το κομμουνιστικό κόμμα με μικρό «κ» είναι ακριβώς αυτό είναι ευρέως κατανοητό. Είναι ο πυρήνας του αστυνομικού οργανισμού που πραγματοποιεί τους διωγμούς και που και ο ίδιος θα εκκαθαριστεί μόλις ο ηγέτης γίνει ο Εθνικός Ηγέτης και χρειάζεται να αλλάξει ξανά την αμετάβλητη Σκέψη ενώ προσαρμόζεται στην οικογένεια των εθνών, ή τουλάχιστον στους οικογενειακούς τραπεζίτες, προμηθευτές πυρομαχικών και επενδυτές. Και το καύσιμο: το καταπιεσμένο έθνος, οι μάζες που υποφέρουν, οι απελευθερωμένοι άνθρωποι είναι και θα συνεχίσουν να είναι το καύσιμο.

Ο ηγέτης και το γενικό επιτελείο δεν έρχονται από έξω, δεν είναι ξένοι ακτιβιστές. Είναι εσωτερικά προϊόντα της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας. Η παραγωγική διαδικασία συνοδεύεται σταθερά από ρατσισμό. Ο ρατσισμός δεν είναι αναγκαίο συστατικό της παραγωγής, αλλά ο ρατσισμός (σε κάποια μορφή του) έχει γίνει απαραίτητο συστατικό της διαδικασίας πρωτογενούς συσσώρευσης κεφαλαίου, και πάντοτε περνά στη παραγωγική διαδικασία.

Τα εκβιομηχανοποιημένα έθνη έχουν εξασφαλίσει το πρωτογενές τους κεφάλαιο με την οικειοποίηση, τον εκτοπισμό, το διωγμό και την αποδιαπόμπευση, αν όχι πάντοτε με την εξολόθρευση, ανθρώπων που χαρακτηρίζονταν επιτρεπτό θήραμα. Συγγένειες διαλύονταν, περιβάλλοντα καταστρέφονταν, πολιτιστικοί προσανατολισμοί και ήθη εξαλείφονταν.

Οι απόγονοι όσων επέζησαν από τέτοιες σφαγές είναι τυχεροί αν διατηρούν τα μικρότερα απομεινάρια, τις πιο φευγαλέες σκιές των πολιτισμών των προγόνων τους. πολλοί από τους απογόνους δεν διατηρούν ούτε καν τις σκιές, είναι απόλυτα εξαντλημένες, πάνε στη δουλειά, μεγεθύνουν επιπλέον το μηχανισμό που κατέστρεψε το πολιτισμό των προγόνων τους. και στο κόσμο της εργασίας στέλνονται στα περιθώρια, στις πιο δυσάρεστες και κακοπληρωμένες δουλειές. Αυτό τους θυμώνει. Ένας υπάλληλος σουπερμάρκετ, για παράδειγμα, μπορεί να ξέρει περισσότερα για το απόθεμα και τις παραγγελίες από τον διευθυντή, μπορεί να ξέρει πως ο ρατσισμός είναι ο μόνος λόγος που δεν είναι διευθυντής και που ο διευθυντής δεν είναι υπάλληλος. Ένας φύλακας μπορεί να ξέρει πως ο ρατσισμός είναι ο μόνος λόγος που δεν είναι αρχηγός της αστυνομίας. Είναι μεταξύ των ανθρώπων που έχουν χάσει όλες τις ρίζες τους, που ονειρεύονται να γίνουν οι ίδιοι διευθυντές σουπερμάρκετ και αρχηγοί της αστυνομίας, που ριζώνει το μέτωπο εθνικής απελευθέρωσης, εκεί είναι που οι ηγέτες και το γενικό επιτελείο διαμορφώνονται.

Ο εθνικισμός συνεχίζει να γοητεύει τους αποστερημένους επειδή οι άλλες προοπτικές μοιάζουν χειρότερες. Η κουλτούρα των προγόνων τους καταστράφηκε, έτσι από ρεαλιστική σκοπιά, απέτυχε, οι μόνοι πρόγονοι που επιβίωσαν είναι όσοι χώρεσαν στο σύστημα του εισβολέα, και επιβίωσαν στα άκρα των χωματερών. Οι διάφορες ουτοπίες των ποιητών και των ονειροπόλων και οι αναρίθμητες «μυθολογίες του προλεταριάτου» έχουν επίσης αποτύχει, δεν έχουν αποδειχτεί στη πράξη, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από αέρας, όνειρα, και υποσχέσεις, το πραγματικό προλεταριάτο είναι το ίδιο ρατσιστικό όπως τα αφεντικά και η αστυνομία.

Ο υπάλληλος και ο φύλακας έχουν χάσει επαφή με την αρχαία κουλτούρα, τα όνειρα και οι ουτοπίες δεν τους ενδιαφέρουν, στην πράξη απορρίπτονται με την πρακτική περιφρόνηση του επιχειρηματία για τους ποιητές, τους περιπλανώμενους και τους οραματιστές. Ο εθνικισμός τους προσφέρει κάτι συμπαγές, κάτι που είναι δοκιμασμένο και σίγουρο και είναι γνωστό πως λειτουργεί. Δεν υπάρχει κανένας πραγματικός λόγος για τους απογόνους των καταπιεσμένων να παραμείνουν καταπιεσμένοι όταν ο εθνικισμός τους προσφέρει την προοπτική να γίνουν καταπιεστές. Κοντινοί και μακρινοί συγγενείς των θυμάτων μπορούν να γίνουν ένα ρατσιστικό εθνικό κράτος: μπορεί οι ίδιοι να οδηγούν άλλους ανθρώπους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, να σπρώχνουν από εδώ και από εκεί άλλος ανθρώπους κατά βούληση, να πραγματοποιούν γενοκτονία εναντίον τους , να εξασφαλίζουν πρωτογενή συσσώρευση κεφαλαίου με την εκμετάλλευση τους. Και αν μπορούν να το κάνουν οι «φυλετικοί συγγενείς» των θυμάτων του Hitler, το ίδιο μπορούν οι κοντινοί και μακρινοί συγγενείς των θυμάτων ενός Washington, Jackson, Reagan ή Begin.

Κάθε καταπιεσμένος πληθυσμός μπορεί να γίνει έθνος, ένα φωτογραφικό αρνητικό του έθνους καταπιεστή, το μέρος που ο πρώην υπάλληλος είναι ο διευθυντής του σουπερμάρκετ, όπου ο πρώην φύλακας είναι ο αρχηγός της αστυνομίας, με την εφαρμογή της διορθωμένης στρατηγικής, κάθε φύλακας ασφαλείας μπορεί να ακολουθήσει το προηγούμενο των Πραιτοριανών φρουρών της αρχαίας Ρώμης. Η ασφάλεια ενός ξένου μεταλλευτικού μονοπωλίου μπορεί να ανακηρύξει τον εαυτό της δημοκρατία, να απελευθερώσει τους ανθρώπους και να συνεχίσει να τους απελευθερώνει μέχρι να μη τους έχει μείνει τίποτα παρά μόνο να προσεύχονται να τελειώσει η απελευθέρωση. Ακόμη και πριν την κατάληψη της εξουσίας, μια συμμορία μπορεί να αποκαλεί τον εαυτό της Μέτωπο και να προσφέρει σε βαριά φορολογημένους και διαρκώς αστυνομευμένους ανθρώπους κάτι που ακόμη στερούνταν: ένα μηχανισμό συγκέντρωσης φόρων τιμής και μια ομάδα εκτελεστών, δηλαδή συμπληρωματικούς συλλέκτες φόρων και αστυνομία, που ανήκαν στους ίδιους τους ανθρώπους. Με το τους τρόπους αυτούς, οι άνθρωποι μπορούν να απελευθερωθούν από τα χαρακτηριστικά των θυματοποιημένων προγόνων τους, όλα τα απομεινάρια που επιβιώνουν ακόμη από την προβιομηχανική εποχή και τις προκαπιταλιστικές κουλτούρες μπορούν επιτέλους να εξαλειφθούν εντελώς.

Η ιδέα η κατανόηση της γενοκτονίας, πως η ανάμνηση των ολοκαυτωμάτων, μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους να θέλουν να καταστρέψουν το σύστημα είναι λανθασμένη. Η συνεχής γοητεία του εθνικισμού δηλώνει πως το αντίθετο είναι πιο αληθές, δηλαδή πως η κατανόηση της γενοκτονίας έχει οδηγήσει τους ανθρώπους να κινητοποιήσουν γενοκτονικές στρατιές, πως η ανάμνηση των ολοκαυτωμάτων έχει οδηγήσει ανθρώπους να διαπράξουν ολοκαυτώματα. Οι ευαίσθητοι ποιητές που θυμούνται την απώλεια, οι ερευνητές που την καταγράφουν, έχουν γίνει σαν τους θεωρητικούς επιστήμονες που ανακάλυψαν τη δομή του ατόμου. Οι πρακτικοί επιστήμονες χρησιμοποίησαν την ανακάλυψη για να διασπάσουν το πυρήνα του ατόμου, να παράξουν όπλα που μπορούν να διασπάσουν το άτομο κάθε πυρήνα, οι Εθνικιστές χρησιμοποίησαν την ποίηση για να διασπάσουν και να συντήξουν ανθρώπινους πληθυσμούς, για να κινητοποιήσουν γενοκτονικές στρατιές, και να διαπράξουν νέα ολοκαυτώματα.

Οι θεωρητικοί επιστήμονες, οι ποιητές και οι ερευνητές θεωρούν τους εαυτούς τους αθώους για τις κατεστραμμένες υπαίθρους και τα καμένα κορμιά. Είναι αθώοι;

Μοιάζει τουλάχιστον μια από τις παρατηρήσεις του Marx να είναι αληθινή: κάθε λεπτό αφιερωμένο στη καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία, κάθε σκέψη που συνεισφέρετε στο βιομηχανικό σύστημα, μεγεθύνει περαιτέρω μια δύναμη που είναι εχθρική προς τη φύση, τη κουλτούρα, τη ζωή. Η εφαρμοσμένοι επιστήμη δεν είναι κάτι ξένο, είναι εσωτερικό κομμάτι της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας, όπως οι χημικοί παράγοντες δηλητηριάζουν τις λίμνες, τον αέρα, τα ζώα και τους ανθρώπους, όπως τα πυρηνικά εργοστάσια ακτινοβολούν μκροπεριβάλλοντα ως προετοιμασία της ακτινοβόλησης του μακροπεριβάλλοντος.

Ως υστερόγραφο θα ήθελα να απαντήσω σε μια ερώτηση πριν αυτή γίνει. Η ερώτηση είναι: «Δε νομίζεις πως ο απόγονος ενός καταπιεσμένου λαού είναι καλύτερα ως διευθυντής σουπερμάρκετ ή αρχηγός της αστυνομίας;». Η απάντησή μου είναι μια άλλη ερώτηση: Ποιος διοικητής στρατοπέδου συγκέντρωσης, εθνικός δήμιος ή βασανιστής δεν ήταν απόγονος καταπιεσμένων ανθρώπων;

 

 

 

 

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Fredy Perlman: Η διαρκής γοητεία του εθνικισμού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s