Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα CounterPunch. Ο Peter Gelderloos είναι αναρχικός ακτιβιστής, αρθρογράφος και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

 

Σε δυο προηγούμενα άρθρα, ανέλυσα το ρόλο της αριστεράς1 για την προστασία της αστυνομίας μέσω διστακτικών μεταρρυθμίσεων, και την αποτελεσματικότητα μιας εξημερωμένης, ψευδεπίγραφης – με μια λέξη αφοπλισμένη – ιστορία του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων2 για να μας αποτρέψει από το να γνωρίσουμε προηγούμενους αγώνες και να επιτύχουμε μια αλλαγή με νόημα στην κοινωνία.

Η αστυνομία είναι ένας ρατσιστικός, αυταρχικός θεσμός που υπάρχει για να προστατεύει τους ισχυρούς σε ένα άνισο σύστημα. Περασμένες και τωρινές προσπάθειες να μεταρρυθμιστεί έχουν δείξει πως ο «μεταρρυθμισμός» δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα, αν και βοηθά στο να χαραμίζει λαϊκές διαμαρτυρίες και να προωθεί τις καριέρες επαγγελματιών ακτιβιστών. Αντιμέτωποι με αυτοί τη κατάσταση, στην οποία η Αριστερά και η Δεξιά συνεργάζονται ακούσια για να διαιωνίσουν το πρόβλημα, η εκτός νόμου οδός της εξέγερσης, της κατάληψης χώρου, και της αντεπίθεσης εναντίον της αστυνομίας είναι κάτι απόλυτα λογικό. Στη πραγματικότητα, αυτό το φαινόμενο, καταδικασμένο ως «βία» από τα μέσα, την αστυνομία, και πολλούς ακτιβιστές σε ομοφωνία, δεν ήταν μόνο το πιο σημαντικό γνώρισμα της εξέγερσης στο Φέργκιουσον και τις διαδηλώσεις αλληλεγγύης  που οργανώθηκαν κατά εκατοντάδες σε άλλες πόλεις, ήταν επίσης το ζωτικό στοιχείο που έκανε όλα τα άλλα δυνατά, που διαχώρισε τη δολοφονία του Michael Brown από εκατοντάδες άλλες αστυνομικές δολοφονίες. Επιπλέον, η αυτοάμυνα απέναντι στη κρατική βία (είτε ασκείτε από την αστυνομία ή από υπό ανοχή παραστρατιωτικούς όπως η ΚΚΚ) δεν είναι μια έκτακτη κατάσταση, αλλά μια δοκιμασμένη και αληθινή μορφή αντίστασης, και η μοναδική που είχε αποτελέσματα, στο κίνημα των Πολιτικών Δικαιωμάτων και πρωτύτερα3.

Αυτό που μένει είναι να μιλήσουμε για πιθανότητες που είναι ριζικά εκτός του αυτορρυθμιζόμενου κύκλου τραγωδίας και μεταρρύθμισης. Αυτό που απομένει είναι να μιλήσουμε δυνατά και ξεκάθαρα για ένα κόσμο δίχως αστυνομία.

Δε θέλουμε καλύτερη αστυνομία. Δε θέλουμε να διορθώσουμε την αστυνομία. Αντίθετα, κατανοούμε απολύτως πως η αστυνομία δουλεύει στην εντέλεια, απλά δεν δουλεύει για εμάς και ούτε το έκανε ποτέ. Θέλουμε να ξεφορτωθούμε εντελώς την αστυνομία, και θέλουμε να ζήσουμε σε ένα κόσμο όπου η αστυνομία δεν είναι απαραίτητη.

Κάθε άλλο παρά αφελής θέση, πιστεύω πως είναι η μόνη που μπορεί να αντέξει ένα σοβαρό έλεγχο, είτε με τη μορφή μιας εμπεριστατωμένης ιστορικής ανάλυσης του ρόλου και της εξέλιξης της αστυνομίας και της αποτελεσματικότητας των μεταρρυθμιστικών κινημάτων, ή μιας εξέτασης του εύρους της πιθανότητας που ήδη έχουν επιδείξει οι ανθρώπινες κοινωνίες.

Κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί αποτελεσματικά πως η αστυνομία είναι απαραίτητη με απόλυτη έννοια. Είναι σχετικά πρόσφατη εφεύρεση, όσον αφορά τους θεσμούς. Το μόνο ερώτημα είναι τι τύπου κοινωνία χρειάζεται αστυνομία, και αν το είδος της κοινωνίας  αυτής κάνει απαραίτητη την ύπαρξή της με συστηματικούς φόνους, βασανιστήρια, ξυλοδαρμούς και παρακολούθηση.

Οι Dennis Sullivan και Larry Tifft4 έχουν συλλέξει μεγάλο όγκο πληροφοριών για τις κοινωνίες που χρησιμοποιούν διάφορες μορφές επίλυσης συγκρούσεων στην οποία ένας οργανισμός όπως η αστυνομία δεν έχει θέση. Από τους Ντένε (Ναβάχο) ως τους Σενάι, υπάρχουν δεκάδες κοινωνίες – όλες τους επηρεασμένες σε διαφορετικό βαθμό από τη Δυτική αποικιοκρατία – που εξασκούν επανορθωτική ή μετασχηματιστική δικαιοσύνη, αντιμετωπίζοντας περιπτώσεις συγκρούσεις ή κοινωνικής βλάβης δίχως να χρειάζεται να γίνουν τόσο βάρβαροι  ώστε να κλειδώνουν ανθρώπους σε κλουβιά ή να δημιουργούν ένα ελίτ σώμα με στόχο την παρακολούθηση ανθρώπων ή να χρησιμοποιούν οργανωμένη βία εναντίον όσων παραβαίνουν τους νόμους. Συγκρίνουν γειτονικές κοινωνίες που αντιμετωπίζουν παρόμοιες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες αλλά χρησιμοποιούν διαφορετικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση προβλημάτων, όπως και Δυτικές κοινωνίες που κάνουν ελάχιστη χρήση της αστυνόμευσης και των δικαστικών μηχανισμών.

Ένα μοτίβο που γίνεται αμέσως εμφανές είναι πως η αστυνομία και οι φυλακές είναι χρήσιμες μόνο σε κοινωνίες που βασίζονται στην εκμετάλλευση και την ανισότητα. Η αστυνομία δεν είναι όργανο κατάλληλο για να προστατέψει μια κοινωνία, το αντίθετο είναι ένα όργανο χρήσιμο για την προστασία μιας ελίτ, παρασιτικής τάξης από τη κοινωνία. Κάθε κοινωνία με ελάχιστες πρακτικές συνεργασίας και αλληλεγγύης μπορούν να προστατευτεί από άτομα που θα έβλαπταν τους άλλους. Μια ιεραρχική, στρατιωτικοποιημένη δύναμη όπως η αστυνομία, η ένας θεσμός όπως η αστυνομία σχεδιασμένη να απομακρύνει τη σύγκρουση και τη παραβατικότητα από τη κοινωνική σφαίρα, βγάζει νόημα μόνο όπου υπάρχει μια παρασιτική κοινωνική τάξη που υπάρχει σε ανταγωνισμό με την υπόλοιπη κοινωνία, και χρειάζεται να ρυθμίσει τους κοινωνικούς κανόνες του σωστού και του λάθους και να μονοπωλήσουν της βίας ώστε να διατηρήσει την εξουσία της. Μια τέτοια τάξη χρειάζεται επίσης ένα μηχανισμό δικαιοσύνης , όπως τα δικαστήρια και ένα νομικό σώμα, για να μορφοποιήσει την αντίληψή της περί σωστού και λάθους, και ένα μηχανισμό προπαγάνδας, είτε είναι μια κρατική θρησκεία ή τα μαζικά μέσα, για να εξασφαλίσουν πως η εκμεταλλευόμενη πλειοψηφία ταυτίζεται με τους αφέντες της και αναπαράγει τους κανόνες της ελίτ. Όταν ένα κανονικό άτομο μιλά εναντίον του να πετάς πέτρες στην αστυνομία ή της καταστροφής επιχειρήσεων, εκφράζουν αξίες που προέρχονται από τη κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας.

Φυσικά γίνεται πιο πολύπλοκο όταν συνειδητοποιείς πως τα συμφέροντα είναι πάντοτε υποκειμενικά, και οι άνθρωποι συχνά αποκομίζουν περισσότερα με την ταύτιση με μια μεγαλύτερη κοινότητα, ανεξάρτητα από το πόσο φανταστική, από το να έχουν φαγητό να φάνε ή μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους. Στη τελική, όλοι από το διευθύνοντα σύμβουλο ως τον παρουσιαστή ειδήσεων, τον οδηγό ταξί ή τον άστεγο με συμβατικές ιδέες, όλοι συμμετέχουν στην αναπαραγωγή του ίδιου συστήματος, και μάλλον όλοι ειλικρινά πιστεύουν στους ρόλους που ενστερνίζονται, αλλά κάποιοι ξεκάθαρα έχουν μεγαλύτερη επιρροή από άλλους, και μπορεί να τακτοποιηθούν ως πηγές συγκεκριμένων πτυχών του παρόντος συστήματος.

Έτσι δε μιλάμε για τις μάζες όταν ισχυριζόμαστε πως η αστυνομία και οι φυλακές υπάρχουν για να τους ελέγχουν, αλλά επίσης δεν πρέπει να διστάσουμε από το να υιοθετήσουμε μια ριζοσπαστική θέση επειδή και μόνο δε θα είναι δημοφιλής. Πρέπει να έχουμε πίστη πως πολλοί άνθρωποι μπορεί να καταλήξουν να στηρίξουν ριζοσπαστικές θέσεις όσον αφορά την αστυνομία. Πολλοί άνθρωποι ήδη στηρίζουν εν μέρει κομμάτια αυτών των θέσεων ενστικτωδώς ή σιωπηρά, και ο λόγος που περισσότεροι άνθρωποι δεν το κάνουν, τουλάχιστον όχι φανερά, είναι πως τόσο πολύ λίγοι άνθρωποι τολμούν να ανακηρύξουν την αστυνομία ως αδιαμφισβήτητο εχθρό της ελευθερίας ή να στηρίζουν ανοιχτά ένα κόσμο δίχως αστυνομία. Στο σημείο αυτό, το τελευταίο που χρειαζόμαστε είναι περισσότεροι άνθρωποι να  ενστερνίζονται χλιαρές, ανόητες προτάσεις για μεταρρύθμιση που είναι εντελώς ανέφικτες και μη ρεαλιστικές. Αλλά για όσο οι προτάσεις για μικρές μεταρρυθμίσεις λαμβάνονται σοβαρά, αυτό είναι που θα παίρνουμε.

Δε μπορούμε να ξεφορτωθούμε την αστυνομική βία δίχως να ξεφορτωθούμε την αστυνομία, και δε μπορούμε να ξεφορτωθούμε την αστυνομία δίχως να ξεφορτωθούμε ένα ολόκληρο σύστημα  βασισμένο στην εκμετάλλευση, τη καταπίεση και την ιεραρχία. Δεν υπάρχει εύκολη, βολική λύση σε αυτό το πρόβλημα, και το να φλυαρούμε για αυτό απλά διαιωνίζει το πρόβλημα. Το να φέρνουμε στο προσκήνιο δύσκολες, εκτεταμένες αλλαγές δεν σημαίνει, όμως, τη προσήλωση ενός αφηρημένου βλέμματος σε ένα προσχεδιασμένο μέλλον και να μη βλέπουμε τα άμεσα προβλήματα. Το αντίθετο, χρειάζεται να εστιάσουμε στο πως θα πολεμήσουμε τώρα για ένα καλύτερο μέλλον, και μέρος αυτού σημαίνει αποφυγή μορφών αγώνα που κάνει τις πραγματικές αλλαγές ακόμη πιο απίθανες.

Όπως ανέπτυξα στο δεύτερο μέρος5. Ότι επιτεύχθηκε στο κίνημα των κοινωνικών δικαιωμάτων με όρους βραχυπρόθεσμων αλλαγών επιτεύχθηκε όταν οι άνθρωποι οπλίστηκαν, κατέλαβαν τους δρόμους τους, και αντιστάθηκαν δίχως να ανησυχούν για τα ταμπού της άρχουσας τάξης απέναντι στη βία των κατώτερων τάξεων. Αν πολεμήσουμε για τον συνολικό κοινωνικό μετασχηματισμό δίχως να προτείνουμε αφελείς μεταρρυθμίσεις, εκείνοι που έχουν την εξουσία θα πέσουν προσπαθώντας να μας εξαγοράσουν με γρήγορες λύσεις και ευκαιρίες συμμετοχής στο σύστημα.

Αυτός είναι ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο έχουν καταστραφεί τα περισσότερα κοινωνικά κινήματα της ιστορίας. Όποιες βελτιώσεις έχουν κερδηθεί στην πραγματικότητα κερδήθηκαν από εκείνους που πολέμησαν για ριζοσπαστικές θέσεις, χρησιμοποιώντας αδιαπραγμάτευτες μεθόδους και επιθετικές πρακτικές, αν και οι νίκες διεκδικήθηκαν από τους μεταρρυθμιστές, που τείνουν να είναι ένας συνδυασμός από αντιφρονούντα μέλη της κυβερνώσας δομής, οπορτουνιστές που επιθυμούν να ανέβουν στη κοινωνική κλίμακα, και ειλικρινείς ανθρώπους που έχουν παραπλανηθεί από ένα διάλογο πραγματιστικού λόγου. Οι δικές τους μέθοδοι είναι πολύ ήπιοι για να ταράξουν τα πράγματα και να επιβάλλουν μια αλλαγή, στη πράξη η δειλία τους επιδεικνύει στην εξουσία πως τελικά είναι μια πιστή αντιπολίτευση που δεν της αξίζει η καταστολή. Πρέπει να πατάνε στις πλάτες των ριζοσπαστών ώστε να είναι στη κατάλληλη θέση  όταν οι κυβερνώντες συνειδητοποιήσουν πως κάποια αλλαγή είναι απαραίτητη ώστε να αποφευχθεί μια πραγματική επανάσταση. Ο λόγος που αυτά τα κινήματα συνέχεια σταματούν μετά από μια ατελή μεταρρύθμιση, και πως τα πιο αναποτελεσματικά τμήματα αυτών των κινημάτων έχουν μια τάση να παίρνουν τα εύσημα, είναι επειδή οι μεταρρυθμιστές έχουν την τάση να προδίδουν τους ριζοσπάστες, βοηθώντας το κράτος να τους εξολοθρεύσει σε αντάλλαγμα για πρόσβαση στην εξουσία στην πρόσφατα επαναδιαμορφωμένη σύνθεση της. Στην τελική, ποιος είναι καλύτερος να διακρίνει πια μεταρρύθμιση είναι καλύτερη στο να κοροϊδέψει τους ανθρώπους στο πάτο, από κάποιον που μόλις αναδύθηκε από το πάτο;

Ανέφερα πριν πως ένα αστυνομικός μηχανισμός δεν μπορεί να υπάρξει δίχως την ιεραρχική κοινωνία, ένα σύστημα φυλακών, και κάποιου τύπου βιομηχανίας κουλτούρας, είτε θρησκευτική, είτε μιντιακή. Όλοι αυτοί οι θεσμοί  υπερασπίζονται μια άρχουσα δομή από τις συγκρούσεις που δημιουργεί η ανταγωνιστική της θέση απέναντι στη κοινωνία. Οι μοντέρνες δημοκρατίες πάνε όμως ένα βήμα πιο πέρα, αν η σύγκρουση με τη κοινωνία είναι αναπόφευκτη, γιατί να μην τη διευθύνουν αντί να προσπαθήσουν να τη καταστείλουν;

Στο Φέργκιουσον, οι διαχειριστές της κοινωνικής σύγκρουσης ήταν σε γενικές γραμμές κομμάτι αυτών των ακτιβιστών που κήρυτταν μη βία και αποδοκίμαζαν τους εξεγερμένους, όπως ανέφερα στο πρώτο μέρος6. Υπάρχει όμως ένα ιδιαίτερο είδος διαχείρισης που ξέχασα να αναφέρω.

Εκείνοι από εμάς που είναι κριτικοί απέναντι στα μαζικά μέσα βρίσκονται σε δύσκολη θέση προσπαθώντας να εξηγήσουν τη θετική στάση που το Time Magazine8 ή το Rolling Stone9 έπαιρναν περιοδικά απέναντι στους εξεγερμένους. Φυσικά, μερικά άρθρα μετά βίας διορθώνουν τις χιλιάδες στήλες που πρακτικά αναφέρονταν στους εξεγερμένους σαν κάποιο είδος παράσιτου, ραδιοφωνικοί παραγωγοί αποκαλούσαν τους βάνδαλους «ηλίθιους» και χειρότερα, τηλεοπτικά σποτ που διέδιδαν φόβο για άγριες ορδές δαιμόνων και εξωτερικοί ακτιβιστές, σε πολυήμερους μαραθώνιους στο NPR (Εθνικό Δημόσιο Ραδιόφωνο) να ζητάνε ειρηνικές διαμαρτυρίες, και ούτω καθεξής. Παρόλα αυτά, το φαινόμενο είναι περίεργο όπως και σημαντικό. Στη περίπτωση του Rolling Stone, μπορούμε να υποθέσουμε πως αυτό το παλιό κουρέλι του κατεστημένου φοβάται για το πεδίο των τολμηρών ειδήσεων που έχασε από τους δυναμικούς νεοφερμένους του Vice8, η εξήγηση όμως αυτή είναι ανεπαρκής.

Η φαινομενικά υπονομευτική συμπεριφορά μερικών μέσων δεν είναι πρωτόγνωρη. Στη πρόσφατη εξέγερση στηνΕλλάδα10, ένα μεγάλο μέρος του τύπου εξέφρασε τη συμπάθεια του προς τους εξεγερμένους, αν και με τυποποιημένο τρόπο. Με το φακό των μέσων, οι νεαροί φοιτητές είχαν δίκιο που διαμαρτύρονταν στους δρόμους μετά της αστυνομικής δολοφονίας του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου, αναρχικοί οικειοποιούνταν το γεγονός για να κάψουν αστυνομικά τμήματα, και μετανάστες εκμεταλλεύονταν την κατάσταση για να λεηλατήσουν καταστήματα. Κανένας από αυτούς τους χαρακτηρισμούς δεν βασίζεται σε γεγονότα. Εκατομμύρια νέοι άνθρωποι και μεγάλοι, Έλληνες και μετανάστες, συμμετείχαν στην εξέγερση, με διάφορους τρόπους. Πολλοί φοιτητές λεηλάτησαν, πολλοί μετανάστες βάδισαν μαζί με τις πορείες. Ένα συχνά εκφραζόμενο συναίσθημα ήταν πως η συμμετοχή στην εξέγερση διέγραφε αυτές τις προκαθορισμένες ταυτότητες, που στη περίπτωση αυτή τα μέσα προσπαθούσαν να τις επιβάλουν ξανά. Και με τα τρία υποκείμενα, η μιντιακή καρικατούρα αναφέρεται σε μια προκατασκευασμένη φιγούρα με την οποία ολόκληρος πληθυσμός ήταν ήδη εξοικειωμένος –  τον κοινωνικά ανήσυχο φοιτητή, τον πυρομανή αναρχικό, τον εγκληματία μετανάστη – που υπήρξε μόνο στην φωτεινή οθόνη, επειδή ήταν τα ίδια τα μέσα που τη δημιούργησαν. Αυτή είναι η ιδιοφυΐα των μέσων: σπάνια χρειάζεται να επαληθεύσουν τους ισχυρισμούς τους, επειδή λειτουργούν σε ένα εικονικό περιβάλλον που τα ίδια δημιούργησαν.

Στο ελληνικό παράδειγμα, είναι φανερό γιατί τα μέσα τάσσονται θετικά υπέρ της φοιτητικής εξέγερσης: για να αποθαρρύνουν μη φοιτητές στο να συμμετέχουν  ή να ταυτιστούν με την εξέγερση, και να καθορίσουν ένα όριο αποδεκτών τακτικών, ποινικοποιώντας την τους βανδαλισμούς και τις επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα. Στο τέλος, η ένταση των μαχών στους δρόμους ανάγκαζε τη κυβέρνηση να σκεφτεί να καλέσει το στρατό. Είναι πρόθυμα να ανεχτούν φλεγόμενα οδοφράγματα και παράνομες διαμαρτυρίες αρκεί τα πράγματα να μη πάνε πιο πέρα.

Παρομοίως, όταν οι άνθρωποι αρχίσουν να φέρνουν όπλα στις διαδηλώσεις όπως στο Φέργκιουσον, θα υπάρχουν εκείνοι ανάμεσα στις δυνάμεις του νόμου και της τάξης που αρχίζουν να βλέπουν τη σοφία στην ανοχή του σπασίματος των τραπεζών. Είναι αξιοσημείωτο πως τα μέσα αρχίζουν να ανέχονται τη καταστροφή των περιουσιών όταν στη μέσα στη κοινωνία αρχίζει να ακούγεται περί ανταπόδοσης των πυροβολισμών. Αν και στους περιορισμούς του αμερικάνικου διαλόγου, μοιάζει με ανάσα φρέσκου αέρα που το Time Magazine θα ταχθεί με τους εξεγερμένους, είναι μια λίγο πολύ υπολογισμένη κίνηση που λειτουργεί προς το περιορισμό της ανάπτυξης της αντίστασης. Ακόμη και αν οι συντάκτες ενός περιοδικού δεν συνωμοτούν συνειδητά και ειδικά για το πως να διατηρήσουν τον κοινωνικό έλεγχο, παραμένουν άτομα με άμεσα συμφέροντα στο τωρινό σύστημα. Οι άνθρωποι που πολεμούν άγρια για την ελευθερία τους, αντίθετα με εκείνους που περπατούν σε κύκλους ή οργανώνουν καθιστικές διαμαρτυρίες, συχνά εξαναγκάζουν την αναγνώριση της ανθρωπιάς τους και κερδίζουν μια περιορισμένη συμπάθεια από τους εχθρούς τους. κάνουν επίσης την ύπαρξη μιας κοινωνικής σύγκρουσης αδιαμφησβήτητη. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα άτομα στην εξουσία μπορεί να αναγκαστούν να αποδεχτούν τακτικές που πριν καταδίκαζαν, να αναγνωρίσουν λάθη που πριν αρνιόντουσαν, αλλά η αποδοκιμασία μορφών εξέγερσης που αμετάκλητα αποσταθεροποιούν απλά θα αποκρυσταλλωθεί. Οι άνθρωποι επιτρέπεται να ξεσπούν, ακόμη και με παράνομους τρόπους, αλλά δεν μπορεί να επιτραπεί να αμβλύνουν ή να σαμποτάρουν τα όργανα του Κράτους. Και όταν η αστυνομία αντιμετωπίζει έναν ένοπλο πληθυσμό, είναι ξαφνικά λιγότερο αποτελεσματική.

Ένας άλλος τρόπος που σημαντική διαφωνία μπορεί να εμφανιστεί είναι στο πεδίο του διαλόγου και της έρευνας. Με κανένα τρόπο δεν είμαι το πρώτο άτομο που εκφράζει την ιδέα πως η αστυνομία πρέπει να καταργηθεί, ούτε είναι εντελώς ξένη αυτή η ιδέα στον αποδεκτό διάλογο ανάμεσα σε ανθρώπους που ντύνονται καλύτερα από εμένα. Η ανάπτυξη αυτών των διαλόγων πρέπει να διατυπωθεί με συγκεκριμένους τρόπους  για να δείξουν την χρησιμότητα τους στο Κράτος, και το διαχωρισμό τους από τις αγωνιζόμενες κοινότητες.

Αν πούμε πως δεν επιτρέπεται να μιλήσουμε για ένα κόσμο δίχως αστυνομία, αυτό ισχύει μόνο αν κατανοήσουμε την αστυνομία ως μια λειτουργία σε ένα διαπλεκόμενο  σύστημα κυριαρχίας, και η κατάργηση της αστυνομίας σημαίνει την κατάργηση ολόκληρου αυτού του συστήματος. Διαφορετικά, υπάρχει μεγάλο μέγεθος έρευνας και διαλόγου που χαρτογραφούν τις δυνατότητες της κατάργησης των φυλακών ή του τέλους της αστυνόμευσης όπως τη ξέρουμε. Αλλά ποιο είναι το ουσιαστικό νόημα και αποτέλεσμα αυτού του διαλόγου;

Θα ξεκινήσω λέγοντας πως η συντριπτική πλειοψηφία εκείνων που συμμετέχουν σε τέτοιες πνευματικές εργασίες έχουν καλές προθέσεις, ξέρουμε όμως επίσης τι λένε για τις καλές προθέσεις, και οι πέτρες με τις οποίες στρώνεται ο δρόμος προς τη κόλαση δεν είναι το ίδιο σημαντικές με εκείνες που πετιούνται στους μπάτσους στο Φέργκιουσον και αλλού. Με το πρόχειρο αυτό σχήμα λόγου, θέλω στη πραγματικότητα να προτείνω ένα διαφορετικό κριτήριο για την εκτίμηση των πράξεων μας.

Με χαρά μου θα παραδεχτώ πως οι πληροφορίες που παράχθηκε από τους ακαδημαϊκούς ή τους ακτιβιστές που μιλούν θεωρητικά για ένα κόσμο δίχως αστυνομία και φυλακές είναι χρήσιμες και αποτελούν τροφή για σκέψη. Έχω παραθέσει μερικά παραδείγματα στο δοκίμιο αυτό. Όπως όμως αναρωτιόμαστε γιατί το Time Magazine τάσσεται υπέρ των εξεγερμένων, πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί υπάρχουν αμειβόμενες θέσεις για ανθρώπους που μελετούν την κατάργηση των φυλακών. Είτε ο καπιταλισμός δεν είναι μια απολυτότητα, είτε οι φυλακές και η αστυνομία δεν είναι κομμάτια ζωτικής σημασίας για την εξουσία, ή η εξουσία κερδίζει κάπως μελετώντας τη δική της κατάργηση.

Πιστεύω πως η απάντηση βρίσκεται ανάμεσα στη δεύτερη και τη Τρίτη πιθανότητα. Αν και η κατάργηση των φυλακών δε φαίνεται να είναι πιθανό μέλλον, από το σημείο που βρισκόμαστε σήμερα, ο δημοκρατικός καπιταλισμός αυξάνει τις πιθανότητες για την επιβίωσή του με το να δημιουργεί  σχέδια ανάγκης για ακραίες περιπτώσεις, και δίνοντας στους αντιπάλους ευκαιρίες εργασίας. Το πλεονέκτημα αυξάνεται αν «φυλακές» και «αστυνομία» μπορούν να μεταμορφωθούν εκτενώς από ζωτικής σημασίας κομμάτι ενός ολόκληρου συστήματος  σε μια συγκεκριμένη απόληξη που μπορεί να αφαιρεθεί ή να μετατραπεί. Και υπάρχουν μερικές μορφές διαλόγου πολύ πιο αποτελεσματικές για την επίτευξη αυτής της μεταμόρφωσης από ότι ο ακαδημαϊκός – που προτιμά την ειδικότητα και την ανάλυση των επιμέρους έναντι του συνόλου – και τον ακτιβιστικό που τείνει στο να επικοινωνεί μια μονοθεματικότητα που προωθεί το μυωπικό από έναντι του ριζοσπαστικού.

Κάποιος στον ακαδημαϊκό χώρο ή στο κόσμο του κατ’ επάγγελμα ακτιβισμού μπορεί να μελετήσει την αστυνομία για έγκυρους λόγους, έχοντας προσωπικά μια οικουμενική ανάλυση για τον καίριο ρόλο της αστυνομίας σε ένα μεγαλύτερο σύνολο, αλλά ο θεσμικός τρόπος αίτησης για επιχορήγηση, για την δημοσίευση άρθρων, και την διεκδίκηση σοβαρών βελτιώσεων, ρυθμίζουν από κοινού την δραστηριότητα αυτό του ατόμου να προτιμήσει μια αποσπασματική κοσμοαντίληψη και να κατευθύνει το διάλογο σε άλλους κατόχους εξουσίας.

Μπορεί να ακούγεται σαν κοινοτοπία αλλά πιστεύω η εμπειρίας τους αγώνες το δείχνει ξεκάθαρα: δε μπορείς να καταργήσεις κάτι με το οποίο κάνεις διάλογο. Η κρατική εξουσία πάνω απ’ όλα ακμάζει με το να είναι παρόν σε κάθε κοινωνική συζήτηση. Μια συζήτηση με εργοδότες, νομοθέτες, επιχορηγούμενους ερευνητές ή ειδικούς για την κατάργηση της αστυνομίας απαραίτητα προϋποθέτει την αντικατάσταση της μιας μορφής αστυνόμευσης με μια άλλη.

Η σύγχρονη φυλακή γεννήθηκε από την κατάργηση του ικριώματος10. Η κοινοτική αστυνόμευση ήταν ένας μηχανισμός επιβίωσης μετά από τις ήττες και την αντιπάθεια προς την αστυνομία που προκλήθηκε από τους αγώνες στη δεκαετία του 6011. Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός.

Ακόμη και δίχως μια εκτεταμένη μεταρρύθμιση που επιτρέπει στους ισχυρούς να αναγεννούν τις μεθόδους συσσώρευσης εξουσίας, ο ριζοσπαστικός διάλογος μέσω επαγγελματικών καναλιών παρουσιάζει άλλα προβλήματα. Ένα ήδη το έχω αγγίξει και μπορεί να γίνει αντιληπτό ως παραπλάνηση.

Ας φανταστούμε μια οργάνωση που εστιάζει στην κατάργηση των φυλακών. Οι υπάλληλοι της είναι ειλικρινείς, αφοσιωμένοι ακτιβιστές, κάποιοι από αυτούς είναι δοκιμασμένοι βετεράνοι περασμένων αγώνων. Σχεδόν όλοι τους είναι απόφοιτοι πανεπιστημίου και κάποιοι είναι ίσως και ακαδημαϊκοί, διαφορετικά είναι σε στενή επαφή με τους ειδικούς που παράγουν τα δεδομένα που το κάνουν ευκολότερη τη συζήτηση για την κατάργηση των φυλακών σε εξευγενισμένους κύκλους. Παράγουν πολλά πολύτιμα υλικά που μπορεί να είναι χρήσιμα για την στήριξη των φυλακισμένων ή για να αλλάξει η άποψη του συστήματος για το σωφρονιστικό σύστημα, και ίσως μπορεί να έχουν ένα πιλοτικό πρόγραμμα σε κάποια τετράγωνα σε μια συγκεκριμένη γειτονιά, σχεδιασμένη για να μειώσει την εξάρτηση από τη βιομηχανία της φυλακής (prison industrial complex).

Το καθένα ξεχωριστά, όλα αυτά τα πράγματα είναι σημαντικά. Χρειαζόμαστε περισσότερους ανθρώπους που να μιλάνε για ένα κόσμο δίχως φυλακές. Οι ιδέες όμως που αυτός ο υποθετικός οργανισμός διαδίδει, πως καθοδηγούν τη προσοχή των ανθρώπων, ιδιαίτερα σε μια στιγμή κοινωνικής επανάστασης;

Όταν ένας τέτοιος οργανισμός, με αμειβόμενο προσωπικό, μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα, αξιοπιστία αλλά και κανόνες με τους οποίους παίζει και λογαριασμούς να πληρώσει, διακηρύσσει πως «Πρέπει να καταργήσουμε την αστυνομία και τις φυλακές», ποιο είναι το πραγματικό υπονοούμενο; «Για αυτό ο οργανισμός αυτός πρέπει να πάρει περισσότερες επιχορηγήσεις και αυτός ο νομός δε πρέπει να περάσει» ή «Για αυτό αυτοί οι άνθρωποι αυτοί που πήραν τα όπλα εναντίον της αστυνομίας αξίζουν την υποστήριξη μας»; Ξεκάθαρα, δεν είναι το δεύτερο.

Μια επαγγελματική προσέγγιση στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που υπογραμμίστηκαν από το Φέργκιουσον σπάνια στρέφει δράση και τη προσοχή των ανθρώπων στους δρόμους, εκεί που δημιουργείτε η πραγματική αλλαγή. Πράγματι, το περισσότερο καιρό, δεν έχουμε να γίνεται κάτι σαν το Φέργκιουσον, έτσι μια υπομονετική, σταδιακή μέθοδος μοιάζει να έχει νόημα. Ο συντηρητισμός όμως της επαγγελματικής προσέγγισης συχνά οδηγεί τους ακτιβιστές να παίξουν έναν καθησυχαστικό ρόλο όταν εμφανίζεται μια στιγμή έντονου αγώνα, όπως είδαμε αυτό τον Αύγουστο και ξανά τον Νοέμβριο. Σε όλη τη χώρα, ακόμη και εκεί που απέφυγαν το να αποκηρύξουν τους εξεγερμένους,  ακτιβιστικές οργανώσεις κάλεσαν σε ολονυχτίες και ανοιχτές καταδίκες, όταν ήταν ξεκάθαρο πως ο καιρός για απλά λόγια είχε περάσει. Άμεσα ή έμμεσα, οι κινητοποιήσεις αυτές επέτρεψαν στο εκλογικό σώμα της μεσαίας τάξης να μονοπωλήσει την κοινωνική αντίδραση και να αποτρέψει την εξέγερση, σε μια εποχή που ένας δίχως προηγούμενο αριθμός ανθρώπων ήταν έτοιμοι να αντεπιτεθούν.

Ποιο κατάλληλο ως έμπνευση για την δική μας δράση είναι μια σειρά από ιστορίες αγώνα σε Δυτικές ή δυτικοποιημένες χώρες στις οποίες οι άνθρωποι δημιούργησαν ζώνες ελεύθερες αστυνομίας στη πράξη. Στην τελική, μια ολιστική κριτική της αστυνομίας σημαίνει πως από την ίδια τη φύση του προβλήματος δεν μπορούμε να ζητήσουμε από την κυβέρνηση να φέρει τις απαιτούμενες αλλαγές. Πραγματικά βήματα προς ένα κόσμο δίχως αστυνομία μπορούν να βρεθούν στις εξεγέρσεις στο Φέργκιουσον και σε άλλες πόλεις σε ολόκληρη τη χώρα όπου οι άνθρωποι ξεπέρασαν τους αυτοανακηρυγμένους  ηγέτες τους και αντιστάθηκαν στη πράξη, αντί απλά να δημιουργήσουν ακόμη ένα θέαμα συμβολικής διαφωνίας. Οι εξεγέρσεις στο Φέργκιουσον δεν ήταν μόνο σημαντικές με εργαλειακό τρόπο, αναγκάζοντας το σύνολο της κοινωνίας να σκεφτεί το πρόβλημα, αλλά επίσης θέτει και τις αρχές μιας λύσης καθώς οι γείτονες έρχονται κοντά με αλληλεγγύη, χτίζοντας νέες σχέσεις ανάμεσά τους, και διώχνοντας δυναμικά την αστυνομία από τις γειτονιές που προσέχουν.

Η Κριστιάνια12 είναι μια αυτόνομη γειτονιά της Κοπεγχάγης που είναι υπό κατάληψη από το 1971. Η περιοχή, με σχεδόν χίλιους κατοίκους, είναι οργανωμένη σε συνελεύσεις, διατηρεί τη δική της οικονομία και υποδομές, μαζεύει τα σκουπίδια της, παράγει ποδήλατα και άλλα αντικείμενα σε συλλογικά εργαστήρια, και διατηρεί έναν αριθμό κοινωνικών χώρων. Επιλύουν επίσης μόνοι τους τις διαμάχες τους, και με την εξαίρεση μερικών επιθετικών εισβολών και εφόδων, η Κριστιάνια είναι μια ζώνη ελεύθερη από αστυνομία για το μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξης της. Αρχικά, η κυβέρνηση της Δανίας επέλεξε μια μαλακή στρατηγική, ελπίζοντας πως η Κριστιάνια θα καταρρεύσει από μόνη της. Την ίδια περίοδο, το αυτόνομο κίνημα13 στην Ολλανδία και στη Γερμανία έδινε σημαντικές μάχες για να υπερασπιστεί τους κατειλημμένους χώρους του, μερικές φορές νικώντας την αστυνομία στους δρόμους ή καίγοντας εμπορικά κέντρα σε ανταπόδοση για τις εκκενώσεις. Σε γενικές γραμμές η δανέζικη προσέγγιση έμοιαζε λογική. Η Κριστιάνια όμως άνθισε. Κάποιοι υποπτεύονται πως η κυβέρνηση ήταν πίσω από τη κρίση που απείλησε την ύπαρξη της αυτόνομης γειτονιάς το 1984 όταν μια συμμορία μηχανόβιων εγκαταστάθηκε στη ζώνη ελεύθερη από αστυνομία για να αρχίσει να πουλάει σκληρά ναρκωτικά (μαλακά ναρκωτικά χρησιμοποιούνταν ευρέως στην Κριστιάνια, ενώ τα εθιστικά ναρκωτικά καταδικάζονταν με ένταση).

Νωρίτερα στην ιστορία της Κριστιάνια, υπήρξε ένας έντονος διάλογος για το πως θα αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των ναρκωτικών. Παρά την έντονη αντίδραση, ένα κομμάτι της γειτονιάς αποφάσισε να ζητήσει τη βοήθεια της αστυνομίας, αλλά σύντομα ανακάλυψαν πως η αστυνομία συλλάμβανε τους χρήστες μη-εθιστικών ναρκωτικών και αγνοούσε ή ακόμη και προστάτευε την διάδοση των σκληρών ναρκωτικών. Μετά από αυτό, η Κριστιάνια αποφάσισε να διώξει την αστυνομία, και η αυτονομία της ήταν καλά θεμελιωμένη μέχρι που εμφανίστηκε η συμμορία μηχανόβιων. Τα μέλη της συμμορίας νόμιζαν πως βρήκαν έναν εύκολο στόχο: μια γειτονιά χίπηδων που όχι μόνο δεν αρνούνταν να χρησιμοποιήσουν την αστυνομία, αλλά κρατούσαν την αστυνομία μακριά με ενεργητικό τρόπο. Αυτοί οι έμποροι ναρκωτικών, όμως, παρασύρθηκαν από τη καπιταλιστική μυθολογία, που μας παρουσιάζει όλους ως μεμονωμένα άτομα, ανυπεράσπιστα απέναντι σε οργανωμένους εγκληματίες, και κατά συνέπεια πως έχουμε την ανάγκη του μεγαλύτερου κυκλώματος προστασίας όλων, του Κράτους. Οι κάτοικοι της Κριστιάνια ενώθηκαν, ασκώντας την ίδια αρχή της αλληλεγγύης που υπήρχε σε κάθε άλλη πτυχή των ζωών τους, αντεπιτέθηκε, και πέταξε έξω τη συμμορία μηχανόβιων, χρησιμοποιώντας ένα συνδυασμό δολιοφθοράς, δημόσιων συναθροίσεων, πίεσης και άμεσης σύγκρουσης.

Δεν είναι σύμπτωση ότι τα ίδια εργαλεία και ικανότητες που μας επιτρέπουν να αντεπιτεθούμε και να ελευθερώσουμε τους εαυτούς μας από την αστυνόμευση είναι εκείνα που χρειαζόμαστε για να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας από της μορφές βλάβης που οι καπιταλιστικές δημοκρατίες καταστέλλουν με τη λεζάντα του «εγκλήματος». Έγκλημα και αστυνομία είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Διαιωνίζουν το ένα το άλλο, και το καθένα βασίζεται σε μια ευάλωτη, ατομικοποιημένη κοινωνία. Μια υγιής κοινωνία δεν έχει ανάγκη την αστυνομία, ούτε πολύ περισσότερο θα κλείδωνε ανθρώπους σε κλουβιά και να κρύβει τα προβλήματά της εκτός οπτικού πεδίου αντί να αντιμετωπίσει τις διαμάχες και τα ελαττώματα που οδηγούν στο μια πράξη, που προκαλεί βλάβη να διαπραχθεί εξαρχής.

Η αμοιβαία σχέση μεταξύ αστυνομίας και εγκλήματος αποκαλύφθηκε εύγλωττα στη διάρκεια της λαϊκής εξέγερσης στην Οξάκα το 200614. Τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς, η αστυνομία επιτέθηκε με βαναυσότητα στο τεράστιο καταυλισμό που στήνεται ετησίως από δασκάλους που απεργούν. Οι δάσκαλοι όμως αντιστάθηκαν με νύχια και με δόντια και σύντομα ενώθηκαν μαζί τους πολλοί γείτονες. Έδιωξαν την αστυνομία από τη Πόλη της Οξάκα, που παρέμεινε αυτόνομη για πέντε μήνες μαζί με μεγάλα κομμάτια της υπαίθρου. Οι άνθρωποι έστηναν οδοφράγματα, που έγιναν σημαντικό τόπος κοινωνικοποίησης, όπως και αυτοάμυνας, και οργάνωσαν topiles, μια παράδοση των αυτοχθόνων που πρόσφερε εθελοντές για την αντιμετώπιση των αστυνομικών και των παραστρατιωτικών όπως και το να προσέχουν φωτιές, ληστείες ή επιθέσεις.

Οι υπερασπιστές της Οξάκα σύντομα έμαθαν πως η αστυνομία απελευθέρωνε ανθρώπους από τις φυλακές τους με τον όρο πως θα πάνε στη πόλη για να διαπράξουν εγκλήματα. Για να προστατέψουν τις γειτονιές τους ενάντια από αυτές τις πράξεις, οι topiles  δεν λειτουργούσαν σαν τις Δυτικές αστυνομικές δυνάμεις. Περιπολούσαν άοπλοι, ήταν εθελοντές, και δεν είχαν το δικαίωμα να συλλάβουν ανθρώπους ή να επιβάλλουν τη θέληση τους, όπως κάνουν οι μπάτσοι. Όταν συναντούσαν μια ληστεία, εμπρησμό ή επίθεση, ο ρόλος τους ήταν αυτός του διασώστη, αλλά και επίσης να καλέσουν τους γείτονες ώστε όλοι να μπορέσουν να αντιδράσουν συλλογικά. Με τέτοια δομή, θα ήταν αδύνατο να επιβάλουν  ένα νομικό κώδικα  εναντίον μιας δραστηριότητας δίχως λαϊκή συμμετοχή. Με άλλα λόγια, οι topiles μπορούσαν να σταματήσουν ένα ξένο που λήστευε το κατάστημα ενός ντόπιου, ατόμου της εργατικής τάξης (όπως ήταν πολλά από τα καταστήματα της Οξάκα), αλλά δεν μπορούσαν να σταματήσουν την ίδια τη γειτονιά από το να λεηλατήσει ένα κατάστημα με το οποίο ήδη είχαν μαζί του μια ανταγωνιστική, ταξική σχέση μαζί του, όπως στη περίπτωση του Φέργκιουσον.

Οι άνθρωποι στην Οξάκα επίσης έπρεπε να αμυνθούν από την αστυνομία και τους παραστρατιωτικούς, και το έκαναν για πέντε μήνες. Οι topiles και πολλοί άλλοι ήταν άοπλοι. Έπρεπε να πολεμήσουν με πέτρες, πυροτεχνήματα, και μολότοφ, με πολλούς να δέχονται πυροβολισμούς στη διαδικασία. Η γενναιότητα τους επέτρεψε σε χιλιάδες ανθρώπους να ζουν με ελευθερία για πέντε μήνες, σε μια ζώνη ελεύθερη από αστυνομία και κράτος, πειραματιζόμενοι με την αυτοοργάνωση των ζωών τους σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο. Όλες οι όμορφες πτυχές της κομμούνας της Οξάκα είναι αδιαχώριστες από τον βίαιο αγώνα τους εναντίον της αστυνομίας, που περιλάμβανε οδοφράγματα, σφεντόνες, μολότοφ και χιλιάδες ανθρώπους που αντιμετώπιζαν ένοπλους εχθρούς, και με δεκάδες να δίνουν τις ζωές τους στη προσπάθεια. Στο τέλος το μεξικάνικο κράτος αναγκάστηκε να στείλει το στρατό ως το μόνο τρόπο για να συντρίψει αυτόν τον ακμαίο θύλακα αυτονομίας.

Αν διδαχτούμε από παραδείγματα όπως η Κριστιάνια, η Οξάκα και το ίδιο το Φέργκιουσον, μπορούμε να πολεμήσουμε για ένα κόσμο δίχως αστυνομία και όλα όσα αντιπροσωπεύει, ξεκινώντας εδώ και εκεί στήνοντας τετράγωνα, γειτονιές, ή ακόμη και ολόκληρες πόλεις που είναι τουλάχιστον προσωρινά ζώνες ελεύθερες από τη παρουσία αστυνομίας. Μέσα στους χώρους αυτούς  μπορούμε να πειραματιστούμε επιτέλους και να δοκιμάσουμε πρακτικά λύσεις σε όλες τις άλλες σχετιζόμενες μορφές καταπίεσης που μας μαστίζουν.

Υπάρχει κάτι το όμορφο στους ανθρώπους που βρίσκουν το κουράγιο να αντισταθούν εναντίον ενός ισχυρότερου εχθρού, και οι άνθρωποι επίσης ανθίζουν με εκπληκτικούς τρόπους όταν απελευθερώνουν χώρο και παίρνουν τη δύναμη να οργανώνουν τις δικές τους ζωές. Τίποτα από αυτά δε μπορεί να υπερτονιστεί. Ούτε πρέπει να ρομαντικοποιηθούν. Στους δρόμους του Φέργκιουσον και σε άλλους ελευθερωμένους χώρους, αρκετή από την ασχήμια που διατρέχει τη κοινωνία μας βγαίνει στην επιφάνεια. Η αντιμετώπιση όμως αυτού που πριν ήταν ανίκητο ή κανονικοποιημένο είναι αναπόφευκτο κομμάτι κάθε θεραπευτικής διαδικασίας, και αν η κοινωνία μας είναι κάτι αυτό είναι άρρωστη. Καταστροφές όπως εξεγέρσεις και ταραχές μπορούν να είναι σημαντικοί επιταχυντές στη διαδικασία της κοινωνικής εξυγίανσης, και οι απελευθερωμένοι χώροι, με την δραστική απομάκρυνση των κανόνων και σχέσεων του προηγούμενου καθεστώτος που χρησίμευαν μόνο για την διαιώνιση και την αορατοποίηση όλων των υπαρχουσών μορφών κακίας, μπορούν να μας δώσουν την ευκαιρία να δημιουργήσουμε νέα, υγιέστερα μοτίβα, και να εμπλακούμε σε συζητήσεις που πριν ήταν αδύνατες. Ενδυναμώνοντας τους εαυτούς μας ώστε να αντισταθούμε  ενάντια σε εκείνους που μας τραυμάτισαν, όπως η αστυνομία, μπορεί να είναι σημαντικό βήμα στην ανατροπή των σχέσεων καταπίεσης, της ανάρρωσης από το τραύμα, και της επαναφοράς υγειών κοινωνικών σχέσεων.

Αυτό όμως είναι μια επικίνδυνη πρόταση. Η αντεπίθεση ενάντια στην αστυνομία, ιδιαίτερα να ανταποδίδεις τα πυρά όπως στο Φέργκιουσον, δεν είναι ασφαλής δραστηριότητα. Η αλλαγή δεν είναι ποτέ ασφαλής. Και αν μπορούμε  να καταφέρουμε να ξεπεράσουμε την αστυνομία και να δημιουργήσουμε μια απελευθερωμένη ζώνη, το Κράτος στο τέλος θα στείλει το στρατό. Είναι οι στρατιώτες αρκετά πιστοί ακόμη, μετά τους τελευταίους πολέμους, για να μας πυροβολήσουν; Έχουν γίνει αρκετά ώστε να ενθαρρυνθεί η ανυπακοή στις γραμμές τους, ή η κυβέρνηση έχει τον απόλυτο έλεγχο; Μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να μάθουμε.

Είναι κατανοητό πως πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τους ακραίους κινδύνους που σχετίζονται με το ξεριζωμό των καταδυναστεύσεων που κρατάνε σφιχτά τη κοινωνία. Δεν υπάρχει κάτι κακό στο να φοβάσαι, αρκεί να έχεις το θάρρος να το ομολογείς. Κάποιοι άνθρωποι, όμως, κάνουν μεγάλη ζημιά με το να θολώνουν τα νερά με μυωπικές προτάσεις που δεν έχουν καμιά ελπίδα να κάνουν πραγματική διαφορά.

Στους δρόμους, χρειάζεται να μάθουμε πως να παίρνουμε το χώρο, να σιγουρεύουμε πως εκείνοι που αντιστέκονται δεν είναι ποτέ απομονωμένοι, να κάνουμε τις συλλογικές αντιδράσεις δυνατές ώστε κανένας να μη χρειάζεται να αντιδρά ως μονάδα, με αυτοκτονικό ξανά τρόπο, και να χτίσουμε ένα αγώνα που έχει χώρο για μεγάλους και μικρούς, για τους ειρηνικούς και τους μαχητικούς, για εκείνους που ξέρουν να μάχονται και για εκείνους που ξέρουν να θεραπεύουν. Θα είναι μια μακρά διαδικασία, και στο μεταξύ, υπάρχει μεγάλη ανάγκη να μιλάμε δυνατά και ανοιχτά για ένα κόσμο δίχως αστυνομία, ώστε όλοι να ξέρουν πως υπάρχει ένας άλλος τρόπος, πέρα από τις ψευδείς εναλλακτικές της υπακοής ή της αναποτελεσματικής μεταρρύθμισης.

 

 

  1. https://www.counterpunch.org/2014/12/09/the-nature-of-police-the-role-of-the-left/
  2. https://www.counterpunch.org/2014/12/19/learning-from-ferguson/
  3. http://www.akpress.org/dixie-be-damned.html
  4. http://www.amazon.com/Restorative-Justice-Healing-Foundations-Everyday/dp/1881798313
  5. Όπως σημ. 2
  6. Όπως σημ. 1
  7. http://time.com/3605606/ferguson-in-defense-of-rioting/
  8. http://www.rollingstone.com/politics/news/smashy-smashy-nine-historical-triumphs-to-make-you-rethink-property-destruction-20141021
  9. http://www.akpress.org/we-are-an-image-from-the-future-the-greek-revolt-of-december-2008.html
  10. http://en.wikipedia.org/wiki/Discipline_and_Punish
  11. http://www.amazon.com/Our-Enemies-Blue-America-Revised/dp/0896087719
  12. http://theanarchistlibrary.org/library/peter-gelderloos-anarchy-works#toc42
  13. http://www.eroseffect.com/books/subversion.html
  14. http://www.politicalmediareview.org/2009/06/teaching-rebellion-stories-from-the-grassroots-mobilization-in-oaxaca/

 

 

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Peter Gelderloos: Ένας Κόσμος Δίχως Αστυνομία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s