Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ROAR! Magazine #8, Φθινόπωρο 2018. Η Dilar Dirik είναι ακτιβίστρια του Κουρδικού γυναικείου κινήματος. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Ο αγώνας εναντίον της πατριαρχίας – είτε οργανικός και αυθόρμητος, ή μαχητικός και οργανωμένος – αποτελεί μια από τις παλιότερες μορφές αγώνα. Ως τέτοια, κουβαλά κάποιες από τις πιο ποικιλόμορφες σειρές εμπειριών και γνώσης μέσα τους, ενσαρκώνοντας το πόλεμο εναντίον της καταπίεσης στις πιο αρχαίες και οικουμενικές της μορφές.

Από τις πρώτες επαναστάσεις στην ιστορία στις πρώτες οργανωμένες γυναικείες απεργίες, διαμαρτυρίες και κινήματα, οι αγωνιζόμενες γυναίκες δρουν πάντοτε με τη συνείδηση πως η αντίστασή τους συνδέεται με ευρύτερα θέματα αδικίας και καταπίεσης στην κοινωνία. Είτε στον αγώνα εναντίον της αποικιοκρατίας, τα θρησκευτικά δόγματα, το μιλιταρισμό, την βιομηχανοποίηση, την κρατική εξουσία ή τον σύγχρονο καπιταλισμό, ιστορικά τα γυναικεία κινήματα έχουν επιστρατεύσει την εμπειρία διαφορετικών πτυχών της καταπίεσης και την ανάγκη για μια πάλη σε πολλαπλά μέτωπα.

Το Κράτος και η Διαγραφή των Γυναικών

Η διαίρεση της κοινωνίας σε αυστηρές ιεραρχίες – ιδιαίτερα μέσω του συγκεντρωτισμού της ιδεολογικής, οικονομικής και πολιτικής εξουσίας – σήμαινε για τις γυναίκες μια ιστορική απώλεια της θέσης τους μέσα στη κοινωνία. Καθώς ο τρόπος ζωής που βασίζονταν στην αλληλεγγύη και στην επιβίωση αντικαταστάθηκαν από συστήματα πειθαρχίας και ελέγχου, οι γυναίκες σπρώχτηκαν στα περιθώρια της κοινωνίας και αναγκάστηκαν να ζουν υπάνθρωπες ζωές με τους όρους των κυβερνώντων ανδρών. Αντίθετα όμως από ότι η πατριαρχική ιστοριογραφία θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε, η υποταγή αυτή δεν πραγματοποιήθηκε δίχως γενναία αντίσταση και επανάστασης από τα κάτω.

Η αποικιοκρατική βία, συγκεκριμένα, έχει εστιάσει στην εγκαθίδρυση ή την περαιτέρω εδραίωση του πατριαρχικού ελέγχου στις κοινότητες πάνω στις οποίες ήθελε να κυριαρχήσει. Εγκαθιδρύοντας μια «διακυβερνήσιμη» κοινωνία σημαίνει την κανονικοποίηση της βίας και της υποταγής στις πιο στενές διαπροσωπικές σχέσεις. στο αποικιοκρατικό πλαίσιο, ή πιο γενικά με τις καταπιεσμένες κοινότητες και τάξεις, η οικογένεια αποτελούσε τη μόνη σφαίρα ελέγχου για ο υποταγμένο αρσενικό, που έμοιαζε ικανό να επιβάλει την αξιοπρέπεια και εξουσία μόνο στην οικογένεια του – μια μικροσκοπική εκδοχή του κράτους ή της αποικίας.

Μέσα στους αιώνες, η αντίληψη της οικογενειακής αγάπης και τρυφερότητας ανέπτυξε αυτή την εκτροπή από τις ρίζες της στην κοινοτική αλληλεγγύη και αμοιβαιότητα, θεσμικοποιώντας ακόμη περισσότερο την ιδέα πως η βία και η κυριαρχία είναι απλά κομμάτι της ανθρώπινης φύσης. Όπως έχουν αναπτύξει οι συγγραφείς Silvia Federici και Maria Mies, ο καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός – με τον εγγενώς πατριαρχικό του πυρήνα – έχει οδηγήσει στη καταστροφή ολόκληρους γαλαξίες από γυναικείους τρόπους ζωής, αλληλεγγύη, οικονομίες και συνεισφορές στην ιστορία, τη τέχνη και τη δημόσια ζωή, είτε στα ευρωπαϊκά κυνήγια μαγισσών, μέσα από αποικιοκρατικές εξορμήσεις στο εξωτερικό, ή μέσα από τη καταστροφή της φύσης παντού.

Στους σύγχρονους καιρούς, πολλοι-ες φεμινιστές-ριες ακτιβιστές-ριες και ερευνητές-ριες αξιολόγησαν τη σχέση μεταξύ των καταπιεστικών έμφυλων κανόνων και την άνοδο του εθνικισμού. Βασισμένος ουσιαστικά στις πατριαρχικές ιδέες της παραγωγής, της διακυβέρνησης, της φατρίας και τις επινοήσεις της ζωής και του θανάτου, ο εθνικισμός καταφεύγει στην «εξημέρωση» των γυναικών για τους δικούς του λόγους. Το μοτίβο αυτό είναι επαναλαμβανόμενο στη σημερινή παγκόσμια στροφή προς τα δεξιά, με τους φασίστες και τους ακροδεξιούς εθνικιστές να ισχυρίζονται συχνά πως δρουν για το όφελος των γυναικών. Προστατεύοντας τις γυναίκες από το άγνωστο, παραμένει ένα από τα παλιότερα επιχειρήματα των συντηρητικών για να δικαιολογήσουν το ψυχολογικό, πολιτιστικό και φυσικό πόλεμο εναντίον των γυναικών. Το αποτέλεσμα είναι, τα γυναικεία σώματα και συμπεριφορές να εργαλειοποιούνται για τα συμφέροντα ενός αυξανόμενα αντιδραστικού παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Η αποικιοκρατία χθες και ο καπιταλιστικός μιλιταρισμός σήμερα στοχεύουν άμεσα τις σφαίρες της κοινοτικής οικονομίας και η αυτονομία των γυναικών μέσα σε αυτές. Το αποτέλεσμα είναι, μια επιδημία κυμάτων βίας εναντίον των γυναικών που καταστρέφουν ότι απέμεινε από τη ζωή, πριν οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και μέθοδοι παραγωγής να κυριαρχήσουν. Καμιά έκπληξη τότε, που οι γυναίκες, αισθανόμενες τη καπιταλιστική κυριαρχία και βία πιο έντονα και από όλες τις πλευρές, είναι συχνά στη πρώτη γραμμή του Παγκόσμιου Νότου στο πόλεμο εναντίον της καπιταλιστικής καταστροφής της γης, του νερού και των δασών τους.

Ιμπεριαλιστικός Φεμινισμός και Πατριαρχικός Σοσιαλισμός

Ας μιλήσουμε για ακόμη δυο θέματα με τα οποία οι ριζοσπαστικοί γυναικείοι αγώνες πρέπει να αντιμετωπίσουν σήμερα.

Ίσως το παλιότερο από τα δύο είναι η περιθωριοποίηση της γυναικείας χειραφέτησης από προοδευτικές, σοσιαλιστικές, αντιαποικιοκρατικές και άλλες αριστερές ομάδες και κινήματα. Ιστορικά, αν και οι γυναίκες συμμετείχαν σε απελευθερωτικά κινήματα σε διάφορους ρόλους, τα αιτήματα τους παραμερίζονταν προς όφελος αυτών που ταυτοποιούνται από τους (συνήθως άντρες) ηγέτες ως προτεραιότητες. Αυτό όμως δεν είναι ένα γεγονός εγγενές στους αγώνες για το σοσιαλισμό ή άλλες εναλλακτικές στο καπιταλισμό. Στη πραγματικότητα είναι μάλλον μια απόδειξη του πόσο βαθιά ο αγώνας ενάντια στη καταπίεση και την εκμετάλλευση πρέπει να φτάσει, αν είναι να πετύχουμε πραγματική αλλαγή.

Τα απολυταρχικά χαρακτηριστικά περασμένων ιστορικών εμπειριών, βασισμένα στις ιδιαίτερα μοντερνιστικές και κρατιστικές εμμονές τους που προσομοιάζουν σε κοινωνική μηχανική, είναι πολύ κοντά με τις πατριαρχικές θεωρήσεις της ζωής. Όπως έχουν ήδη σημειώσει πολλοί-ες φεμινιστές-ριες ιστορικοί , η τάξη σημαίνει διαφορετικά πράγματα για τις γυναίκες και τους άνδρες, ιδιαίτερα καθώς τα γυναικεία σώματα και άμισθη εργασία έγιναν αντικείμενα οικειοποίησης και εμπορευματοποίησης από τα κυρίαρχα συστήματα με τρόπους που κανονικοποίησε βαθιά την κατάσταση υποταγής τους.

Ως αποτέλεσμα χιλιετιών γυναικοκτόνων συστημάτων, πολλά από τα οποία δεν αναφέρονται ακόμη και σήμερα στα μαθήματα ιστορίας, συνδυασμένα με την καθημερινή αναπαραγωγή της πατριαρχικής κυριαρχίας στην ηγεμονική κουλτούρα, τις στενές σχέσεις ή στην φαινομενικά σφαίρα αγάπης της οικογένειας, βαθιά ψυχολογικά τραύματα και εξωτερικευμένες συμπεριφορές παράγουν την ανάγκη για μια ριζική μετακίνηση από τις κοινωνικές και πολιτιστικές προσδοκίες της παθητικής θηλυκότητας και γυναικείας φύσης μέσω της ανάπτυξης της συνείδησης, της πολιτικής δράσης και της αυτόνομης οργάνωσης.

Όπως έδειξε το δικό μας παράδειγμα – ο γυναικείος αγώνας μέσα στο απελευθερωτικό κίνημα του Κουρδιστάν – δίχως το πλήρες διαζύγιο από τη πατριαρχία, δίχως το πόλεμο εναντίον της εσωτερικής μας αυτοϋποδούλωσης, δεν μπορούμε να παίξουμε τον ιστορικό μας ρόλο στον ευρύτερο απελευθερωτικό αγώνα. Ούτε μπορούμε να βρούμε καταφύγιο στα αυτόνομα γυναικεία καταφύγια δίχως να διατρέχουμε το κίνδυνο να αποκοπούμε από τα αληθινά προβλήματα και ανησυχίες της κοινωνίας – και με αυτό, από το κόσμο – την οποία επιδιώκουμε να χειραφετήσουμε. Με αυτή την έννοια, ο αυτόνομος γυναικείος αγώνας μας έχει γίνει η εγγύηση του λαού μας για τον εκδημοκρατισμό και την απελευθέρωση της κοινωνίας μια και του κόσμου πέρα από αυτή.

Η άλλη όψη αυτής της αρνητικής εμπειρίας των γυναικείων κινημάτων μέσα στους ευρύτερους αγώνες για απελευθέρωση σχετίζεται με το δεύτερο και πιο πρόσφατο ζήτημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι αγώνες των γυναικών: η αποριζοσπαστικοποίηση του φεμινισμού μέσα από τις φιλελεύθερες ιδεολογίες και συστήματα καπιταλιστικού μοντερνισμού. Όλο και περισσότερο, προοδευτικά κινήματα και αγώνες που έχουν την δυνατότητα να πολεμήσουν την εξουσία έρχονται αντιμέτωπα με αυτό που η Arundhati Roy αναφέρει ως «ΜΚΟ-ποίηση της αντίστασης». Ένα από τα βασικά εργαλεία για τον περιορισμό και την εξημέρωση της γυναικείας επανάστασης και οργής είναι η ανάθεση των κοινωνικών αγώνων στο πεδίο των οργανώσεων της αστικής κοινωνίας και ελιτίστικων θεσμών που αναγκαία συχνά είναι αποκομμένα από τους ανθρώπους στη βάση.

Δεν είναι σύμπτωση πως κάθε χώρα που έχει δεχθεί εισβολή και έχει κατακτηθεί από τα Δυτικά κράτη που ισχυρίζονται πως εισάγουν «ελευθερία και δημοκρατία» είναι πλέον κατοικία μιας πληθώρας ΜΚΟ για τα δικαιώματα της γυναίκας. Το γεγονός πως η βία κατά των γυναικών αυξάνεται στις επιτιθέμενες χώρες πρέπει να δημιουργήσει ερωτήματα για τη λειτουργία και σκοπό που τέτοιοι οργανισμοί παίζουν για την δικαιολόγηση της αυτοκρατορίας. Ζητήματα που απαιτούν ριζική αναδιάρθρωση ενός καταπιεστικού διεθνούς συστήματος έχουν υποβαθμιστεί τώρα σε περιθωριακά φαινόμενα που μπορούν να επιλυθούν μέσα από εταιρική πολυπολιτισμική πολιτική, κανονικοποιόντας έτσι την γυναικεία αποδοχή των κοσμητικών αλλαγών σε βάρος του ριζικού μετασχηματισμού.

Σήμερα, οι γυναίκες αναμένεται να πανηγυρίζουν αυτοαναφορικές εκδηλώσεις των πιο ακραίων μορφών ιμπεριαλισμού και νεοφιλελευθερισμού για την «την απουσία έμφυλου αποκλεισμού» και «φιλικότητα προς τη γυναίκα». η γκροτέσκα αυτή οικειοποίηση των γυναικείων αγώνων και της έμφυλης ισότητας φάνηκε σε πρόσφατο άρθρο στον The Guardian που έγραψαν από κοινού η σταρ του Χόλυγουντ και πρέσβειρα του ΟΗΕ Angelina Jolie, και ο γενικός γραμματέας του NATO Jens Stoltenberg, στο οποίο οι δυο τους ανακοίνωσαν δημόσια την συνεργασία τους για να εξασφαλίσουν πως το NATO θα εκπληρώσει «την ευθύνη και την ευκαιρία να είναι πρωτοπόρος προστάτης των γυναικείων δικαιωμάτων».

Η ιμπεριαλιστική νοοτροπία που υποβόσκει τη λογική πως το NATO, ένας από τους κύριους ενόχους για τη παγκόσμια βία, τη γενοκτονία, τον ακατάγγελτο βιασμό, τη γυναικοκτονία και την οικολογική καταστροφή, θα ηγηθεί του φεμινιστικού αγώνα με το να εκπαιδεύσει τα στελέχη του να είναι πιο «ευαίσθητα» για τα γυναικεία δικαιώματα, είναι η περίληψη του δράματος του φιλελεύθερου φεμινισμού σήμερα. Η διαφοροποίηση καταπιεστικών θεσμών με το να συμπληρωθούν οι τάξεις τους με ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, φυλών, φύλων, σεξουαλικού προσανατολισμού και απόψεων σε μια προσπάθεια αορατοποίησης των τυραννικών πυλώνων τους, είναι μια από τις πιο καταστροφικές ιδεολογικές επιθέσεις στα εναλλακτικά φαντασιακά για μια δίκαιη ζωή με ελευθερία.

Τόσο οι δεξιοί συντηρητικοί όσο και ο μισογύνηδες, αυταρχικοί αριστεροί, ιδιαίτερα στη Δύση, με ευκολία αναφέρουν την κατηγορία «πολιτική ταυτοτήτων» και την υποτιθέμενη ευαισθησία τους για τα σημερινά κοινωνικά προβλήματα. Ο όρος «πολιτική ταυτοτήτων», όμως, επινοήθηκε στα 1970 από την Combahee River Collective, μια ριζοσπαστική φεμινιστική ομάδα μαύρων λεσβιών που έδινε έμφαση στη σημασία της αυτόνομης πολιτικής δράσης, της αυτοπραγμάτωσης, της ανάπτυξης της συνείδησης για την δυνατότητα απελευθέρωσης του ατόμου και της κοινωνίας με τους όρους των καταπιεσμένων προσώπων. Δεν ήταν όμως κάλεσμα σε εγωκεντρική εμμονή με τη ταυτότητα αποκομμένη από τα ευρύτερα θέματα της τάξης και της κοινωνίας. Αλλά αντίθετα τη διαμόρφωση σχεδίων δράσης με βάση την εμπειρία για την αντιμετώπιση πολλαπλών στρωμάτων καταπίεσης.

Εστιάζοντας στη ταυτότητα την ίδια ως αξία, όπως θα ήθελε η φιλελεύθερη ιδεολογία να κάνουμε, κρύβει το κίνδυνο να πέσουμε στην άβυσσο του φιλελεύθερου ατομισμού, στον οποίο μπορούμε να δημιουργήσουμε καταφύγια ασφαλών χώρων, αλλά τελικά να γίνουμε άμεσα ή έμμεσα συνένοχοι στη διαιώνιση ενός παγκόσμιου συστήματος οικοκτονίας, ρατσισμού, πατριαρχικής βίας και ιμπεριαλιστικού μιλιταρισμού.

Διεθνισμός σημαίνει Άμεση Δράση

Μια από τις κύριες τραγωδίες των εναλλακτικών αναζητήσεων είναι έτσι η ανάθεση της ατομικής ή συλλογικής θέλησης σε οντότητες εκτός της αγωνιζόμενης κοινότητας: άνδρες, ΜΚΟ, το κράτος, το έθνος και ούτω καθεξής. Η κρίση της αντιπροσωπευόμενης φιλελεύθερης δημοκρατίας έχει μεγάλη σχέση με την  ανικανότητα της να εκπληρώσει την υπόσχεση της, δηλαδή να αντιπροσωπεύσει όλα τα κομμάτια της κοινωνίας. Όπως έχουν βιώσει ιστορικά οι καταπιεσμένες ομάδες, ιδιαίτερα οι γυναίκες, η απελευθέρωση κάποιου δεν μπορεί να παραδοθεί στα ίδια τα συστήματα που αναπαράγουν αβάσταχτη βία και υποταγή. Μπροστά σε αυτά τα ψευδή διλήμματα με τα οποία έρχονται συχνά αντιμέτωποι οι γυναικείοι αγώνες, η αναγκαιότητα για διεθνισμό εμφανίζεται ακόμα πιο επιτακτική.

Στη καρδιά του διεθνισμού ιστορικά βρίσκεται η συνειδητοποίηση πως πέρα από οποιαδήποτε υπάρχουσα τάξη, οι άνθρωποι πρέπει να έχουν επίγνωση των δεινών του άλλου και να βλέπουν την καταπίεση του ενός ως δυστυχία όλων. Ο διεθνισμός είναι μια επαναστατική προέκταση της αυτεπίγνωσης κάποιου στο πεδίο της ανθρωπότητας ως σύνολο, βασισμένη στην ικανότητα να βλέπει τη σύνδεση διαφορετικών εκφράσεων της καταπίεσης. Υπό την έννοια αυτή, ο διεθνισμός υποχρεωτικά πρέπει να απορρίπτει κάθε μορφή ανάθεσης σε θεσμούς του στάτους κβο και πρέπει να καταφύγει σε στιβαρή, άμεση δράση.

Πριν από περισσότερο από εκατό χρόνια, ο μήνας του Μαρτίου επιλέχθηκε από σοσιαλίστριες εργαζόμενες γυναίκες να είναι η διεθνής ημέρα των γυναικών και των μαχητικών αγώνων τους. έναν αιώνα μετά, ο Μάρτιος έγινε ο μήνας τιμής και μνήμης για τις διεθνίστριες γυναίκες στην επανάσταση της Ροζάβα. Το περασμένο Μάρτιο, δυο σπουδαίες μαχήτριες γυναίκες, η Anna Campbell (Hêlîn Qerecox), μια επαναστάτρια αντιφασίστρια από την Αγγλία, και η Alina Sanchez (Lêgêrîn Ciya), μια σοσιαλίστρια διεθνίστρια γιατρός από την Αργεντινή, έχασαν τις ζωές τους στη Ροζάβα, κατά την αναζήτηση μια ζωής ελεύθερης από το πατριαρχικό φασισμό και τους μισθοφόρους του υπό το καπιταλιστικό μοντερνισμό.

Τρία χρόνια νωρίτερα, το Μάρτιο του 2015, μια από τις πρώτες μάρτυρες της Επανάστασης της Ροζάβα, η γερμανίδα μαύρη κομμουνίστρια Ivana Hoffman, έχασε τη ζωή της από τους γυναικοκτόνους βιαστές φασίστες του ISIS. Μαζί με χιλιάδες γυναίκες κουρδικής, αραβικής, συριακής, χριστιανικής, αρμένικης καταγωγής και άλλων συντροφισσών, οι τρεις αυτές γυναίκες, στο πνεύμα του γυναικείου διεθνισμού, επέμεναν στο να είναι στη πρώτη γραμμή του αγώνα εναντίων της καταστροφής των γυναικείων « περιβάλλοντων κόσμων» (Lebenswelt) από πατριαρχικά συστήματα. Τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι λέξεις, περισσότερο από τρεις μήνες μετά, το σώμα της Anna ακόμη βρίσκεται κρυμμένο κάτω από τα ερείπια στο μέσω της αποικιοκρατικής, πατριαρχικής κατάληψης από το Τουρκικό κράτος του Αφρίν, Ροζάβα.

Στη καρδιά της άμυνας της ανθρωπότητας στα χέρια αυτών των γυναικών, ήταν η δέσμευση της ωραιοποίησης της ζωής μέσω του μόνιμου αγώνα ενάντια στα φασιστικά κινήματα και νοοτροπίες. Στο πνεύμα της επανάστασης στην οποία εντάχθηκαν, δεν θα διακινδυνέψουν την γυναικεία φύση τους για χάρη της απελευθέρωσης που περιθωριοποιεί τον αγώνα ενάντια στην πατριαρχία.

Προς το τέλος της περασμένης χρονιάς. Γυναίκες κουρδικής, συριακής, χριστιανικής και τουρκμένικης καταγωγής, μαζί με διεθνίστριες συντρόφισσες, ανακοίνωσαν την απελευθέρωση της Ράκα και αφιέρωσαν την ιστορική στιγμή στην ελευθερία όλων των γυναικών στο κόσμο . ανάμεσα τους ήταν οι γυναίκες Γιεζίντι, που οργανώθηκαν αυτόνομα για να πάρουν εκδίκηση από τους βιαστές του ISIS που τρία χρόνια πριν είχε διαπράξει γενοκτονία εναντίον της κοινότητας τους και σκλάβωσαν χιλιάδες γυναίκες.

Οι επαναστατικοί γυναικείοι αγώνες – αντίθετα με τις σύγχρονες φιλελεύθερες οικειοποιήσεις της φεμινιστική γλώσσα – ενσάρκωναν πάντοτε το πνεύμα του διεθνισμού, στον αγώνα κατά του φασισμού και του εθνικισμού. Για να παραμείνουν αληθινοί στην υπόσχεσή τους για αλληλεγγύη, οι διεθνιστικές πολιτικές στο πνεύμα των γυναικείων αγώνων, πρέπει να κατανοήσουν πως η καταστολή μπορεί να υπάρχει με πληθώρα μορφών, έτσι ώστε τόσο η βία όσο και η αντίσταση εναντίον της δεν χρειάζεται να μοιάζουν μεταξύ τους παντού.

Ο σημερινός διεθνισμός χρειάζεται να επαναδιεκδικίσει την άμεση δράση ως συστημική αλλαγή δίχως εξάρτηση σε εξωτερικής δυνάμεις- κόμμα, κυβέρνηση ή κράτος – και πρέπει να είναι ριζοσπαστικά δημοκρατική, αντιρατσιστική και αντιπατραρχική

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s