Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Irish Anarchist Review, τεύχος 11 της οργάνωσης Workers Solidarity Movement). Ο Tom Murray είναι ακτιβιστής και αναρχικός, μέλος του WSM. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. (Πρώτη δημοσίευση provo.gr)

 

 

«Στην ιστορία της ανθρωπότητας κάθε πράξη καταστροφής βρίσκει, αργά ή γρήγορα, την απάντηση της σε μια πράξη δημιουργίας»

Eduardo Galeano

 

Στην Βολιβία, υπήρξαν αξιοσημείωτες εμπειρίες στις αστικές περιφέρειες, ιδιαίτερα στην Κοτσαμπάμπα, που δείχνουν την δυνατότητα των λαϊκών κινημάτων βάσης για τη δημιουργία μιας ελεύθερης κοινωνίας βασισμένη στην αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια. Το υπόβαθρο του Πολέμου του Νερού στη χώρα τον Απρίλιο του 2000 πρέπει να γίνει κατανοητό ξεχωριστά από τα προηγούμενα κύματα αγώνα, ιδιαίτερα τις τεράστιες διαδηλώσεις για την αυτονομία και ζωή των καλλιεργητών κόκας, των ιθαγενών του Αμαζονίου, και άλλων που αναδύθηκαν με την εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου το 1985. Το κλείσιμο ορυχείων που ακολούθησε και η αστική μετανάστευση προκάλεσε τεράστιες αυξήσεις πληθυσμού στα αστικά κέντρα της Βολιβίας, ιδιαίτερα στη Κοτσαμπάμπα, την Τρίτη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Η κρατική εταιρεία ύδρευσης, Semapa, κάλυπτε μόνο το μισό πληθυσμό της πόλης. Στις παρεμελλημένες νότιες περιφέρειες, ομάδες γειτονιάς οργανώθηκαν σε ενώσεις για φέρουν νερό στα σπίτια τους. Συνεταιρισμοί, που δημιουργήθηκαν δίχως κρατική βοήθεια, άνοιξαν πηγάδια, έφτιαξαν υδραγωγούς και δημιούργησαν ακόμη και αγωγούς όμβριων και υπόνομους. Σε περιπτώσεις  που δεν μπορούσαν να ανοιχτούν, οι κοινότητες έφερναν τα δικά τους βυτιοφόρα και οργάνωναν καθημερινές παραδόσεις. Ως το 1990, περίπου 140 επιτροπές αστικής ύδρευσης είχαν ιδρυθεί στα νότια της Κοτσαμπάμπα, με κάπου μεταξύ 100 ως 1000 οικογένειες στη κάθε μια.

Οι επιτροπές αστικής ύδρευσης έπαιξαν καίριο ρόλο στο Πόλεμο του Νερού που ξέσπασε μετά την απόφαση του κράτους να παραδώσει τον έλεγχο της Semapa σε μια πολυεθνική εταιρία (ΣτΜ: Bechtel), που αύξησε τη τιμή του νερού  και απειλούσε να πάρει το νερό που οι κάτοικοι μάζευαν με τη προσωπική τους εργασία. Το Συντονιστικό Νερού της Κοτσαμπάμπα, μια συμμαχία κοινοτικών ομάδων, οργάνωσαν μαζικές διαδηλώσεις στις οποίες συμμετείχαν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων. Ένας πολίτης σκοτώθηκε και σχεδόν 200 τραυματίστηκαν στις συγκρούσεις με την αστυνομία. Ο αγώνας άνοιξε ένα κύκλο διαμαρτυριών που υπέσκαψε το νεοφιλελεύθερο μοντέλο και οδήγησε στην εκλογή του Evo Morales του Κινήματος Προς το Σοσιαλισμό (MAS). Ο διωγμός της πολυεθνικής επέτρεψε στους ανθρώπους να εκλέξουν τους δικούς τους αντιπροσώπους να ελέγχουν τη κρατική εταιρεία ύδρευσης.

Η εγκατάσταση υπηρεσιών ύδρευσης στις αστικές περιφέρειες έγινε τώρα προτεραιότητα. Τον Αύγουστο του 2004, οι επιτροπές αστικής ύδρευσης δημιούργησαν την Ένωση Κοινοτικών Δικτύων Ύδρευσης στο Νότο για να εξασφαλίσουν τη παροχή καθαρού νερού. Ο μεγάλος αριθμός πηγαδιών είχε προκαλέσει ζημιές στον υδροφόρο ορίζοντα της κοιλάδας και η κεντρική παροχή νερού ήταν αναγκαία. Οι κάτοικοι όμως έχοντας πολεμήσει για μια δεκαετία για την αυτονομία και δεν ήταν έτοιμη να τη παραδώσουν. Όπως δήλωσε η Ένωση: «Θα γίνουμε μεμονωμένοι και ανώνυμοι χρήστες για την κοινοτική εταιρεία; Ή θα μπορέσουμε να κρατήσουμε τους οργανισμούς μας, την λήψη αποφάσεων και τις μορφές αυτοδιαχείρισης που χρησιμοποιούσαμε για χρόνια;». αποφάσισαν να επιτρέψουν στη Semapa να παρέχει νερό «χονδρικά» στις επιτροπές, που θα κρατούσαν τον έλεγχο της διανομής και θα συνέχιζαν να παρέχουν νερό στους κατοίκους.

Κατάκτηση και Κοινότητα

Πως μπορούμε να κατανοήσουμε αυτά τα γεγονότα; Ίσως το πιο σημαντικό πλαίσιο είναι η αποικιακή ιστορία της Λατινικής Αμερικής, η διαδικασία των 500 χρόνων εκμετάλλευσης από και αντίστασης απέναντι στις Ευρωπαϊκές και αργότερα τις Βορειοαμερικάνικες δυνάμεις. Η αποικιακή ιστορία της Λατινικής Αμερικής όχι μόνο χώριζε τη μία χώρα από την άλλη, άφησε επίσης ένα έντονο εσωτερικό χάσμα μέσα στις ίδιες τις χώρες μεταξύ μιας μικρής πλούσιας ελίτ (συχνά λευκή, ευρωπαϊκή, δυτικοποιημένη) και μιας τεράστιας μάζας εξαθλιωμένων ανθρώπων (αυτόχθονες, Ινδιάνους, μαύρους, μιγάδες ή μεστίζο). Από τα 1960 και μετά, η επιβολή της γνώμης της Ουάσιγκτον, ή νεοφιλελεύθερων προγραμμάτων, οδήγησαν τελικά σε μαζικές κοινωνικές κινητοποιήσεις, μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ των όλο και περισσότερων λαϊκών αριστερών Λατινοαμερικάνικων κρατών και, συγκεκριμένα, την ευρεία πολτοποίηση των αυτόχθονων λαών. Στη Βολιβία, ήδη από το 1973, το Μανιφέστο του Τιαουανάκο, που συντάχθηκε από μέλη των φυλών των Aymara και Qhechwa, συνέδεσαν την καταπίεση τους με την οικονομική εκμετάλλευση, ανακάλεσαν την ανάμνηση αυτόχθονων επαναστατών όπως ο Túpac Katari, ο Bartolina Sisa, ο Willka Zárate και διακήρυξαν πως «η αφετηρία της επανάστασης πρέπει να είναι ο λαός μας».

Ο τρόπος δράσης των αυτόχθονων, βασισμένος σε συνεργατικές πρακτικές ριζωμένες στην προγονική μνήμη, κοινότητα και οικολογία, ενέπνευσε την αντίσταση στην εκμετάλλευση στην ύπαιθρο και στην επανάκτηση του πολιτικού χώρου από εκείνους που εκτοπίστηκαν στις πόλεις. Συνεργατικές πρακτικές  άγγιξαν και τους μη αυτόχθονες, ιδιαίτερα στις περιφερειακές αστικές γειτονιές. Σε διεθνές επίπεδο οι ιδέες των αυτόχθονων πληθυσμών επηρέαζαν τα οικολογικά κινήματα που έδειχναν στις προσπάθειες της Βολιβίας να υπερασπιστεί με το σύνταγμα της τα «δικαιώματα της Μητέρας Γης» όχι απλά να υπάρχει αλλά και να αναγεννάτε. Όμως, τα «αυτόχθονα Λατινοαμερικάνικα κινήματα, γράφει ο Raúl Zibechi, «είναι πολύ διαφορετικά από τα κοινωνικά κινήματα που ξεπηδούν σε άλλες περιοχές του κόσμου επειδή καταρχάς είναι μαχητικά κινήματα που βασίζονται πάνω στην υπεράσπιση μιας περιοχής. Ο αγώνας για εδαφική αυτονομία είναι πολύ σημαντικός εδώ. Δεύτερο, αποτελούνται από ανθρώπους που έχουν εξαιρεθεί από τις κοινωνίες τους, μαύροι, αυτόχθονες, μιγάδες. Αυτά δεν είναι κινήματα μόνο για τους φτωχούς αλλά για τους καταπιεσμένους, εκείνους που έχουν αναγκαστεί να αισθάνονται κατώτεροι».

Κρατική Εξουσία εναντίον Κοινωνικού Ιστού

Οι νέες κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής πρέπει να γίνουν αντιληπτές όχι μόνο σαν αποτέλεσμα αυτών των λαϊκών αγώνων αλλά και ως μια προσπάθεια να τους καταστρέψουν. Οι υπερασπιστές των προοδευτικών κυβερνήσεων ισχυρίζονται ειλικρινά ότι είναι δεμένες με τις διεθνείς αγορές και τις Ηνωμένες Πολιτείες, πως είναι καλύτερες από τις δεξιές κυβερνήσεις, και πως προσφέρουν στα κινήματα ευκαιρίες να εξαργυρώσουν τα κέρδη τους. το επιχείρημα αυτό είναι πραγματικό αλλά αφορά το βραχυπρόθεσμο και είναι άποψη από τα πάνω. Ο Oscar Oliveira, ηγετική μορφή στο Συντονισμό Ύδρευσης της Κοτσαμπάμπα, επέκρινε τη πρώτη χρονιά της κυβέρνησης Morales: «Το κράτος οικειοποιείται δυνατότητες που ανακτήσαμε με μεγάλο κόστος, τη δυνατότητα να επαναστατείς, να κινητοποιείσαι, να οργανώνεσαι, και να προωθείς προτάσεις. Προσφέρουν θεσμικές θέσεις σε εκπροσώπους των κινημάτων, πρεσβείες σε κοινωνικούς ηγέτες, και απορρίπτουν και στιγματίζουν εκείνους από εμάς που δεν θέλουν να μπουν σε κρατικούς θεσμούς αλλά αντίθετα θέλουν να συγκρουστούν μαζί τους, ισχυριζόμενοι πως χρηματοδοτούμαστε από τη Δεξιά». Η διαδικασία αυτή της οικειοποίησης και της καταστολής συνεχίζεται ως σήμερα με προβλέψιμα αποτελέσματα. Πιο πρόσφατα η κυβέρνηση MAS-Morales επέτρεψε στην ακμάζουσα εξορυκτική βιομηχανία της Βολιβίας να χρησιμοποιήσει τεράστιες ποσότητες νερού, θέτοντας τα ορυχεία, που πολλά ανήκουν σε ξένα συμφέροντα, σε άμεσο ανταγωνισμό με τις τοπικές κοινότητες για τους υδάτινους πόρους. Παρά ότι αναφέρει το Σύνταγμα της Βολιβίας, αυτό συμβαίνει δίχως την συγκατάθεση των αυτόχθονων πληθυσμών, παρόλο που η κλιματική αλλαγή προκαλεί συνθήκες ξηρασίας σε μεγάλες εκτάσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Την ίδια στιγμή, έσοδα από το πετρέλαιο και το αέριο έχουν προσφέρει κάποιου είδους οικονομικής σταθερότητας, ουσιαστικό θέμα για την εκλογική βάση του MAS.

Το Μάρτιο του 2015, ο Olivera εξέφρασε το αίσθημα προδοσίας: «Η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται στον αγώνα για το νερό τώρα, γιατί δεν υπάρχουν χρήματα πίσω του, ενδιαφέρεται για την εξορυκτική βιομηχανία. Και το χειρότερο από αυτή τη κυβέρνηση δεν είναι πως καθιέρωσε ένα οικονομικό μοντέλο βασισμένο στις εξορύξεις, το χειρότερο είναι πως έχει διαλύσει τις αυτόνομες κοινωνικές οργανώσεις, τους μετέτρεψε σε χώρους κομματικής πολιτικής προπαγάνδας για τη κυβέρνηση. Οργανώσεις όπως ο Συντονισμός για το Νερό της Κοτσαμπάμπα, που ήταν η κοινωνική βάση για να γίνει πρόεδρος ο Morales, έχουν καταστραφεί, με τους ακτιβιστές να έχουν προσελκυσθεί από τη κυβέρνηση σε δημόσια αξιώματα». Υπάρχει μια βαθιά δυσπιστία προς αυτούς τους ακτιβιστές που παρέμειναν στο κίνημα. Στο μεταξύ, η πλειονότητα των ανθρώπων έχουν επιστρέψει, όπως πριν, στην αποδιοργάνωση και το καθημερινό στρες. «Για εμάς», λέει ο Olivera, «η μάχη το 2000 δεν ήταν για αυξήσουμε το επίπεδο κατανάλωσης μας, αλλά ώστε οι άνθρωποι να μπορούν από τα κάτω, συλλογικά να πάρουν αποφάσεις και να καθορίσουν τη πορεία τους, ώστε να δώσουν περιεχόμενο στις ζωές τους και πως να το κάνουν. Σήμερα, ακόμη μια φορά, το Κράτος έχει οικειοποιηθεί τις πολιτικές μας, τη δημοκρατία μας, τις φωνές μας, την ικανότητα μας να αποφασίζουμε και να χτίζουμε».

Για να συνοψίσω, η αληθινή σημασία των επιτροπών νερού της Κοτσαμπάμπα δεν ήταν ο ρόλος τους στον ερχομό μιας αριστερής λαϊκίστικης κυβέρνησης στην εξουσία αλλά αντίθετα η προσφορά ενός σημαντικού παραδείγματος εναλλακτικών, συνεργατικών τρόπων διαχείρισης των κοινών. Οι κοινότητες της Κοτσαμπάμπα απέρριψαν το τις αντιλήψεις «της ατομικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας» και «της κρατικής δημόσιας ιδιοκτησίας» προτείνοντας αυτού που περιγράφουν ως «κοινοτική δημόσια ιδιοκτησία». Ο τρόπος αυτός ιδιοκτησίας δεν εξαρτάται από την κυβέρνηση αλλά από τους ίδιους τους ανθρώπους, ούτε ανήκει σε ένα μόνο άτομο, αλλά σε ολόκληρη τη κοινότητα. Σύμφωνα με τον Anibal Quijano, αυτή η μορφή αντικαπιταλιστικής ιδιοκτησίας, λειτουργώντας πάνω στην αμοιβαιότητα, την ισότητα και την αλληλεγγύη, έχει εκτεταμένες και βαθιές ρίζες στη Λατινική Αμερική. Κοινοτικοί οργανισμοί «δεν είναι νησιά στη θάλασσα του αστικού κόσμου που κυριαρχείται από το κεφάλαιο. Είναι κομμάτι της θάλασσας που, με τη σειρά της, ρυθμίζει και ελέγχει τη λογική του κεφαλαίου». Είναι αυτός ο κοινωνικός ιστός που χρειάζεται ύφανση από την αρχή στη Βολιβία, ακόμη αν και οι οικονομικές και κρατικές δυνάμεις επιδιώκουν το ξήλωμα του. Όπως το έθεσε ο Olivera όταν ρωτήθηκε για τις ελπίδες του για το μέλλον της Βολιβίας: «Ξέρουμε πως να διώξουμε μια κυβέρνηση, στρατιωτική ή πολιτική δικτατορία. Ξέρουμε και μπορούμε. Και θα το κάνουμε, φυσικά όταν το επιτρέψει η στιγμή και οι άνθρωποι είναι αποφασισμένοι. Το πρόβλημα είναι να το ξαναφτιάξεις, και για να ξαναφτιάξεις το κοινωνικό ιστό: αυτό απαιτεί χρόνια, προσπάθεια, θυσίες και αίμα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s