Απομαγνητοφώνηση διάλεξης του Giorgio Agamben στο NOMAD University στη Πάντοβα το Νοέμβριο του 2006 σε σεμινάριο με θέμα το πόλεμο και τη δημοκρατία (Διαθέσιμο στα αγγλικά στο ψηφιακό αρχείο Generation Online). Ο Giorgio Agamben είναι φιλόσοφος. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Πριν πολλά χρόνια είχα μια συζήτηση με τον Guy (Debord) που πίστευα πως στρέφονταν γύρω από τη πολιτική φιλοσοφία, μέχρι που σε κάποιο σημείο ο Guy με διέκοψε και είπε: «Κοίτα, δεν είμαι φιλόσοφος, σχεδιάζω στρατηγικές». Αυτή η δήλωση μου έκανε εντύπωση επειδή τον έβλεπα ως φιλόσοφο όπως και έμενα ως τέτοιο, αλλά πιστεύω πως αυτό που ήθελε να πει ήταν πως κάθε σκέψη, όσο «αγνή» και αν είναι, γενική ή αφηρημένη και αν προσπαθεί να είναι χαρακτηρίζεται πάντοτε από ιστορικά και προσωρινά σημάδια και έτσι δεσμεύεται και κατά κάποιο τρόπο αξιοποιείται σε μια στρατηγική και ανάγκη. Το λέω αυτό επειδή οι συλλογισμοί μου θα είναι ξεκάθαρα γενικοί και δεν θα μπω στο ειδικό θέμα των συγκρούσεων αλλά ελπίζω πως θα φέρουν τα σημάδια μιας στρατηγικής.

Θα ήθελα να ξεκινήσω από μια κοινότοπη εξέταση της ετυμολογίας της λέξης μητρόπολη. Όπως γνωρίζεται, στα ελληνικά μητρόπολη σημαίνει Μητρική Πόλη και αναφέρεται στη σχέση μεταξύ πόλεων και αποικιών. Οι πολίτες μιας πόλης  που έφυγαν για να ιδρύσουν μια αποικία αποκαλούνταν εν αποικία: απομακρυνόμενοι από τη πατρίδα και από τη πόλη, που στη συνέχεια αναλαμβάνει, σε σχέση με την αποικία, το χαρακτήρα της Μητρικής Πόλης, της Μητρόπολης. Όπως γνωρίζεται η έννοια αυτή της λέξης είναι ακόμη επίκαιρη και σήμερα χρησιμοποιείται για να εκφράσει τη σχέση των μητροπολιτικών περιοχών της πατρίδας με τις αποικίες. Η πρώτη διδακτική παρατήρηση που προκύπτει από την ετυμολογία  είναι πως η λέξη μητρόπολη υποδηλώνει έντονα μια μέγιστη απομάκρυνση και χωρική και πολιτική ανομοιογένεια, όπως αυτή που ορίζει τη σχέση μεταξύ του κράτους, ή της πόλης, και των αποικιών. Και αυτό δημιουργεί μια σειρά από αμφιβολίες γύρω από την σύγχρονη αντίληψη της μητρόπολης ως ενός αστικού, συνεχούς και σχετικά ομογενούς ιστού. Αυτή είναι η πρώτη σκέψη: η ισονομία που ορίζει την ελληνική πόλη ως μοντέλο πολιτικής πόλης εξαιρείται από τη σχέση μητρόπολης και αποικίας, και έτσι όταν ο όρος μητρόπολη, όταν μεταφέρεται για να περιγράψει τον αστικό ιστό, κουβαλά μαζί του αυτή την θεμελιώδη ανομοιογένεια.. έτσι προτείνω να κρατήσουμε τον όρο μητρόπολη για κάτι ουσιαστικά άλλο από την πόλη, με τη παραδοσιακή αντίληψη της πόλης, για παράδειγμα κάτι πολιτικά και χωρικά ισόνομο. Προτείνω τη χρήση αυτού του όρου, μητρόπολη, για να περιγράψει τον νέο αστικό ιστό που αναδύεται παράλληλα με τις διαδικασίες μετασχηματισμού που ο Michel Foucault όρισε ως την μετατόπιση από την εδαφική ισχύ του αρχαίου καθεστώτος, της κυριαρχίας, στη σύγχρονη βιοεξουσία, δηλαδή στην ουσία της, την διακυβέρνηση.

Αυτό σημαίνει πως για να κατανοήσουμε τι είναι μια μητρόπολη, καποιος χρειάζεται να κατανοήσει τη διαδικασία με την οποία η η εξουσία παίρνει προοδευτικά το χαρακτήρα της διακυβέρνησης των πραγμάτων και των ζώντων, ή αν προτιμάτε της οικονομίας. Οικονομία δεν σημαίνει παρά διακυβέρνηση, το 18ο αιώνα, η διακυβέρνηση πραγμάτων και ζώντων. Η πόλη του φεουδαρχικού συστήματος του αρχαίου καθεστώτος ήταν πάντοτε σε μια κατάσταση εξαίρεσης σε σχέση με τις μεγάλες εδαφικές δυνάμεις, ήταν η citta franca, σχετικά αυτόνομη από τις μεγάλες εδαφικές δυνάμεις. Έτσι θα μπορούσα να πω πως η μητρόπολη είναι το επινόημα ή το σύνολο των επινοημάτων που αντικαθιστούν την πόλη όταν η εξουσία γίνεται κυβέρνηση των ζώντων και των πραγμάτων.

Δεν μπορούμε να μπούμε στη πολυπλοκότητα του μετασχηματισμού της εξουσίας σε κυβέρνηση. Η κυβέρνηση δεν είναι επικυριαρχία και βια, είναι μια πιο σύνθετη διαμόρφωση που διατρέχει την ίδια τη φύση των κυβερνώμενων, υπονοώντας έτσι την ελευθερία τους, είναι μια εξουσία που δεν είναι υπερβατική αλλά έμφυτη, ο ουσιαστικός της χαρακτήρας είναι πως πάντα είναι, στην συγκεκριμένη της έκφραση, μια παράπλευρη συνέπεια, κάτι που προέρχεται από μια γενική οικονομία που καταλήγει στο συγκεκριμένο. Όταν οι στρατηγικοί σχεδιαστές των ΗΠΑ μιλούν για παράπλευρη ζημιά, πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν κυριολεκτικά: η κυβέρνηση πάντοτε έχει αυτό το σχεδιάγραμμα γενικής οικονομίας, με παράπλευρες συνέπειες στα ειδικά, στα υποκείμενα.

Πηγαίνοντας πίσω στη μητρόπολη, η ιδέα μου είναι πως δεν αντιμετωπίζουμε μια διαδικασία ανάπτυξης και εξέλιξης της παλιάς πόλης, αλλά ο θεσμός ενός νέου παραδείγματος του οποίου ο χαρακτήρας πρέπει να αναλυθεί. Αναμφισβήτητα ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η μετακίνηση από το μοντέλο της πόλης έχει ιδρυθεί σε ένα κέντρο, δηλαδή, ένα δημόσιο κέντρο ή αγορά, σε μια νέα μητροπολιτική χωροταξία που είναι αναμφισβήτητα ενταγμένη σε μια διαδικασία απολιτικοποίησης, που οδηγεί σε μια παράξενη ζώνη που είναι αδύνατο να αποφασιστεί τι είναι ιδιωτικό και τι δημόσιο.

Ο Michel Foucault προσπάθησε να ορίσει κάποια από τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά αυτού του αστικού χώρου σε σχέση με την κυβερνησιμότητα. Σύμφωνα με αυτόν, υπάρχει μια σύγκλιση δυο παραδειγμάτων, που έως τώρα ήταν διακριτά: λέπρα και λοιμός. Το παράδειγμα της λέπρας ήταν ξεκάθαρα βασισμένο στην εξαίρεση, προϋπέθετε πως οι λεπροί ήταν «τοποθετημένοι εκτός» πόλης. Στο μοντέλο αυτό, η αμόλυντη πόλη κρατά τον ξένο έξω, ο μεγάλος εγκλεισμός (grand enfermement), κλείσιμο και εξαίρεση. Το μοντέλο του λοιμού  είναι εντελώς διαφορετικό και προσφέρει ένα άλλο παράδειγμα. Όταν η πόλη πλήττεται από λοιμό είναι αδύνατο να μεταφέρεις τα θύματα του λοιμού έξω. Το αντίθετο, είναι μια περίπτωση  δημιουργίας ενός μοντέλου παρακολούθησης, ελέγχου και μορφής των δημόσιων χώρων. Αυτοί διαιρούνται σε τομείς, μέσα σε κάθε τομέα κάθε δρόμος είναι αυτόνομος και υπό τον έλεγχο κάποιου διοικητή, κανένας δε μπορεί να βγει από το σπίτι αλλά καθημερινά τα σπίτια ελέγχονται, κάθε ένοικος ελέγχεται, πόσοι είναι εκεί, είναι νεκροί κλπ. Είναι το χτένισμα της αστικής περιοχής , ελεγχόμενο από διοικητές, γιατρούς και στρατιώτες. Έτσι ενώ ο λεπρός απορρίφθηκε από ένα μηχανισμό εξαίρεσης, το θύμα του λοιμού εγκλείεται, ελέγχεται και θεραπεύεται μέσα από ένα περίπλοκο δίκτυο επινοημάτων που χωρίζουν και ατομικοποιούν, και κάνοντάς το εκφράζουν την αποτελεσματικότητα του ελέγχου και της εξουσίας.

Έτσι ενώ η λέπρα είναι ένα παράδειγμα μιας κοινωνίας εξαίρεσης, ο λοιμός είναι το παράδειγμα σωφρονιστικών τεχνικών, τεχνολογιών που θα κουβαλήσουν την κοινωνία μέσα από  την μετάβαση από το αρχαίο καθεστώς στο σωφρονιστικό παράδειγμα. Σύμφωνα με το Foucault, ο πολιτικός χώρος του μοντερνισμού είναι το αποτέλεσμα αυτών των δυο παραδειγμάτων, σε κάποιο σημείο ο λεπρός αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως θύμα λοιμού, και το αντίθετο. Με άλλα λόγια, εκεί εμφανίζεται μια προβολή πάνω στο πλαίσιο της εξαίρεσης και διαχωρισμού της λέπρας, από την διαχείριση της παρακολούθησης, ελέγχου, ατομισμού και έκφρασης της σωφρονιστικής εξουσίας, έτσι ώστε γίνεται μια περίπτωση ατομισμού, υποκειμενοποιώντας και διορθώνοντας το λεπρό με την αντιμετώπιση του ως θύμα του λοιμού. Έτσι υπάρχει μια διπλή αποτύπωση: από τη μία η απλή δυική αντίθεση υγιές/ασθενές, τρελό/κανονικό κλπ. και από την άλλη υπάρχει μια ολόκληρη σειρά από πολύπλοκες διακριτών τάσεων τεχνολογιών και επινοημάτων που αντικειμενοποιεί, ξεχωρίζει και ελέγχει τα υποκείμενα. Αυτό είναι ένα χρήσιμο πρώτο πλαίσιο  για ένα γενικό ορισμό του μητροπολιτικού χώρου σήμερα και επίσης εξηγεί τα πολύ ενδιαφέροντα  πράγματα που ακούγονται εδώ: η αδυναμία αδιαμφισβήτητου ορισμού συνόρων, τοίχων, χωροταξίας, επειδή είναι το αποτέλεσμα αυτού του διαφορετικού παραδείγματος: δεν είναι πια ένας απλός δυικός διαχωρισμός αλλά μάλλον είναι το αποτέλεσμα της δράσης αυτού του διαφορετικού παραδείγματος, δεν είναι πια μια απλή δυική διαίρεση αλλά η προβολή πάνω σε αυτή τη διαίρεση μια περίπλοκης σειράς εκφρασμένων και διαχωριστικών διεργασιών και τεχνολογιών.

Θυμάμαι τη Γένοβα το 2001: Πίστευα πως ήταν ένα πείραμα για το πως να αντιμετωπίσεις το κέντρο μιας παλιάς πόλης, που χαρακτηρίζεται ακόμη από μια αρχαία αρχιτεκτονική δομή, να δεις πως σε αυτό το κέντρο κάποιος μπορεί ξαφνικά να δημιουργήσει τοίχους, πύλες που δεν είχαν απλά το ρόλο του να εξαιρούν και να διαχωρίζουν αλλά επίσης ήταν εκεί για να δημιουργούν διαφορετικούς χώρους και να ατομικοποιήσουν χώρους και υποκείμενα. Η ανάλυση αυτή που ο Foucault περιγράφει αδρά μπορεί να αναπτυχθεί και να μελετηθεί σε βάθος. Τώρα όμως θέλω να τελειώσω με ένα διαφορετικό τόνο και να επικεντρωθώ σε ένα άλλο σημείο.

Είπα πως η πόλη είναι επινόημα, ή ένα σύνολο επινοημάτων. Η θεωρία που αναφερθήκατε νωρίτερα ήταν η συνοπτική αντίληψη πως κάποιος μπορεί να διαιρέσει την πραγματικότητα σε, από τη μια, σε ανθρώπους και ζώντα όντα, και, από την άλλη, στα επινοήματα που τα αιχμαλωτίζουν και τα κρατούν. Ωστόσο, το τρίτο ουσιαστικό στοιχείο που ορίζει ένα επινόημα, νομίζω και για τον Foucault, είναι η σειρά των διαδικασιών υποκειμενοποίησης που προκύπτουν από τη σχέση, την καταπρόσωπο, μεταξύ ατόμων και επινοημάτων. Δεν υπάρχει επινόημα δίχως διαδικασία υποκειμενοποίησης, για να μιλά κάποιος για επινοήματα πρέπει να δει τη διαδικασία υποκειμενοποίησης. Υποκείμενο σημαίνει δυο πράγματα: αυτό που οδηγεί ένα άτομο στην ανάληψη μιας ατομικότητας και μοναδικότητας, αλλά επίσης την υποταγή σε μια εξωτερική εξουσία. Δεν υπάρχει διαδικασία υποκειμενοποίησης δίχως και τις δυο αυτές πτυχές της.

Αυτό που συχνά λείπει, και από τα κινήματα, είναι η συνειδητότητα αυτής της σχέσης, η αντίληψη πως κάθε  φορά που κάποιος παίρνει μια ταυτότητα παράλληλα υποτάσσεται. Σίγουρα αυτό περιπλέκεται από το γεγονός πως τα σύγχρονα επινοήματα όχι μόνο συνεπάγονται τη δημιουργία μιας υποκειμενικότητας αλλά επίσης και ισότιμες διαδικασίες από-υποκειμενοποίησης. Αυτό μάλλον ίσχυε πάντοτε, σκεφτείτε την εξομολόγηση, που διαμόρφωσε την Δυτική υποκειμενικότητα (την επίσημη εξομολόγηση των αμαρτιών), ή την δικαστική εξομολόγηση, που βιώνουμε ακόμη σήμερα. Η εξομολόγηση πάντοτε εμπεριέχονταν στη δημιουργία του υποκειμένου, επίσης και στην ακύρωση του υποκειμένου, για παράδειγμα στη μορφή του αμαρτωλού και του εξομολογητή, είναι ξεκάθαρο πως η ανάληψη της υποκειμενικότητας πάει μαζί με μια διαδικασία από-υποκειμενοποίησης. Έτσι η ουσία σήμερα είναι πως τα επινοήματα είναι όλο και περισσότερο από-υποκειμενοποιητικά έτσι είναι δύσκολο να δούμε τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης που δημιουργούν. Η μητρόπολη όμως είναι επίσης ένας χώρος που μια τεράστια διαδικασία δημιουργίας υποκειμενικότητας πραγματοποιείται. Δεν ξέρουμε αρκετά για αυτή. Όταν λέω πως χρειαζόμαστε αυτές τις διαδικασίες, δεν αναφέρομαι απλά στη κοινωνιολογική ή οικονομική ή κοινωνική ανάλυση, αναφέρομαι στο οντολογικό επίπεδο ή το σπινοζιανό επίπεδο που θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα του υποκειμένου να δράσει, για παράδειγμα στη διαδικασία που ένα άτομο συνδέεται κάπως με μια υποκειμενική ταυτότητα, οδηγεί σε μια αλλαγή, μια αύξηση ή μείωση της ικανότητας του/της να δράσει.  Στερούμαστε αυτή τη γνώση και αυτό είναι που κάνει τις μητροπολιτικές συγκρούσεις στις οποίες γινόμαστε μάρτυρες σήμερα κάπως ασαφείς.

Πιστεύω πως μια αντιπαράθεση με τα μητροπολιτικά επινοήματα θα είναι δυνατή μόνο όταν διεισδύσουμε στη διαδικασία υποκειμενοποίησης που συνεπάγεται η μητρόπολη με ένα πιο ουσιαστικό τρόπο, βαθύτερα. Επειδή πιστεύω πως το αποτέλεσμα των συγκρούσεων εξαρτάται από αυτό: στη δυνατότητα να δρας και να παρεμβαίνεις στις διαδικασίες της υποκειμενοποίησης, ώστε να φτάσουν σε εκείνο το στάδιο που θα ονομάσω στάδιο μη κυβερνησιμότητας. Η μη κυβερνησιμότητα που η εξουσία μπορεί να ναυαγήσει μέσα στη μορφή της διακυβέρνησης της, η μη κυβερνησιμότητα που σκέφτομαι είναι πάντοτε η αφετηρία κάθε πολιτικής.

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s