Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Journal of Contemporary History, Vol 25, No 2/3, Μάιος-Ιούνιος 1990. Ο Emilio Gentile είναι ιστορικός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Στη σύγχρονη κοινωνία, η εκκοσμίκευση δεν έχει δημιουργήσει ένα σαφή διαχωρισμό μεταξύ της θρησκευτικής και της πολιτικής σφαίρας. Με την ανάπτυξη της μαζικής πολιτικής, τα όρια μεταξύ αυτών των δύο σφαιρών συχνά είναι ασαφή, και στις περιπτώσεις αυτές η πολιτική παίρνει η ίδια θρησκευτική διάσταση. Ταυτόχρονα με τη διεργασία εκκοσμίκευσης μέσα και στο κράτος και τη κοινωνία, υπήρξε μια «αγιοποίηση της πολιτικής», που έφτασε στο απόγειο της στα ολοκληρωτικά καθεστώτα του εικοστού αιώνα. Ο ναζισμός, ο φασισμός και ο ρομαντικός εθνικισμός πρόσφεραν όλοι αποφασιστικές συνεισφορές στην «αγιοποίηση της πολιτικής», αλλά η δημοκρατία, ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός έχουν επίσης προσφέρει στη γέννηση νέων κοσμικών λατρειών. Οι θρησκευτικές πτυχές μαζικών κινημάτων όπως ο ναζισμός έχουν μελετηθεί ήδη από αυτή την οπτική. Το άρθρο αυτό δεν ισχυρίζεται πως είναι μια τέτοια μελέτη, απλά προσφέρει μερικές σκέψεις για τη σπουδαιότητα και τη λειτουργία της πολιτικής θρησκείας μέσα στο φασισμό.

Το πεδίο αυτό εμφάνιζε πάντοτε ενδιαφέρον: ήδη από τη δεκαετία του 1920 κάποιοι ερευνητές επικέντρωσαν τη προσοχή τους στις φασιστικές ιεροτελεστίες και σύμβολα, ισχυριζόμενοι πως είναι παραδείγματα μιας κοσμικής θρησκευτικότητας, την οποία έβλεπαν ως ένα από τα από τα πιο αυθεντικά χαρακτηριστικά του κινήματος, όπως και ένας από τους παράγοντες πίσω από την επιτυχία του. Ο φασισμός «έχει τα χαρακτηριστικά μιας νέας θρησκείας» έγραφαν οι Schneider και Clough το 1929, αλλά «αν εξελιχθούν ή όχι μένει να διαπιστωθεί, αλλά σίγουρα ήδη αυτή η νέα θρησκεία έχει μπει σε ένα βαθμό στις καρδιές και το νου των Ιταλών»

Το 1932, ο Mussolini διακήρυξε πως το φασιστικό κράτος δεν είχε δημιουργήσει το δικό του θεό, όπως είχε κάνει ο Robespierre, αλλά είχε αναγνωρίσει «το θεό των ασκητών, των αγίων και των ηρώων, και επίσης το Θεό που είναι ορατός και λατρεύεται από τη πρωτόγονη και αυθεντική καρδιά των ανθρώπων». Επίσης πρόσθεσε πως αν και το φασιστικό κράτος δεν είχε τη δική του θεολογία, είχε τη δική του ηθική.

Στη πραγματικότητα, ο φασισμός, δεν περιόριζε τον εαυτό του στην λατρεία του Θεού με παραδοσιακούς όρους, αλλά επενέβη άμεσα μέσα στη θρησκευτική σφαίρα. Το ενδιαφέρον του στη θρησκεία ήταν αποκλειστικά πολιτικός και όχι θεολογικός, όπως η προνομιακή του αναγνώριση από τη Καθολική Εκκλησία οφείλονταν στη πραγματιστική χρήση της θρησκείας ως ένα instrumentum regni (εργαλείο της κυβέρνησης). Όπως όμως παρατήρησε ο Herman Finer, το ίδιο το γεγονός του ισχυρισμού πως το κράτος είχε τη δική του ηθική σήμαινε πως ο φασισμός επικαλούνταν την ύπαρξη της ίδιας του της θεϊκότητας, που ήταν η έμπνευση της φασιστικής ηθικής, και ουσιαστικά προωθούσε τον εαυτό του ως μια νέα θρησκεία. Στη πράξη ο φασισμός, λόγω των ίδιων των απολυταρχικών αντιλήψεων του της πολιτικής, ανέλαβε το προνόμιο του ορισμού του νοήματος και του υπέρτατου σκοπού όσον αφορά τις ζωές εκατομμυρίων ανδρών και γυναικών. Κατά συνέπεια, ο φασισμός δημιούργησε το δικό του σύστημα πίστης, μύθων και τελετουργιών, επικεντρωμένο στην αγιοποίηση του κράτους.

Το 1925, ο Don Luigi Sturzo, ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος (Partido Populare), προειδοποιούσε πως η φασιστική ιδεολογία ήταν «βαθιά παγανιστική, και αντίθετη με το Καθολικισμό. Αντιμετωπίζουμε τη λατρεία του κράτους και τη θεοποίηση του έθνους, επειδή ο φασισμός δεν επιτρέπει διάλογο ή περιορισμούς: θέλει να λατρεύεται για χάρη του, αποσκοπεί στη δημιουργία ενός φασιστικού κράτους».

Η φασιστική θρησκεία έβαλε τον εαυτό της δίπλα από τη παραδοσιακή θρησκεία να συνδυαστεί μαζί της στη δική της σφαίρα αξιών ως σύμμαχος στην υποταγή των μαζών στο κράτος, αν και τόνιζε τη προτεραιότητα της πολιτικής. Αυτό, ίσως, ήταν ο πιο φιλόδοξος στόχος που έθεσαν στους εαυτούς τους οι φασίστες, και τον επεδίωξαν με φανατική προσήλωση, αν και επίσης ακολούθησαν μια γεμάτη ελιγμούς σειρά από συμβιβασμούς. Επιπλέον, αν δεν είχε σχέδια όσον αφορά τον αποχριστιανισμό, για να πετύχει στο πείραμα αυτό ο φασισμός δεν δίστασε να έρθει σε σύγκρουση με την Εκκλησία, ακόμη και πριν το συμβιβασμό του 1929, και μετά το 1931 και το 1938. Ο λόγος πίσω από τη σύγκρουση ήταν πάντοτε ο ίδιος: το φασιστικό κράτος ήθελε το μονοπώλιο πάνω στην εκπαίδευση, σύμφωνα με τις αξίες της δικής του κρατικής λατρείας και της επιθετικής ηθικής του, και δεν δέχονταν οποιαδήποτε διστακτικότητα ή ελάττωση στην υπακοή των πολιτών προς το κράτος και το έθνος.

Με τη μέθοδο του για την κινητοποίηση και την ένταξη των μαζών μέσα από τη χρήση μύθων, τελετών και συμβόλων, ο φασισμός έφερε κάποια χαρακτηριστικά λαϊκής θρησκείας, που αντιστοιχούσαν σε ουσιαστικά χαρακτηριστικά μιας «πολιτικής θρησκείας» που έχουν επισημανθεί και αναγνωριστεί σε άλλα σύγχρονα πολιτικά κινήματα. Επιπλέον, λόγω της ολοκληρωτικής του φύσης, και της αντίληψής του πως η πολιτική αποτελούσε μια οντότητα που απαιτούσε πλήρη προσήλωση, ο φασισμός στόχευε στην κατάργηση των ορίων μεταξύ της θρησκευτικής και πολιτικής σφαίρας. Όπως είπε ο Giuseppe Bottai το 1923, η πολιτική είναι »ζωή στην πιο απόλυτη, ολοκληρωμένη και υπέρμετρη έννοια της λέξης», ενώ η ίδια η ζωή αποτελούσε «μια υπέροχη ολότητα». Αν και δε συμφωνούσαν όλοι οι φασίστες με αυτούς τους ορισμούς, ήταν οι κυρίαρχες αρχές μέσα στη φασιστική κουλτούρα και πολιτική. Ωστόσο παρά τις ενστάσεις των Καθολικών φασιστών για τη πρωτοκαθεδρία της πολιτικής, από τις καταβολές του ο φασισμός εμφανίζονταν ως μια πολιτική θρησκεία. Η εικόνα αυτή επίσης συνέβαλε στην επιτυχία του, όπως και μια φιλική στάση μεταξύ διανοούμενων, νέων και πατριωτικής αστικής τάξης, που ήταν έτοιμοι να υποθεχτούν και να θεσμοθετήσουν μια κοσμική θρησκεία βασισμένη στο μύθο του έθνους.

Η αναζήτηση μιας αστικής θρησκείας ήταν παρούσα στην ιταλική πολιτική κουλτούρα από την εποχή της Ενοποίησης (Riorgimento) και έπειτα. Όπως με κάθε ρομαντικό εθνικισμό, ο ιταλικός εθνικισμός κατασκεύασε το δικό του σύμπαν συμβόλων, προσφέροντας μια ιερή αύρα στην ιδέα του έθνους. Τα αρχικά στοιχεία στη κατασκευή της εθνικής θρησκείας προέρχονταν από τους Ιακωβίνους, τον Τεκτονισμό και άλλες μυστικές εταιρείες. Το πιο σημαντικό συστατικό προήλθε από τον Mazzini, με την θρησκευτική του αντίληψη για τη πολιτική ως αποστολή και καθήκον. Το ιδανικό του για μια Δημοκρατία, ήταν αυτό μιας δημοκρατικής θεοκρατίας, θεμελιωμένης πάνω στο αποκρυφιστικό και θρησκευτικό όραμα για το έθνος και την ελευθερία.

Η αναζήτηση όμως, για μια κοσμική θρησκεία δεν ήταν χαρακτηριστικό μόνο του εθνικισμού. Η φιλοδοξία για τη δημιουργία μια «νέας πίστης» που βοηθούσε να στη δημιουργία μιας σύγχρονης συνείδησης μεταξύ των Ιταλών, ή να ανανεώσει τις αρχές της πολιτικής ζωής, ήταν επίσης παρούσα μεταξύ διανοούμενων που ήταν πολύ μακριά από τον εθνικισμό, όπως ο Benedetto Croce. Ένας μαχητικός άθεος και επαναστάτης σοσιαλιστής, όπως ο Mussolini, επίσης έδειξε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα θρησκευτικά φαινόμενα, και όρισε την αντίληψη του περί επαναστατικού σοσιαλισμού ως «θρησκευτικού». Την περίοδο αυτή, ο μελλοντικός duce δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στις ιεροτελεστίες, βλέποντάς τες ως μια δευτερεύουσα πτυχή της θρησκείας, αλλά χρησιμοποιούσε συχνά μεταφορές από τη χριστιανική παράδοση για να ορίσει την αντίληψη του για ένα επαναστατικό κόμμα, αποκαλώντας το εκκλησία των πιστών και των ακτιβιστών. Στη πράξη, για Mussolini σοσιαλισμός δεν ήταν μόνο μια επιστημονική αντίληψη, έπρεπε να γίνει επίσης και «πίστη»: «Θέλουμε να πιστεύουμε σε αυτόν, πρέπει να πιστεύουμε σε αυτόν, η ανθρωπότητα χρειάζεται ένα πιστεύω».

Οι φιλοδοξίες για τη δημιουργία μιας κοσμικής θρησκευτικής πίστης στη πολιτική, μπροστά στην πνευματική και ηθική αναγέννηση των Ιταλών, ήταν πολύ ισχυρές μεταξύ της «γενιάς του 1914». Ο Carlo Rosselli είχε γράψει πως οι νέοι άνθρωποι που είχαν πολεμήσει στο πρώτο παγκόσμιο πόλεμο κινητοποιούνταν από μια επιθυμία να «θυσιάσουν το σώμα και τη ψυχή τους για ένα σκοπό – όποιος και αν ήταν – φτάνει να υπέρβαινε την άθλια φύση της καθημερινής ζωής». Ο ίδιος ο πόλεμος, που βιώθηκε ως μια «μεγάλη αναζωογονητική εμπειρία». Συνέβαλε στην «αγιοποίηση της πολιτικής». Με τους μύθους, τις ιεροτελεστίες και τα σύμβολα που γεννήθηκαν στα χαρακώματα, πρόσφερε ένα μεγαλύτερο σύνολο υλικών για τη κατασκευή μιας εθνικής θρησκείας. Ο συμβολισμός του θανάτου και της ανάστασης, η αφοσίωση στο έθνος, ο μυστικισμός του αίματος και της θυσίας, η λατρεία των ηρώων και των μαρτύρων, η «μετάληψη» της συντροφικότητας – όλα συνέβαλαν στη διάδοση του μύθου μεταξύ των στρατιωτών πως η πολιτική ήταν μια απόλυτη εμπειρία που έπρεπε να ανανεώσει κάθε μορφή ύπαρξης. Η πολιτική δε μπορούσε να επιστρέψει στις κοινότοπες μορφές της καθημερινότητας, αλλά έπρεπε να διαιωνίσει την ηρωική ορμητικότητα του πολέμου και τη μυστικιστική αντίληψη μιας εθνικής κοινότητας. Στη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου (ΣτΜ: Α΄ΠΠ), και κυρίως την περίοδο που κυβερνούσε το Φιούμε (ΣτΜ: σημερινή Ριέκα), η ουσιαστική συνεισφορά για τη δημιουργία μιας εθνικής θρησκείας έγινε από τον Gabriele D’Annunzio, μέσα από τα γραπτά αλλά και από τις δραστηριότητες του. Ο «στρατιώτης ποιητής» επινόησε ένα μεγάλο αριθμό θρησκευτικών μεταφορών, μαζί με τις ιεροτελεστίες και τα σύμβολα για τη λατρεία του έθνους, την οποία αγκάλιασε και με τα δύο χέρια ο φασισμός ώστε να δημιουργήσει το δικό του κόσμο συμβόλων.

Η μαζική καταστροφή, που βιώθηκε για πρώτη φορά από εκατομμύρια άνδρες στα χαρακώματα, ευνοούσε την αναγέννηση ενός θρησκευτικού συναισθήματος. Όπως έγραψε ο Marinetti το 1920, «Σήμερα, η ανθρωπότητα χρειάζεται μια νέα θρησκεία που να μπορεί να συνθέσει και να οργανώσει όλες τις μικρές προσωπικές θρησκείες, όλες τις προλήψεις και όλες τις μυστικές εταιρείες». Το 1922 ο Sergio Panunzio, ένας επαναστάτης συνδικαλιστής, που έγινε θεωρητικός του του φασισμού, εξέφρασε ένα παρόμοιο συναίσθημα: «Υπάρχει μια απελπισμένη ανάγκη για θρησκεία και υπάρχει αναμφισβήτητα εξαπλωμένο ένα θρησκευτικό συναίσθημα… αλλά δεν υπάρχει θρησκεία». Στις συνθήκες αυτές, πολλοί νέοι άνθρωποι και διανοούμενοι είδαν το φασισμό ως απάντηση σε αυτό που είχαν ανάγκη, επειδή έμοιαζε να είναι ένα κίνημα ικανό να υπερβεί την κοινοτοπία της καθημερινότητας και να ενσωματώσει το άτομο σε μια νέα «ηθική κοινότητα».

Όπως έχουμε δει, «η φασιστική θρησκεία» ρίζωσε σε εύφορο έδαφος, εκεί που βρήκε τροφή να αναπτυχθεί και να θεσμικοποιήσει τον εαυτό της ως αναπόσπαστο κομμάτι της «νέας πολιτικής» που υιοθετήθηκε από το φασισμό. Ωστόσο, δεν πιστεύουμε πως αυτό θα γίνονταν έτσι και αλλιώς, ακόμη και χωρίς την εμπειρία του Μεγάλου Πολέμου, επειδή η μυθολογία γύρω από την εμπειρία του πολέμου είναι βασικό συστατικό στην ανάπτυξη της «φασιστικής θρησκείας». Ο φασισμός άρχισε ως ένα χαρισματικό κίνημα που προέκυψε από μια ασυνήθιστη κατάσταση, και όχι ως μια θεωρία για τη κοινωνία και το κράτος.

Αυτό που ένωσε τους φασίστες δεν ήταν ένα δόγμα αλλά μια συμπεριφορά, μια εμπειρία της πίστης, που συνδέονταν με το μύθο μιας «νέας θρησκείας του έθνους». Καθώς ο Mussolini διακήρυξε στις αρχές του 1922, ο φασισμός ήταν μια «πίστη που είχε φτάσει το επίπεδο θρησκείας». Τα αρχικά στοιχεία που ήταν απαραίτητα για το σχηματισμό μιας «φασιστικής θρησκείας» ήταν ήδη παρόντα στη πρώτη φάση του κινήματος, που ταυτίζονταν με τους μύθους του πολέμου και της συμμετοχής σε αυτόν. Οι φασίστες θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως τους προφήτες, τους αποστόλους, τους στρατιώτες  μιας νέας «πατριωτικής θρησκείας», που είχε αναδυθεί από την εξαγνιστική βία του πολέμου, και που είχε ευλογηθεί με το αίμα των ηρώων και των μαρτύρων που είχαν θυσιάσει τους εαυτούς τους τελικά για την επίτευξη της «Ιταλικής Επανάστασης». «Είμαστε η πρωτοπορία», όπως δήλωνε το κύριο όργανο του κινήματος η Il Fascio το 1921:

«οι θεματοφύλακες μιας γενιάς η οποία για μεγάλο διάστημα έχει γκρεμίσει τα σύνορα της δικής της ιστορικής πραγματικότητας, και προελαύνει ασταμάτητα προς το μέλλον…. Είμαστε οι ανώτεροι των ανώτερων…. Η Ιερή Κοινωνία του πολέμου μας έχει πλάσει όλους με το ίδιο σθένος γενναιόδωρης θυσίας».

Οι φασίστες συνέκριναν τους εαυτούς τους με «Χριστιανούς ιεραπόστολους, χαμένους σε ανεξερεύνητες περιοχές, ανάμεσα σε άγριες φυλές παγανιστών». Η ένοπλη αντίδραση ενάντια στην εργατική τάξη συγκρίνονταν ως μια σταυροφορία για τη σωτηρία των ψυχών εναντίον του «θριάμβου του κτήνους» του μπολσεβικισμού, και σκόπευε να καταστρέψει τους βεβηλωτές του έθνους και να εξαγνίσει το προλεταριάτο από τους αντιπατριωτικούς μύθους και επιρροές, όπως και να αποκαταστήσει τη θρησκεία του έθνους.

Μετά τη κατάληψη της εξουσίας, και με την υποστήριξη πολλών διανοούμενων, η ανάπτυξη μιας «φασιστικής θρησκείας» πήρε επίσημη πολιτιστική υποστήριξη. Η συνεισφορά του φιλοσφόρου Giovanni Gentile και των οπαδών του ήταν αποφασιστική από αυτή την άποψη. Ο Gentile  έβλεπε το φασισμό ως θρησκεία γιατί είχε «θρησκευτική αίσθηση, στο ότι παίρνει τη ζωή στα σοβαρά» και πως «ως κίνημα είχε προκύψει από ολόκληρη τη ψυχή του έθνους». Για τον Gentile, ο φασισμός δημιουργούσε την πολιτική θεολογία του Mazzini, και είχε επίσης αποστολή να επιτελέσει την «Ιταλική Επανάσταση», ώστε να δημιουργήσει ένα ηθικό κράτος και να «επαναδιαμορφώσει τη ψυχή» του ιταλικού λαού, μετά από αιώνες ηθικής παρακμής.

Μέσα στο καθεστώς, ο ορισμός του φασισμού ως πολιτική θρησκεία έγινε το επίσημο  θεμέλιο της φασιστικής κουλτούρας, και επαναλαμβάνονταν συνεχώς σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας, και σε όλα τα στοιχεία της προπαγάνδας, σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το 1926 ο Salvatore Gatto, ένας δημοσιογράφος που έγινε φασίστας ηγέτης και Αναπληρωτής Διευθυντής του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος (PNF), δήλωσε πως ο φασισμός, όπως ο χριστιανισμός, ήταν μια θρησκεία επειδή πρόσφερε μια πίστη που ξεπερνούσε την εξάρτηση από τη ζωή:

«Ο φασισμός είναι αστική και πολιτική θρησκεία επειδή έχει τη δική του αντίληψη για το κράτος και τη δική του μέθοδο για τη κατανόηση της ζωής… σε ολόκληρη την ιστορία οι ήρωες της φασιστικής επανάστασης, και οι Χριστιανοί μάρτυρες, αντιμετώπισαν μια φλέγουσα πραγματικότητα: πως μόνο η θρησκεία μπορεί να αρνηθεί ή να ακυρώσει την εξάρτηση από μια γήινη ύπαρξη»

Για μια επιφανή φιγούρα του καθεστώτος όπως ο Giuseppe Bottai, ο φασισμός ήταν «κάτι περισσότερο  από δόγμα. Είναι αστική και πολιτική θρησκεία… είναι η θρησκεία της Ιταλίας». Το 1932, το όργανο της φασιστικής νεολαίας πως «ο καλός φασίστας είναι θρήσκος. Είμαστε υπέρ ενός φασιστικού μυστικισμού επειδή έχει τους δικούς του μάρτυρες και πιστούς, και επειδή θέτει ένα ολόκληρο πληθυσμό γύρω από μια ιδέα, κάνοντάς τους να αισθάνονται δέος». Το 1932, ο Mussolini δήλωσε κατηγορηματικά: «Ο φασισμός είναι μια θρησκευτική αντίληψη του κράτους». Το 1938, το κόμμα δημοσίευσε επίσης ένα είδος κατήχησης της «φασιστικής θρησκείας», η οποία με τη μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων, προσπάθησε να δώσει στους φασίστες ένα «απλό οδηγό, που να είναι το ίδιο απαραίτητο για τη καλλιέργεια της ψυχής αλλά και για τις απλές δραστηριότητες της καθημερινής ζωής». Η φασιστική ιδεολογία με ευκολία αποκρυσταλλώθηκε στις εντολές μιας «πίστης», και επιπλέον αυτό επέτρεψε στο κίνημα να αποφύγει να πέσει τους κινδύνους δογματικών συγκρούσεων. Όπως δήλωσε ο Giampoli, ο ηγέτης του κόμματος στο Μιλάνο το 1929, πάνω στο θέμα του ιδεώδους του φασισμού, «είναι, όπως στο Χριστιανικό ιδεώδες, ένα δόγμα σε μια αέναη κατάσταση αλλαγής». Η σύνδεση διαφορετικών πίστεων μέσα στη φασιστική ιδεολογία επέτρεψε την ύπαρξη διαφορετικών προσεγγίσεων, αλλά καμία από αυτές δεν μπορούσε να ελπίζει πως θα εμφανίζονταν ως η μόνη αυθεντική ερμηνεία της «πίστης». Η μόνη αληθινή ερμηνεία ήταν η πρακτική της πίστης μέσα από την υπακοή στον duce και το κόμμα, που έπρεπε να βιώνεται και να είναι αισθητή ως θρησκευτική αφοσίωση.

Η αυτοπαρουσίαση του φασισμού ως θρησκεία δεν αφορούσε μόνο την ιδεολογία, είχε χρησιμότητα και για την θεσμοθέτηση του κινήματος και την εκπλήρωση των ολοκληρωτικών του φιλοδοξιών. Στη πράξη, η παρουσίαση ως η «θρησκεία του έθνους» ήταν το κύριο πεδίο μέσα στο οποίο ο φασισμός δημιούργησε την αίσθηση της ταυτότητας του – μεταμορφώνοντας τον εαυτό του από την αρχική αυθόρμητη μορφή του σε ένα νέο τύπο κόμματος, με τα χαρακτηριστικά μιας «πολιτοφυλακής του έθνους»,  που παρέμεινε αναλλοίωτος μέχρι το τέλος του. Επιπλέον, η εικόνα του φασισμού ως της «θρησκείας του έθνους» επέτρεψε στο κίνημα να μονοπωλήσει το πατριωτισμό, παρουσιάζοντας τον εαυτό του στη μεσαία τάξη και τους αστούς ως το σωτήρα της Ιταλίας από το «θριαμβευτικό κτήνος» του μπολσεβικισμού.

Μετά τη κατάληψη της εξουσίας, ο Mussolini και το κόμμα χρησιμοποίησε αποτελεσματικά την εικόνα του φασισμού ως «εθνικής θρησκείας», ώστε να νομιμοποιήσει το μονοπώλιο τους στην εξουσία και για να καταστρέψει όλους τους πολιτικούς αντίπαλους ως «εχθρούς του έθνους». Ήταν επίσης χρήσιμο για την καταστολή των διαφωνιών εντός του κόμματος, στασιαστές αποβάλλονταν ως «προδότες της πίστης», ενώ απόλυτη υπακοή επιβάλλονταν στα υπόλοιπα μέλη. Η ιδιότητα μέλους στο PNF δεν περιλάμβανε απλά τη συμφωνία με ένα πολιτικό πρόγραμμα: ήταν απαραίτητο να δηλωθεί απόλυτη συμφωνία, μέχρι θανάτου αν ήταν απαραίτητο τελετές ορκωμοσίας για νέα μέλη είχαν υιοθετηθεί από το φασισμό το 1921, και υπό πολλές έννοιες ήταν μια συνέχεια της ματσίνιας παράδοσης. Ήταν μια τελετή στην οποία οι φασίστες ορκίζονταν να αφιερώσουν τις ζωές τους «στο Έθνος και την Επανάσταση», να ακολουθούν τις επιταγές της φασιστικής ηθικής και να υπακούν στις εντολές δίχως ερωτήσεις. Όποιος παραβίαζε τον όρκο του ήταν προδότης και αποβάλλονταν από τη «φασιστική κοινότητα». Το 1926, το νέο καταστατικό του PNF έλεγε πως ένας φασίστας που αποβάλλονταν ως «προδότης της ιδέας» έπρεπε να «αποκλειστεί από τη πολιτική ζωή». Το 1929, ένα νέο καταστατικό αύξησε την ποινή, κάνοντας την αντίστοιχη του αφορισμού της Καθολικής Εκκλησίας, καθώς αποφασίστηκε πως όποιος αποβάλλονταν από το κόμμα θα έπρεπε να «αποκλειστεί από τη δημόσια ζωή».

Η χαρισματική ισχύς του Mussolini αυξήθηκε σημαντικά από την θεσμοθέτηση του φασισμού ως θρησκείας. Για τον ίδιο το Mussolini, ο μύθος γύρω από τον il duce αποτελούσε μια αύξηση της σημασίας της τελετουργικής διάστασης της πολιτικής του καθεστώτος προς τις μάζες. Οι συναντήσεις του με τις μάζες ήταν το απόγειο της φασιστικής λατρείας στην οποία, με την κατάλληλη σκηνοθεσία, κάποιος μπορούσε να βιώσει την συναισθηματική συγχώνευση του ηγέτη με τα πλήθη ως μια συμβολική μυστικιστική  δραματοποίηση της ενότητας του έθνους, επιτευγμένη μέσα από τον απόλυτο πρωταγωνιστή της. Κάποιος μπορεί να διαβάσει στην εισαγωγή σε μια συλλογή των λόγων του Mussolini, γραμμένη το 1923, πως «ο φασισμός μοιάζει με θρησκευτικό φαινόμενο», και πως οι μαζικές συγκεντρώσεις που καλούνταν για να ακούσουν τους λόγους του ήταν «μια πράξη τόσο πίστης και συνετή κυβερνητική λήψη αποφάσεων»

Ο duce, τοποθετημένος στη κορυφή της φασιστικής ιεραρχίας, και περικυκλωμένος από μια αύρα αγιότητας, ήταν σεβαστός και αγαπητός σαν ένα είδος ημίθεου. Το 1928 ο Paolo Orano έγραψε πως ο «μουσσολινισμός είναι θρησκεία», επειδή η πίστη στον duce ήταν «η προκαταρκτική φάση στην ιταλική θρησκευτικότητα», στην οποία ο πατριωτισμός έπρεπε να «ενταθεί σε βαθμό μυστικισμού, και η αγιότητα, το μαρτύριο και η πίστη έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως ισχυρές δυνάμεις στο χτίσιμο της αστικής συνείδησης». Στην βιβλιογραφία προπαγάνδας και στη εικονογραφία του καθεστώτος ο duce παρουσιάζονταν ως η ενσάρκωση του μύθου του ήρωα, που είναι η «προβολή όλων των μύθων της θεότητας».

Ακόμη και μια σχολή φασιστικού μυστικισμού δημιουργήθηκε στο Μιλάνο το 1930. Την παρακολουθούσαν φοιτητές πανεπιστημίου που αφιέρωσαν τους εαυτούς τους στην θρησκευτική λατρεία του Mussolini ως ζωντανού μύθου. Οι «μύστες» ταύτιζαν το φασισμό με το Mussolini, τον οποίο ταύτιζαν με τη βασική πηγή της πίστης τους και του κύριου λόγου για την ύπαρξή τους. Ο μύθος του Mussolini και η «λατρεία του ηγέτη» ήταν αναμφισβήτητα η πιο εντυπωσιακή και δημοφιλής έκφραση της «φασιστικής λατρείας». Παρά όμως τη κεντρικότητα του μύθου του Mussolini, δεν έπρεπε να παρεννοηθεί και να αντιμετωπιστεί ως η προέλευση της φασιστικής θρησκείας. Η γέννηση της «λατρείας του ηγέτη», πέρα από τα πιο γενικά δημαγωγικά χαρακτηριστικά της, είχε υλοποιηθεί μέσα στα όρια της «φασιστικής θρησκείας», και ως τέτοια ήταν συνέπεια της. Η χαρισματική φιγούρα του ηγέτη συνδέεται με ολόκληρο το οικοδόμημα του φασιστικού συμβολικού κόσμου, και δε μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ξεχωριστό στοιχείο, όπως ακριβώς η φιγούρα του Πάπα δεν μπορεί να διαχωριστεί από την Καθολική Εκκλησία.

Οι εθνικοί Γραμματείς το PNF έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην θεσμοθέτηση της «φασιστικής θρησκείας», και στην ανάπτυξη της λατρείας του ηγέτη. Ο Roberto Farinacci, γραμματέας το 1925-6, χρησιμοποίησε την «Δομικανική πίστη» του φασισμού για να δικαιολογήσει την οικουμενική πολιτική του κόμματος, που είχε χρησιμεύσει για την δημιουργία του καθεστώτος. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, η φασιστική ηθική διαμορφώθηκε με σαφήνεια: «Η θέληση για εργασία και για να είσαι ισχυρός, ένα πνεύμα αυτοθυσίας, μυστικιστικής αγάπης για τη πατρίδα, τυφλής υποταγής σε ένα πρόσωπο».

Ο ορισμός των θεμελιωδών περιγραμμάτων της «φασιστικής θρησκείας» ήταν το έργο του Augusto Turatti, γραμματέας την περίοδο μεταξύ 1926 και 1930. Στις ομιλίες του σε μαζικά συλλαλητήρια, αλλά κυρίως στη φασιστική νεολαία, ο «νέος απόστολος της θρησκείας της πατρίδας» κήρυσσε για:

«την ανάγκη για απόλυτη πίστη στο φασισμό, στο Duce, στην Επανάσταση όπως πιστεύουμε στο Θεό… δεχόμαστε την Επανάσταση με περηφάνια, όπως ακριβώς δεχόμαστε αυτές τις αρχές – ακόμη και αν διαπιστώσουμε πως είναι εσφαλμένες, και τις δεχόμαστε δίχως συζητήσεις»

Το 1929, ο Turatti δημοσίευσε μια κατήχηση στο ¨φασιστικό δόγμα» ‘ώστε να παρουσιάσει την ορθόδοξη ερμηνεία αντίθετα με όποιο «λάθος αντίληψης και έκφρασης» που υπήρχαν και επαναβεβαίωσε πως το δόγμα βασίζονταν «στην υποταγή όλων στη θέληση του Ηγέτη».

Ο διάδοχός του, Giovanni Giuratti, κομματικός γραμματέας από το 1930 ως το 1931, ενίσχυσε την φασιστική αντίληψη της τυφλής πίστης και δόγματος. Συγκεκριμένα ανέπτυξε την οργάνωση νεολαίας, δημιούργησε ιεραπόστολους και στρατιώτες της φασιστικής θρησκείας σύμφωνα με την εντολή του Mussolini, «πίστευε, υπάκουε, πολέμα»: ένα σύνθημα που επινόησε για την φασιστική νεολαία το 1930. Σύμφωνα με τον Carlo Scorza, τότε διοικητή της φασιστικής νεολαίας και αργότερα τελευταίο γραμματέα του PNF το 1943, το κόμμα έπρεπε να εξελιχθεί σε όλο και περισσότερο σε «ένοπλο θρησκευτικό τάγμα», κατά τα πρότυπα των Ιησουιτών.

Η επισημοποίηση της «φασιστικής θρησκείας», μέσα από ένα σχεδόν μηχανικό πολλαπλασιασμό τελετών και συμβόλων, έφτασε στο υψηλότερο σημείο της στη διάρκεια της μακράς θητείας του Achille Starace (1931-9). Όμως συχνά γινόταν γελοία με την αγανακτισμένη αναζήτηση της για ένα κομφορμισμό δραστηριότητας, που σκόπευαν να είναι η έκφραση ενός κομφορμισμού σκέψης.

Στη πραγματικότητα, ολόκληρη η διαδικασία της θεσμοθέτησης της «φασιστικής Θρησκείας» οδήγησε  αναπόφευκτα προς αυτό το αποτέλεσμα. Υπό μια συγκεκριμένη έννοια, είναι σωστό να πούμε πως, για το φασισμό, η ουσία, η βάση και ο στόχος της πολιτικής δραστηριότητας μπορούσε να συνοψιστεί από τη λέξη κλειδί στη φασιστική γλώσσα – «πίστη». Το πρότυπο του «φασιστικού ανθρώπου», με όρους ακτιβιστή και πιστού μιας θρησκείας, είχε οριστεί πριν την «Πορεία στη Ρώμη» σε έναν από τους κανονισμούς της πολιτοφυλακής: «Ο φασίστας πολιτοφύλακας πρέπει να υπηρετεί την Ιταλία με αγνότητα, με ΄πνεύμα εμποτισμένο από ένα βαθύ μυστικισμό, στηριζόμενο από μια αμετακίνητη πίστη», και πρέπει να «δέχεται τη θυσία του ως στόχο αυτής της πίστης».

Το νέο καταστατικό του PNF του 1926 είχε εισαγωγή με τίτλο Πίστη, στην οποία με σοβαρότητα υπογραμμίζονταν πως ο φασισμός ήταν «μια θρησκεία που είχε τους ομολογητές της». Σε ολόκληρη τη ζωή του καθεστώτος, σύμφωνα με ένα σημαντικό θεωρητικό, ήταν συμφωνημένος ως γενικός κανόνας πως η «πίστη» έπρεπε να έχει προτεραιότητα σε σχέση με την «ικανότητα», επειδή η «πίστη έχει οικουμενική αξία». Στο επίσημο έντυπο του φασιστικού δόγματος, που χρησιμοποιούνταν από το PNF στα μαθήματα πολιτικής εκπαίδευσης για τους νέους ηγέτες, δηλώνονταν πως «μόνο η πίστη μπορεί να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα». Στην ουσία, ο φασισμός θεωρούσε τη «πίστη» την υψηλότερη αρετή στη πολιτική δραστηριότητα, αντιμετωπίζοντάς την ως την βασική αρετή ενός «φασιστικού ανθρώπου», πέρα από πνευματική ικανότητα. Η καλλιέργεια και η ευφυΐα μετρούσαν λιγότερο από την αφοσίωση στα δόγματα της φασιστικής θρησκείας.

Η ταυτοποίηση ενός φασίστα πολιτοφύλακα με ένα πιστού μιας θρησκείας δεν είναι απλή κοινοτοπία. Στη πράξη, οι φασίστες συχνά συνέκριναν το κόμμα τους με εκκλησία, ή ένα στρατιωτικοθρησκευτικό τάγμα. Επιπλέον, ο φασισμός δεν έκρυβε το γεγονός πως οι απολυταρχικές του πολιτικές είχαν ως στόχο να δημιουργήσουν, μέσα στη πολιτική σφαίρα, ένα είδος οργανισμού παρόμοιου με τη Καθολική Εκκλησία. Όπως έγραψε η Critica Fascista, η οργάνωση του φασιστικού κράτους:

«με κάποιο τρόπο αντικατοπτρίζει μερικά από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της Ρωμαιοκαθολικής οργάνωσης: μια εξουσία που συνδυάζει και ενώνει τις δραστηριότητες των μελών της, που μεταφέρει το χαρακτήρα της σε αυτά, που μεταμορφώνει τους δικούς της σκοπούς στους υπέρτατους σκοπούς των δικών τους ζωών στη κοινωνία, και που δεν ανέχεται απόπειρες για σχίσματα ή αιρέσεις».

Το κόμμα ήταν το σχολείο στο οποίο οι απόστολοι και οι στρατιώτες της «φασιστικής θρησκείας» και οι νέοι ηγέτες του ολοκληρωτικού κράτους διδάσκονταν.

Η ομοιότητα μεταξύ της φασιστικής πολιτικής δραστηριότητας και της Καθολικής δραστηριότητας μπορεί να επισημανθεί σε κάποιες τελετές του κόμματος. Για παράδειγμα, η τελετή του leva fascista, καθιερωμένη το 1927, ήταν παρμένη από το καθολικό τελετουργικό. Ήταν μια πραγματική «ιεροτελεστία μύησης», παρόμοια με το χρίσμα στην Εκκλησία, στην οποία νέοι άνθρωποι που ήταν μέλη οργανώσεων νεολαίας γίνονταν «χρισμένοι φασίστες» και εντάσσονταν στο κόμμα, ο γραμματέας του PNF, που απένεμε την «ύψιστη φασιστική αναγνώριση», ήταν «ένας ιερέας που μιλά με μυστικιστική φωνή, που έχει μια αναζωογονητική γοητεία». Η τελετή πραγματοποιούνταν με δημόσιες λειτουργίες σε όλες τις Ιταλικές πόλεις, αλλά η πιο σημαντική πραγματοποιούνταν στη Ρώμη, υπό τη παρουσία του duce. Στους νέους απονέμονταν συμβολικά η κάρτα μέλους του κόμματος και ένα τουφέκι, όπως ο Mussolini διακήρυξε στην πρώτη τελετή «στρατολόγησης»: «Η κάρτα είναι σύμβολο της πίστης μας, το τουφέκι είναι το όργανο της δύναμης μας». Αυτοί οι νεοφασίστες ορκίστηκαν να ¨εκτελούν τις εντολές του Duce δίχως κουβέντες» και να υπηρετούν την ιδέα της φασιστικής επανάστασης με όλη τους τη δύναμη, και αν απαιτούνταν, «με το αίμα τους». όπως είπε ο γραμματέας του PNF στους συγκεντρωμένους: «Αύριο θα έχω εξουσία ζωής και θανάτου πάνω σε όλες τις δραστηριότητες και απόψεις σας, είτε είναι καλές είτε κακές».

Ξέχωρα από τις προσωπικές αντιλήψεις των αρχιερέων του καθεστώτος, η θεσμοθέτηση της «φασιστική θρησκείας» υποκινούνταν και από πιο πραγματιστικές σκέψεις, καθώς ήταν ένα μέσο για την επιβεβαίωση και τη νομιμοποίηση της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος σε σχέση με τους άλλου οργανισμούς του καθεστώτος. Σύμφωνα με τα βιβλία πολιτικής εκπαίδευσης του PNF. Μόνο το κόμμα, ακολουθώντας τις εντολές του Duce, είχε το καθήκον να διατηρήσει «τη φλόγα της επανάστασης» ζωντανή, και της δράσης μέσα στο φασιστικό κράτος ως «η πνευματική τροφή, η φλόγα αναμμένη από το αίμα των πεσόντων μας».

Η λειτουργία αυτή, υποστηριζόμενη από κομματικούς θεωρητικούς, βασίζονταν και από μια έντονη συμβολική εικονογραφία, η οποία την πολιτική ζωή είχε σα στόχο τη δημιουργία της εικόνας της «αγιότητας» του κόμματος. Για παράδειγμα, τα τοπικά τμήματα του PNF συχνά αναφέρονταν ως οι «εκκλησίες της πίστης μας», ή τα «ιερά της θρησκείας τη Πατρίδας», όπου «θα καλλιεργήσουμε τη θρησκευτική μνήμη των νεκρών μας» και όπου «θα δουλέψουμε για τον εξαγνισμό της ψυχής».

Η εντατικοποίηση του συμβολισμού που περιβάλλει το κόμμα, ιδιαίτερα την περίοδο του Starace ως γραμματέα, συνοδεύονταν από τη καλυμμένη στρατηγική του κόμματος για την αύξηση της ισχύος του μέσα στο κράτος. το 1932 ο Starace ήθελε να κάνει τη παρουσία του κόμματος την πνευματική καρδιά του καθεστώτος να ακούγεται πιο δυνατά, τρόπος του λέγειν, και διακήρυξε πως όλα τα κομματικά τμήματα έπρεπε να έχουν ένα «φασιστικό πύργο» με καμπάνες, που θα χτυπούσαν σε κάθε κομματική τελετή. Η φασιστική οργάνωση νεολαίας εξήγησε πως με το χτύπημα των καμπανών, μια παραδοσιακή δραστηριότητα που ήταν «τόσο μυστικιστική όσο και δημοφιλής την ίδια στιγμή», ο φασισμός ήθελε να επικαλεστεί μια θρησκευτική και πολιτική παράδοση αιώνων και ήθελε να κάνει πιο εκφραστικό «τον αυθεντικό και όλο και πιο έντονα θρησκευτικό του χαρακτήρα, ο οποίος ήταν αποτέλεσμα μιας αρρενωπής, Ρωμαϊκής εκπαίδευσης του πνεύματος, που μπορεί να συγχωνευθεί θαυμάσια με την ‘θεία’ θρησκεία».

Η πρόθεση να εκθειαστεί η λειτουργία του κόμματος μέσα από μια μορφή θρησκευτικού συμβολισμού μπορεί να εξακριβωθεί από ένα άλλο σημαντικό παράδειγμα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ένας εθνικός έρανος ξεκίνησε για το χτίσιμο του εθνικού αρχηγείου του PNF στη Ρώμη, η Casa Littoria. Μέσα από την οικονομική στήριξη του λαού, η Casa Littoria θα ενσάρκωνε «την ασύγκριτη ενέργεια που παρέχονταν από τη ψυχή του λαού στη Φασιστική Επανάσταση». Μια ζωηρή συζήτηση ξεκίνησε μεταξύ των μεγάλων Ιταλών αρχιτεκτόνων της περιόδου, και κυρίως για τη συμβολική λειτουργία του κομματικού αρχηγείου, ως «ο ναός που η νέα φασιστική νεολαία θα σφυρηλατηθεί». Τα σχέδια τους περιέγραφαν ένα τεράστιο κτίριο γραφείων, ένα «φασιστικό πύργο» με ένα «παρεκκλήσι για κομματικά λάβαρα» ένα «ιερό για τους μάρτυρες της φασιστικής επανάστασης», και ένα «τεράστιο ανοιχτό χώρο για τα μαζικά συλλαλητήρια της ιεραρχίας και τις κομματικές τελετές. Το σημείο που επιλέχθηκε για το κτίριο ήταν κοντά στο Foro Mussolini (τώρα το Ιταλικό υπουργείο εξωτερικών) επειδή, όπως εξηγούσε ένα επίσημο έντυπο, αντιπροσώπευε

«μια σημαντική φυσική συμφιλίωση μεταξύ του κέντρου από το οποίο το πνεύμα της φασιστικής ιδέας εξαπλώνεται, και το γυμνάσιο στο οποίο η νέα νεολαία της Ιταλίας θα ατσαλώσει τα σώματά της, ώστε να φέρει μεγαλύτερη δόξα στη Πατρίδα»

Ο συμβολικός εκθειασμός της χαρισματικής λειτουργίας του κόμματος δεν ήταν απλά ένα προσωπείο για να καλύψει την φιλοδοξία για εξουσία της ιεραρχίας. Στη πράξη, ήταν απόλυτα δικαιολογημένο από τα καθήκοντα που είχαν τεθεί στο κόμμα από τις πολιτικές του καθεστώτος, δηλαδή «η άμυνα και η ενίσχυση της Φασιστικής Επανάστασης», και «η πολιτική εκπαίδευση του ιταλικού λαού».

Ένα μεγάλο κομμάτι του εκπαιδευτικού ρόλου του κόμματος αποτελούνταν από μια ευρέως διαδεδομένη και συνεχόμενη προπαγανδιστική εκστρατεία της «πίστης», επικεντρωμένη γύρω από σύμβολα και τελετές, στοχεύοντας στην αύξηση και την εδραίωση της πίστης των μαζών στους φασιστικούς μύθους. Μόλις η ιδεολογία είχε μεταμορφωθεί σε δόγμα, η πολιτική συμμετοχή των μαζών έπρεπε να πάρει τη μορφή συλλογικής δημόσιας λατρείας. Πέρα από το να είναι μια πρόταση για την επίτευξη του πραγματιστικού τους στόχου της χειραγώγησης των μαζών, ήταν επίσης ευθυγραμμισμένο με την πρωτότυπη προσέγγιση των φασιστών προς τη πολιτική και τις μάζες.

Ο φασισμός απέρριπτε ξεκάθαρα τον ορθολογισμό, και εξυμνούσε τη μυθική σκέψη τόσο ως πνευματική συμπεριφορά όσο και ως μορφή πολιτικής συμπεριφοράς. Η πολιτική βασίζονταν στη πεποίθηση πως και το άτομά και οι μάζες κινητοποιούνταν από παράλογες και μυθικές σκέψεις. Όπως σημείωνε ένα βιβλίο πάνω στη φασιστική ιδέα, «Οι μάζες δεν μπορούν να αναγνωρίσουν ανεπαίσθητες διαφοροποιήσεις, χρειάζονται πνευματισμό, ευλάβεια, θρησκευτικές αρχές και τελετές». Ο φασισμός όμως αναγνώριζε επίσης πως η στήριξη των μαζών ήταν μια από τις κύριες δυνάμεις τη σύγχρονη πολιτική, και πως η ανάμειξή τους ήταν επίσης απαραίτητη για τη δημιουργία των βάσεων ενός νέου απολυταρχικού πολιτικού συστήματος. Ο στόχος όμως μιας τέτοιας ανάμειξης κατευθύνονταν αποκλειστικά προς ένα σχεδόν τυφλό κομφορμισμό, στον οποίο οι μάζες θα κινητοποιούνταν συνεχώς για να ακολουθούν τις εντολές του Duce  και του κόμματος

Στο σημείο αυτό είναι πλέον ξεκάθαρο γιατί ο φασισμός τοποθέτησε τόσο μεγάλη σημασία πάνω στη θρησκεία, και, ιδιαίτερα, γιατί είχε τόσο έντονη αφοσίωση προς τη δημιουργία του δικού του συστήματος πιστεύω και τελετών. Ο προσηλυτισμός των μαζών προς τους μύθους της «φασιστικής θρησκείας» θεωρούνταν από το φασισμό αναπόσπαστο στοιχείο στην εδραίωση της εξουσίας του. Κατά συνέπεια, ο φασισμός πίστευε, πως μόνο με την κοινωνικοποίηση του δικού του συστήματος πιστεύω, τελετών και συμβόλων, ότι μπορούσε να κερδίσει ενεργητική και μακροπρόθεσμη μαζική υποστήριξη. Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο φασισμός σκόπευε να ενσωματώσει και να «εθνικοποιήσει» τις μάζες μέσα στις δομές ενός νέου απολυταρχικού κράτους, μεταμορφώνοντας τες σε μια οργανωμένη ηθική κοινότητα υπό την ηγεσία μιας ιεραρχίας, εμπνευσμένη από μια απεριόριστη πίστη στους μύθους του φασισμού, που μεταφέρονταν προς αυτούς μέσα από οργανώσεις, σύμβολα και τελετές.

Κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως οι αρχιερείς του φασισμού, όταν συζητούσαν τα συλλογικά τους τελετουργικά, ήταν επηρεασμένοι από τον Gustave Le Bon, ένα συγγραφέα που διάβαζε συχνά ο Mussolini, και που έγραψε: «Ένα θρησκευτικό ή πολιτικό πιστεύω βασίζεται στη πίστη, αλλά δεν μπορεί να διαρκέσει δίχως τελετές και σύμβολα». Στη πράξη, από τις πρώιμες καταβολές του κινήματος, η δημόσια λατρεία ήταν ένα ουσιαστικό συστατικό της πολιτικής του φασισμού προς τις μάζες. Ακόμη και αν δεν υπήρχε κανένας τελετάρχης, όπως ο Jacques-Louis David στη Γαλλική Επανάσταση, στη φασιστική επανάσταση, οι ίδιοι οι φασίστες είχαν συνείδηση της σπουδαιότητα των τελετών και των συμβόλων στη σύγχρονη μαζική πολιτική. Το 1922, η εφημερίδα του Mussolini Gerarchia δήλωνε πως η χορογραφία και η τελετή ήταν σημαντική για την ενθάρρυνση του ζήλου των μαζών. Λέγονταν πως ήταν απαραίτητο να συνεχιστεί η παράδοση της Γαλλικής Επανάστασης: «Κατά τη Γαλλική Επανάσταση, η ενθάρρυνση και η έξαψη των μαζών αντικατοπτρίζονταν σε γραφικές κοσμικές τελετές. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει στις φασιστικές γραμμές σήμερα». Το 1927, ο Maurizio Maraviglia, ηγέτης του PNF, έγραψε πως μια επανάσταση μπορούσε να αναγνωριστεί επίσης «από την ισχύ των συμβόλων της και την ομορφιά των τελετών της».

Σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του καθεστώτος, το κόμμα επέδειξε μια σχεδόν εμονική φροντίδα στην προετοιμασία των τελετών, τις οποίες και ο Mussolini πίστευε πως ήταν καίριο σημείο στη μαζική πολιτική. Σύμφωνα με το Mussolini, κάθε επανάσταση έπρεπε να δημιουργήσει νέες τελετές και σύμβολα ώστε να δώσει στις μάζες ένα είδος ενθουσιασμού και τάξης, αν και παλιές παραδόσεις μπορούν επίσης να ανανεωθούν και να χρησιμοποιηθούν. Η μαζική πολιτική έπρεπε να ενώσει μυστικιστικά και πολιτικά στοιχεία, ενώ παράλληλα διέθετε ένα «χαρμόσυνο στοιχείο»: «Ο ρωμαϊκός χαιρετισμός, όλα τα τραγούδια, η ημερομηνίες και επέτειοι, είναι αναπόσπαστα στη διατήρηση του πάθους ενός κινήματος».

O Herbert Schneider όρισε αυτές τις τελετές ως «τη νέα φασιστική τέχνη των κοσμικών εορτασμών». Αν και η χρήση τελετουργιών απείχε από το να είναι άγνωστη σε άλλα πολιτικά κινήματα, κανένα από αυτά δεν προσπάθησε να δώσει στη δημόσια λατρεία τέτοια μεθοδική ανάπτυξη ή μαζική διάσταση όπως συνέβη υπό το φασισμό, που έγινε ως αποτέλεσμα της κουλτούρας του, που είχε ισχυρή προδιάθεση προς τους μύθους και τις τελετές. Ο φασισμός όμως δεν ασχολούνταν με την αυθεντικότητα των υλικών που χρησιμοποιούσε στη κατασκευή του δικού του συμβολικού κόσμου, μόνο με την προσαρμοστικότητα τους με τους όρους της παρουσίασης του μύθου. Πήραν τα σύμβολα και τις τελετές άλλων κινημάτων δίχως ντροπή και τα ενσωμάτωσαν στα δικά τους. η πλειονότητα των φασιστικών τελετών αναπτύχθηκαν αυθόρμητα κατά τη πρώιμη περίοδο βίας του φασισμού, και αργότερα θεσμοθετήθηκαν από το καθεστώς, όπως συνέβη με τις τελετές ορκωμοσίας, την ιεροποίηση και την λατρεία των λαβάρων, και πάνω από όλα με τη λατρεία των πεσόντων μαρτύρων του φασισμού.

Τις πρώτες μέρες των ταγμάτων εφόδου (squadrismo) το κίνημα ήταν ιδιαίτερα ικανό στην παρουσίαση της αντισοσιαλιστικής του επίθεσης ως «πολέμου των συμβόλων», μέσα από τη καταστροφή των κόκκινων σημαιών, και την επιβολή δημόσιας απόδοσης τιμών στην εθνική σημαία και στα σύμβολα του φασισμού. Για παράδειγμα, η ευλογιά του gagliardetto, που ήταν το λάβαρο των «ταγμάτων», είχε υιοθετηθεί αρχικά ως μια συμβολική τελετή μετάνοιας της κοινότητας, φερμένη πίσω στην εθνική πίστη, μετά από την κατάκτηση μιας περιοχής που κυριαρχούνταν ως τότε από σοσιαλιστές. Το όργανο του κινήματος έγραφε το 1921 πως με αυτή τη τελετή, οι άνθρωποι «ανακάλυπταν ξανά την συνείδηση τους, και έβαζαν τους εαυτούς τους ξανά στο μονοπάτι που χαράχτηκε από την ιστορία, και από το πεπρωμένο ενός αιώνιου παρελθόντος».

Πριν όμως από την κατάληψη της εξουσίας, όλες οι φασιστικές τελετές ήταν συμβολικές αναπαραστάσεις της «αναγέννησης» του έθνους, που είχε εξαγνιστεί μέσα από το αίμα των ηρώων πολέμου του και μέσω των φασιστών μαρτύρων, και έτσι οδηγήθηκε ξανά πίσω σε μια πνευματική ενότητα που ξεπερνούσε τις ταξικές διαιρέσεις. Όπως έγραφε η Il Popolo dItalia το 1922: «Οι φασιστικές πορείες ήταν παρόμοιες με τη τελετή των Ανοιξιάτικων Θυσιών, ήταν ο ερχομός μιας θέλησης, ενός τραγουδιού, μιας πνευματικής ενότητας». Η ηρωποίηση μιας «αίσθησης κοινότητας» ήταν σταθερό μοτίβο στις φασιστικές τελετές, και κυρίως στις κηδείες συντρόφων που είχαν σκοτωθεί, και από την αρχή ήταν η πιο αυστηρή τελετή από όλες. Το αποκορύφωμα της τελετής όταν τα ονόματα των νεκρών διαβάζονταν δυνατά, στο οποίο όλοι οι παρόντες απαντούσαν «παρών». Με το τρόπο αυτό, οι κηδείες μετατρέπονταν σε «τελετές ζωής»: «Η ζωή προέρχεται πάντα από το θάνατο, η μνήμη του ατόμου μεταδίδεται για πάντα μέσα στην αθάνατη ψυχή του Έθνους». Οι τελετές αυτές αποσκοπούσαν στην έκφραση του ισχυρού δεσμού μεταξύ των ζωντανών και των νεκρών μέσα από τη φασιστική κοινότητα, που συνδέονταν από την αιώνια ζωντάνια της πίστης.

Η λατρεία των μαρτύρων επίσης έπαιζε ισχυρό ρόλο στη φασιστική λατρεία κατά τη διάρκεια της ζωής του καθεστώτος. Ο αναπληρωτής γραμματέας του κόμματος έγραψε το 1936 πως στο palazzo Littorio (αρχηγείο) που στέγαζε την εθνική γραμματεία του κόμματος, υπήρχε ένα «παρεκκλήσι» όπου «καίει μια φλόγα που δεν θα σβήσει ποτέ. Άναψε από τον Duce, από τον πυρσό που του δόθηκε από ένα μέλος της φασιστικής νεολαίας». Η φλόγα φώτιζε την κύρια εντολή της φασιστικής θρησκείας: «πίστευε, υπάκουε, πολέμα».

Υπήρχε ένας βωμός σε κάθε κομματικό παράρτημα, όπου φυλάσσονταν το λάβαρο, και που η μνήμη «του αίματος των μαρτύρων» τιμώνταν. Ένα βιβλίο που εκδόθηκε το 1941, αφιερωμένο στους «φασίστες μάρτυρες», επαναβεβαίωσε τη χαρισματική σπουδαιότητα της λατρείας των πεσόντων: «Οι Πεσόντες μας, μέσα από τη θυσία τους, επιβεβαίωσαν την ιερότητα της Επανάστασης των Μελανοχιτώνων, των κατακτήσεων του και του μέλλοντος του». Όπως με κάθε θρησκεία, ο φασισμός προσπάθησε να δώσει μια απάντηση στο πρόβλημα του θανάτου μέσα από την εξύψωση του συναισθήματος κοινότητας, που ενσωμάτωνε το άτομο στην συλλογικότητα. Όποιος πέθαινε πιστεύοντας στο φασισμό γίνονταν κομμάτι του μυθικού του κόσμου και έτσι αποκτούσε αθανασία στα μάτια της συλλογικής μνήμης του κινήματος, που περιοδικά ανανεώνονταν σε γιορτές.

Η διαλεκτική μεταξύ μύθων, συμβόλων και τελετών ήταν η ουσιαστική δομή της «φασιστικής θρησκείας». Η υιοθέτηση της μυθικής σκέψης εντάσσονταν πλήρως στους όρους της «θρησκευτικής» του αντίληψης της πολιτικής και του κράτους. Αν και ο συμβολικός κόσμος του φασισμού ήταν γεμάτους από αναρίθμητους μύθους, κατά μια άποψη ήταν απλά επακόλουθα του κυρίαρχου μύθου του «νέου κράτους» ως έκφρασης ενός «νέου πολιτισμού».

Από τις απαρχές του κινήματος, οι κύριες δημόσιες τελετές του φασισμού δεν οργανώνονταν μόνο για να δώσει μια αισθητική υπενθύμιση της ισχύος του, αλλά και για να παρουσιάσει συμβολικά το μύθο του νέου φασιστικού κράτους, που ένωνε διαφορετικές τάξεις και γενιές στη λατρεία του έθνους. Ένα τυπικό παράδειγμα αυτής της τάσης είναι η ακόλουθη περιγραφή μιας φασιστικής παρέλασης το 1921, παρμένη από την Il Popolo dItalia:

«Αυτή η νέα συνείδηση, η νέα αρρενωπή και πολεμική περηφάνεια που, χάρη στο φασισμό, έχει επαναφέρει την ρωμαϊκή παράδοση. Εδώ μπροστά μας παρελαύνουν τα φασιστικά τάγματα: και εδώ, σε τέλεια τάξη, μπορούμε να δούμε τις πιο όμορφες, ευγενείς και γενναιόδωρες πτυχές του λαού μας. Έξυπνα και ζωντανά εφηβικά πρόσωπα παρελαύνουν  δίπλα από ώριμους άνδρες των οποίων τα πρόσωπα μαρτυρούν τη κούραση που επιβάλει η ταχύτητα της παρέλασης, εργάτες και υπάλληλοι με ταπεινά ρούχα… άνθρωποι που πολέμησαν με κάθε είδους όπλο και σε κάθε μέτωπο, που με πάθος επιδεικνύουν τα παράσημα τους, και που παρελαύνουν με την ίδια περηφάνεια όπως όταν εγκατέλειψαν τα χαρακώματα για να τιμήσουν τους νεκρούς και να γιορτάσουν τις νίκες, και για να αποκαταστήσουν το πνεύμα τους με τη μνήμη των ηρώων και των μαρτύρων, και για να προετοιμάσουν τους εαυτούς τους για νέες δόξες και νίκες».

Ο εορτασμός των νέων «ιερών γιορτών» που καθιέρωσε το καθεστώς, όπως ο εορτασμός της «γέννησης της Ρώμης» ή της ίδρυσης του φασιστικού κινήματος, ήταν κυρίως μια απεικόνιση της φασιστικής μυθολογίας, που εκτείνονταν από την ανάμνηση του ρωμαϊκού μεγαλείου μέχρι από τη «αναγέννηση» του έθνους, επιτεύχθηκε με την παρέμβαση του πολέμου και της ίδιας της φασιστικής επανάστασης.

Πέρα από το μύθο γύρω από το Mussolini, ο μύθος της Ρώμης ήταν ίσως το πιο επίμονο μυθολογικό πιστεύω σε ολόκληρο το συμβολικό σύμπαν του φασισμού. Δεν ήταν τυχαίο που η πρώτη δημόσια γιορτή που καθιερώθηκε από το φασισμό το 1921 ήταν η «γέννηση της Ρώμης», που γιορτάζονταν με επισημότητα ως φασιστική ημέρα εργασίας, σε αντίθεση με την Πρωτομαγιά των εργατών. Όταν η «γέννηση της Ρώμης» εορτάστηκε για πρώτη φορά, ο Mussolini αποθέωσε τη romanitá ως ένα μύθο που έπρεπε να εμπνέει το φασισμό: «Η Ρώμη είναι το άστρο που μας οδηγεί, είναι το σύμβολό μας – ή αν προτιμάτε, ο μύθος μας». Μερικά χρόνια αργότερα, ο Mussolini εξηγούσε στον Emil Ludwig πως λειτουργούσε ο μύθος του με τους όρους της φασιστικής πολιτικής: «Όλη η πρακτική της Λατινικής αρετής είναι εδώ μπροστά μου. Αντιπροσωπεύει μια κληρονομιά που προσπαθώ να αξιοποιήσω, και η φύση της δεν αλλάζει ποτέ. Είναι εκεί έξω, αιώνια – Ρώμη».

Στη φασιστική θρησκεία, η Ρώμη αντιπροσώπευε ένα αρχετυπικό μοντέλο. Με τα λείψανα των κλασικών μνημείων, η Ρώμη έγινε ιερή περιοχή, προκαθορισμένο από το πεπρωμένο, στο οποίο το μεγαλείο του «Λατινικού πνεύματος» είχε αρχικά αναδυθεί, δίνοντας έτσι στο ρωμαϊκό έδαφος ένα αιώνιο ιερό πνεύμα, μια ανεξάντλητη πηγή ενέργειας για οποιονδήποτε έρχονταν σε στενή επαφή με αυτό, πράγματι ο Mussolini είπε κάποτε πως το ιστορικό έδαφος της Ρώμης είχε μια «μαγική δύναμη». Για το φασισμό, η ανακάλυψη και η αποκατάσταση των Ρωμαϊκών ερειπίων ήταν κυρίως «συμβολική αρχαιολογία», εμπνευσμένη από μια μυθική έλξη προς ένα «ιερό κέντρο» και μια επιθυμία με τη «μαγική δύναμη» του. Οι φασίστες επίσης αντιμετώπιζαν τον εορτασμό της «γέννησης της Ρώμης» ως τελετή μυήσεως, με σκοπό να εξοικειώσει τους υπό μύηση με τη romanitá. Η τελετή αυτή ήταν εμπνευσμένη και από «μια ‘θεϊκή θέληση’, από μια αυτοκρατορική και πανίσχυρη θέληση», μέσα από την οποία «ο νέος Ιταλός ξανασυνδέεται πνευματικά με την αρχαία Ρώμη».

Μόλις ο μύθος του «νέου Ιταλού» συνδέθηκε με το μύθο της Ρώμης, πήρε θρησκευτικό νόημα: ήταν το σύμβολο της μετάνοιας του ιταλικού λαού, και της αναγέννησης τους ως πνευματικοί διάδοχοι των αρχαίων Ρωμαίων, αναζωογονημένοι από τη κοινή πίστη και, όπως ακριβώς οι προπάτορές τους, πρόθυμοι να αψηφήσουν τη μοίρα και να δημιουργήσουν ένα «νέο πολιτισμό». Στη φασιστική μυθολογία η ρωμαϊκή εποχή ήταν η «εποχή της γέννησης», και τοποθετούνταν στην αρχή της μυθικής παρουσίασης της ιταλικής ιστορίας, όταν οι Ιταλοί δημιούργησαν για πρώτη φορά μια ιερή παράδοση. Στην παρουσίαση αυτή η σύντομη ιστορία του ίδιου του φασισμού ήταν ήδη θρυλική, καθώς τοποθετούνταν σε μια ιστορία αιώνων που άρχισε με την ίδια τη Ρώμη, και κορυφώνονταν με το Μεγάλο Πόλεμο και την άνοδο του φασισμού στην εξουσία, πριν προβληθεί σε ένα εξίσου μυθικό μέλλον μεγαλείου και δύναμης.

Για να υπενθυμίζει συνεχώς στους ανθρώπους αυτή τη μυθολογία, το καθεστώς είχε ένα ολόκληρο ημερολόγιο εορτών, στο οποίο σπουδαία γεγονότα της ιερής ιστορίας του φασισμού, όπως η γέννηση της Ρώμης και τα διάφορα στάδια της φασιστικής επανάστασης, επιδεικνύονταν μέσα από μια σειρά τελετουργικών εορτασμών. Για παράδειγμα, η ίδρυση του φασιστικού κινήματος γιορτάζονταν δημόσια ως η αρχή μια νέα εποχή στην ιστορία της Ιταλίας και του κόσμου. Η 28η Οκτωβρίου, η επέτειος της «Πορείας στη Ρώμη», ήταν η μέρα που επίσημα χώριζε τη μια χρονιά της «φασιστικής εποχής» από την άλλη.

Το πιο ενδιαφέρον αισθητικά παράδειγμα της «ιερής ιστορίας» που εφηύρε ο φασισμός, οργανώθηκε στη δέκατη επέτειο της «επανάστασης». Η «Έκθεση της φασιστικής επανάστασης» άνοιξε στη Ρώμη το 1932, και βρήκε τους σπουδαιότερους Ιταλούς καλλιτέχνες της περιόδου να συνεργάζονται, όπως ο Prampolini και ο Sironi. Ο επισκέπτης μπορούσε να ζήσει ξανά τα ηρωικά κατορθώματα των Μελανοχιτώνων μέσα από μια σειρά από συμβολικές εικόνες, που κυριαρχούνταν από την πανταχού παρούσα εικόνα του duce. Υπήρχε ένα Πάνθεο για τους ήρωες του πολέμου και τους φασίστες μάρτυρες, και μια ολόκληρη αίθουσα αφιερωμένη στο ζωντανό θρύλο, τον duce. Το ιδεαλιστικό επίκεντρο όμως της έκθεσης ήταν το «ιερό των Μαρτύρων» μια κρύπτη που περιείχε ένα «βωμό θυσίας», «ένα ιερό σύμβολο της ικανότητας της φυλής για αυτοθυσία», όπως εξηγούσε ο κατάλογος της έκθεσης. Ορίζονταν με κάθε σοβαρότητα ως ο «Ναός της Επανάστασης», όπου η «υλοποίηση του μύθου λάμβανε χώρα».

Όπως με όλες τις πολιτικές θρησκείες, ο φασισμός ήθελε να αφήσει ίχνη του δικού του πολιτισμού για την αιωνιότητα μέσα από τη κατασκευή μνημείων. Ο Mario Sironi δήλωσε πως το χτίσιμο φασιστικών μνημείων έπρεπε να εκφράζει πάνω από όλα «την εμφάνιση και την ορατή αίσθηση της πίστης του, της εξουσίας, της έκτασης και της δύναμης». Ο φασισμός εμπιστεύτηκε την υλοποίηση του μύθου του στον αρχιτεκτονικό κόσμο. Όπως υπογράμμισε ένας θεωρητικός του PNF, όσον αφορά την επιλογή του πιο κατάλληλου αρχιτεκτονικού στυλ που θα αντιπροσώπευε τον «φασιστικό πολιτισμό», θα έπρεπε να υπάρχει για «’μακροχρόνια’ αρχιτεκτονική, στην οποία πρέπει να δίνεται έμφαση στη πέτρα και τη λειτουργία του μνημείου», επειδή «όσον αφορά την μνημειακή αρχιτεκτονική, δηλαδή τα κτίρια αντέχουν για αιώνες, είναι σύμβολα για την μονιμότητα του κράτους». Τα μνημεία, και η αρχιτεκτονική γενικά, έτσι, είχαν μια ιδιαίτερα συμβολική σημασία, και μέσα την ίδια τους τη παρουσία είχαν σκοπό να συνεισφέρουν, όπως και με τη περίπτωση της δημόσιας λατρείας, στην διαιώνιση της φασιστικής μυθολογίας στην συνείδηση του ιταλικού λαού.

Το πιο σημαντικό αρχιτεκτονικό παράδειγμα της φασιστικής μυθολογίας  ήταν η Παγκόσμια Έκθεση, που προγραμματίζονταν να ανοίξει το 1942.  Το EUR 42ήταν το μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο αρχιτεκτονικό σχέδιο του φασισμού, ένα μνημείο προορισμένο να καταγράψει την «εποχή του Mussolini» για τους επόμενους αιώνες. Ολόκληρο το σχέδιο είχε συλληφθεί ως αντιπροσώπευση του μύθου του «νέου πολιτισμού». Σχεδιάζονταν να γίνει μια πόλη, και το σχέδιο που είχε ξεδιπλωθεί ήταν γεμάτο από συμβολικά μνημεία γιορτάζοντας τη δόξα του «Ιταλικού πολιτισμού». Θα ήταν ένα «θέατρο υπέροχης αρχιτεκτονικής, δημιουργημένο με την επίκληση… μιας αποτελεσματικής έκφρασης, σε πρωτοφανείς διαστάσεις, ενός μαγικού ρεαλισμού». Το βασικό κτίριο θα ήταν το «Παλάτι του Ιταλικού πολιτισμού», καθώς ο εορτασμός του μεγαλείου του ιταλικού λαού θα έδινε στο κτίριο «μια ιερή ποιότητα: κάνοντάς το σχεδόν Ναό της Φυλής». Ένα επιβλητικό «Ιερό» σχεδιάζονταν επίσης ως ένα από τα συμβολικά μνημεία της έκθεσης του PNF, αφιερωμένο στην «αποθέωση και τον εορτασμό της νέας τάξης που δημιουργούσε ο φασισμός». Θα ήταν στο ίδιο πνεύμα με το Βωμό της Αυγούστειας Ειρήνης (Ara pacis), και το ανάγλυφό του θα εξυμνούσε τη νίκη του φασισμού και «την αρχή μιας νέας Εποχής» μέσα από το ιερό, που θα τοποθετούνταν κάτω από μια γιγαντιαία φωτισμένη μεταλλική αψίδα, ένα ισχυρό φως θα πρόβαλλε, μια τεράστια ακτίνα φωτός στον Ρωμαϊκό ουρανό».

Το φως ήταν ακόμη ένα σημαντικό συστατικό της συμβολικής αρχιτεκτονικής του EUR. Ήταν το ακτινοβόλο σύμβολο του «νέου φασιστικού πολιτισμού», η ανακοίνωση μιας νέας εποχής της ανθρωπότητας. Η λευκή αρχιτεκτονική του EUR, που συμβόλιζε το θρίαμβο του Μεσογειακού ήλιου, είχε σκοπό να εκπροσωπήσει τη φασιστική νίκη πάνω στο πεπρωμένο στους μελλοντικούς αιώνες, σχεδιασμένο όπως ήταν στο στυλ του «νέου πολιτισμού».

Το «πεπρωμένο» ήταν ακόμη ένα σημαντικό κομμάτι του συμβολικού κόσμου του φασισμού. Μέσα στο πλαίσιο μιας «εθνικής θρησκείας», έμοιαζε να κάνει επίκληση ένα είδος αόριστης θεότητας, ανώτερο ιστορικών γεγονότων, που περιοδικά  δοκίμαζε την ικανότητα του λαού να αφήσει το σημάδι του στην ιστορία μέσω της δημιουργίας ενός νέου πολιτισμού. Για το φασισμό, η ιστορία ήταν μια συνεχής πάλη μεταξύ του πεπρωμένου και της δύναμης της θέλησης, ένας αγώνας που σημάδευε την κυκλική άνοδο και πτώση των πολιτισμών. Ήταν μια απρόβλεπτη και ιδιότροπη θεότητα, αλλά σε εξαιρετικές συνθήκες η δύναμη της θέλησης μπορούσε να νικήσει το πεπρωμένο και να γίνει πανίσχυρη. Είναι πιθανό πως ο Mussolini είχε πεισθεί πως είχε το χάρισμα να «δει το δικό του αιώνα», και πως ζούσε σε ένα σημείο καμπής, όταν η μοίρα πρόσφερε την δυνατότητα για την αψήφιση της ιστορίας. Αφού είχαν υποβληθεί σε πολλούς αιώνες παρακμής, ο ιταλικός λαός είχε την ευκαιρία να δημιουργήσει ένα νέο πολιτισμό, αλλά μόνο η απόλυτη υποταγή στην ηγεσία του duce, και πίστη στη φασιστική θρησκεία, θα δώσει τη δυνατότητα στου Ιταλούς την πνευματική δύναμη που ήταν απαραίτητη για να ανταπεξέλθουν στη δοκιμασία. Οι «νέοι Ιταλοί», οι φασίστες, ήταν προορισμένοι να γίνουν οι σύγχρονοι Ρωμαίοι, οι δημιουργεί ενός νέου κράτους.

Ουσιαστικά η κατασκευή μιας φασιστικής θρησκείας, επικεντρωμένη στην αγιοποίηση του κράτους, μοιάζει να είναι μια απόπειρα επίκλησης – ώστε να νομιμοποιήσει το φασιστικό καθεστώς – την ιερή φύση του ρωμαϊκού αρχετύπου ως «μια έκφραση ηθικής-θρησκευτικής αντίληψης, στην οποία οι ουσιαστικοί λόγοι πίσω από την ύπαρξη και τη δύναμη του κράτους προβάλλονται ως σύμβολα πίστης. Υπό την έννοια αυτή, μέσα στα ουσιαστικά περιεχόμενα και τις τελετουργικές και συμβολικές φόρμες της φασιστικής θρησκείας, κάποιος μπορεί να αναγνωρίσει όχι μόνο τα χαρακτηριστικά του μοντέλου της πολιτικής θρησκείας του Apter, αλλά πιο ιδιαίτερα, τα μοντέλα «κρατισμού» του Liebman και του Don-Yehiya.

Η κοινωνικοποίηση  της φασιστικής θρησκείας, μέσα από την αγιοποίηση του κράτους, στόχευε στη επίσπευση της διαδικασίας της «εθνικοποίησης» και την ενσωμάτωση των μαζών μέσα στο κράτος:

«Ο άνθρωπος αγγίζει τις υψηλότερες ηθικές του αξίες της ζωής του μέσα στο κράτος, και ως τέτοιος υπερβαίνει όλα όσα είναι ατομικά: τις προσωπικές προτιμήσεις και ενδιαφέροντα, ακόμη και την ίδια τη ζωή αν χρειαστεί. Μέσα στο κράτος μπορούμε να παρατηρήσουμε τη δημιουργία των ανώτερων πνευματικών αξιών: μια αιώνια συνέχεια, ένα ηθικό μεγαλείο, μια αποστολή δημόσιας και προσωπικής εκπαίδευσης».

Ολόκληρος ο συμβολικός κόσμος του φασισμού, παρόλο που ήταν μια θεσμική ιδεολογία που στόχευε στην κοινωνικοποίηση του δικού του «ιερού κόσμου» και να ενσταλάξει μέσα στις μάζες μια «θρησκευτική αντίληψη του κράτους», ξεκάθαρα ανταγωνίζονταν την παραδοσιακή θρησκεία στην διεκδίκηση του δικού του δικαιώματός για τον ορισμό του απόλυτου σκοπού της ζωής. Ο φασισμός δίδασκε τα παιδιά πως «ο πραγματικός παράδεισος είναι εκεί που ακολουθείς τη θέληση του Θεού, αλλά μπορείς να τον αισθανθείς μέσα από τη θέληση του κράτους».

Από τα παιδικά τους χρόνια, η ιδέα του κράτους έπρεπε να πλάσει τους άνδρες και τις γυναίκες «με την υποβολή ενός μύθου, ο οποίος, αργότερα στη ζωή, παίρνει τη μορφή πολιτικής πειθαρχίας και ενός ενεργού στρατού». Με το τρόπο αυτό, ο duce ήλπιζε να αναγεννήσει το χαρακτήρα των Ιταλών, και να δημιουργήσει μια φυλή «σύγχρονων Ρωμαίων» που θα ήταν σε θέση να πετύχουν στην αψήφιση του πεπρωμένου:

«Αν τα καταφέρω, και αν ο Φασισμός τα καταφέρει, στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των Ιταλών με το τρόπο που πιστεύω πως είναι ο κατάλληλος, τότε να είστε σίγουροι πως όταν το τιμόνι της μοίρας έρθει κοντά στα χέρια μας θα είμαστε έτοιμοι να το αρπάξουμε και να το στρέψουμε κατά τη βούληση μας»

Κάποιος μπορεί να συνοψίσει μέσα από αυτή τη παράλογη προσπάθεια, τη σημασία και τη λειτουργία που ο φασισμός έδωσε στη θρησκευτική σφαίρα μέσα στην πολιτική του στρατηγική συνολικά. Η φασιστική θρησκεία, όπως πολλές άλλες θεσμικές ιδεολογίες αυτού του αιώνα, δεν κατόρθωσε να πετύχει το σκοπό του. Ωστόσο, η ιστορική σπουδαιότητα αυτής της προσπάθειας είναι ακόμη επίκαιρη, όσον αφορά την ανάλυση της «αγιοποίησης της πολιτικής» στη σύγχρονη εποχή. Στο τέλος, ο φασισμός ήταν το πρώτο ολοκληρωτικό εθνικιστικό κίνημα αυτού του αιώνα που χρησιμοποίησε την εξουσία ενός σύγχρονου κράτους σε μια προσπάθεια για αναθρέψει εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες στη λατρεία του έθνους και του κράτους σαν να είναι οι υπέρτατες και απόλυτες αξίες.

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s