Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Signs Vol. 8 No. 3 (Άνοιξη 1983). Η Gisela Bock είναι ακτιβίστρια και καθηγήτρια ιστορίας, έχει διδάξει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, το Πανεπιστήμιο του Μπίλεφελντ και στο EUI. Είναι από τις θεμελιώτριες του κλάδου της γυναικείας και έμφυλης ιστορίας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

«Αξία» και «Αναπηρία»: Οι γυναίκες στη παράδοση της φυλετικής υγιεινής

Στα τέλη του δέκατου ενάτου αιώνα, προέκυψε μια θεωρία  για τη πιθανότητα, ακόμη και ανάγκη, για «ευγονική», «φυλετική υγειονομική» ή «κοινωνική υγειονομική» στείρωση, που ισχυρίζονταν πως εκείνοι που θεωρούνταν φορείς «κληρονομικών» μορφών κατωτερότητας (erbliche Minderwertigkeit) θα έπρεπε να αποτρέπονται από το να αποκτούν παιδιά. Στερούμενοι πιθανότατα κοινωνικής αξίας και χρησιμότητας, αυτοί και οι απόγονοί τους αντιμετωπίζονταν ως μη χρήσιμοι για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του λαού ή του «σώματος της φυλής». Ως το τέλος του Πρώτους Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η γερμανική ισχύς και σταθερότητα ήταν στα χαμηλότερα της, τέτοιες στειρώσεις προτείνονταν ευρέως και με ενθουσιασμό ως λύση σε επείγοντα κοινωνικά προβλήματα: αδράνεια, άγνοια και τεμπελιά στο εργατικό δυναμικό, αποκλίνουσα σεξουαλική συμπεριφορά περιλαμβανόμενων της πορνείας και γεννήσεων εκτός γάμου, τον αυξανόμενο αριθμό ασθενών και ψυχικών ασθενών, τη φτώχια και τα αυξανόμενα κόστη κοινωνικών υπηρεσιών. Οι προτροπές για στειρώσεις έρχονταν από στοιχεία της δεξιάς και της αριστεράς, από άνδρες και γυναίκες, από εκείνους που έτειναν προς θεωρίες κληρονομικότητα και από εκείνους με πιο περιβαλλοντικό προσανατολισμό.

Αυτός ο τύπος αιτιολόγησης, με όλη την διακριτική επίκληση σε αφελή πίστη στη σύγχρονη επιστήμη, κοινωνικό ορθολογισμό και σχεδιασμό έχει ονομαστεί «επιστημονικός ρατσισμός», υπερβαίνει τον πιο παραδοσιακό και πιο «ενστικτώδη ρατσισμό». Βασισμένος σε ένα δίπολο «προόδου» και «εκφυλισμού», τα κριτήρια του για κατωτερότητα είχαν στο πυρήνα τους αντιλήψεις «αξίας» και «αχρηστίας» (wert και unwert, minderwertigkeit και höherwertigkeit) που σχετίζονταν με το κοινωνικό ή φυλετικό «σώμα» και τη παραγωγικότητα του. Η χρήση ευγονικής στέίρωσης είχε στόχο να ελέγξει την αναπαραγωγή και, με τον ορισμό και την προγραφή του απαράδεκτου αντιθέτου του, να επιβάλει ένα συγκεκριμένο αποδεκτό χαρακτήρα στις γυναίκες και τους άνδρες: τον σκληρά εργαζόμενο κουβαλητή άνδρα, την σκληρά εργαζόμενη αλλά άμισθη γυναίκα του, και παιδιά που δεν ήταν οικονομικό βάρος σε κανένα παρά μόνο στους γονείς τους. αυτή ήταν η «πολύτιμη ζωή» ως ορισμένη προς το φύλο εργασία και παραγωγικότητα, όπως περιγράφεται σε κοινωνικούς, ιατρικούς και ψυχιατρικούς όρους. Ή, στην πιο διανθισμένη γλώσσα των ρατσιστών από ένστικτο: «Με γερμανικό αίμα, όντα της βόρειας φυλής, όρθια σε σώμα και ψυχή».

Ποια ήταν τα κοινωνικά κίνητρα πίσω από αυτές τις πολιτικές και την ευρεία αποδοχή τους; Το σημαντικότερο και πιο απειλητικό φάντασμα για τη «φυλή» δεν εντοπίζονταν μόνο στο γυναικείο κίνημα και στις εξεγέρσεις των κατώτερων τάξεων  μεταξύ των τέλους του προηγούμενου αιώνα και ως το 1920, αλλά ένα φαινόμενο που έμοιαζε να περιλαμβάνει και τα δύο: η άνιση αναπαραγωγή των «ταλαντούχων» και των «ατάλαντων», των «ικανών» και των «ανίκανων», των πλούσιων και των φτωχών, των άξιων και των ανάξιων φτωχών, εκείνων με κοινωνική αξία και της «κοινωνικά προβληματικής ομάδας». Οι εύποροι, οι ικανοί, εκείνοι που σκέφτονταν λογικά, οι έχοντες ανοδική πορεία, εκείνοι που κυνηγούσαν ή ανταγωνίζονταν για σκληρή και τίμια δουλειά, και γυναίκες που αναζητούσαν τη χειραφέτηση περιόριζαν όλοι τον αριθμό των παιδιών τους. Η μείωση του γερμανικού ρυθμού γεννήσεων μετά τα 1870, φτάνοντας το παγκόσμιο χαμηλότερο το 1932 και αντιμετωπίζονταν ως «απεργία γεννήσεων» μετά το 1912, αποδίδονταν κυρίως στις γυναίκες. Από την άλλη, οι πνευματικά και οικονομικά φτωχοί και οι ταραξίες αντιμετωπίζονταν σαν να συνουσιάζονται και να αναπαράγονται ασταμάτητα, σαν σε «χορό μαγισσών», μεταδίδοντας στους απογόνους τους με το μηχανισμό που ονομάζονταν κληρονομικότητα την φτώχια και την ταραχοποιό ιδιότητα τους και την αναζήτηση εισοδήματος από ταμεία κοινωνικής πρόνοιας.

Όποια και αν μπορεί να είναι η ιστορική πραγματικότητα αυτου του «διαφορετικού ρυθμού γεννήσεων», η κοινωνική του ερμηνεία κατέληξε να είναι η δίκοπη ουσία αυτού που ορίστηκε ως «φυλετικός εκφυλισμός» ή «φυλετική αυτοκτονία». Το πρόβλημα πήγαζε από τις γυναίκες, λίγο ή πολύ σχετιζόμενες με το γυναικείο κίνημα, που προτιμούσαν λιγότερα παιδιά από τις μητέρες τους, και από γυναίκες ή ζευγάρια που μεγάλωναν τα παιδιά τους αντίθετα από τους κυρίαρχους κανόνες και εις βάρος της κοινότητας και του κράτους. Η προτεινόμενη λύση  ήταν η αντιστροφή και των δυο τάσεων: να παρακινήσουν τους «ανώτερους» να κάνουν περισσότερα παιδιά και του «κατώτερους» να κάνουν λιγότερα ή κανένα. Ο πρώτος στόχος θα επιτυγχάνονταν μέσω της ενισχυσης δημόσιου ενδιαφέροντος όπως και μέσω οικονομικών και κοινωνικών κινήτρων, ο δεύτερος μέσω στείρωσης, ή, πιο γενικά, την «ευγονική» χρήση εκείνων μόνο των μέσων με τα οποία κάποιες γυναίκες ή ζευγάρια θα μείωναν τη γονιμότητα τους. Ο ερχομός αυτής της πολιτικής – σεξιστικής στην απαίτηση της για κρατικό έλεγχο της αναπαραγωγής, και ρατσιστική στη διαφορετική αντιμετώπιση «ανώτερης» και «κατώτερης» αναπαραγωγής – μπορεί να αντιμετωπιστεί ως διπλή επίθεση κατά της «απεργίας γεννήσεων» των επιθυμητών  στοιχείων στο πληθυσμό και ενάντια στην κοινωνική δυσπροσαρμοστικότητα εκείνων που δεν μοιράζονταν τη σύγχρονη εκπαίδευση της πειθαρχίας και την εργασιακή ηθική, το «φυσικό» καθήκον των «πολύτιμων» μητέρων. Έτσι ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στις γυναίκες, συχνά συνοδευόμενο από υπαινικτικές εικόνες σε περιοδικά και εφημερίδες  και φυλλάδια που διέδιδαν αυτές τις ιδέες. «Αν θέλουμε να εφαρμόσουμε φυλετική υγιεινή σοβαρά , πρέπει να κάνουμε τις γυναίκες στόχο της κοινωνικής μας εργασίας – η γυναίκα ως μητέρα και όχι ως σεξουαλικό παράσιτο» , επεσήμαινε η βασική ανασκόπηση φυλετικής υγιεινής το 1909. Το 1929, ένα ευρέως γνωστό βιβλίο για την Στείρωση για Σκοπούς Κοινωνικής και Φυλετικής Υγιεινής έλεγε πως «ο αριθμός των εκφυλισμένων ατόμων που γεννιόνται εξαρτάται από τον αριθμό εκφυλισμένων γυναικών ικανών για αναπαραγωγή. Έτσι η στείρωση εκφυλισμένων γυναικών είναι, για λόγους φυλετικής υγιεινής, πιο σημαντική από τη στείρωση ανδρών».

«Kaiserschnitt» και «Hitlerschnitt»: Η ναζιστική πολιτική του σώματος

Η ναζιστική προτίμηση για «επιθυμητές» γεννήσεις και η αντιπάθεια του για τις «ανεπιθύμητες» ήταν στενά συνδεδεμένες. Στις 26 Μαΐου 1933, δυο ποινικοί νόμοι εφαρμόστηκαν που απαγόρευαν την ύπαρξη κλινικών και τη παροχή υπηρεσιών άμβλωσης. Πιο σπουδαία ήταν η αυστηρότερη εφαρμογή του παλιού νόμου κατά των αμβλώσεων, οδηγώντας σε αύξηση κατά 65% των καταδικών μεταξύ 1932 και 1938, όταν ο αριθμός τους έφτασε σχεδόν τις 7000. Από το 1935 και μετά, οι γιατροί και οι μαίες υποχρεώνονταν να ενημερώνουν το περιφερειακό Κρατικό Γραφείο Υγείας για κάθε αποβολή. Τα ονόματα και οι διευθύνσεις των γυναικών δίνονταν στην αστυνομία που ερευνούσε τις υποθέσεις που υποπτεύονταν πως στη πραγματικότητα ήταν εκτρώσεις. Το 1936 ο Heinrich Himmler, επικεφαλής όλων των αστυνομικών δυνάμεων και των SS, ίδρυσε την «Κεντρική Υπηρεσία του Ράιχ για τον Αγώνα κατά της Ομοφυλοφιλίας και της Άμβλωσης», και το 1943, μετά από τρία χρόνια προετοιμασίας  από τα υπουργεία εσωτερικών και δικαιοσύνης, ο νόμος για τη «Προστασία του Γάμου, της Οικογένειας και της Μητρότητας» ζητούσε την θανατική ποινή σε «ακραίες περιπτώσεις».

Το επακόλουθο ήταν φυλετική υγειονομική στείρωση. Μαζί με τη νέα νομοθεσία κατά των εκτρώσεων, ένας νόμος εφαρμόστηκε στις 26 Μαΐου 1933, για τη νομιμοποίηση της ευγονικής στείρωσης και την απαγόρευση της εθελοντικής στείρωσης. Πέρα από αυτό, το υπουργικό συμβούλιο, με επικεφαλής τον Hitler, πέρασε ένα νόμο στις 14 Ιουλίου 1934, κατά της αναπαραγωγής των lebensunwetes Leben («υπάρξεων ανάξιες ζωής»),  που ονομάζονταν πλέον «Νόμος για την Πρόληψη Κληρονομικά Ασθενών Απογόνων». Επέβαλε τη στείρωση για διάφορες κατηγορίες ανθρώπων, η διαβόητη παράγραφος 12 προέβλεπε τη χρήση βίας έναντι εκείνων που δεν παραδίνονταν οικειοθελώς. Νωρίτερα, στις 28 Ιουνίου, ο υπουργός εσωτερικών Wilhelm Frick ανακοίνωσε: «Πρέπει να έχουμε το κουράγιο ξανά να αξιολογήσουμε τους ανθρώπους μας σύμφωνα με τις γενετικές τους αξίες»

Πριν στραφούμε στο αποτέλεσμα μιας τέτοιας ασαφούς αξιολόγησης, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε κάποιους νόμους που επιβάρυναν αυτή τη πολιτική, διευκόλυνε την υλοποίηση της και την συνέδεσε στενά τόσο με την πολιτική κατά των αμβλώσεων και των μελλοντικών εξολοθρεύσεων φυλετικής υγιεινής. Ξεκινώντας τον Ιανουάριο του 1934, με την πρωτοβουλία του «Επικεφαλής των Ιατρών του Ράιχ» Gerhard Wagner, εκτρώσεις «ελλαττωματικών» κυήσεων πραγματοποιούνταν κρυφά πάνω στη βάση της φυλετικής υγιεινής, με την έγκριση του Hitler, εφαρμόστηκε με νόμο στις 26 Ιουνίου 1935. Ήταν νόμιμη μόνο με τη συναίνεση της γυναίκας, αλλά αφού ανακηρύσσονταν «κατώτερης αξίας», στειρώνονταν επίσης, ακόμη και ενάντια στη θέλησή της, και μετά το 1938 δεν μπορούσε να αποφασίσει καν την ανάκληση της αρχική της απόφασης.

Το 1938 η «φροντίδα των γονιδίων» και η «φροντίδα της φυλής» συγχωνεύτηκαν. Εκτρώσεις Εβραϊκής καταγωγής γυναικών «επιτρέπονταν», αλλά ως το 1942 ήταν καιρός για να διακηρυχθεί: «Δεν χρειάζεται πλέον να εφαρμόζεται στείρωση των Εβραίων». Ως τότε όχι μόνο τα «γονίδια» τους αλλά και οι ίδιοι εξολοθρευόντουσαν.

Το 1933, η κυβέρνηση πέρασε ένα νόμο κατά των «καθ’ έξιν παραβατών» που προέβλεπε τον ευνουχισμό (δηλαδή πήγε την στείρωση ένα βήμα πιο πέρα με τη καταστροφή των γονάδων) σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Ενώ αφορούσε μόνο τους άνδρες (2006 ως το 1942), ο ευνουχισμός γυναικών με την καταστροφή των γονάδων (πέρα από την απολίνωση των σαλπίγγων) εισάχθηκε το 1936, όταν η στείρωση με ακτίνες Χ, γνωστές πως είχαν ευνουχιστικές ιδιότητες, εντάχθηκε στο νόμο για τις στειρώσεις. Αργότερα, επίσημοι προτιμούσαν αυτή τη διαδικασία ως μια εύχρηστη μέθοδο για τη μαζική στείρωση των τρόφιμων των στρατοπέδων εν αγνοία τους.

Ο νόμος που προέβλεπε την εφαρμογή όλων αυτών των πολιτικών πέρασε τον Ιούλιο του 1934 και ονομάστηκε Hitlershnitt (Χιτλερική Τομή), συνδέοντας τον έτσι με την αντιεκτρωτική πολιτική  που αρνούνταν εκτρώσεις ακόμη και σε γυναίκες που είχαν υποστεί δύο Καισαρικές Τομές (Kaisershnitt). Μόνο μετά από τρεις καισαρικές τομές μια γυναίκα είχε δικαίωμα στην έκτρωση, και τότε μόνο με την προϋπόθεση θα δέχονταν την χιτλερική τομή. Ξεπερνώντας παλιότερες πολιτικές στρατεύσεις, η απαγόρευση των εκτρώσεων και η υποχρεωτική στείρωση, η υποχρεωτική μητρότητα και η απαγόρευση της μητρότητας – κάθε άλλο παρά αντιφατικές μεταξύ τους – είχαν γίνει πλέον δύο όψεις μιας συνεκτικής πολιτικής που συνδύαζε σεξισμό και ρατσισμό. Μόνο για περιγραφικές ανάγκες οι επόμενες ενότητες τα αντιμετωπίζουν ξεχωριστά.

Καταναγκαστική εργασία για Μητέρες ή «Εγγυημένα Παιδιά»

Οι σχεδιαστές του ναζιστικού πληθυσμού ήθελαν να καταγράφουν την βαθμιαία άνοδο του υπερβολικά χαμηλού ρυθμού γεννήσεων μετά το 1933 (ο δείκτης γεννήσεων των ετών 1934-39 ήταν, κατά μέσο όρο, κατά ένα τρίτο πάνω από το 1933, φτάνοντας έτσι τα επίπεδα των μέσω της δεκαετίας του ’20) ως «μια απόλυτα εθελοντική και αυθόρμητη απόδειξη της εμπιστοσύνης του γερμανικού λαού στο Ράιχ, το Φύρερ του, το μέλλον του, μια ομολογία που δεν μπορούσε να είναι πιο όμορφη» από την μορφή των «παιδιών της εμπιστοσύνης». Μερικές φορές (και όχι μόνο στο παρελθόν) η αύξηση αυτή θεωρούνταν απόδειξη της υποψίας πως οι γυναίκες αποδέχονταν παρά απέρριπταν το καθεστώς και κατεύθυναν τους εαυτούς τους προς το τρίπτυχο «Kinder, Kuche, Kirche» (Παιδιά, Κουζίνα, Εκκλησία) μετά τη χειραφέτηση τους στα 1920. Ένα τέτοιο επιχείρημα, όμως, συγχέοντας όπως κάνει την ατεκνία με την απελευθέρωση, μητρότητα με οπισθοδρομικότητα, δεν μοιάζει να αποτελεί ένα επαρκές όργανο για την ιστορική ανάλυση των ζωών των γυναικών. Ποια ήταν η πραγματική επίδρασης της υπέρ της μητρότητας πληθυσμιακής πολιτικής των Ναζί στις γυναίκες ειδικά και σε ολόκληρη τη κοινωνία γενικά;

Ναζί και μη ναζί δημογράφοι συμφωνούν  στη περιορισμένη έκταση της αύξησης του ρυθμού γεννήσεων. Πιο σημαντικό, από τα περιορισμένα στοιχεία που έχουμε για τα κίνητρα των γυναικών για την συνεισφορά τους στην αύξηση, κανένα δε μοιάζει να είναι το αποτέλεσμα των ναζιστικών πολιτικών και στόχων. Οι εθελοντικές κυήσεις ξεκάθαρα αυξήθηκαν με την βελτίωση των οικονομικών συνθηκών. Οι σύζυγοι των επισήμων του κόμματος και των μελών τω SS, που ίσως ήταν οι στενότεροι συμμετέχοντες στους ναζιστικούς στόχους (αλλά που ως μέλη της ανώτερης τάξης, είχαν ευκολότερη πρόσβαση σε εθελοντικό έλεγχο γεννήσεων) είχαν υπερβολικά λίγα παιδιά. Από το ξέσπασμα του πολέμου το 1939 όταν, κυρίως υπό την ηγεσία του Fritz Sauckel, άνεργες (κυρίως μεσαίας τάξης) γυναίκες ενθαρρύνονταν ή εξαναγκάζονταν να συμμετέχουν στη πολεμική προσπάθεια στις βιομηχανίες πυρομαχικών και εργαζόμενες (κυρίως κατώτερης τάξης) γυναίκες απαγορεύονταν να εγκαταλείψουν τις εργασίες τους, εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες χρησιμοποιούσαν τη μόνη εναλλακτική στην καταναγκαστική εργασία που ήταν διαθέσιμη σε αυτές: εγκυμοσύνη. Η λαϊκή σοφία αποκαλούσε αυτές τις γυναίκες Sauckelfrauen  και τα παιδιά τους Sauckelkinder, ενώ οι ηγέτες των ναζί τις κατηγορούσαν «για έλλειψη αντίληψης της σπουδαιότητας του πολέμου».

Ωστόσο, ενώ η θετική αντίδραση των γυναικών στην θετική για τη μητρότητα πολιτική μοιάζει περιορισμένη, πρέπει επίσης να προσπαθήσουμε να συνδέσουμε την αύξηση του ρυθμού των γεννήσεων με ένα άμεσα εξαναγκαστικό μέτρο της πολιτικής αυτής: την καταναγκαστική εργασία  για μητέρες μέσα από την απαγόρευση έκτρωσης για «πολύτιμες», «γερμανικού αίματος» γυναίκες. Οι πολιτικές κατά των εκτρώσεων μερικές φορές θεωρούνται ο κύριο λόγος  για την άνοδο των γεννήσεων. Στη πράξη, υπάρχουν μερικά στοιχεία, αν και περιορισμένα τοπικά, πως μετά το 1932 η άνοδο των γεννήσεων ισοφάριζε την μείωση των εκτρώσεων. Το επιχείρημα αυτό θα μπορούσε να είναι σημαντικό, αν ήταν μετρήσιμο. Ευτυχώς για εκείνες τις γυναίκες  που κατέφυγαν στην έκτρωση, δεν είναι: η σχέση μεταξύ των καταγεγραμμένων και μη αμβλώσεων και μεταξύ αυθόρμητων και εκούσιων αποβολών είναι αμφιλεγόμενη, όχι μόνο στις δημοκρατικές κοινωνίες αλλά ακόμη και υπό τον στενό έλεγχο και επίβλεψη του ναζιστικού καθεστώτος.

Ενώ οι εκτρώσεις υπολογίζονται πως ήταν μεταξύ μισού και ενός εκατομμυρίου ανά έτος μεταξύ 1930 και 1932, ένας γυναικολόγος το 1939 υπολόγισε 220000 αποβολές στα νοσοκομεία, από τις οποίες 120000 υπολόγισε πως ήταν εκτρώσεις. Ειδικοί εγκληματολόγοι της αστυνομίας υπολόγισαν πως ο αριθμός μη καταγεγραμμένων εκτρώσεων ήταν ίσο με τον αριθμό των εκτρώσεων για τις οποίες γνώριζαν. Στα 1930, όπως και στα 1920, διάφορα έγγραφα μιλάνε για περιφερειακές «επιδημίες εκτρώσεων» στις οποίες οι εκτρώσεις πραγματοποιούνταν από τις ίδιες τις έγκυες γυναίκες ή από «γριές μέγαιρες». Το 1937 ο Himmler ανακοίνωσε τον υπολογισμό, όπως φαίνεται σε διάφορα απόρρητα έγγραφα, τον αριθμό 400000 και 600000-800000 αμβλώσεις κατά έτος.

Αυτά τα νούμερα μοιάζουν ψηλά, ιδιαίτερα αν συγκριθούν με τον αυξανόμενο αριθμό δικών και καταδικών για έκτρωση. Υπολογιζόμενες μαζί, επιτρέπουν συμπεράσματα που αμφισβητούν τους ισχυρισμούς για την βολική συνενοχή των γυναικών με την ναζιστική πολιτική υπέρ της μητρότητας. Παρόλα αυτά, εκείνες που στις οποίες αφαιρούνταν η πρόσβαση στην άμβλωση ή που δεν ήθελαν να ρισκάρουν διώξεις, ακόμη και δεν ήθελαν παιδιά ή κινδύνευαν από το τοκετό, έπρεπε να δεχτούν τη μητρότητα ως καταναγκαστική εργασία: την εργασία της γέννησης στη σύγχρονη μισογυνιστική μορφή και την εργασία της επιπλέον άμισθης οικιακής εργασίας.

Μια τελευταία σκέψη βοηθά να απαντήσουμε την αρχική μας ερώτηση. Ο «ποσοτικά» ουδέτερος ρυθμός γεννήσεων δεν μας λέει για τη σχέση των «ανεπιθύμητων» παιδιών ως προς τα «επιθυμητά» παιδιά που αγαπούσαν τόσο οι Ναζί πολιτικοί. Αν και έχει λίγο νόημα να προσπαθήσουμε μέσα από αριθμητική καταμέτρηση να συγκρίνουμε το ένα με το άλλο – και έτσι ως μελετητές της γυναικείας ιστορίας να επαναλάβουμε το δημοφιλές παιχνίδι της ευγονικής «διαφορική σύγκριση των ρυθμών γεννήσεων των κατώτερων και των ανώτερων» – πρέπει με σιγουριά να υποθέσουμε πως δεν ήταν όλα τα παιδιά καλοδεχούμενα. Ενώ από τη μια οι Ναζί άρχισαν να ανησυχούν περίπου το 1937 για κάτι που ονόμαζαν Erbangst, το φόβο των ανθρώπων να κάνουν παιδιά επειδή γινόταν τόσος λόγος για ακατάλληλα γονίδια, από την άλλη υπήρχαν Γερμανίδες (αν και δεν είχαν «γερμανικό αίμα») γυναίκες που κατόρθωσαν να συλλάβουν επιθυμητά παιδιά στη διάρκεια του διαστήματος μεταξύ της καταδίκης τους σε στείρωση και την πρακτική εφαρμογή της. Το κυριότερο, η ναζιστική θέση υπέρ της μητρότητας απέκλειε από τις τάξεις της τιμής και των βοηθημάτων κάθε μεγάλη οικογένεια που βρίσκονταν να είναι «κληρονομικά ελλαττωματική ή φυλετικά μεικτή ή αντικοινωνική, απείθαρχη, οικογένεια αλκοολικών, δίχως τακτική ζωή, στην οποία τα παιδιά είναι βάρος: μια οικογένεια μόνο μεγάλη, αλλά μη επιθυμητή».

«Υπάρξεις ανάξιες ζωής»

Π νόμος για τις στειρώσεις, που στόχευε στο να αποτρέψει παιδιά που θεωρούνταν lebensunwertes Leben(«υπάρξεις ανάξιες ζωής») άρχισε να εφαρμόζεται την 1η Ιανουαρίου 1934. Ανέφερε εννιά διαγνωστικά αίτια με τα οποία ένα πρόσωπο μπορούσε να καταδικαστεστεί από ένα από τα 250 ειδικά «δικαστήρια γενετικής υγείας» σε στείρωση. Πέντε κατηγορίες σχετίζονταν με ψυχιατρικές «αναπηρίες», τρεις σε φυσικές «αναπηρίες», η τελευταία με τον αλκοολισμό. Οι αρχές έδιναν διαφορετικές εκτιμήσεις στο πόσοι έπρεπε να στειρωθούν, κάπου μεταξύ 5 τις εκατό με 30 τις εκατό του πληθυσμού, ο υπουργός εσωτερικών πρότεινε 20 τις εκατό σε ομιλία του τον Ιούνιο του 1933. Στη διάρκεια των περίπου έξι χρόνων που προηγήθηκαν του ξεσπάσματος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, σχεδόν 320000 άτομα (σχεδόν το 0.5 τις εκατό του πληθυσμού) στειρώθηκε με βάση αυτό το νόμο. Ο αριθμός αυτός περιλάμβανε  περίπου 5000 ευγονικές εκτρώσεις και τις επακόλουθες στειρώσεις (υπό παρόμοιους νόμους σε τριάντα χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες, 11000 άτομα στειρώθηκαν μεταξύ 1907 και 1930, και ακόμη 53000 μέχρι το 1964). Ενώ αποκλειστικά άνδρες αποφάσιζαν τις υποθέσεις στείρωσης στα δικαστήρια, τα θύματα ήταν μοιρασμένα εξίσου σε άνδρες και γυναίκες. Τρια τέταρτα στειρώθηκαν με βάση τις δυο πρώτες κατηγορίες του νόμου: 53 τις εκατό (με κάπως μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των γυναικών) για «διανοητική καθυστέρηση», 20 τις εκατό (με κάπως μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ των ανδρών) για «σχιζοφρένεια». Μεταξύ 1934 και 1937, περίπου 80 άνδρες και 400 γυναίκες πέθαναν  στη διάρκεια της επέμβασης.

Μια προσπάθεια να αναγνωριστούν τα θύματα της φυλετικής υγειονομικής στείρωσης μπορεί να βοηθήσει να φωτίσουμε όχι μόνο τις ζωές τους και τις κοινωνικές συνθήκες  αλλά και τις μορφές και τις λειτουργίες του αναπαραγωγικού ρατσισμού και κάποιες συνδέσεις με τις καλύτερα γνωστές ιστορικές «λύσεις» του ρατσισμού. Η πλειονότητα εκείνων που στειρώθηκαν  με το νόμο αυτό δεν ήταν (όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες) τρόφιμοι ασύλων ή εθνικές μειονότητες, αλλά μη εγκλεισμένοι άνθρωποι «Γερμανικής» εθνικότητας. Τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού αποτελούσαν το μεγαλύτερο ποσοστό (ανειδίκευτοι εργάτες, ιδιαίτερα εργάτες γης), και τρεις κατηγορίες γυναικών ήταν δυσανάλογα πολλές: υπηρέτριες, ανειδίκευτες βιομηχανικές εργάτριες ή εργάτριες γης, και άνεργες γυναίκες, ιδιαίτερα σύζυγοι ανειδίκευτων εργατών. Πολλές πόρνες και ανύπαντρες μητέρες ήταν ανάμεσα τους. «Απόκλιση από το κανονικό», από «το μέσο όρο», ήταν το κύριο κριτήριο στα δικαστήρια. Το «κανονικό» το ίδιο είχε αναπτυχθεί ακόμα περισσότερο ως χειροπιαστό μέσα από την προσήλωση στην εργατική ηθική, την αυτοθυσία, την εγκράτεια, και μέσα από την επακόλουθη ανοδική κοινωνική κινητικότητα: ο «Γερμανικός εργασιακός χαρακτήρας». Για τις γυναίκες, το ιδανικό αυτό αντιπροσωπεύονταν από την εργάτρια που πρόσφερε δίχως παράπονο οικιακή εργασία και αποτελεσματική εργασία σε εξωτερική απασχόληση, το αντίθετο της ήταν η πουτάνα, η πόρνη.

Τα άλλα θύματα των στειρώσεων μεταξύ 1934 και 1939ήταν τρόφιμοι ή πρώην τρόφιμοι (που αναζητήθηκαν σε παλιά αρχεία) ιδρυμάτων, κυρίως ψυχιατρικών τμημάτων κανονικών νοσοκομείων. Ακριβέστερα, όλοι τους πήραν εξιτήριο από τις κλινικές λόγω της ανάρρωσης τους, ή γιατί οι δημόσιοι πόροι για τις κλινικές μειώθηκαν. Η ανάρρωση τους δεν περιλάμβαναν, σύμφωνα με τη σκέψη της φυλετικής υγιεινής, τα «γονίδια» τους, τα οποία θα περνούσαν σε όλες τις επόμενες γενιές για πάντα. Είναι ευρέως γνωστό πως οι περισσότεροι τρόφιμοι ψυχιατρικών ιδρυμάτων έρχονταν από περιβάλλον φτώχιας. Οι ασθενείς σε ειδικά, χωρισμένα κατά φύλο «κλειστά ιδρύματα» δεν στειρώνονταν αν έμεναν εκεί με δικά τους έξοδα. Ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων χρησιμοποιούσαν αυτό το παραθυράκι και μπήκαν σε τέτοια ιδρύματα αν μπορούσαν να το πληρώσουν. Η επιλογή αυτή όμως έκλεισε από το πρόγραμμα «ευθανασίας» Τ4, στο οποίο, από το 1939 ως το 1941, σχεδόν 100000 τρόφιμοι αυτών των ιδρυμάτων εξοντώθηκαν ως «άχρηστα στόματα», μετά τον Αύγουστο του 1941 πολλοί περισσότεροι δολοφονήθηκαν μέσω λιμοκτονίας. Κατά κάποιο τρόπο, οι στειρώσεις της φυλετικής υγιεινής ήταν το άμεσο πρελούδιο μαζικών δολοφονιών: η απαγόρευση στο να φέρεις στη ζωή «ανάξια» παιδιά επεκτάθηκε στη μαζική εκτέλεση περίπου 5000 τέτοιον παιδιών, δεκαέξι ετών και κάτω, μεταξύ 1939 και 1944. Για να πάρει στα χέρια της αυτά τα παιδιά, η κυβέρνηση συχνά εξανάγκαζε τις μητέρες τους να εργαστούν στη πολεμική βιομηχανία, ώστε να είναι αδύνατη η φροντίδα του παιδιού. Και για τους δυο τύπους μαζικών δολοφονιών, ένας μυστικός και περίτεχνος μηχανισμός είχε στηθεί, που έμοιαζε στις διαδικασίες του με την μη μυστική γραφειοκρατία των στειρώσεων.

Το πέρασμα σε μια ακόμα μορφή μαζικής δολοφονίας είναι ξεκάθαρα φανερή. Το πρόγραμμα Τ4 υποτίθεται θα έμενε μυστικό, αλλά τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα, δημιουργώντας το φόβο και την υποψία πως η στείρωση των «άχρηστων» ήταν απλά το πρώτο βήμα. Η κοινή γνώμη και πίεση – που το 1941 κατά κύριο λόγο καθοδηγούνταν από γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους – στη πράξη ανάγκασε τον Hitler και τους γιατρούς των SS να σταματήσουν το Τ4 και την σχεδιασμένη δολοφονία 3 εκατομμυρίων «σακάτηδων». Οι θάλαμοι αερίων όμως, που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά σε αυτό το επιχείρημα, μεταφέρθηκαν στην κατεχόμενη Πολωνία, όπου εγκαταστάθηκαν για τη «Τελική Λύση». Ο τρόμος που συνάντησε αντίσταση μέσα στη Γερμανία εξάχθηκε πέρα από τα σύνορά της για να λειτουργήσει πιο ομαλά.

Αυτοί οι σύνδεσμοι μεταξύ της φυλετικής υγιεινής εντός και εκτός των στρατοπέδων εργασίας-και-θανάτου και θανάτου-δια-εργασίας δηλώνει πως μόνο η συγχώνευση του ενστικτώδους ρατσισμού με την πιο επιστημονική, γραφειοκρατική και προσχεδιασμένη προσέγγιση του ευγενικού ρατσισμού ήταν ικανή να κάνει πραγματικότητα μια  γραφειοκρατική, επιστημονική και αλάθητα αποτελεσματική γενοκτονία στη κλίμακα του Ολοκαυτώματος.

Οι σύνδεσμοι μεταξύ αυτών των δυο εκφράσεων ρατσισμού είναι φανεροί, όχι μόνο στις μεθόδους τους, αλλά και στα θύματα τους: μαζί με τις «διεστραμμένες» ομάδες που ήδη αναφέρθηκαν, εθνικές μειονότητες και κυρίως Γερμανοί μαύρου χρώματος – ήταν στόχοι για στείρωση. Ο διαχωρισμός μεταξύ αυτών που ήταν και δεν ήταν ταυτίζονταν σε μεγάλο βαθμό με μια προηγούμενη διαίρεση μέσα στις κατώτερες τάξεις: μεταξύ του υποπρολεταριακού στρώματος που περιλάμβανε κομμάτι των εθνικών μειονοτήτων από τη μια, και από την άλλη, των κανονικών και πειθαρχημένων Γερμανών στρατιωτών που χαιρετίζονταν από πολλούς Γερμανούς ως ο σκληρός και εργαζόμενος πυρήνας της φυλετικής ανωτερότητας. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία ανειδίκευτοι, οι πρώτοι δεν εντάχθηκαν στη σταθερή «νόρμα» της μισθωτής εργασίας για τους άνδρες και της άμισθης οικιακής εργασίας για τις γυναίκες. Το επίσημο εργατικό κίνημα, που τους είχε αποκλείσει σε γενικές γραμμές, είχε πάρει στη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 μια πολύ κοντινή θέση ως προς τις εθνικές μειονότητες και τους ανειδίκευτους εργάτες με αυτή της Αμερικάνικης Ομοσπονδίας της Εργασίας (ΣτΜ: στην Αμερική ο αποκλεισμός των ανειδίκευτων εργατών από τα επίσημα συνδικάτα ήταν ένας από τους παράγοντες που οδήγησε στην δημιουργία της IWW).

Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπουμε τον αριθμό, αν και περιορισμένο, θυμάτων της ρατσιστικής ψυχιατρικής και στείρωσης που προέρχονταν από τη μεσαία και ανώτερη τάξη. Σε κάποιο βαθμό, η φυλετική υγιεινή ξεπερνά τις ταξικές γραμμές, όπως κάνουν, σε μεγαλύτερο βαθμό, ο σεξισμός και ο ενστικτώδης ρατσισμός (πιο εμφανής στη περίπτωση του αντισημιτισμού). Στην έκταση που το κάνει, μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν μια πολιτική εναντίον εκείνων που «αποκλίνουν» όχι μόνο από τις γενικές κοινωνικές νόρμες αλλά από τις νόρμες και τις προσδοκίες συγκεκριμένων τάξεων. Ο στόχος της είναι να «επιλέξει» κατά εκείνων δεν ταιριάζουν στη τάξη ή τον ειδικό για τη τάξη έμφυλο ρόλο, στα οποία θεωρητικά ανήκουν. Με το τρόπο αυτό, η φυλετική υγιεινή συνεισφέρει στην επιβεβαίωση της ταξικής δομής όχι μόνο στο κατώτερο επίπεδο, αλλά σε όλα τα επίπεδα. Έτσι η φυλετική υγιεινή μεταφέρει και μετατρέπει τις συμπεριφορές και την εφαρμογή του ρατσισμού από τις κοινωνικές συγκρούσεις μεταξύ εθνικοτήτων σε κοινωνικές συγκρούσεις μέσα στην εθνικότητα. Από την οπτική των θυμάτων, οι όροι «εθνικός ρατσισμός» και «κοινωνικός ρατσισμός» μπορεί να δείχνει τη σύνδεση όπως και την διαφορά μεταξύ και των δύο εκφράσεων ρατσισμού.

Επιπλέον, ο επιστημονικός (και ενστικτώδης) ρατσισμός είχε μια αποφασιστική λειτουργία στη διάδοση και την επιβεβαίωση δυο διαφορετικών σεξουαλικών μέτρων και σταθμών: την απόδοση τυπικά σύγχρονων, σεξουαλικά διαφοροποιημένων ρόλων και εργασιών σε γυναίκες και άνδρες, και απόδοση διαφορετικών ρόλων και εργασιών σε «ανώτερες» και «κατώτερες» γυναίκες. Σύμφωνα με τους θεωρητικούς της φυλής και της φυλετικής υγιεινής, η διαφορά και η πολικότητα μεταξύ των φύλων (λόγος/συναίσθημα, ενεργητικότητα/παθητικότητα, μισθωτή εργασία/οικιακά) είναι πλήρως ανεπτυγμένη μόνο στις «ανώτερες», τις «βόρειες» φυλές, μεταξύ των ¨κατώτερων φυλών», περιλαμβανομένων εκείνων χαμηλής «κληρονομικής αξίας», τα φύλα είναι λιγότερο διαφοροποιημένα – και έτσι η βαριά και φτηνή εργασία είναι καλή και για τα δύο. Οι αποδόσεις αυτές μπορούν και οι δυο να ονομαστούν εύστοχα ως πτυχές του «σεξιστικού ρατσισμού»

«Πόλεμος Γεννήσεων» μέσα στον Παγκόσμιο Πόλεμο

Με τη κήρυξη του πολέμου το 1939, ένα άλλο στάδιο του «πολέμου γεννήσεων» εγκαινιάστηκε, μεγεθύνοντας τις προηγούμενες τάσεις. Μερικά μόνο από τα κύρια χαρακτηριστικά μπορούν να παρουσιαστούν εδώ. Ένα διάταγμα από τις 31 Αυγούστου 1939, όριζε πως ο νόμος των στειρώσεων θα εφαρμόζεται μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις «όπου ένας ιδιαίτερα μεγάλος κίνδυνος διαιώνισης ήταν ορατός». Ενώ η αλλαγή αυτή στη πολιτική μπορεί να δίνει μερικά στοιχεία για την προηγούμενη διαχείριση του «κινδύνου», η βασική του αιτιολόγηση βρίσκεται στο πόλεμο. Οι υποψήφιοι προς στείρωση δεν μπορούσαν να θεωρηθούν πειθήνιοι πολεμικοί εργάτες, και το παλιό προσωπικό υπεύθυνο για τη φυλετική υγιεινή χρειάζονταν  για άλλους σκοπούς. Στη πράξη, ο αριθμός των δικών στείρωσης μειώθηκε δραστικά.

Ταυτόχρονα, όμως, η πολιτική στειρώσεων επεκτάθηκε και ριζοσπαστηκοποιήθηκε σε τρεις διαστάσεις  πέρα από το νόμο του 1933. Μαζικές στειρώσεις πραγματοποιούνταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κυρίως σε γυναίκες Ρομά και Εβραίες, πολλές γυναίκες Ρομά είχαν την «επιλογή» στείρωση ή στρατόπεδο. Τέτοιες στειρώσεις μέσα και έξω από τα στρατόπεδα γίνονταν κυρίως για χάρη ιατρικών πειραμάτων και έλεγχο πληθυσμού, δηλαδή, για να αποτρέψουν «κατώτερους» απογόνους. Δεύτερο, πολλές γυναίκες από τις κατακτημένες και κατεχόμενες περιοχές στην ανατολή – περίπου 2 εκατομμύρια γυναίκες είχαν απελαθεί ως για αναγκαστική εργασία – υποβάλλονταν σε υποχρεωτικές εκτρώσεις και στειρώσεις για χάρη, ξανά, του ελέγχου του πληθυσμού και ώστε να διατηρήσουν ένα αποτελεσματικό εργατικό δυναμικό απερίσπαστο από την φροντίδα παιδιών. Ελάχιστα παραμένουν γνωστά για τις ζωές τους. είναι ξεκάθαρο, όμως, πως η έκτρωση «επιτρέπονταν» σε αυτές, και πως από το 1942 και έπειτα, η εγκυμοσύνη μιας ανατολικής γυναίκας αναφέρονταν – μέσω διοίκησης και περιφερειακών διευθυντών εργασίας – σε εάν ειικό περιφερειακό αξιωματικό των SS που την εξέταζε «φυλετικά» και αποφάσιζε για την τύχη της εγκυμοσύνης της.

Ακόμα λιγότερα είναι γνωστά για τη τρίτη διάσταση της πολιτικής αυτής, τον «πόλεμο γεννήσεων» κατά των «αντικοινωνικών». Η «αντικοινωνικότητα» ήταν ένα σημαντικό κριτήριο για τα δικαστήρια στείρωσης, πολλοί είχαν στειρωθεί για τέτοια συμπεριφορά, και «αντικοινωνικοί», περιλαμβανομένων πορνών, ήταν δυσανάλογα πολλές ανάμεσα σε εκείνους που απελάθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη διάρκεια του δεύτερου μεγάλου κύματος φυλακίσεων μεταξύ 14936 και 1941. Όμως, το κριτήριο αυτό έπεφτε πάνω στο «κοινωνικό» αντί του «βιολογικού», και δεν ήταν πάντοτε εύκολο να κατατάξεις τέτοια άτομα σε μια από τις τέσσερις ψυχιατρικές κατηγορίες του νόμου του 1933. Στο μεταξύ όμως, η θεωρία της φυλετικής υγιεινής είχε καθιερώσει το κληρονομικό χαρακτήρα της ασθένειας «αντικοινωνικότητα» με τέτοια αποτελεσματικότητα που είχε γίνει ένας κεντρικός τύπος ρατσισμού. Μετά το 1940, όταν πολλοί «αντικοινωνικοί» απελευθερώθηκαν από τα στρατόπεδα ως αντίδραση στην έκτακτη έλλειψη εργατικού δυναμικού, ένας νέος νόμος δημιουργήθηκε που προέβλεπε την στείρωσή τους. με όρους της τότε σύγχρονης ψυχολογίας, ο ορισμός «αντικοινωνικός» επεκτάθηκε από το «ψυχωτικό» στο «ψυχοπαθή» και το «νευρωτικό», ενώ ο νόμος τους αποκαλούσε απλά «παράσιτα», «αποτυχίες», «αλήτες», «άχρηστους». Η νομοθεσία θα εφαρμόζονταν αμέσως μετά το πόλεμο, και πολλές ανώτερες και κατώτερες κυβερνητικές και κομματικές υπηρεσίες συνέχισαν να το συζητούν στη διάρκεια του πολέμου.

Ανάμεσα στις γυναίκες, η καλή σύζυγος και η εργατική μητέρα μπορούσε να είναι σίγουρη πως θα αποφύγει τη στείρωση. Ανύπαντρες και φτωχές μητέρες με «υπερβολικά πολλά» παιδιά, γυναίκες στη πρόνοια, και πόρνες δεν μπορούσαν να είναι τόσο σίγουρες. Ακόμη πιο εμφανώς, «πόλεμος γεννήσεων» εφάρμοζε ρατσιστικά μέτρα που παραβίαζαν την σωματική ακεραιότητα εκείνων που θεωρούνταν κοινωνικά αποκλίνοντες και συνέδεαν ακόμη πιο στενά τις διάφορες μορφές και θύματα του ρατσισμού. Με ένα επίσημο, αν και μυστικό, διάταγμα του Σεπτέμβρη του 1940, ο «επικεφαλής της Υγείας του Ράιχ» Leonardo Conti επέτρεψε στα στις Κρατικές Υπηρεσίες Υγείας άδεια να εφαρμόζουν ευγονική στείρωση  και εκτρώσεις σε πόρνες, σε γυναίκες «κατώτερου χαρακτήρα», και σε εκείνες «αλλότριας φυλής». Ο νόμος στειρώσεων προέβλεπε για το μέλλον και αναμένονταν με ανυπομονησία στη πράξη.

Σεξισμός και Ρατσισμός

Ο ναζιστικός ρατσισμός και ο σεξισμός αφορούσε όλες τις γυναίκες, τις «κατώτερες» όπως επίσης και τις «ανώτερες». Το «επίτευγμα της γέννας» που απαιτούνταν από τις αποδεκτές γυναίκες ήταν προσεκτικά υπολογισμένο σύμφωνα με τον αριθμό εκείνων που δεν έπρεπε να γεννήσουν. Και η μεγαλύτερη πίεση σε αυτές τις αποδεκτές γυναίκες να αναπαραχθούν, να δημιουργήσουν ένα πειθαρχημένο σπίτι για τον σύζυγο και τα παιδιά, και να δεχτούν την εξάρτηση από τον κουβαλητή προέρχονταν ίσως όχι τόσο από τη συνεχή θετική προπαγάνδα για «πολύτιμη μητρότητα», αλλά ακριβώς από το αντίθετο: την αρνητική προπαγάνδα και πολιτική που απαγόρευε ανεπιθύμητες, φτωχές και αποκλίνουσες γυναίκες από την αναπαραγωγή και το γάμο και τις χαρακτήριζε είτε απείθαρχες γυναίκες είτε ανύπαντρες γυναίκες με πολλά παιδιά ως κατώτερες. Έτσι ο ρατσισμός μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, και χρησιμοποιήθηκε, να επιβάλει το σεξισμό με τη μορφή άμισθης εργασίας στις «ανώτερες» γυναίκες.

Από τη μια, οι γυναίκες που ήταν ή θα γίνονταν στόχος «αρνητικής φυλετικής υγιεινής» έτειναν να είναι επίσης εκείνες που δεν δέχονταν, ή δεν υποτίθεται πως θα δέχονταν τη ναζιστική οπτική περί γυναικείας οικιακής εργασίας, τα βασικά χαρακτηριστικά της οποίας είχαν καλλιεργηθεί από τα τέλη του δέκατου ογδόου αιώνα. Ο σεξισμός, που επέβαλε οικονομική εξάρτηση στις «ανώτερες» παντρεμένες γυναίκες, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, και χρησιμοποιούνταν, να εφαρμόσει το ρατσισμό με το να εξαιρέσει πολλές γυναίκες από τα σχετικά πλεονεκτήματα που δίνονταν στις ¨επιθυμητές» μητέρες και παιδιά, και τις ανάγκαζε να δεχτούν υποδεέστερες εργασίες στην ιεραρχία της αγοράς εργασίας για να επιβιώσουν. Στη πράξη, ο σύγχρονος σεξισμό έχει εγκαθιδρύσει, κάτω από τις θεωρίες για τη «γυναικεία φύση» και τη «λατρεία της πραγματικής θηλυκότητας», δυο διαφορετικές αν και συνδεόμενες, νόρμες για τα παιδιά. Η απαίτηση ήταν ώστε κάποιες γυναίκες να διευθύνουν τακτοποιημένα σπιτικά και να παράγουν καλά μορφωμένα παιδιά, με το όλο εγχείρημα να βασίζεται στα χρήματα του συζύγου, όλες, φορτωμένες και δίχως οικονομική στήριξη, ήταν υποχρεωμένες να  κάνουν ταπεινές δουλειές που αμείβονταν ελάχιστα ή καθόλου ενώ τα παιδιά τους, όπως και οι ίδιες, αντιμετωπίζονταν ως «σαβούρα». Ρατσιστικές-σεξιστικές δημόσιες συζητήσεις διαφόρων τύπων έχουν απεικονίσει τις κοινωνικά, σεξουαλικά, ή εθνικά «αλλότριες» γυναίκες ως μη-γυναίκες, και έτσι ως απειλητικές προς τις νόρμες για όλες τις άλλε γυναίκες, ή ως απειλητικές, και ως εκ τούτου μη-γυναίκες: έτσι η ρατσιστική άποψη της Εβραίας ή της γυναίκας Ρομά ως πόρνες, η άποψη των ευγονικών σεξολόγων των λεσβιών ως ψευδοανδρών, η αντίληψη της φυλετικής υγιεινής των πορνών ως αντικοινωνικές και μολυσματικές για το «σώμα της φυλής», η φαντασίωση των Πολωνίδων ή «καθυστερημένων» γυναικών πως «αναπαράγονταν σαν τα ζώα». Φυσικά όμως, πολλά περισσότερα εμπλέκονται εδώ από (τα κατά κύριο λόγο ανδρικά) εικόνες και σύμβολά, όσο και αν ήταν επιδραστικές στην πραγματική αντιμετώπιση και εικόνα των γυναικών. Η ιστορία των γυναικών πρέπει να επικεντρωθεί στις ζωές εκείνων των «μη»-γυναικών, δίχως να τις περιθωριοποιήσει όπως η (ανδρική) ιστορία έχει κάνει.

Ακριβώς λόγω των περίπλοκων δεσμών μεταξύ σεξισμού και ρατσισμού και, έτσι, εξαιτίας της σχετικότητας  του αναπαραγωγικού ρατσισμού με όλες τις γυναίκες, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην αποκαλούμε απλά «σεξισμό» την απαίτηση από τις εθνικά ή κοινωνικά «ανώτερες» γυναίκες να κάνουν παιδιά που ίσως να μη θέλουν, και να μη λέμε απλά «ρατσισμό» την απαγόρευση σε εθνικά ή κοινωνικά «κατώτερες» γυναίκες να έχουν παιδιά, ακόμη και αν τα επιθυμούν. Μιλώντας πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να πούμε την επιβολή στη πρώτη ομάδα γυναικών «ρατσιστικό σεξισμό», μιας και η αναπαραγωγή τους επειδή η αναπαραγωγή τους εξαναγκάζεται όχι επειδή είναι γυναίκες, αλλά γυναίκες μια συγκεκριμένης εθνικότητας ή κοινωνικής θέσης που έχει ανακηρυχθεί ως «ανώτερη». Παρόμοια, μπορούμε να αποκαλέσουμε την επιβολή στη δεύτερη κατηγορία γυναικών ως «σεξιστικό ρατσισμό», μιας και η αναπαραγωγή τους απαγορεύεται όχι μόνο λόγω των «γονιδίων» και της «φυλής» τους, αλλά και λόγω της πραγματικής ή φανταστικής απόκλισής τους, ως γυναίκες, από τα κοινωνικά και εθνικά πρότυπα για τις «ανώτερες» γυναίκες. Καθιερώνοντας με τέτοια ορολογία τη διπλή σύνδεση μεταξύ ρατσισμού και σεξισμού δεν (όπως μπορεί να είναι εμφανές από το πλαίσιο) δίνει διαφορετική βαρύτητα στην εμπειρία του ρατσισμού και του σεξισμού, ή υπονοεί πως στη μια περίπτωση υπερτερεί ο σεξισμός και στην άλλη ο ρατσισμός. Ακριβώς επειδή το αντίθετο είναι η αλήθεια: όπου υπάρχουν ο σεξισμός και ο ρατσισμός, ιδιαίτερα με ναζιστικά χαρακτηριστικά, όλες οι γυναίκες υποβάλλονται εξίσου και στα δύο, αλλά με διαφορετικές εμπειρίες. Υποβάλλονται σε μια συνεκτική και δίκοπη πολιτική σεξιστικού ρατσισμού ή ρατσιστικού σεξισμού (μια διαφοροποίηση μόνο στη περιγραφή), αλλά είναι χωρισμένες καθώς βιώνουν από τις δυο πλευρές αυτής της πολιτικής, ένα χώρισμα που επίσης λειτουργεί για να ξεχωρίσουμε τις μορφές αντίστασης στο σεξισμό όπως και στο ρατσισμό.

Επιχειρώντας να δούμε την κατάσταση όλων των γυναικών από την οπτική των «μη»-γυναικών μπορεί να βοηθήσει να αναλύσουμε και να εντοπίσουμε τα όρια αυτού του διαχωρισμού. Όσον αφορά τον αγώνα για τα αναπαραγωγικά μας δικαιώματα – για τη σεξουαλικότητα μας, τα παιδιά μας και τα χρήματα που θέλουμε και χρειαζόμαστε – η ναζιστική εμπειρία μπορεί να μας διδάξει πως μια ένας επιτυχημένος αγώνας πρέπει να στοχεύει στην επίτευξη και των δικαιωμάτων και των οικονομικών μέσων που επιτρέπουν στις γυναίκες να επιλέγουν μεταξύ του να έχουν ή να μην έχουν παιδιά δίχως να γίνονται οικονομικά εξαρτώμενες από άλλους ανθρώπους  ή από αθέμιτες δεύτερες και τρίτες εργασίες. Περικοπές στη προνοιακή μέριμνα για τις ανύπαντρες μητέρες, κακοποίηση μέσω στείρωσης, και η επίθεση στην ελεύθερη έκτρωση είναι απλά διαφορετικές όψεις μιας επίθεσης που σκοπό έχει τη διαίρεση των γυναικών. Η σημερινή πληθυσμιακή και οικογενειακή πολιτική στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Τρίτο Κόσμο κάνουν την γερμανική εμπειρία υπό τον εθνικοσοσιαλισμό ιδιαίτερα επίκαιρη. Νέες επιθέσεις στις ελεύθερες εκτρώσεις, την ίδρυση νέων πανεπιστημιακών τμημάτων «επιστημών πληθυσμού», πειράματα στείρωσης σε γυναίκες και στείρωση γυναικών σε προνοιακή μέριμνα εν αγνοία τους, πίεση σε γυναίκες Ρομά (ιδιαίτερα αν λαμβάνουν προνομιακά επιδόματα) να μη κάνουν παιδιά, ξενοφοβικές κραυγές εναντίον μεταναστών που «αναπαράγονται σαν τα ζώα» και κάποιοι που απαιτούν τον «ευνουχισμό ή στείρωση» τους, υπερβολικά εύκολες εκτρώσεις για γυναίκες τουρκικής καταγωγής και στειρώσεις, η μείωση κρατικών επιχορηγήσεων σε σχέση με την ανθρώπινη αναπαραγωγή, τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά, έχουν όλα συμβεί στη Γερμανία κατά τα δυο τελευταία χρόνια. Στη διάρκεια της παρούσας οικονομικής κρίσης, αυτό που θα προκύψει από αυτά τα δυο φαινομενικά ασύνδετα γεγονότα είναι ένα ανοιχτό ερώτημα.

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s