Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Theory in Action, vol 4, 2011 (διαθέσιμο από το προσωπικό blog του). Ο Dennis Fox είναι αναρχικός, ακτιβιστής και καθηγητής νομικής και νομικής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόι. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Αναφερόμενος στην συνένωση εξωτερικών και εσωτερικών δυνάμεων μέσα μας, ο Gustav Landauer έγραψε πως «Το Κράτος είναι μια συνθήκη, μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ ανθρώπινων όντων, ένας τρόπος ανθρώπινης συμπεριφοράς· το καταστρέφουμε με το δημιουργούμε νέες σχέσεις, με το να συμπεριφερόμαστε διαφορετικά». Όπως όλες οι κοσμοθεωρίες, ο αναρχισμός ενσωματώνει υποθέσεις γύρω από την ανθρώπινη φύση και την ανθρώπινη κοινωνία που εξηγούν το πως ενεργούμε και το πως σκεφτόμαστε ότι πρέπει να ενεργήσουμε. Αυτή η «καθημερινή ψυχολογία» μας βοηθά να κατανοήσουμε τη συμπεριφορά τη δική μας και των άλλων και διαμορφώνει την αντίληψη μας ποιο είδος κοινωνίας είναι επιθυμητό και εφικτό. Με το να γίνουμε κομμάτι της αναρχικής πολιτικής κουλτούρας συχνά σημαίνει την αντικατάσταση παλιών υποθέσεων με νεότερες. Ωστόσο παρά τη σημασία των ψυχολογικών υποθέσεων για τους αμοιβαίους δεσμούς μεταξύ του προσωπικού και του πολιτικού, παραμένει ασαφές σε ποια έκταση οποιαδήποτε από τις διάφορες μορφές της ψυχολογίας – ακαδημαϊκή κατεύθυνση, θεραπευτική απασχόληση, ψυχαναλυτική κατανόηση, ή δύναμη της ποπ κουλτούρας – μπορεί να βοηθήσει στην πρόοδο της απελευθέρωσης και της κοινότητας.

Ο αναρχισμός και η ψυχολογία, περιέχει το καθένα μια σειρά από τάσεις με μικρή συναίνεση γύρω από τον ορισμό, τις μεθόδους, την εμβέλεια ή τους στόχους. Οι αναρχικοί – όχι μόνο οι ακαδημαϊκοί αναρχικοί – συζητούν απλά τι είναι ο αναρχισμός, πως και πότε ξεκίνησε, τι επιδιώκει, πως να εφαρμοστεί σωστά, και – ιδιαίτερα οι ακαδημαϊκοί – αν ο μετά-αναρχισμός (post-anarchism) αντικαθιστά τον παλιότερο. Η ψυχολογία έχει συγκρίσιμα ερωτήματα: Είναι σωστό να εστιάσουμε στο νου ή στη συμπεριφορά; Είναι, ή πρέπει να είναι, επιστήμη, και αν ναι τι είδους; Αναζητά γενικούς νόμους καθορισμού της συμπεριφοράς  ή καλύτερη κατανόηση των ατόμων σε αυτό το πλαίσιο; Οι παράλληλοι αυτοί διάλογοι έχουν επιπτώσεις στην εξέλιξη του αναρχισμού και για το καθορισμό ποιανού τα συμφέροντα μπορεί να εξυπηρετεί η ψυχολογία.

Η αναρχική κριτική αναπόφευκτα βουτάει στο ψυχολογικό πεδίο. Οι αναρχικοί γενικά προωθούν αξίες όπως η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια, η αυτοδιαχείριση και η συμμετοχή,ο αυθορμητισμός και η απελευθέρωση. Μια μη ιεραρχική κοινωνία, πιστεύουμε, μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους να ικανοποιήσουν μεταβαλλόμενες και μερικές φορές αντικρουόμενες ανάγκες για αυτονομία και αμοιβαιότητα δίχως να βλάπτεται κανείς στη διαδικασία. Ξέρουμε πως ο έλεγχος που ασκούν οι ελίτ δεν βασίζεται μόνο στην καταστολή των ριζοσπαστικών κινημάτων αλλά επίσης και ο αποπροσανατολισμός προς καριερίστικα, καταναλωτικά, εθνικιστικά και άλλα ιδεολογικά βολικά μονοπάτια που θυσιάζουν είτε την αυτονομία ή την αμοιβαιότητα, και συχνά και τα δυο. Ο αποπροσανατολισμός επιτυγχάνεται  κυρίως μέσω των κυρίαρχων θεσμών – εκπαίδευση, θρησκεία, μέσα, νόμος, ψυχοθεραπεία – που εσωτερικεύουν και σπέρνουν συγκεκριμένες αντιλήψεις για την ανθρώπινη φύση και κοινωνία.

Για να είμαι ξεκάθαρος: δεν λέω πως τα θέματα αυτά είναι μόνο ψυχολογικά, ή του τι έχουν να πουν οι ψυχαναλυτές είναι πιο χρήσιμο από αυτό που λένε οι άλλοι. Επειδή η αλληλεπίδραση μεταξύ ατόμου και κοινότητας είναι «η κεντρική φόρτιση ίσως σε όλες τις κοινωνικές θεωρίες», οι πιο παραγωγικές προσεγγίσεις είναι διαθεματικές.

Επίσης ξέρω πως υπερβολική ψυχολογικοποίηση εκτρέπει την προσοχή από τη πολιτική εργασία. Η τελευταία τάση – «θετική ψυχολογία» – είναι κυρίως ένας ακόμη πειρασμός για να αλλάξουμε τη σκέψη μας παρά το κόσμο μας. Συμφωνώ με τον Zerzan που σημείωσε πως «Στην Ψυχολογική Κοινότητα, οι κοινωνικές συγκρούσεις κάθε μορφής  μετακινούνται αυτόματα στο επίπεδο των ψυχολογικών προβλημάτων, ώστε να μπορούν να αποδοθούν στα άτομα ως ιδιωτικά ζητήματα». Και με τον Sakolsky:

«Η ανθρώπινη παρόρμηση προς την αλληλοβοήθεια πνίγεται ακόμα περισσότερο από εκείνους στην   βιομηχανία αποεγκεφαλοποίησης που επαγγελματικά προσηλυτίζουν εκ μέρους μιας απολίτικης θετικιστικής ψυχολογίας. Η έμφαση της τελευταίας στην απόδοση ευθυνών στον εαυτό μας για την ίδια μας την αποξένωση και καταπίεση στη συνέχεια ενισχύεται με τις καθημερινές μας σχέσεις αμοιβαίας συγκατάθεσης στις οποίες παροτρυνόμαστε συνεχώς να είμαστε «ρεαλιστές», να καταλάβουμε, να σταματήσουμε τη γκρίνια, να κατεβάσουμε κανένα αντικαταθλιπτικό αν χρειαστεί, και για όνομα του θεού, να φαινόμαστε ευδιάθετοι».

Επιπλέον, δεν αγνοώ το ρόλο των ψυχολόγων ως όργανα επιβολής συμβατικών δυτικών μεσοαστικών αξιών και ως φορείς κρατικής και εταιρικής εξουσίας. Είναι μια βρώμικη ιστορία, από τα τεστ νοημοσύνης και προσωπικότητας που κατηγοριοποιεί τους ανθρώπους για γραφειοκρατικό κοινωνικό έλεγχο, στον καθησυχασμό των φυλακισμένων, των εργατών, των ψυχικά ασθενών, των φοιτητών και των γυναικών, ως την ψυχολογική χειραγώγηση που ξεκινά από την διάδοση παραμορφωμένων μοντέλων κανονικότητας στην διαφήμιση εταιρικών προϊόντων και φτάνει στην ανάκριση κρατούμενων στο Γκουαντάναμο. Οι ψυχοθεραπευτές χρησιμοποιούν συνεχώς ιατρικοποιημένες διαγνώσεις δημιουργημένες από ψυχιάτρους, απαιτούμενες από ασφαλιστικές εταιρίες, και μερικές φορές σχεδιασμένες ξεκάθαρα για τον κοινωνικό έλεγχο. Η «Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή (Oppositional Defiant Disorder, ODD)», για παράδειγμα, έχει τις ρίζες της στη διάγνωση της «αναρχίας» που ο Benjamin Rush, ο «πατέρας της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής» και ένας από αυτούς που υπέγραψαν την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, απέδωσε σε όσους αντιστέκονταν στην ομοσπονδιακή εξουσία των οποίων «το υπερβολικό πάθος για την ελευθερία» αποτελούσε «μια μορφή παράνοιας».

Παρά λίγους αναρχικούς ψυχολόγους (πχ. Chomsky, 2005· Cromby, 2008· Ehrlich, 1996· Fox, 1985, 1993a· Goodman, 1966/1979· Sarason, 1976· Ward, 2002), ο κλάδος παραμένει ένα σύνολο μιας μεγάλης ποικιλίας σε ποιότητα στοιχεία. Έτσι μάλλον δεν αποτελεί έκπληξη πως οι αναρχικοί την αναφέρουν τόσο σπάνια ακόμη και όταν χρησιμοποιούν ψυχολογικές έννοιες και μιλάνε για την ανθρώπινη φύση. Ελάχιστα από τα 28 κεφάλαιο στο Contemporary Anarchist Studies (Amster et al, 2009), για παράδειγμα αναφέρουν τη λέξη ψυχολογία, που δεν εμφανίζεται στο πίνακα περιεχομένων· που κανένας από τους 34 συγγραφείς δεν είναι ψυχολόγος. Μια λίστα προτεινόμενων κειμένων του Anarchist Studies Network αναφέρει, «η ψυχολογία έχει να προσφέρει πάρα πολλά στον αναρχισμό (και το αντίστροφο!)» αλλά αναφέρει περισσότερα βιβλία πάνω στην ψυχανάλυση από ότι στην ψυχολογία, με τα περισσότερα παλιά και όχι στα Αγγλικά. Βρήκα αναφορές μόνο σε ένα βιβλίο με τον αναρχισμό και την ψυχολογία να υπάρχουν στο τίτλο. Με σποραδικές εξαιρέσεις, περιλαμβανομένων των πρόσφατων συνδέσεων στην οικοψυχολογία (Heckert, 2010· Rhodes, 2008), υπάρχει ελάχιστη μελέτη των πιθανών συνδέσεων.

Όπως έχει ήδη σημειωθεί, από την άλλη, οι αναρχικοί συχνά χρησιμοποιούν ψυχολογικά επιχειρήματα, συχνά παρόμοια με εκείνα των Μαρξιστών και των Καταστασιακών (Debord, 1967· Vaneigem, 1967). Το ίδιο ίσχυε για τον Kropotkin, την Emma Goldman, και άλλους κλασικούς αναρχικούς και ισχύει και σήμερα. Για τον Landauer, «Οι άνθρωποι δε ζουν μέσα στο κράτος. Το κράτος ζει μέσα στους ανθρώπους». Για την Goldman, «Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, και το οποίο πρέπει να λύσουμε στο εγγύς μέλλον, είναι πως να είμαστε εμείς και παρόλα αυτά σε αρμονία με τους άλλους, να έχουμε βαθιά συναισθηματική σύνδεση με όλα τα ανθρώπινα όντα και να συνεχίσουμε να διατηρούμε τις χαρακτηριστικές ιδιότητες του καθενός». Τονίζοντας «την προσωπική και ψυχολογική διάσταση της ζωής», οι πρώτες γυναίκες αναρχικές επέμεναν πως «οι αλλαγές στις προσωπικές πτυχές της ζωής, όπως οικογένειες, παιδιά, σεξουαλική δραστηριότητα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πολιτική δραστηριότητα». Έναν αιώνα αργότερα, ο Milstein (2009) λέει ο αναρχισμός – «η μόνη πολιτική παράδοση που έχει παλέψει σταθερά με την φόρτιση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας» – στοχεύει «να μεταμορφώσει την κοινωνία ώστε να μεταμορφώσουμε επίσης και τους εαυτούς μας». Για τον Salmon (2010), «Είναι εύκολο να μιλάμε για την αμφισβήτηση του συστήματος και να ξεχάσουμε την ίδια στιγμή την αμφισβήτηση των εαυτών μας. Δεν είναι ζήτημα να μπεί το ένα πάνω από το άλλο, αλλά συνειδητοποίηση πως και τα δυο πρέπει να πάνε χέρι με χέρι να είναι πραγματικά επαναστατικά». Ο Gordon (2005) επίσης επιμένει πως ο μετασχηματισμός αρχίζει τώρα:

«Ο αναρχισμός είναι μοναδικός μεταξύ των πολιτικών κινημάτων, που τονίζει την ανάγκη να υλοποιήσει τις επιθυμητές του κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των δομών και πρακτικών του ίδιου του επαναστατικού κινήματος. Ως τέτοιες, η προεικόνιση της πολιτικής μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια μορφή «δημιουργικής» άμεσης δράσης, όπου αναρχικοί που προτείνουν κοινωνικές σχέσεις απαλλαγμένες από ιεραρχία και κυριαρχία αναλαμβάνουν οι ίδιοι την κατασκευή της».

Υπάρχει ένα πρόβλημα όμως. Αν και θέλουμε να ζήσουμε με αναρχικές αξίες σήμερα, κανένας μας δεν μεγάλωσε μαθαίνοντας πως να το κάνει αυτό. Ο Barclay (1982) έγραψε πως «μεμονωμένα μέλη [των εσκεμμένων αναρχικών κοινοτήτων]… έχουν ανατραφεί στις πολιτιστικές παραδόσεις και αξίες του κράτους αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη δυσκολία στο να απελευθερωθούν από τις δηλητηριώδεις επιδράσεις τους». η «φόρτιση στην αναρχική θεωρία μεταξύ του πολιτικού και του προσωπικού» σημαίνει «πως πρόκειται να είναι μια συνεχής πάλη για την εύρεση της ισορροπίας».

«Πολύ πρόσφατα άρθρα που αφορούν ζητήματα εξουσίας στο κίνημα επικεντρώνονται στο τρόπο με τον οποίο μοτίβα κυριαρχίας στην κοινωνία είναι εντυπωμένα στις αλληλεπιδράσεις μέσα σε αυτό – ξεσκεπάζοντας δυναμικές ρατσισμού, σεξισμού, ηλικιακών διακρίσεων ή ομοφοβικών συμπεριφορών, και ρωτούν γιατί οι θέσεις ηγεσίας στους ακτιβιστικούς κύκλους τείνουν να είναι κατειλημμένες συχνότερα από άνδρες από ότι γυναίκες, από λευκούς από ότι μη λευκούς, από αρτιμελή από ότι ανάπηρα άτομα».

Αντιμετωπίζοντας αυτές τις δυσκολίες, μερικές φορές αποτυγχάνουμε. Μπροστά στα τόσα που πρέπει να γίνουν, μερικές φορές συμβιβαζόμαστε με το να υπάρχουμε απλά, μένοντας λειτουργικοί για τη δουλειά της στιγμής αντί να αναπτύσσουμε προσωπικές, διαπροσωπικές και συλλογικές ικανότητες που μια αναρχική κοινωνία μπορεί να προσφέρει κάποτε με πιο φυσικό τρόπο. Γνωρίζουμε πως εστιάζοντας στους εαυτούς μας – στις δικές μας σχέσεις, ανάγκες, συναισθήματα, επιθυμίες, προβλήματα μικρά και μεγάλα – μπορεί να γίνει εμονικό, απομονωτικό και ναρκισσιστικό. Αντιστεκόμαστε στις ατομικές λύσεις. Ωστόσο αν καταλαβαίναμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας καλύτερα – από που προέρχονται, γιατί τις έχουμε, πως να τις ικανοποιήσουμε, πως ίσως να τις αλλάξουμε – και αν μάθουμε να αλληλεπιδρούμε πιο αποτελεσματικά, τότε ίσως οι συνθήκες διαβίωσης μπορεί να είναι πιο ικανοποιητικές, οι σχέσεις μας να μας καλύπτουν περισσότερο, και οι κοινότητες και τα πολιτικά μας εγχειρήματα πιο επιτυχημένα. Οι αναρχικοί έχουν σωστή αντίληψη, έτσι νομίζω, του πως θα είναι η ζωή ελεύθερη από ανταγωνιστικότητα, κτητικότητα, ζήλεια και κυριαρχία, ανοίγοντας τους εαυτούς μας στην απελευθέρωση, την αυθορμητότητα και την χαρά. Αποφασίζοντας όμως να είμαστε διαφορετικοί δε μας κάνει διαφορετικούς. Το να απαλλαγούμε από μια ζωή γεμάτη από κακές συνήθειες, παραμορφωμένες ανάγκες και διαστρεβλωμένα συναισθήματα δεν είναι εύκολο.

Θα ήταν χρήσιμο αν το πεδίο της ψυχολογίας ήταν σύμμαχος παρά εχθρός, αν και ίσως ο αναρχισμός έχει να προσφέρει περισσότερα από ότι το αντίστροφό. Ωστόσο ένας αυξανόμενος αριθμός κριτικών ψυχολόγων (Fox, Prilleltensky, Austin, 2007) είναι έτοιμοι όπως ο Sakolsky (2011) και ο Zerzan (1994) να επικρίνουν τον ιδεολογικό ρόλο της ψυχολογίας ενώ επίσης εξερευνούν ερευνητικές, διδακτικές και θεραπευτικές εναλλακτικές. Η κριτική ψυχολογία είναι πιο περιθωριακή από τα αντίστοιχά της σε άλλα πεδία και μάλλον θα παραμείνει έτσι, οι ακόλουθοί της είναι πιο συχνά Μαρξιστές ακόμη και αριστεροί παρά αναρχικοί, αλλά παραμένει ο πιο πιθανός ακαδημαϊκός χώρος για την προώθηση των τριών αναρχικών σχεδίων που περιέγραψε ο Gordon: «απονομιμοποίηση, άμεση δράση (τόσο καταστροφική όσο και δημιουργική) και δικτύωση». Στο επόμενο κομμάτι περιγράφω τρία πεδία με ανάμικτες επιπτώσεις στην εξέλλιξη του αναρχισμού: κλινική ψυχολογία ως θεραπευτικό επάγγελμα, κοινωνική ψυχολογία ως τεχνολογία παραγωγής γνώσης, και την κληρονομιά της ανθρωπιστική ψυχολογίας και της ριζοσπαστικής ψυχανάλυσης.

Κεντρική σύνδεση

Οι τυπικοί ψυχολόγοι πολλές φορές παλεύουν με χρήσιμες ιδέες αν και συχνά χάνουν το νόημα. Η φόρτιση μεταξύ την ατομικότητα και την αμοιβαιότητα είναι ιδιαίτερα σχετική. Η υποτιθέμενη δυϊκή διαίρεση μεταξύ του εαυτού και του άλλου είναι τυπικό μενού, με όρους όπως ικανότητα/κοινωνία, ανεξαρτησία/αλληλεξάρτηση, αυτονομία/ψυχολογική αντίληψη της κοινότητας. Οι θεωρητικοί της προσωπικότητας μελετούν πως οι συνθήκες – οικογένεια, φίλοι, σχολείο, κλπ. – επηρεάζουν την ανάπτυξη από το εστιασμένο στον εαυτό του βρέφος ως τον κοινωνικοποιημένο ενήλικα, και μερικές φορές πως διαφορετικές κοινωνίες παράγουν τις προσωπικότητες που χρειάζονται. Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι επαναλαμβάνουν μονότονα την αλληλεπίδραση μεταξύ «του προσώπου»  (δηλαδή προσωπικότητα, συναίσθημα, πιστεύω) και «το περιβάλλον» (η παρουσία άλλων, διαμόρφωση ενός δωματίου, αντίληψη κανόνων), αν και οι τυπικές αντιλήψεις του περιβάλλοντος συνήθως αποκλείουν την κοινωνία, το πολιτισμό και την ιστορία (Tolman, 1994).

Οι φορτίσεις αυτές και οι αλληλεπιδράσεις είναι καίριες στην αναρχική σκέψη, που αναγνωρίζει τον μη διαχωρισμό, και την αμοιβαιότητα μεταξύ, των προσωπικών και των κοινωνικών αλλαγών, όπως επίσης τη δυσκολία του να επιχειρούνται και οι δύο ταυτόχρονα. Οι αναρχικοί «αναγνωρίζουν αυτό το ζογκλερικό μπρος πίσω εαυτού και κοινωνίας ως κομμάτι της ανθρώπινης συνθήκης» (Milstein, 2009). «Οι επιλογές του τρόπου ζωής όπως το να ζεις σε κατάληψη ή οι ανοιχτές ερωτικές σχέσεις έχουν οδηγήσει τους αναρχικούς στο να αναγνωρίζουν την δυνατότητα που μπορεί να προσφέρουν οι ριζοσπαστικές επιλογές του τρόπου ζωής στην απελευθέρωση των μυαλών μας από τους καταπιεστικούς κοινωνικούς κανόνες» (DeLeon & Love, 2009). Επειδή «δουλειά των αναρχικών δεν είναι παρουσιάσουν μια νέα κοινωνία αλλά να υλοποιήσουν μια εναλλακτική κοινωνία όσο είναι δυνατό στη παρούσα φόρτιση» (Gordon, 2005), όλα τα πεδία προσκαλούν την πάλη.

«Το προσωπικό είναι πολιτικό, αλλά είναι επίσης οικονομικό, όπως επίσης και κοινωνικό και πολιτιστικό. Οι αγώνες γύρω από ζητήματα φροντίδας και οικιακών εργασιών, των καθημερινών εργασιών, δεν είναι απλά ατομικές ανησυχίες  άσχετες από τα ευρύτερα οικονομικά και πολιτικά ερωτήματα – είναι οι καθημερινές εκδηλώσεις αυτών των μεγαλύτερων διεργασιών. Η αναγνώριση των συνδέσεων τους, όπως τις συνδέσεις εναντίον αμφισβητούμενων ισορροπιών δυνάμεων  στο σπίτι, στο σχολείο, στο γραφείο, στο νοσοκομείο, και σε όλους τους χώρους της κοινωνικής ζωής, είναι ένα σημαντικό βήμα».  (Shukaitis, 2008)

O Salmon (2010) πιστεύει πως, «Αν οι προσωπικές σχέσεις χρησιμοποιούνται να μας κρατήσουν υποταγμένους στις νόρμες του παρόντος συστήματος, τότε για να αμφισβητήσουμε τη βάση των σχέσεων μας είναι μέρος της αντιμετώπισης του πολιτικού αδιέξοδου στο οποίο το κυρίαρχο ρεύμα προσπαθεί να μας οδηγήσει». Ο Gordon (2010) κάνει μια παρόμοια παρατήρηση

«Αυτό αποκαλείται μερικές φορές ‘προεικονιστική πολιτική’. Έτσι έχει νόημα που έχουν μια κριτική για τις σχέσεις ανθρώπου-μη ανθρώπου και την εκμετάλλευση των ζώων, να προσπαθήσουν και να ζήσουν με ένα τρόπο που επιδιώκει την αναστροφή αυτής της εκμετάλλευσης, για παράδειγμα με την αποφυγή των ζωικών προϊόντων (όπως και οργανώνοντας εκστρατείες και πραγματοποιώντας άμεσες δράσεις εναντίον εργαστηρίων, σφαγείων, πτηνοτροφείων, κλπ.). παρομοίως, οι αναρχικοί που έχουν μια κριτική πάνω στη μονογαμία, για παράδειγμα από μια φεμινιστική οπτική, θα αναζητούσε τρόπους για να ζήσουν διαφορετικά στο παρόν εξασκώντας την πολυσυντροφικότητα». (Gordon, 2010)

Ή όπως έγραψε ο Καταστασιακός Raoul Veneigem (1967) έγραψε, «Οι άνθρωποι που μιλούν για την επανάσταση και τη ταξική πάλη δίχως να αναφέρονται ξεκάθαρα στη καθημερινή ζωή, δίχως να κατανοούν τι είναι υπονομευτικό στον έρωτα και τι είναι θετικό στην άρνηση των περιορισμών, τέτοιοι άνθρωποι έχουν νεκρούς στα στόματά τους».

 

Ψυχολογία ως Θεραπευτικό Επάγγελμα

Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι σκέφτονται την ψυχολογία έχουν στο νου τους το επάγγελμα του θεραπευτή: κλινικούς ψυχολόγους αλλά επίσης και ψυχιάτρους, κοινωνικούς λειτουργούς, και σύμβουλους  που βοηθούν στην επίλυση δυσκολιών «ψυχικής υγείας». Μπορεί να υποθέτουν πως η ψυχολογία βασίζεται στο Sigmund Freud ή πως η ψυχολογία και η ψυχανάλυση είναι λίγο πολύ το ίδιο παρά «δυο πεδία με εμφανή αμφισβήτηση ορίων» (Tyson). Οι περισσότεροι φοιτητές κλινικής ψυχολογίας μαθαίνουν  διάφορους τρόπους για να κατανοήσουν την ψυχική υγεία και την ασθένεια – δυο πολύ φορτωμένοι όροι – όπως και θεραπευτικές τεχνικές βασισμένες σε ανταγωνιστικές μεταξύ τους σχολές σκέψης. Λίγα μόνο από αυτά που κάνουν οι ψυχοθεραπευτές μοιάζουν με τις συμβουλές που προσφέρονται στα βιβλία ποπ κουλτούρας που ισχυρίζονται πως θα διδάξουν πως να διορθώσουμε τους εαυτούς μας.

Οι κριτικοί ψυχολόγοι διαφωνούν με την πιο συνηθισμένη προσέγγιση της ψυχοθεραπείας: το να μας βοηθά να προσαρμοστούμε σε ένα μη ικανοποιητικό κόσμο με την εσωτερίκευση προβλημάτων και λύσεις παρά την αναγνώριση της κοινωνικής τους φύσης. Ο ισχυρισμός της ψυχολογίας πως αποτελεί διακριτή επιστήμη από τη φιλοσοφία συνόδευε τον Κοινωνικό Δαρβινισμό του 19ου αιώνα, που φαντάζονταν και απαιτούσε μια ανταγωνιστική, κοπιαστική ανθρώπινη φύση για ένα καπιταλιστικό κόσμο επιβίωσης του ισχυρότερου. Υιοθετούσε παρά αμφισβητούσε την ιεραρχία, την πατριαρχία και το φυλετικό προνόμιο. Οι ψυχολόγοι του εικοστού αιώνα που τελικά έγιναν ψυχαναλυτές  προέτρεψαν τους ανθρώπους να φτιάξουν τους εαυτούς τους  παρά να αμφισβητήσουν τα αφεντικά, την πολιτική ελίτ ή τους κυρίαρχους θεσμούς ευρύτερα. Και ακόμη, σήμερα, η κυρίαρχη θεραπεία μας επιτρέπει να λειτουργούμε, ενισχύοντας την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμηση και διατηρώντας τις σχέσεις μας έτσι ώστε να περάσουμε το σχολείο, να πάμε στη δουλεία έγκαιρα, να συνεχίζουμε μέρα με τη μέρα, τελειοποιώντας τεχνικές ελέγχου του στρες και αγνοώντας κάθε υποψία πως κάτι έξω από εμάς μπορεί να φταίει ακόμη και όταν εκατομμύρια  από εμάς έχουν τα ίδια «ατομικά προβλήματα». Αυτά τα κλισέ που έχουν διαδοθεί μέσω της κουλτούρας, έχουν γίνει κομμάτι της καθημερινής μας ψυχολογίας, φαινομενικά προφανή και φυσικά και δίκαια. (Fox, 2009)

Αυτές οι γενικεύσεις έχουν σημαντικές εξαιρέσεις. Φεμινιστ(ρι)ές, μαρξιστ(ρι)ες αναρχικοι(ες) και άλλοι κριτικοί και ριζοσπάστες θεραπευτές – ψυχολόγοι , ψυχίατροι, ψυχαναλυτές όπως ο Alfred Adler και ο Erich Fromm –  έχουν εξερευνήσει το σύνδεσμο μεταξύ των συναισθηματικών μας καταστάσεων, συμπεριφορικές συνήθειες, και την κοινωνία γύρω μας, σκιαγραφώντας κοινές δυσκολίες σε πολιτισμικά καθορισμένες συνθήκες. Οι ριζοσπάστες εξερεύνησαν συχνά την ψυχανάλυση η οποία, «εν μέρει λόγω της συνεχούς συνειδητοποίησης πως τα μυαλά είναι προϊόντα κοινωνικών και πολιτισμικών περίγυρων… πάντοτε είχαν περισσότερο από, μια πιθανότητα πολιτιστικής κριτικής, ιδιαίτερα εκείνων των πτυχών της ψυχολογίας, ιδιαίτερα εκείνων των πτυχών της ψυχολογίας, που κατέγραφαν με λεπτομέρειες εκείνες τις πτυχές ψυχολογίας που βασίστηκε στον τεχνολογικό έλεγχο παρά στη κατανόηση των εννοιολογικής κατανόησης» (Tyson)

Ιδιαίτερα επιδραστικός μεταξύ των ριζοσπαστών ήταν ο Wilhelm Reich (1942), του οποίου η εξερεύνηση του συνδέσμου μεταξύ της σεξουαλικής καταπίεσης και του φασισμού έδωσε το έναυσμα διάφορες παραλλαγές ανάλυσης και θεραπείας που ακολούθησαν μαρξιστικές, φεμινιστικές, και άλλες κριτικές παραδόσεις (Sloan, 1996· Tolman, 1994), περιλαμβανόμενου του αναρχισμού (Comfort, 1950· Perez, 1990). Ο Reich ακολούθησε τα βήματα του Otto Gross, ένα πρώιμο φροϋδικό που διαχώρισε τη θέση του για να αναπτύξει μια αναρχική ψυχανάλυση που λάμβανε υπόψιν:

«τέτοια θέματα όπως όπως η αντιεξουσία, η ελεύθερη από καταπίεση ανατροφή, η χειραφέτηση από πατριαρχικές, ιεραρχικές δομές στο πλαίσιο της οικογένειας, του γάμου, της καριέρας κλπ, η χειραφέτηση συγκεκριμένα των γυναικών, τα δικαιώματα των ατόμων να αποφασίζουν ελεύθερα για τις ζωές τους, ιδιαίτερα σε σχέση με τα ναρκωτικά και την ευθανασία, και τέλος ερωτήματα για την ελευθερία του ατόμου σε σχέση με τις κοινωνικές νόρμες και παραδόσεις». (International Otto Gross Society, 2009)

Ο Gross πίστευε πως «οποιοσδήποτε θέλει να αλλάξει τις δομές της ςεξουσίας ( και της παραγωγής) σε μια καταπιεστική κοινωνία, πρέπει να αρχίσει με την αλλαγή αυτών των δομών μέσα στον ίδιο [sic] και να εξολοθρεύσει την ‘εξουσία που έχει εισχωρήσει στο εσωτερικό του είναι» (Sombart, 1991). Παρομοίως, η σωματοθεραπεία του 1970 του Roberto Freire, βασισμένη σε μεγάλο μέρος στον Reich, ακολούθησε μια αναρχική προσέγγιση στην προσπάθεια «να κατανοήσει την κοινωνικοπολιτική συμπεριφορά  ατόμων ξεκινώντας από το τι συμβαίνει στις καθημερινές ζωές τους». Επίσης λαμβάνοντας υπόψιν το κοινωνικό πλαίσιο, από μια πιο υπαρξιστική κατεύθυνση, ήταν και η συνεισφορά του αναρχικού Paul Goodman στη μορφολογική θεραπεία (Gestalttherapie). (Perls, Hefferline, & Goodman, 1951).

Η τυπική ψυχανάλυση συνεχίζει να επιβάλλει ένα ακοινωνικό, απολίτικο ατομισμό της προσαρμογής. Όταν οι ψυχολόγοι εργάζονται σε φυλακές, ψυχιατρικά νοσοκομεία, σχολεία, εργοστάσια, ένοπλες δυνάμεις και άλλους θεσμούς που περιορίζουν ανθρώπους και διαμορφώνουν συμπεριφορές, το έργο τους περνά από την ουδετερότητα στον κοινωνικό έλεγχο. Το κίνημα της «αντιψυχιατρικής» κερδίζει μεγαλύτερη προσοχή, αλλά οι ψυχολόγοι επίσης εργάζονται σε ψυχιατρικά νοσοκομεία. Την ίδια στιγμή, κριτικοί και ριζοσπάστες ψυχολόγοι έχουν συμβάλλει σε προσπάθεις που είναι κριτικές για την τυπική ψυχιατρική και ψυχοθεραπεία (Brown, 1973· Ingleby, 1980· Williams & Arrigo, 2003)

Κοινωνική Ψυχολογία ως Τεχνολογία Παραγωγής Γνώσης

Η κοινωνική ψυχολογία θέτει ως παράδειγμα την επιθυμητή εικόνα του κλάδου ως επιστήμη, αντί ως θεραπευτικού επαγγέλματος. Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι μερικές φορές πραγματοποιούν έρευνες που οι θεραπευτές μπορούν να χρησιμοποιήσουν, αλλά κυρίως εξερευνούν ευρύτερα, αναζητώντας οικουμενικές αρχές συμπεριφοράς, που υποτίθεται πως είναι ανεξάρτητες από το χρόνο και το μέρος. Γιατί βοηθάμε κάποιον; Πότε είμαστε λίγο πολύ έτοιμοι να ακολουθήσουμε διαταγές, να συνεργαστούμε ή να ανταγωνιστούμε, να αγαπήσουμε ή να μισήσουμε; Ακόμη: Πως μπορούμε να πείσουμε τους ανθρώπους να ανακυκλώσουν; Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι τυπικά χρησιμοποιούν πειραματικές μεθόδους για να μελετήσουν συμπεριφορές, που εξηγούμε στους εαυτούς μας χρησιμοποιώντας την εσωτερικευμένη μας καθημερινή ψυχολογία· λένε πως τέτοια έρευνα είναι αναγκαία επειδή η «καθημερινή μας ψυχολογία είναι συχνά ανακριβής» (Jones & Elock, 2001) και μόνο η επιστήμη μπορεί να αποκαλύψει την αλήθεια.

Ως προπτυχιακός αντέδρασα στην προοδευτική ατζέντα μεταρρύθμισης της κοινωνικής ψυχολογίας με αφελή αισιοδοξία και προσωπική περιέργεια. Αργότερα όμως επέστρεψα στο μεταπτυχιακό ποτισμένος με το ουτοπικό σοσιαλιστικό σύστημα των κιμπούτζ του Ισραήλ (Horrox, 2009), με το κίνημα κατά των πυρηνικών του 1970 (Epstein, 1993) και με βιβλία από τον Kropotkin (1902) ως τον Bookchin (1971, 1980, 1982). Κατάλαβα τότε πως η ψυχολογική έρευνα – πάνω στην εξουσία, την ιεραρχία, και την αυθεντία, στην λήψη των αποφάσεων και την συνεργασία, τις σχέσεις και τη κοινότητα – έδειξαν τα πλεονεκτήματα της «κοινοτικής ατομικότητας» (Ritter, 1980) σε μια «ελεύθερη κοινωνία ελεύθερων ατόμων» (Milstein, 2009). Άλλοι επίσης παρατήρησαν· για παράδειγμα, η πολιτική ψυχολόγος Dana Ward, έφορος του Anarchist Archives, έχει μελετήσει την απολυταρχικότητα, τις δυναμικές της ομάδας, και την ανάπτυξη πολιτικών ιδεών. Το πεδίο όμως δεν δέχτηκε ποτέ το κοινωνικοψυχολογικό όραμα του αναρχισμού για την μεγιστοποίηση της αυτονομίας και της κοινότητας.

Υπήρξε μια εποχή που κάποιοι οραματίζονταν περισσότερα. Στις αρχές της μοντέρνας ψυχολογίας, ο Augustin Hamon (1894) προώθησε μια κοινωνική ψυχολογία που:

«έδινε έμφαση συστηματική, εμπειρική έρευνα και τοποθέτησε τη ‘προβληματική’ της κοινωνικής ψυχολογίας στην διεπαφή των ατομικών και κοινωνικών επιπέδων της ανάλυσης… . Συνέδεσαν μια δυνατή αφοσίωση στα κοινωνικά κινήματα εκφράζοντας αναρχοκομουνιστικές ιδέες με μια κριτική επανεκτίμηση των πλαισίων των κοινωνικών επιστημών, της εγκληματολογίας κλπ· δηλαδή ο Hamon αντιλήφθηκε τις κοινωνικές επιστήμες εν γένει, ως κριτικές επιστήμες (Apfelbaum & Lubek, 1983)

Το 1967, ο Abraham Maslow, ένας από τους ελάχιστους θεωρητικούς που κοιτούσε στον αναρχισμό ς κάποιου είδους μοντέλου (Fox, 1985), δίδαξε ένα μάθημα με τίτλο Ουτοπική Κοινωνική Ψυχολογία. Το απασχολούσαν «τα εμπειρικά και ρεαλιστικά ερωτήματα: Πόσο καλή κοινωνία επιτρέπει η ανθρώπινη φύση; Πόσο καλή ανθρώπινη φύση επιτρέπει η κοινωνία; Τι είναι δυνατό και εφικτό; Τι δεν είναι; (Maslow, 1971) σήμερα όμως η κοινωνική ψυχολογία είναι μετά βίας ουτοπική ή έστω ελάχιστα κοινωνική, εστιάζοντας αντίθετα σε αυτό που πιστεύουμε για τη συμπεριφορά, «παραδόξως… αναζητώντας μια εξήγηση τη συμπεριφορά με όρους  ατομικών παρά κοινωνικών και πολιτισμικών παραγόντων» (Jones & Elcock, 2001). Δεν υπάρχουν πολλές συζητήσεις για πειραματισμό με τη κοινότητα.

Στο δικό μου έργο σε ένα υποπεδίο που λέγεται «ψυχολογία και νόμος», μια αναρχική στάση βοηθά στην ανάλυση των δικαιολογιών του νομικού συστήματος για την ίδια του την νομιμοποίηση, που ουσιαστικά υποθέτει πως η ανθρώπινη φύση είναι τόσο κακή που μόνο ο νόμος μας επιτρέπει να επιβιώσουμε (Fox, 1993a, 1993b, 1999). Δε συμφωνούμε όλοι οι αναρχικοί γύρω από την ανθρώπινη φύση – κάποιοι πιστεύουν  πως είναι πολύ καλή, άλλοι καλή ή κακή ανάλογα με τις συνθήκες, κάποιοι δεν φαίνεται να ενδιαφέρονται – αλλά δεν πιστεύουμε πως οι νομοθέτες, οι δικαστές, και οι αστυνομικοί είναι ο λόγος που οι περισσότεροι άνθρωποι υπό συνηθισμένες συνθήκες είναι επαρκώς κόσμιοι. Επιπλέον, αντίθετα με τους Μαρξιστές που πιστεύουν πως η χρησιμότητα του νόμου εξαρτάται από το ποιος τον ελέγχει, οι αναρχικοί γενικά απορρίπτουν το νόμο ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά και απορρίπτουν το σκοπό του νομικού συλλογισμού: να κρίνονται οι ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις με γενικευμένες αφηρημένες αρχές ανεξάρτητες από τις συνθήκες που βιώνουν οι κανονικοί άνθρωποι.

Ανθρωπιστική Ψυχολογία, Ριζοσπαστική Ψυχανάλυση, και Προεικονιστική Πολιτική

Έχοντας συνείδηση πως η θεραπεία, η ομφαλοσκόπηση, και τα βιβλία αυτοβοήθειας (Justman, 2005· Zerzan, 1994) δεν οδηγεί σε κοινωνική αλλαγή, οι αναρχικοί είναι γενικά καχύποπτοι με το πυρήνα της ψυχοθεραπείας όπως και με τις ανθρωπιστικές προσεγγίσεις από τη δυτική ψυχολογία, την ανατολική φιλοσοφία, και τον New Age μυστικισμό που γέννησε το Κίνημα του Ανθρώπινου Δυναμικού (Human Potential Movement) όπου μεγάλο μέρος της δουλειάς πάνω στον εαυτό και τις σχέσεις γίνεται σήμερα. Αν και κάποιες μορφές ανθρωπισμού και ακόμη και New Age σκέψης ισχυρίζονται πως έχουν μια συμβατότητα με κινήματα κοινωνικής αλλαγής  (McLaughlin & Davidson, 2010· Rosenberg, 2004· Satin, 1979), πολλοί από όσους συμμετέχουν σε αυτό επιμένουν πως ο μόνος τρόπος για να αλλάξουν το κόσμο είναι με το να δουλέψουν πάνω στους εαυτούς τους. Οι καπιταλιστές φυσικά, μας πουλάν με ευχαρίστηση οτιδήποτε χρειαζόμαστε για να διαλογιστούμε και να επικοινωνούμε, να κάνουμε γιόγκα και τάντρα, να ανακαλύψουμε τους αυθεντικούς εαυτούς μας, και να περιπλανηθούμε στο πνευματικό μονοπάτι της στιγμής, θετικοί, χαρούμενοι, νάρκισσοι και μη απειλητικοί. Έτσι εύλογα, οι αναρχικοί συχνά απορρίπτουν αυτές τις ατομιστικές λύσεις και εστιάζουν αντίθετα πάνω σε πιο συστημικές προσεγγίσεις.

Πρόσφατα άρχισα να εξερευνώ ομάδες που πάνε προς την άλλη κατεύθυνση: βάζοντας σε προτεραιότητα την προσωπική ανάπτυξη και διαπροσωπικές δυναμικές, απαραίτητες για την δημιουργία κοινότητας. Αυτή η προσωπικά επικερδής «συμμετοχική παρατήρηση», όπως μπορεί να την αποκαλέσουν οι κοινωνικοί ψυχολόγοι, έχει αμφισβητήσει τις δικές μου υποθέσεις, στερεότυπα και συνήθειες και δοκίμασε την ικανότητα μου να είμαι υπομονετικός με τη νέα γλώσσα, στυλ, και τρόπους να κοιτάω εμένα και το κόσμο. Αν και οι ομάδες τις οποίες έχω μελετήσει δεν ορίζουν τους εαυτούς τους ως αναρχικούς, και έτσι προσελκύουν ανθρώπους με διάφορες πολιτικές και απολίτικες ταυτότητες, οι σκοποί και μέθοδοι τους επικαλύπτονται σημαντικά με τις αναρχικές αξίες. Στοχεύοντας στο να μας τραβήξουν από τον εφησυχασμό προς νέες συνήθειες, σκοπούς, κίνητρα και συναισθήματα, αντηχούν αναρχικές απόψεις για το να ξανασκεφτούμε πράγματα που πάντοτε παίρναμε ως δεδομένα γύρω από την ανθρώπινη φύση και ιεραρχία, το καπιταλισμό και τον υλισμό, τη μονογαμικότητα και τη σεξουαλικότητα. Ο στόχος, τουλάχιστον για κάποιους, δεν είναι μόνο για να εστιάσουμε προς τα μέσα αλλά να δημιουργήσουμε κοινότητες λιγότερο καταπιεστικές και κατασταλτικές, περισσότερο ισόνομες, ικανοποιητικές και δίκαιες.

Προσπάθειες που μοιάζουν πιθανώς χρήσιμες τονίζουν την αμοιβαία υποστήριξη, μελέτη και εξερεύνηση παρά την ατομική ψυχοθεραπεία, αυτοβοήθεια, η την συνταγή ενός γκουρού για εσωτερική ευτυχία. Το Δίκτυο για μια Νέα Κουλτούρα (Network for a New Culture, NFNC), για παράδειγμα, χρησιμοποιεί μια εκλεκτική, μη δογματική προσέγγιση που ενσωματώνει στοιχεία ανθρωπιστικής ψυχολογίας, γνωστική και μορφολογική θεραπεία, και Ραϊχική/Γιούνγκια ανάλυση όπως και διάφορες μεθόδους επικοινωνίας και δόμησης κοινοτήτων. Εξερευνώντας δεσμούς μεταξύ πιστεύω και συναισθημάτων, σώματος και ασυνείδητου, εαυτού και πολιτισμού, το NFNC δημιουργεί συνθήκες που αμφισβητούν ευρέως διαδεδομένες συναισθηματικές, συμπεριφορικές και σεξουαλικές υποθέσεις. Κάποια από αυτή την εξερεύνηση ακολουθεί προσεγγίσεις που αναπτύχθηκαν σε πιο ανοιχτά ριζοσπαστικές σχεδιασμένες κοινότητες στη Γερμανία και τη Πορτογαλία. Παρομοίως, κάποιοι ψυχολόγοι, χρησιμοποιώντας αναρχικά πλαίσια (McWilliams, 1985· Rhodes, 2008) ενσωματώνουν εικόνες από την οικοψυχολογία και τον οικοφεμινισμό όπως και από το Ζέν, το Ταοϊσμό, και άλλες ψυχολογίες που αμφισβητούν δυτικές αντιλήψεις επίγνωσης και πραγματικότητας, του εαυτού και του άλλου (Ornstein, 1972· Rosenberg, 2004). Μπορεί να είναι αδύνατο «να αναδημιουργηθεί η προσωπικότητα και έτσι να μεταμορφωθεί η ζωή» ή «να δημιουργήσει τη δική σου πραγματικότητα» (Zerzan, 1994), αλλά είναι δυνατό να μάθεις δεξιότητες και να δημιουργήσεις κοινότητες που μας βοηθούν να δράσουμε και να αισθανθούμε πιο κοντά σε αυτό που φανταζόμαστε πως είναι δυνατό.

Ο Gordon (2010) προειδοποιεί, σε ένα κάπως συγγενικό πλαίσιο, πως «αυτές οι πρακτικές και τρόποι ζωής κινδυνεύουν να κατακαθίσουν σε αυτοαναφορική υποκουλτούρα που αποσπούν από άλλες περιοχές δραστηριότητας (για παράδειγμα, άμεση δράση, προπαγάνδα, αλληλεγγύη)», αλλά προσθέτει «δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο θα πρέπει να συμβούν σε βάρος αυτών». Ο Marshall Rosenberg (2004), ένας πρώιμος υποστηρικτής της ριζοσπαστικής θεραπείας του οποίου η μέθοδος Μη-Βίαιης Επικοινωνίας χρησιμοποιείται σε διαπροσωπικές και πολιτικές συγκρούσεις, μιλά για πνευματικότητα αλλά αναγνωρίζει πως:

«η πνευματικότητα μπορεί να είναι αντιδραστική αν κάνουμε τους ανθρώπους να είναι απλά τόσο ήρεμοι και δεκτικοί και στοργικοί που ανέχονται τις επικίνδυνες δομές. Η πνευματικότητα που χρειαζόμαστε να αναπτύξουμε για την κοινωνική αλλαγή είναι τέτοια που μας κινητοποιεί για κοινωνική αλλαγή. Δεν μας κάνει απλά να καθόμαστε εκεί και να απολαμβάνουμε το κόσμο ότι και αν γίνει. Δημιουργεί μια ποιότητα ενέργειας που μας κινητοποιεί να δράσουμε».

Δεν έχω εξερευνήσει ακόμη πνευματικές ομάδες, αλλά αξίζει να σημειωθεί πως κάποιοι αναρχικοί θεωρούν την μη θεσμοθετημένη θρησκεία συμβατή με τον αναρχισμό (Brown, 2007). Ο Kemmerer (2009) επισημαίνει πως η «θεσμοθετημένη θρησκεία  σε κάθε κράτος τείνει να υποστηρίζει το status quo, αλλά πολλές θρησκευτικές διδαχές… υποστηρίζουν την αναρχία». Ο Lamborn Wilson (2010) συμφωνεί, αναφερόμενος στα «διάφορα είδη πνευματικού αναρχισμού» λέει πως:

«ο φασισμός και φονταμενταλιστικές λατρείες δεν πρέπει να συγχέονται με τις μη εξουσιαστικές πνευματικές τάσεις που αντιπροσωπεύονται από το νεοσαμανισμό, την ψυχεδελική ή «ενθεογενική» πνευματικότητα, την αμερικάνικη «θρησκεία της Φύσης» σύμφωνα με αναρχικούς όπως ο Thoreau, μοιράζονται πολλές ανησυχίες και μυθολογίες με τον Πράσινο Αναρχισμό και το Πριμιτιβισμό, το φυλετισμό (tribalism), οικολογική αντίσταση, νοοτροπίες των Αυτόχθονων Αμερικάνων αναφορικά με τη φύση… ακόμη και με τα φεστιβάλ Rainbow και Burning Man

O Lamborn Wilson προσθέτει μια χρήσιμη υπενθύμιση: «Κάθε απελευθερωτικό σύστημα πεποιθήσεων, ακόμη και τα πιο ελευθεριακά (ή ελευθεριάζουσες), μπορεί να αναστραφεί κατά 180 μοίρες σε άκαμπτο δόγμα… . Αντίστροφα, ακόμη και με τις πιο θρησκευτικές των θρησκειών η φυσική ανθρώπινη επιθυμία για ελευθερία μπορεί να σκαλίσουν κρυφούς χώρους αντίστασης».

Αναζητώντας τα Όλα

Ο Milstein (2009) ισχυρίζεται πως ο «δυναμισμός» του αναρχισμού πηγάζει από την αντίληψη πως «οι άνθρωποι δεν είναι απλά σταθερές οντότητες αλλά πάντοτε εξελίσσονται. Βλέποντας κάθε ζωή ως ικανή να εξελιχθεί, επισημαίνει την ιδέα πως οι άνθρωποι πως άνθρωποι και κοινωνία μπορούν να αλλάξουν. Πως άνθρωποι και ο κόσμος μπορούν να γίνουν κάτι περισσότερο από ότι είναι». Η σχετική ερώτηση εδώ είναι αν η ψυχολογία, σε οποιαδήποτε από την θεραπευτική, ερευνητική ή εναλλακτική της μορφή, μπορεί να συνεισφέρει σε μια αναρχική κουλτούρα στην οποία οι μετέχοντες ζουν περισσότερο ικανοποιητικές ζωές, ενώ εργαζόμενοι περισσότερο αποδοτικά προς ένα κόσμο που προσφέρει καλύτερες ζωές για όλους.

Ο Cromby (2008) σημείωσε πως, αντίθετα από τις μαρξιστικές ψυχολογίες (Seve, Holzkamp, Vygotsky), δεν υπάρχει επιδραστική αναρχική ψυχολογία. Σχεδιάζοντας ένα τέτοιο σχέδιο, ο S. Brown (2008) δίνει έμφαση πως αν μπορεί να μοιάζει «απλά πως δεν είναι δουλειά της ψυχολογίας να επεκτείνει τον εαυτό της πέρα από τη μελέτη του ατόμου… και το μοντέλο του ατόμου που υιοθετείται ανά πάσα στιγμή είναι πάντοτε πλαισιωμένο σε σχέση με μια αντικρουόμενη αντίληψη του συλλογικού». Μια αναρχική ψυχολογία «δεν θα προκύψει από ένα αντίθετο μοντέλο του προσώπου αλλά αντίθετα από μια ταυτόχρονη επανεξέταση του ατομικού και συλλογικού ταυτόχρονα». «Πράγματι η πρώτη σκέψη για την δημιουργία ενός τέτοιου ακαδημαϊκού πεδίου μοιάζει επιζήμια για τον αναρχισμό. Αυτό όμως που μπορεί να πούμε είναι πως η ψυχολογία σε μια αναρχική καταγραφή πρέπει να πάρει τη «ζωή» ως το αντικείμενο της παρά την «υποκειμενικότητα» ή το άτομο» (S. Brown, 2008).

Αν οι αναρχικοί ακαδημίας θα βρουν το μεταδομιστικές και τις μεταμοντέρνες προσεγγίσεις (Kuhn, 2009· Purchase, 2011) πιο χρήσιμες από παλιότερες φόρμες είναι κάτι που μένει να αποδειχτεί, ο κριτικός ψυχολόγος Tod Sloan, επιδιώκοντας να κατευθύνει τους ριζοσπάστες θεραπευτές και συμβούλους προς μια συλλογική εργασία χτισίματος κοινοτήτων, λέει:

«το ζήτημα δεν είναι να πάρουμε την ανθρωπιστική ατομιστική ψυχοθεραπεία και να την εφαρμόσουμε για να θεραπεύσουμε αναρχικούς… Είναι για να σώσουμε τις αλήθειες που είναι θαμμένες σε αυτό την υποκειμενική στιγμή της διαλεκτικής… και να δούμε τι συμβαίνει εκεί, καθώς η ψυχή πάντοτε έχει επιπτώσεις στην κοινωνική τάξη, την εσωτερίκευση της καταστολής, την καταπίεση του σώματος, κλπ. Διαφορετικά, πρέπει να κινηθούμε στο να δουλεύουμε στους εαυτούς μας και να ξεχάσουμε πως το κράτος και ο καπιταλισμός και η πατριαρχία κλπ. είναι τα ουσιώδη ζητήματα. Και αυτό είναι το σημείο που η κριτική ψυχολογία πρέπει να κάνει τη δουλειά της. (Sloan, 2011).

Ο κίνδυνος στο να χρησιμοποιηθεί οποιαδήποτε μορφή ψυχολογίας είναι στο να αποσπάσει την προσοχή από τον εξωτερικό κόσμο προς τους εαυτούς μας. Παρά το κίνδυνο, πιστεύω πως η διερεύνηση το αξίζει. Πολλοί από εμάς θα γίνουν πιο αποτελεσματικοί αναρχικοί όπως και πιο γεμάτα ανθρώπινα όντα αν μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε την πολιτισμικά καθορισμένη καθημερινή μας ψυχολογία. Όπως σημειώνει ο Shukhaitis (2008), «Οι κοινωνικές σχέσεις που δημιουργούμε καθημερινά προκαθορίζουν το κόσμο που θα έρθει, όχι μόνο με μια μεταφορική έννοια, αλλά επίσης και εντελώς κυριολεκτικά: είναι πραγματικά η εμφάνιση αυτού του άλλου κόσμου, ενσωματωμένου στην διαρκή κίνηση και αλληλεπίδραση των σωμάτων». Υπάρχουν πολλά που πρέπει να μάθουμε. Μπορεί να θέλουμε μια επανάσταση, αλλά όπως λέει η Emma [Goldman], θέλουμε και να χορέψουμε.

Η μεγαλύτερη προσοχή στο προσωπικό και το διαπροσωπικό  επίσης σημαίνει ανταπόκριση σε εκείνους που βιώνουν ψυχική ή συναισθηματική πίεση. Ξέρουμε πως αυτοί – ίσως εμείς – συχνά παλεύουν σε ψυχιατρικά συστήματα που είναι εξαντλημένα, γραφειοκρατικά, ιατρικοποιημένα, αδιάφορα, και συχνά στην καλύτερη περίπτωση ανεπαρκή. Ωστόσο η πάλη αυτή λαμβάνει χώρα  με φίλους και συντρόφους. Ο Dorter (2007) επεσήμανε πως αν και κινήματα επιζώντων της ψυχιατρικής «θέτουν θεμελιώδη ερωτήματα του τι σημαίνει να είσαι τρελός σε ένα παρανοϊκό κόσμο,… ερωτήματα ψυχικής υγείας και απελευθέρωσης της τρέλας… καταλαμβάνουν ελάχιστο χώρο πάνω στη δουλειά στην οποία εστιάζουν συλλογικά οι αναρχικοί, ή στους τρόπους που δομούμε τους εαυτούς μας ή οργανωνόμαστε». Εισάγοντας αναρχικές μαρτυρίες στην ψυχική πίεση, ο Asher (2008) είχε την ελπίδα:

«να δώσει το έναυσμα για περισσότερες συζητήσεις πάνω στην ψυχική νόσο μέσα στις πολιτικές μας κοινότητες και τους φιλικούς μας κύκλους, έτσι ώστε να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε να προσφέρουμε στους άλλους και σε εμάς την στήριξη που χρειαζόμαστε. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως οι άνθρωποι απομακρύνονται επειδή δεν είναι σε θέση να ανταπεξέρθουν, και χρειάζεται να κάνουμε όλα όσα μπορούμε για να τους δώσουμε όσα χρειάζονται. Στη υποτιθέμενες ριζοσπαστικές κοινότητες μας, η ψυχική ασθένεια είναι βαθιά στιγματισμένη, και κάποιες στιγμές ακόμη και αντικείμενο κοροϊδίας. Δεν θα έπρεπε να είναι δουλειά εκείνων από εμάς, στις πιο βαθιές καταθλιπτικές καταστάσεις ή στα πιο μανιακά μας επεισόδια να εγκαλούμε ανθρώπους για αυτές τις μαλακίες, αλλά πολύ συχνά, αν δεν το κάνουμε, δεν θα το κάνει κανένας άλλος.

Τέλος, η αντίσταση στον αναρχισμό συχνά πηγάζει από την αποδοχή πολιτισμικά κυρίαρχων εξηγήσεων της ανθρώπινης συμπεριφοράς και κάποιες φορές από την ατομική ικανοποίηση από την επιτυχημένη αντιμετώπιση κοινωνικών φραγμών. Πιστεύοντας πως η κοινωνία χρειάζεται ισχυρούς ηγέτες, ισχυρούς νόμους, και ισχυρή αστυνομία επειδή τα ανθρώπινα όντα είναι πολύ ελαττωματικά για να επιβιώσουν δίχως αυτά, αντικατοπτρίζει μια συγκεκριμένη αντίληψη του κινήτρου. Μια προσεκτική ανάγνωση της τυπικής ψυχολογίας μπορεί να βοηθήσει στο να αντιστρέψουμε κάποια από αυτά τα επιχειρήματα. Η ανάπτυξη μιας πιο κριτικής εναλλακτικής ψυχολογίας στη διεπαφή ατόμου και κοινότητας μπορεί να μας βοηθήσει να φανταστούμε εκ νέου τι είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε μαζί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s