Το άρθρο είναι παρμένο από την ανθολογία Bloodstained: One Hundred Years of Leninist Counterrevolution (AK Press, 2017). Η αρχική δημοσίευση του κειμένου έγινε στο περιοδικό Socialisme ou Barbarie, 35 ως εισαγωγή στη μετάφραση του έργου της Alexandra Kolontaï Η Εργατική Αντιπολίτευση, το κείμενο έχει χωριστεί σε ενότητες από τον Maurice Brinton που μετέφρασε το κείμενο για το περιοδικό Solidarity. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας 

 

Η σπουδαιότητα της Ρωσικής Επανάστασης

Είμαστε στην ευχάριστη θέση να παρουσιάσουμε στους αναγνώστες μας την πρώτη μετάφραση στα γαλλικά του φυλλαδίου της Alexandra Kollontai Η Εργατική Αντιπολίτευση στη Ρωσία. Το φυλλάδιο αυτό δημοσιεύτηκε στη Μόσχα στις αρχές του 1921, στη διάρκεια της βίαιης αντιπαράθεσης που προηγήθηκε του Δέκατου Συνεδρίου του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Το Συνέδριο τελείωσε για πάντα τη συζήτηση πάνω στην αντιπαράθεση αυτή, όπως και σε άλλες.

Οι άνθρωποι δεν έπαψαν ποτέ να συζητούν για τη Ρωσική Επανάσταση, τα προβλήματα της, την παρακμή της, και γύρω από το καθεστώς που τελικά παρήγαγε. Και πως θα μπορούσε άλλωστε; Από όλες τις επαναστάσεις της εργατικής τάξης, η Ρωσική Επανάσταση ήταν η μόνη νικηφόρα. Και από όλες τις αποτυχίες της εργατικής τάξης ήταν η πιο ολοκληρωτική και πιο αποκαλυπτική.

Η συντριβή της Παρισινής Κομμούνας το 1871 και της εξέγερσης της Βουδαπέστης το 1956 μα διδάσκουν πως οι ξεσηκωμένοι εργάτες αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα δύσκολα οργανωτικά και πολιτικά προβλήματα, πως μια εξέγερση μπορεί να βρεθεί απομονωμένη, πως οι άρχουσες τάξεις δεν θα διστάσουν να χρησιμοποιήσουν κάθε τύπο βίας ή βάρβαρης βιαιότητας όταν η εξουσία τους κινδυνεύει. Η Ρωσική Επανάσταση, όμως, μας αναγκάζει να αναλογιστούμε όχι μόνο τις συνθήκες για μια προλεταριακή νίκη αλλά επίσης πάνω στο περιεχόμενο και την πιθανή νίκη μιας τέτοιας νίκης, στην εδραίωση και την εξέλιξης της, στους σπόρους μιας αποτυχίας των οποίων η εισαγωγή ξεπερνά κατά πολύ την νίκη των στρατευμάτων των Βερσαλλιών, του στρατού του Franco ή των αρμάτων του Khrushchev.

Μιας και τσάκισε τις στρατιές των Λευκών και ωστόσο υπέκυψε στη γραφειοκρατία που η ίδια γέννησε, η Ρωσική Επανάσταση μας φέρνει αντιμέτωπους με προβλήματα διαφορετικής φύσεως από εκείνες που περιλαμβάνουν τη μελέτη των τακτικών των μεθόδων μιας ένοπλης εξέγερσης ή μια ορθή ανάλυση των σχέσεων δυνάμεων σε μια δεδομένη στιγμή. Μας υποχρεώνει να αναλογιστούμε πάνω στη φύση της δύναμης των ανθρώπων της εργασίας και του τι σημαίνει σοσιαλισμός. Με την κορύφωση της  σε ένα καθεστώς  στο οποίο η οικονομική συγκέντρωση, η απολυταρχική εξουσία  των κυβερνώντων [des dirigeants], και η εκμετάλλευση του εργαζόμενου πληθυσμού έχει σπρωχτεί στα όρια, και παράγοντας σε απόλυτο βαθμό την συγκέντρωση του κεφαλαίου και την συγχώνευση του με το Κράτος, στο αποτέλεσμα της η επανάσταση αυτή μας παρουσιάζει αυτό που ήταν και από κάποιες απόψεις παραμένει ακόμη η πιο καλά αναπτυγμένη και η «αγνότερη» μορφή της μοντέρνας εκμεταλλευτικής κοινωνίας.

Ενσαρκώνοντας το Μαρξισμό για πρώτη φορά στην ιστορία – μόνο και μόνο για να μας κάνει να δούμε αμέσως μια τερατώδη παραμόρφωση του μέσα σε αυτή την ενσάρκωση του – η Ρωσική Επανάσταση μας επιτρέπει να κατανοήσουμε περισσότερα για τον ίδιο το Μαρξισμό από ότι ο ίδιος ο Μαρξισμός  μας βοήθησε να καταλάβουμε για την Επανάσταση. Το καθεστώς που γεννήθηκε από την Επανάσταση έχει γίνει η βάση για όλες τις σύγχρονες ιδέες, όχι μόνο αυτές του κλασικού Μαρξισμού, φυσικά, αλλά το ίδιο και εκείνων των αστικών ιδεολογιών. Το καθεστώς αποδείχτηκε η καταστροφή του Μαρξισμού μέσα από την ίδια την εφαρμογή του και απέδειξε το θρίαμβο των βαθύτερων στρωμάτων αυτών των άλλων ιδεολογιών μέσα από την ίδια τους την άρνηση. Ακόμη καθώς το καθεστώς αυτό επεκτάθηκε και αγκάλιασε το ένα τρίτο του κόσμου, έχει αμφισβητηθεί από εργατικές εξεγέρσεις εναντίον του [από τα μέσα του 1950], έχει προσπαθήσει να μεταρρυθμίσει τον εαυτό του, και τώρα έχει χωριστεί σε δυο αντίθετους πόλους, το Ρωσικό και το Κινέζικο, δεν έχει σταματήσει όμως να δημιουργεί ερωτηματικά της πιο επιτακτικής φύσης και να δρα ως ο καθαρότερος όσο και ο πιο αινιγματικός δείκτης της παγκόσμιας ιστορίας. Ο κόσμος στον οποίο ζούμε, συλλογιζόμαστε, και δρούμε τέθηκε στη παρούσα τροχιά του από τους εργάτες και τους Μπολσεβίκους του Πέτρογκραντ τον Οκτώβριο του 1917

Τα βασικά ερωτήματα

Μεταξύ των αναρίθμητων ερωτηματικών που γεννήθηκαν από τη μοίρα της Ρωσικής Επανάστασης, δυο σχηματίζουν τους πόλους γύρω από τους οποίους μπορούμε να οργανώσουμε όλα τα άλλα.

Το πρώτο ερώτημα είναι, Τι είδους κοινωνία γεννήθηκε από τον εκφυλισμό της επανάστασης; (Ποιες είναι η φύση και η δυναμική αυτού του καθεστώτος; Τι είναι η Ρωσική γραφειοκρατία; Ποια είναι η σχέση της με το καπιταλισμό και το προλεταριάτο; Ποια είναι η θέση της στην ιστορία; Ποια είναι τα τωρινά της προβλήματα;). Αυτά τα ερωτήματα έχουν ήδη συζητηθεί στο Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα σε αρκετές περιστάσεις και θα συζητηθούν ξανά.

Το δεύτερο ερώτημα  είναι, Πως μπορεί μια εργατική επανάσταση να γεννήσει μια γραφειοκρατία, πως συνέβη αυτό στη Ρωσία; Εξετάσαμε αυτό το ερώτημα στη θεωρητική του μορφή, αλλά ως τώρα έχουμε πει λίγα από την ιστορική πλευρά του πράγματος.

Πράγματι, υπάρχει ένα σχεδόν ανυπέρβλητο εμπόδιο για την στενή παρακολούθηση αυτής της ιδιαίτερα σκοτεινής περιόδου που ξεκινά από τον Οκτώβρη του 1917 και διαρκεί ως το Μάρτιο του 1921, στην διάρκεια της οποίας η μοίρα της επανάστασης καθορίστηκε. Το ερώτημα που ουσιαστικά μας απασχολεί περισσότερο, είναι το ακόλουθο: Σε ποια έκταση οι Ρώσσοι εργάτες προσπαθούν να αναλάβουν οι ίδιοι την διεύθυνση της κοινωνίας, την διαχείριση της παραγωγής, την ρύθμιση της οικονομίας, και το προσανατολισμό της πολιτικής ζωής; Ποια ήταν η στάση τους προς το Μπολσεβίκικο κόμμα, προς την εκκολαπτόμενη γραφειοκρατία; Τώρα πρέπει να τονίσουμε πως δεν είναι οι εργάτες αυτοί που γράφουν την ιστορία. Είναι πάντοτε οι άλλοι. Και αυτοί οι άλλοι, όποιοι και αν είναι. Έχουν ιστορική ύπαρξη μόνο για όσο οι μάζες είναι παθητικές, ή ενεργητικές απλά για να τους υποστηρίξουν, και αυτό είναι ακριβώς «οι άλλοι» μας λένε με κάθε ευκαιρία. Τις περισσότερες φορές, αυτοί οι άλλοι δεν έχουν καν μάτια να δουν και αυτιά για να ακούσουν τις χειρονομίες και τις λέξεις που εκφράζει η αυτόνομη δραστηριότητα των ανθρώπων. Στην καλύτερη περίπτωση, θα ψάλλουν εγκώμια για αυτή τη δραστηριότητα για όσο ως εκ θαύματος συμπίπτει με τη δική τους γραμμή, αλλά θα την καταδικάζουν με ένταση, και θα την αποδίδουν στα πιο ταπεινά κίνητρα, μόλις αποκλίνει από αυτή. Έτσι ο Trotsky περιγράφει με πομπώδεις όρους τους ανώνυμους εργάτες του Πέτρογκραντ που κινήθηκαν μπροστά από το Μπολσεβίκικο Κόμμα ή κινητοποιήθηκαν στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, αλλά αργότερα ήταν αυτός που χαρακτήριζε τους εξεγερμένους της Κροστάνδης ως «ρουφιάνους» και υπάλληλους της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης της Γαλλίας». Στερούνται τις κατηγορίες σκέψης – τα εγκεφαλικά κύτταρα τολμάμε να πούμε – που είναι απαραίτητα, ή ακόμη και να καταγράψουν αυτή τη δραστηριότητα όπως πραγματικά συμβαίνει: για αυτούς, μια δραστηριότητα που δεν έχει θεσπιστεί, που δεν έχει αφεντικό ή πρόγραμμα, δεν έχει υπόσταση· δεν είναι καν αντιληπτή με ευκρίνεια, εκτός ίσως από τη κατάσταση της «αταξίας» και της «φασαρίας». Η αυτόνομη δραστηριότητα των μαζών ανήκει, εξ ορισμού, σε ότι είναι ιστορικώς καταπιεσμένο.

Έτσι, δεν είναι μόνο ότι οι πιο ενδιαφέρουσες καταγραφές από αυτή τη περίοδο είναι αποσπασματικές, ή ότι ήταν και συνεχίζουν να είναι συστηματικά καταπιεσμένες από την θριαμβευτική γραφειοκρατία. Είναι πως αυτή η καταγραφή των γεγονότων είναι απείρως πιο επιλεκτική  και διαστρεβλωμένη από κάθε άλλη ιστορική μαρτυρία. Η αντιδραστική μανία των αστών μαρτύρων και η σχεδόν εξίσου μοχθηρή εχθρότητα των σοσιαλδημοκρατών· τις παραληρηματικές ασυναρτησίες των αναρχικών· η επίσημη ιστοριογραφία, που ξαναγράφεται περιοδικά για να καλύψει τις ανάγκες της γραφειοκρατίας, και αυτή της τροτσκιστικής τάσης, που ασχολείται αποκλειστικά με την εκ των υστέρων δικαιολόγηση του εαυτό του και αποκρύπτοντας το ρόλο του στα πρώτα στάδια του εκφυλισμού – όλες αυτές οι «ιστορικές αποδείξεις» συγκλείνουν σε ένα σημείο: αγνοεί τα σημάδια της αυτόνομης δραστηριότητας των μαζών σε αυτή τη περίοδο, ή, αν είναι απαραίτητο, «αποδεικνύει» εκ των προτέρων αδυναμία της ίδιας της ύπαρξης της.

Από αυτή την άποψη, η πληροφορία που περιέχεται στο κείμενο της Alexandra Kollontai είναι ανεκτίμητης αξίας. Πρώτα, επειδή οι άμεσες ενδείξεις που παρέχει αφορούν τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις των Ρώσσων εργατών προς τη πολιτική του Μπολσεβίκικου Κόμματος· δεύτερο και κυριότερο, επειδή δείχνει πως ένα μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης στη βάση του Κόμματος ήταν ενήμερο για τη διαδικασία της γραφειοκρατικοποίησης που λάμβανε χώρα, και έπαιρνε στάση εναντίον της. Δεν είναι πια δυνατό, μετά την ανάγνωση αυτού του κειμένου, να συνεχίσουμε να περιγράφουμε τη Ρωσία της δεκαετίας το ’20 ως «απλά χάος», «ένα σωρό από ερείπια» όπου η σκέψη του Lenin και η ¨σιδερένια θέληση» των Μπολσεβίκων ήταν τα μόνα στοιχεία της τάξης σε μια χώρα που το προλεταριάτο είχε συντριβεί. Οι εργάτες ήθελαν κάτι, και έδειχναν τι ήθελαν μέσα από την Εργατική Αντιπολίτευση μέσα στο Κόμμα και τις απεργίες του Πέτρογκραντ και της εξέγερσης της Κροστάνδης έξω από το Κόμμα. Τόσο οι ενδοκομματικές όσο οι εξωκομματικές αμφισβητήσεις έπρεπε να τσακιστούν από το Lenin και το Trotsky ώστε αργότερα να αναδυθεί θριαμβευτής αργότερα ο Stalin.

Οι παραδοσιακές «απαντήσεις»

Πίσω στο βασικό ερώτημα: Πως μπορεί Ρωσική Επανάσταση να έχει δημιουργήσει ένα γραφειοκρατικό καθεστώς; Η σύγχρονη απάντηση (που προωθήθηκε αρχικά από τον Trotsky, αργότερα υιοθετήθηκε από τους συνοδοιπόρους του Σταλινισμού, και σήμερα από τους ίδιους τους επιτελείς του Khrushchev ώστε να «εξηγήσουν» τις «γραφειοκρατικές παραμορφώσεις του σοσιαλιστικού συστήματος») είναι η παρακάτω: βρέθηκε απομονωμένη μετά την ήττα της επανάστασης στην Ευρώπη (και συγκεκριμένα στη Γερμανία μεταξύ 1919 και 1923)· και επιπλέον, η χώρα είχε καταστραφεί πλήρως από τον Εμφύλιο Πόλεμο.

Η απάντηση δεν θα άξιζε ούτε μια φευγαλέα σκέψη, αν δεν ήταν το γεγονός πως είναι ευρέως αποδεκτή και πως συνεχίζει να προκαλεί σύγχυση. Γιατί είναι εντελώς εκτός ουσίας.

Η οπισθοδρομικότητα, η απομόνωση, και η καταστροφή της χώρας – όλα τους αναντίρρητα γεγονότα πράγματι – θα μπορούσε απλά να εξηγούσε και την απλή και καθαρή ήττα της επανάστασης και την παλινόρθωση του κλασικού καπιταλισμού. Αυτό που ρωτάμε όμως, είναι ακριβώς επειδή δεν υπήρξε καθαρή και απλή ήττα, γιατί η Επανάσταση νίκησε τους εξωτερικούς της εχθρούς μόνο για να ηττηθεί εκ των έσω, γιατί «εκφυλίστηκε» με ένα τρόπο που οδήγησε ακριβώς στην εξουσία της γραφειοκρατίας.

Η απάντηση του Trotsky, αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μια μεταφορά, είναι σα να λέει, «Αυτός ο ασθενής ανέπτυξε φυματίωση επειδή ένοιωθε εξαντλημένος». Αισθανόμενος εξαντλημένος, όμως θα μπορούσε να πεθάνει, κόλλησε μια άλλη ασθένεια. Γιατί κόλλησε την συγκεκριμένη ασθένεια; Αυτό που πρέπει να εξηγηθεί στον εκφυλισμό της Ρωσικής Επανάστασης είναι γιατί ήταν ειδικά ένα γραφειοκρατικό εκφυλισμό. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με την αναφορά σε παράγοντες τόσο γενικούς όσο η «οπισθοδρομικότητα» ή «απομόνωση». Ας προσθέσουμε εν συντομία πως αυτή «απάντηση» δε μας διδάσκει τίποτα που να μπορούμε επεκτείνουμε πέρα από τα όρια της Ρωσικής κατάστασης το 1920. Το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να αντληθεί από αυτού του είδους «ανάλυση» είναι πως οι επαναστάτες έπρεπε να ελπίζουν με πάθος πως οι μελλοντικές επαναστάσεις  θα ξεσπάσουν σε πιο προηγμένες χώρες, πως δεν θα πρέπει να μείνουν απομονωμένες, και πως οι εμφύλιοι πόλεμοι δεν θα πρέπει να είναι καταστροφικοί.

Εν τέλει, το γεγονός πως [μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο] το γραφειοκρατικό σύστημα εξουσίας έχει επεκτείνει τα σύνορα του πολύ πέρα από τα όρια της Ρωσίας, πως έχει εγκαθιδρύσει παρόμοια καθεστώτα σε χώρες που με κανένα τρόπο δεν μπορεί να χαρακτηριστούν ως οπισθοδρομικές (όπως η Τσεχοσλοβακία ή η Ανατολική Γερμανία), και πως η εκβιομηχάνιση – που έχει κάνει τη Ρωσία τη δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη στο κόσμο – δεν έχει εξασθενίσει αυτή τη γραφειοκρατία καθόλου, δείχνει πως κάθε συζήτηση με όρους «οπισθοδρομικότητας», «απομόνωσης», και ούτω καθ’ εξής, είναι απλά και ξεκάθαρα αναχρονιστική.

Γραφειοκρατία στο σύγχρονο κόσμο

Αν επιθυμούμε να κατανοήσουμε την άνοδο της γραφειοκρατίας ως ένα όλο και περισσότερο κυρίαρχο διευθυντικό στρώμα στο σύγχρονο κόσμο, είμαστε υποχρεωμένοι να σημειώσουμε πως στο ξεκίνημα που, παραδόξως, εμφανίζεται στους δύο αντίθετους πόλους της κοινωνικής εξέλιξης. Από τη μια, έχει εμφανιστεί ως το οργανικό μοντέλο της διαδικασίας ωρίμανσης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Από την άλλη, εμφανίζεται ως η «εξαναγκασμένη απάντηση» που οι οπισθοδρομικές χώρες δίνουν στο πρόβλημα στο δικό τους πέρασμα στο στάδιο της εκβιομηχάνισης.

Σύγχρονες Καπιταλιστικές Χώρες

Στην πρώτη περίπτωση, η εμφάνιση της γραφειοκρατίας δεν αποτελεί μυστήριο. Η συγκέντρωση της παραγωγής αναγκαστικά οδηγεί στην εμφάνιση μέσα στις εταιρείες μιας τάξης της οποίας ο σκοπός είναι να αναλάβει τη συλλογική διαχείριση τεράστιων οικονομικών μονάδων. Το έργο που πρέπει να πραγματοποιηθεί ποιοτικά πάει πέρα από τις ικανότητες οποιουδήποτε μεμονωμένου ιδιοκτήτη. Αρχικά στο οικονομικό πεδίο, αλλά σταδιακά και σε άλλα πεδία επίσης, ο όλο και μεγαλύτερος ρόλος του Κράτους οδηγεί τόσο σε μια ποσοτική επέκταση του γραφειοκρατικού κρατικού μηχανισμού και σε μια ποιοτική αλλαγή στη φύση του.

Στον αντίθετο πόλο, μέσα στις προηγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, το εργατικό κίνημα εκφυλίζεται καθώς γίνεται γραφειοκρατικό, γίνεται γραφειοκρατικό καθώς ενσωματώνεται στην καθιερωμένη τάξη, και δεν μπορεί να ενσωματωθεί σε αυτή τη τάξη δίχως να γίνει γραφειοκρατικό. Τα διάφορα τεχνοοικονομικά, κρατικοπολιτικά, και στοιχεία της «εργατικής τάξης», συστατικά της γραφειοκρατίας, συνυπάρχουν με διαφορετικούς βαθμούς επιτυχίας. Συνυπάρχουν τόσο μεταξύ τους και με τα πιο κανονικά «αστικά» στοιχεία της κοινωνίας (ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής). Σε κάθε περίσταση, καθώς η γραφειοκρατία εξελίσσεται, η σημασία αυτών των γραφειοκρατικών στοιχείων για την διαχείριση μιας κοινωνίας αυξάνεται διαρκώς. Υπό αυτή την έννοια, κάποιος μπορεί να πει πως η εμφάνιση της γραφειοκρατίας  αντιστοιχεί σε μια «υπέρτατη» φάση στη διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου, πως η γραφειοκρατία εκπροσωπεί ή ενσαρκώνει το κεφάλαιο στη διάρκεια αυτής της φάσης, με τον ίδιο τρόπο που οι αστοί έκαναν στην προηγούμενη φάση.

Τουλάχιστον όσον αφορά τη καταγωγή και την κοινωνικοϊστορική λειτουργία της, αυτή η γραφειοκρατία μπορεί να γίνει κατανοητή με τους όρους της ταξινόμησης του κλασικού Μαρξισμού. (Έχει ελάχιστη σημασία, υπό αυτή την έννοια, πως οι σημερινοί δήθεν Μαρξιστές, που πολύ απέχουν και από τις θεωρητικές πιθανότητες που τους δόθηκαν από την ίδια τη θεωρία που διεκδικούν ως δική τους, παραμένουν ανίκανοι να αποδώσουν στη γραφειοκρατία οποιοδήποτε τύπο κοινωνικοϊστορική θέση. Αυτοί οι αποκαλούμενοι Μαρξιστές πιστεύουν πως δεν υπάρχει όνομα για αυτό στις ιδέες τους, και έτσι στη πράξη αρνούνται την ύπαρξη του και μιλούν για καπιταλισμό, σα να μην άλλαξε τίποτα μέσα στο καπιταλισμό τον περασμένο αιώνα ή μισό αιώνα).

Οικονομικά οπισθοδρομικές χώρες

Στη δεύτερη περίπτωση, η γραφειοκρατία εμφανίζεται, μπορεί να πει κάποιος, από το ίδιο το κενό που εντοπίζεται σε αυτό το τύπο κοινωνίας. Σχεδόν σε όλες τις οπισθοδρομικές χώρες, η παλιά κυβερνώσα είναι καθαρά ανίκανο να αναλάβει την εκβιομηχάνιση της χώρας. Το ξένο κεφάλαιο δημιουργεί, στη «καλύτερη», απλά απομονωμένους θύλακες σύγχρονης εκμετάλλευσης, και οι όψιμα γεννημένοι εγχώριοι αστοί δεν έχει ούτε τη δύναμη ούτε το κουράγιο που είναι απαραίτητο για να αναλάβουν την ριζική αναδιάρθρωση των παλιών κοινωνικών δομών από πάνω ως κάτω, όπως θα απαιτούνταν από τη διαδικασία του εκμοντερνισμού. Ας προσθέσουμε πως, εξαιτίας αυτού του ίδιου του γεγονότος, το εγχώριο προλεταριάτο είναι πολύ αδύναμο να παίξει το ρόλο που το αποδίδεται με το σχέδιο της «μόνιμης επανάστασης», δηλαδή, είναι πολύ αδύναμο για να εξολοθρεύσει τη παλιά κυβερνώσα τάξη και να αναλάβει τη διαδικασία της μεταμόρφωσης που θα οδηγήσει, με ένα αδιάκοπο τρόπο, από την «αστικό-δημοκρατική» φάση στον σοσιαλισμό.

Τι μπορεί να γίνει λοιπόν; Μια οπισθοδρομική κοινωνία μπορεί να τελματώσει για ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα. (Αυτή είναι η κατάσταση σήμερα σε ένα μεγάλο αριθμό οπισθοδρομικών χωρών, είτε έχουν οργανωθεί σε Κράτη πρόσφατα, είτε όχι). Η διαδικασία αυτή της τελμάτωσης όμως στη πράξη δείχνει μια σχετική και ίσως μια απόλυτη υποβάθμιση της οικονομικής και κοινωνικής τους κατάστασης, όπως μια ρήξη της παλιάς ισορροπίας εντός των κοινωνιών αυτών. Επιδεινωμένες σχεδόν πάντοτε από φαινομενικά «τυχαίους» παράγοντες (που στη πράξη επανεμφανίζονται αναπόφευκτα και που ενισχύονται σε ένα σημαντικά μεγαλύτερο βαθμό σε μια κοινωνία που είναι σε φάση αποσύνθεσης), κάθε αναστάτωση στην ισορροπία αυτών των κοινωνιών γίνεται κρίση, συχνά χρωματισμένη από κάποιο «εθνικό» συστατικό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ένα φανερό και μακροχρόνιο εθνικο-κοινωνικό αγώνα (Κίνα, Αλγερία, Κούβα, Ινδοκίνα) ή σε ένα πραξικόπημα, σχεδόν αναπόφευκτα στρατιωτικού χαρακτήρα.

Τα δυο αυτά παραδείγματα εμφανίζουν τρομερές διαφορές, μοιράζονται όμως και ένα κοινό σημείο.

Στο πρώτο παράδειγμα (Κίνα, κλπ), η στρατιωτικό-πολιτική ηγεσία του αγώνα σταδιακά ανεβάζει τον εαυτό της σε μια αυτόνομη τάξη που διαχειρίζεται την «επανάσταση» και, μετά τη νίκη, παίρνει στα χέρια της την αναδιάρθρωση της χώρας. Για το σκοπό αυτό, φυσικά ενσωματώνει όλα εκείνα τα μέλη των παλιών προνομιούχων τάξεων που συντάχθηκαν με το σκοπό της ενώ επίσης επιλέγει ορισμένα μέλη των μαζών. Και καθώς η χώρα εκβιομηχανίζεται, τα στοιχεία αυτά σχηματίζουν μια ιεραρχική πυραμίδα που θα λειτουργήσει ως ο σκελετός της νέας κοινωνικής δομής. Η εκβιομηχάνιση αυτή πραγματοποιείται, φυσικά, σύμφωνα με τις κλασικές μεθόδους της πρωτογενούς συσσώρευσης. Αυτές οι μέθοδοι περιλαμβάνουν έντονη εκμετάλλευση των εργατών και ακόμα πιο έντονη εκμετάλλευση των αγροτών, που μετατρέπονται δια της βίας λίγο πολύ σε στρατό εργασίας.

Στο δεύτερο παράδειγμα (Αίγυπτος, κλπ), η κρατικό-στρατιωτική γραφειοκρατία, ενώ παίζει το ρόλο καθοδήγησης, όσον αφορά τις υπάρχουσες προνομιούχες τάξεις, δεν τις καταστρέφει πλήρως αυτές τις τάξεις ή τη κοινωνική κατάσταση που εκπροσωπούν. Επίσης, μπορεί κάποιος σχεδόν πάντοτε να προβλέψει πως η χώρα δεν θα μεταμορφωθεί πλήρως και εκβιομηχανιστεί μέχρι να υπάρξουν επιπλέον βίαιες συγκρούσεις.

Και στις δυο περιπτώσεις όμως, αυτό που ανακαλύπτουμε είναι πως η γραφειοκρατία υποκαθιστά ή τείνει να υποκαταστήσει με τον εαυτό της την αστική τάξη ως το κοινωνικό στρώμα που εκτελεί το έργο της πρωτογενούς συσσώρευσης.

Πρέπει να σημειώσουμε πως αυτή η γραφειοκρατία έχει πρακτικά διαλύσει τις παραδοσιακές ταξινομήσεις του Μαρξισμού. Με κανένα τρόπο δε μπορεί να ειπωθεί πως αυτή η νέα τάξη κοινωνική τάξη έχει δημιουργηθεί και έχει μεγαλώσει μέσα στη μοίρα της προηγούμενης κοινωνίας. Ούτε έχει γεννηθεί από ένα νέο τρόπο παραγωγής του οποίου η εξέλιξη είχε γίνει ασύμβατη με την διατήρηση των παλιών μορφών οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Είναι, αντίθετα, η γραφειοκρατία που γεννά  αυτό το νέο τρόπο παραγωγής στις κοινωνίες που μελετάμε. Δεν γεννήθηκε η ίδια από τη κανονική λειτουργία της κοινωνίας, αλλά μάλλον από την ανικανότητα αυτής της κοινωνίας να λειτουργήσει. Σχεδόν κυριολεκτικά, μπορούμε να πούμε πως η προέλευσή της εντοπίζεται στο κοινωνικό κενό: οι ιστορικές της ρίζες βυθίζονται πλήρως στο μέλλον.

Εμφανώς δεν έχει νόημα να πούμε πως η Κινέζικη γραφειοκρατία είναι το προϊόν της εκβιομηχάνισης της χώρας όταν είναι ασύγκριτα πιο λογικό να πούμε πως η εκβιομηχάνιση της Κίνας είναι το προϊόν της ανόδου της γραφειοκρατίας στην εξουσία. Μπορούμε μόνο να κινηθούμε πέρα από αυτή την αντινομία με το να δείξουμε πως στη τωρινή εποχή, και με την έλλειψη επαναστατικής λύσης σε παγκόσμιο επίπεδο, μια οπισθοδρομική χώρα μπορεί να εκβιομηχανιστεί μόνο με το να γίνει γραφειοκρατική.

Ρωσία

Στη περίπτωση της Ρωσίας, μπορεί να πει κάποιος, εκ ων υστέρων, η γραφειοκρατία μοιάζει να έχει εκπληρώσει τον «ιστορικό ρόλο» της αστικής τάξης των προηγούμενων εποχών, η της γραφειοκρατίας μιας οπισθοδρομικής χώρας σήμερα. Ως ένα βαθμό λοιπόν, η Ρωσική γραφειοκρατία μπορεί να συγκριθεί με το δεύτερο είδος γραφειοκρατίας. Οι συνθήκες υπό τις οποίες εμφανίστηκε, ωστόσο είναι διαφορετικές. Και η διαφορά αυτή υπάρχει εξαιτίας ακριβώς του γεγονότος πως η Ρωσία του 1917 δεν ήταν απλά μια «οπισθοδρομική» χώρα, αλλά μια χώρα, που πέρα από την οπισθοδρομικότητα της, εμφάνιζε ορισμένα καλά αναπτυγμένα  χαρακτηριστικά του καπιταλισμού (η Ρωσία το 1913 ήταν η Πέμπτη ισχυρότερη βιομηχανική δύναμη στο κόσμο) – τόσο καλά αναπτυγμένα, που πράγματι, που ήταν το θέατρο μιας προλεταριακής επανάστασης που ανακήρυσσε τον εαυτό της σοσιαλιστική (πολύ πριν αυτή η λέξη καταλήξει να σημαίνει όλα όσα θέλει κάποιος και τίποτα απολύτως).

Η πρώτη γραφειοκρατία που έγινε εξουσιαστική τάξη στη κοινωνία της, η Ρωσική γραφειοκρατία εμφανίζεται ακριβώς ως το τελικό προϊόν μιας επανάστασης που ο καθένας  πίστευε  πως έδωσε την εξουσία στο προλεταριάτο. Αντιπροσωπεύει έτσι λοιπόν ένα τρίτο, εντελώς ιδιαίτερο τύπο (αν και στη πράξη ήταν η πρώτη που εμφανίστηκε ξεκάθαρα στη σύγχρονη ιστορία): η γραφειοκρατία που γεννήθηκε από την αποσύνθεση μιας εργατικής επανάστασης. Είναι αυτός ο εκφυλισμός  – ακόμη και αν, από την αρχή, η Ρωσική γραφειοκρατία εκπληρώνει τέτοιες λειτουργίες ως «διαχειριστής συγκεντρωμένου κεφαλαίου» και δρα σαν το «στρώμα για την ανάπτυξη μιας σύγχρονης βιομηχανικής οικονομίας με κάθε δυνατό μέσο».

Η εργατική τάξη στη Ρωσική Επανάσταση

Έχοντας στο νου ακριβώς τι ακολούθησε μετά, και αναλογιζόμενοι πως η «κατάληψη της εξουσίας» τον Οκτώβρη του 1917 οργανώθηκε και διευθύνθηκε από το Μπολσεβίκικο Κόμμα και πως αυτό το Κόμμα στη πραγματικότητα πήρε την εξουσία ως δική του από τη πρώτη μέρα, με ποιο τρόπο μπορεί να πει κανείς ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν προλεταριακή (δηλαδή, αν κάποιος τουλάχιστον αρνηθεί να ταυτίσει με τη τάξη απλά το κόμμα που διεκδικεί την εξουσία στο όνομα της τάξης); Γιατί να μη πούμε – πράγματι, δεν υπάρχει έλλειψη ανθρώπων που το λένε – πως δεν υπήρχε τίποτα άλλο στη Ρωσία παρά ένα πραξικόπημα που πραγματοποιήθηκε από ένα κόμμα που, έχοντας με κάποιο τρόπο εξασφαλίσει την υποστήριξη της εργατικής τάξης, προσπαθούσε απλά να θεσπίσει τη δική του δικτατορία και πέτυχε να το κάνει;

Δεν έχουμε καμιά πρόθεση να συζητήσουμε αυτό το πρόβλημα με ακαδημαϊκούς όρους. Ο στόχος μας δεν είναι να αναζητήσουμε αν η Ρωσική Επανάσταση ταιριάζει στη κατηγορία των «προλεταριακών επαναστάσεων». Το ερώτημα που έχει σημασία για εμάς είναι αυτό: Η Ρωσική εργατική τάξη έπαιξε ένα δικό της ιστορικό ρόλο στη διάρκεια αυτής της περιόδου, ή ήταν απλά ένα είδος πεζικάριων, κινητοποιημένο στην υπηρεσία άλλων, ήδη καθιερωμένων δυνάμεων; Με άλλα λόγια, εμφανίστηκε ως ένας σχετικά αυτόνομος πόλος στον αγώνα και το κυκεώνα των πράξεων, απαιτήσεων και ιδεών αυτής της περιόδου, ή ήταν απλά ένα εργαλείο χειραγωγημένο δίχως ιδιαίτερη δυσκολία ή κίνδυνο, ένας σταθμός αναμετάδοσης παρορμήσεων που έρχονται από αλλού;

Οποιοσδήποτε έχει μελετήσει την ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης ακόμη και στο ελάχιστο βαθμό μπορεί να απαντήσει δίχως δισταγμό. Το Πέτρογκραντ το 1917, και ακόμη και στη συνέχεια, δεν ήταν ούτε Πράγα το 1948 ούτε Καντόνα το 1949. Ο ανεξάρτητος ρόλος του προλεταριάτου ήταν ξεκάθαρα φανερός – ακόμη, και για να ξεκινήσουμε από αυτό, από τον ίδιο το τρόπο που οι εργάτες συνέρρεαν στις γραμμές του Μπολσεβίκικου Κόμματος, δίνοντάς του την υποστήριξη της πλειοψηφίας, που κανένας δεν μπορούσε να τους το επιβάλλει η εκβιάσει εκείνη την εποχή. Ο ανεξάρτητος αυτός ρόλος επιδεικνύονταν  από το δέσιμο μεταξύ των εργατών και αυτού του κόμματος και από το βάρος του Εμφύλιου Πολέμου, που αυθόρμητα ανέλαβαν οι ίδιοι. Πάνω από όλα ωστόσο, φαίνεται από τις αυτόνομες πράξεις που οι ίδιοι ανέλαβαν, ήδη τον Φεβρουάριο και τον Ιούλιο του 1917 και ακόμη περισσότερο μετά τον Οκτώβριο, όταν απαλλοτρίωσαν τους καπιταλιστές δίχως να περιμένουν, ή ακόμη και δρώντας ενάντια, στην εκφρασμένη θέληση του Κόμματος και όταν οργάνωσαν τη παραγωγή από μόνοι τους. τέλος, φαίνεται στα αυτόνομα όργανα που δημιούργησαν: τα Σοβιέτ και, συγκεκριμένα, τις Επιτροπές Εργοστασίων.

Η επιτυχία της Επανάστασης έγινε δυνατή  μόνο επειδή  ένα τεράστιο κίνημα απόλυτης εξέγερσης εκ μέρους των εργατικών μαζών, των οποίων η θέληση να αλλάξει τις συνθήκες της ύπαρξής τους και να απελευθερώσουν τους εαυτούς τους από αφεντικά και Τσάρο, συνέκλινε με τη δραστηριότητα του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Είναι πράγματι αλήθεια πως το Μπολσεβίκικο Κόμμα μόνο, στα τέλη του Οκτώβρη του 1917, ήταν σε θέση να προσφέρει μια ξεκάθαρη έκφραση και ένα ακριβή ενδιάμεσο στόχο στις φιλοδοξίες των εργατών, των αγροτών και των στρατιωτών (την ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης). Αυτό δε σημαίνει όμως πως, πως οι εργάτες ήταν το παθητικό τους πεζικό. Δίχως αυτούς τους εργάτες, τόσο εντός όσο και εκτός των γραμμών του, το Κόμμα δεν ήταν τίποτα, ούτε μια υπολογίσιμη δύναμη με φυσικό ή πολιτικό τρόπο. Δίχως από τη πίεση που προέκυψε από την αυξανόμενη ριζοσπαστικοποίηση τους, δεν θα υιοθετούσε μια επαναστατική γραμμή. Και σε καμιά στιγμή, ακόμη πολλούς μήνες μετά τη κατάληψη της εξουσίας, θα μπορούσε να ειπωθεί πως το Κόμμα «έλεγχε» τα κινήματα των εργατικών μαζών.

Η σύγκλιση όμως αυτή, που ουσιαστικά κορυφώθηκε στην ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης και στη  δημιουργία μιας κατά συντριπτική πλειοψηφία Μπολσεβίκικη κυβέρνηση, αποδείχτηκε προσωρινή. Ενδείξεις ενός χάσματος μεταξύ του Κόμματος και των μαζών εμφανίστηκε σχετικά νωρίς, ακόμη και αν, από τη φύση του, ένα τέτοιο χάσμα δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό ως καθαρό ρήγμα, ως ένα μεταξύ οργανωμένων πολιτικών τάσεις.

Οι εργάτες φυσικά περίμεναν από την Επανάσταση μια απόλυτη αλλαγή στις συνθήκες της ύπαρξης τους. Αναμφισβήτητα περίμεναν μια βελτίωση στις υλικές τους συνθήκες – γνωρίζοντας πολύ καλά πως μια τέτοια βελτίωση δεν θα έρχονταν αμέσως. Μόνο οι στενόμυαλοι θα συνέδεαν την Επανάσταση με μόνο αυτό το παράγοντα – η την επακόλουθη απογοήτευση των εργατών με την ανικανότητα του νέου καθεστώτος για να ικανοποιήσει αυτές τις ελπίδες  για υλική βελτίωση. Η Επανάσταση ξεκίνησε, με κάποιο τρόπο, με την απαίτηση για ψωμί. Πολύ πριν τον Οκτώβριο όμως, είχε ήδη πάει πέρα από την απαίτηση για ψωμί που είχε κινητοποίηση την απόλυτη, παθιασμένη προσήλωση του λαού.

Για περισσότερο από τρία χρόνια, οι Ρώσοι εργάτες ανέχθηκαν τις πιο ακραίες υλικές στερήσεις δίχως δισταγμό. Την ίδια στιγμή, αποτελούσαν τον κύριο όγκο των δυνάμεων που θα νικούσαν τις στρατιές των Λευκών. Για αυτούς, ήταν ζήτημα απελευθέρωσης των εαυτών τους από τη καταπίεση της καπιταλιστικής τάξης και του Κράτους. Οργανωμένοι σε Σοβιέτ και Επιτροπές Εργοστασίων, το έβρισκαν αδιανόητο, ήδη από πριν αλλά ιδιαίτερα μετά τον Οκτώβριο, πως θα επιτρέπονταν στους καπιταλιστές να παραμείνουν. Και κυνηγώντας τους έξω μακριά από τα εργοστάσια , οδηγήθηκαν στο να ανακαλύψουν πως θα έπρεπε να οργανώσουν και να διαχειριστούν τη παραγωγή μόνοι τους. οι ίδιοι οι εργάτες απαλλοτρίωσαν τους καπιταλιστές, κάνοντάς το με δική τους πρωτοβουλία και δρώντας ενάντια στις γραμμές του Μπολσεβίκικου Κόμματος (το διάταγμα της εθνικοποίησης το καλοκαίρι του 1918 απλά επικύρωσε αυτό που ήδη είχε συμβεί). Και ήταν οι εργάτες που λειτούργησαν τα εργοστάσια ξανά.

Μπολσεβίκικη πολιτική

Όσο για το Μπολσεβίκικο Κόμμα, αυτό δεν ήταν ακριβώς αυτό που ζητούσε. Στο βαθμό που το Κόμμα ανέπτυξε μια καθαρή γραμμή μετά τον Οκτώβρη (και αντίθετα από τη μυθολογία που παράγεται από τους Σταλινιστές και τους Τροτσκιστές, μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί, υποστηριζόμενο από έγγραφα ντοκουμέντα, πως πριν και μετά τον Οκτώβρη το Μπολσεβίκικο Κόμμα ήταν εντελώς στο σκοτάδι όσον αφορά τι ήθελε να κάνει μετά την κατάκτηση της εξουσίας), ήθελε να οργανώσει στη Ρωσία μια «καλά οργανωμένη» οικονομία σύμφωνα με τις γραμμές του καπιταλιστικού μοντέλου της εποχής, – μια μορφή «κρατικού καπιταλισμού» (την έκφραση που ασταμάτητα χρησιμοποιούσε ο Lenin), πάνω στον οποίο θα επιβάλλονταν μια «εργατική» πολιτική εξουσία – στη πράξη, η εξουσία αυτή θα ασκούνταν από το κόμμα της «εργατικής τάξης», το Μπολσεβίκικο Κόμμα. Ο «σοσιαλισμός» (που ουσιαστικά σημαίνει, όπως γράφει δίχως δισταγμό ο Lenin, την «συλλογική διαχείριση της παραγωγής») θα έρθει αργότερα.

Και αυτό δεν είναι απλά ζήτημα «γραμμής», κάτι που απλά ειπώθηκε ή πέρασε από το μυαλό. Σε αυτή τη βαθιά ριζωμένη νοοτροπία και στην πραγματική του στάση, το Κόμμα διατρέχονταν από τη κορυφή ως τη βάση από την αναμφισβήτητη πεποίθηση πως όφειλε να οδηγήσει, να διευθύνει, να διαχειριστεί [καθοδηγήσει] με τη πλήρη σημασία αυτών των λέξεων. Αυτή η πεποίθηση, που ήδη υπήρχε πολύ πριν ξεκινήσει η Επανάσταση (όπως έδειξε ο Trotsky όταν μιλούσε για «νοοτροπία επιτροπών» στη βιογραφία του Στάλιν), ήταν πράγματι κοινή για όλους τους σοσιαλιστές της εποχής (με μερικές εξαιρέσεις, όπως η Rosa Luxemburg, η τάση Gorter-Pannekoek στην Ολλανδία, και οι «Αριστεροί Κομμουνιστές» στη Γερμανία). Αυτή η πεποίθηση θα ενισχύονταν σημαντικά από τη κατάληψη της εξουσίας, τον Εμφύλιο Πόλεμο, και την εδραίωση της εξουσίας του Κόμματος. Ο ίδιος ο Trotsky εξέφρασε ξεκάθαρα αυτή τη στάση όταν διακήρυξε το «ιστορικό δικαίωμα» του Κόμματος.

Αυτή η νοοτροπία ήταν κάτι περισσότερο από μια νοοτροπία μόνο: μετά την κατάληψη της εξουσίας, σχεδόν αμέσως έγινε κομμάτι της πραγματικής κοινωνικής κατάστασης. Ατομικά, μέλη του κόμματος ανέλαβαν ηγετικά πόστα σε όλες τις πτυχές της κοινωνική ζωής – εν μέρει, φυσικά, επειδή «δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά». Με τη σειρά του αυτό όμως, κατέληξε να σημαίνει: επειδή όλα στο Κόμμα εξασφάλιζε πως δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.

Συλλογικά, η μόνη πραγματική μορφή εξουσίας ήταν το Κόμμα, και πολύ σύντομα, μόνο οι διασκέψεις κορυφής του Κόμματος. Αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας, τα Σοβιέτ ως θεσμοί υποβιβάστηκαν σε απλές βιτρίνες (αρκεί να δούμε το γεγονός, πως ήδη από τις αρχές του 1918 στις συζητήσεις που οδήγησαν στο Σύμφωνο Ειρήνης Μπρέστ-Λιτοφσκ, ο ρόλος τους ήταν ανύπαρκτος)

Αν είναι αλήθεια πως η πραγματική κοινωνική ύπαρξη των ανθρώπων καθορίζει τη συνειδητότητα τους, είναι από εκείνη τη στιγμή ψευδαίσθηση να περιμένουμε το Μπολσεβίκικο Κόμμα να δρα με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρά σύμφωνα με την πραγματική του κοινωνική κατάσταση. Η πραγματική κοινωνική κατάσταση του Κόμματος είναι αυτή ενός διευθυντικού οργάνου, και η οπτική του προς αυτή τη κοινωνία στο εφεξής δεν είναι αναγκαία η ίδια με αυτή που η κοινωνία έχει για τον εαυτό της.

Οι εργάτες δεν πρόσφεραν κάποια ιδιαίτερη αντίσταση σε αυτή την εξέλιξη των πραγμάτων, ή μάλλον σε αυτή τη ξαφνική αποκάλυψη της ουσίας του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Τουλάχιστον δεν έχουμε κανένα άμεσο σημάδι τέτοιας αντίστασης. Μεταξύ της έξωσης των καπιταλιστών, που ακολουθήθηκε από την επαναλειτουργία των εργοστασίων στην αρχή της επαναστατικής περιόδου, και τις απεργίες του Πέτρογκραντ και την Εξέγερση της Κροστάνδης στο τέλος της (χειμώνας 1920-21), δεν γνωρίζουμε κάποια ξεκάθαρη εκδήλωση αυτόνομης δραστηριότητας από μέρους των εργατών. Ο Εμφύλιος Πόλεμος και η συνεχής κινητοποίηση των στρατιωτικών δυνάμεων στη διάρκεια αυτής της περιόδου, η σοβαρή φύση των άμεσων πρακτικών προβλημάτων (παραγωγή, προμήθεια τροφίμων κλπ), η ίδια η συσκότιση των θεμάτων που διακυβεύονταν, και, δίχως αμφιβολία, και πάνω από όλα η εμπιστοσύνη των εργατών στο Κόμμα εξηγεί αυτή την έλλειψη της αυτόνομης έκφρασης.

Δυο στοιχεία συνέβαλαν στην δημιουργία αυτής της στάσης των εργατών σε αυτό το θέμα. Από τη μια, η φιλοδοξία να απαλλαχτούν από κάθε είδος κυριαρχία, να πάρουν τη διαχείριση των ζητημάτων τους στα χέρια τους. Από την άλλη, η τάση να αναθέτουν την εξουσία σε αυτό το κόμμα που είχε μόλις αποδείξει πως ήταν ο μόνος ασυμβίβαστος αντίπαλος της καπιταλιστικής τάξης και πως πράγματι ήταν σε πόλεμο με αυτή τη τάξη. Αυτή η αντίφαση, η αντίθεση αυτών των δύο στοιχείων δεν ήταν και, κάποιος θα έμπαινε στο πειρασμό να πει, δε θα μπορούσαν να γίνουν καθαρά αντιληπτές εκείνη τη στιγμή.

Είχε γίνει αντιληπτό όμως, και με μεγάλη οξυδέρκεια, μέσα στο ίδιο το Κόμμα. Από την αρχή του 1918 μέχρι την απαγόρευση των κομμάτων το Μάρτιο του 1921, τάσεις μέσα στο Μπολσεβίκικο Κόμμα είχαν σχηματιστεί που, με διορατικότητα και μερικές φορές με εκπληκτική καθαρότητα, εξέφραζαν αντίθεση στη γραφειοκρατική γραμμή του Κόμματος και την πολύ γρήγορη γραφειοκρατικοποίηση. Αυτοί ήταν οι «Αριστεροί Κομμουνιστές» (στις αρχές του 1918), μετά η «Δημοκρατική Κεντρώα» τάση (1919), και τέλος η «Εργατική Αντιπολίτευση» (1920-21).

Θα βρει κάποιος στις Ιστορικές Σημειώσεις που δημοσιεύουμε μετά το κείμενο της Alexandra Kolontai, τις λεπτομέρειες πάνω στις ιδέες και δραστηριότητες αυτών των τάσεων. Σε αυτές εκφράζονταν οι αντιδράσεις των εργατικών μελών του Κόμματος – και, δίχως αμφιβολία, τις στάσεις των προλεταριακών κύκλων εκτός Κόμματος – στην «κρατική καπιταλιστική» γραμμή της ηγεσίας. Εξέφραζα επίσης την ίδια στιγμή αυτό που μπορεί να αποκαλέσουμε το «άλλο συστατικό» του Μαρξισμού, αυτό που απευθύνεται στη δραστηριότητα της μάζας και που κηρύσσει πως η χειραφέτηση των εργατών θα είναι το έργο των ίδιων των ανθρώπων αυτών.

Παρόλα αυτά αυτές οι αντιπολιτευτικές τάσεις νικήθηκαν η μια μετά την άλλη, και τελικά εξολοθρεύθηκαν το 1921, την ίδια περίοδο που η εξέγερση στη Κροστάνδη συντρίφτηκε. Η αδύναμη ηχώ της κριτικής τους για τη γραφειοκρατία μπορεί να βρεθεί αργότερα στην (τροτσκιστική) «Αριστερή Αντιπολίτευση» μετά το 1923, δεν έχει ιδιαίτερη αξία, ο Trotsky ήταν αντίθετος στις κακές πολιτικές της γραφειοκρατίας και των υπερβολών της εξουσίας της. Δεν αμφισβήτησε την ουσιαστική της φύση. Ουσιαστικά ως το τέλος της ζωής του, δεν αναφέρθηκε στα ζητήματα που έμπαιναν από τις διάφορες αντιπολιτεύσεις της περιόδου μεταξύ 1918 και 1921 (στην ουσία: «Ποιος διαχειρίζεται την παραγωγή;» και «Τι υποτίθεται πως πρέπει να κάνει το προλεταριάτο στη διάρκεια της ‘δικτατορίας του προλεταριάτου’, πέρα από τα εργάζεται και να ακολουθεί τις οδηγίες του κόμματός ‘της’;»)

Μπορούμε έτσι να συμπεράνουμε πως, αντίθετα από τη κυρίαρχη μυθολογία, δεν ήταν το 1927, ή το 1923, ή ακόμη το 1921 που το παιχνίδι χάθηκε, αλλά πολύ νωρίτερα, στη διάρκεια της περιόδου από το 1918 ως το 1920. Ήδη το 1921, μια επανάσταση με τη πλήρη της έννοια ήταν απαραίτητη να επανορθώσει τη κατάσταση. Όπως αποδείχτηκε από τα γεγονότα, μια εξέγερση σαν αυτή της Κροστάνδης δεν ήταν αρκετή για να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές. Η προειδοποιητική αυτή βολή έσπρωξε το Μπολσεβίκικο Κόμμα να διορθώσει συγκεκριμένες διαστρεβλώσεις σχετικές σε άλλα προβλήματα (βασικά εκείνα που αφορούσαν τους αγρότες και τη σχέση μεταξύ της αστικής και της αγροτικής οικονομίας). Οδήγησε έτσι στη χαλάρωση των εντάσεων που προκλήθηκαν από την οικονομική κατάρρευση της χώρας και στην έναρξη της ανοικοδόμησης του παραγωγικού μηχανισμού. Η ανοικοδόμηση αυτή όμως ήταν ήδη στέρεα τοποθετημένη στη τροχιά του γραφειοκρατικού καπιταλισμού.

Ήταν πράγματι, μεταξύ 1917 και 1920 που το Μπολσεβίκικο Κόμμα καθιέρωσε τον εαυτό του τόσο στέρεα στην εξουσία που δεν μπορούσε πια να απομακρυνθεί παρά με τη δύναμη των όπλων. Και ήταν από την αρχή της περιόδου αυτής που οι αβεβαιότητες της γραμμής του καλύφθηκαν, οι ασάφειες εξαφανίστηκαν και οι αντιφάσεις λύθηκαν. Στο νέο Κράτος, το προλεταριάτο θα εργάζονταν, θα κινητοποιούνταν, και αν το απαιτούσε η στιγμή, θα πέθαινε για την υπεράσπιση της νέας εξουσίας. Θα έπρεπε να δώσει τα πιο «συνειδητά» και πιο «ικανά» μέλη του στο κόμμα «του», όπου θα γινόνταν οι ηγέτες της κοινωνίας. Θα έπρεπε να είναι «δραστήριο» και έπρεπε να «συμμετέχει» όποτε του το ζητούσαν να το κάνει, αλλά ήταν στο μόνο και ακριβώς στο βαθμό που το Κόμμα το απαιτούσε από το προλεταριάτο. Τέλος, θα έπρεπε να υποταχθεί στη θέληση του Κόμματος πάνω σε όλα τα σημαντικά ζητήματα απολύτως. Όπως έγραψε ο Trotsky στη διάρκεια αυτής της περιόδου σε ένα κείμενο που είχε μεγάλη κυκλοφορία τόσο μέσα όσο και εκτός Ρωσίας. «Ο εργάτης δεν διαπραγματεύεται απλά με το Σοβιετικό Κράτος· όχι, είαι υποταγμένος στο Σοβιετικό Κράτος, υπό τις διαταγές του σε κάθε κατεύθυνση – για το δικό του Κράτος».

Διαχείριση της παραγωγής

Ο ρόλος του προλεταριάτου στο νέο Κράτος ήταν έτσι πολύ ξεκάθαρος, ήταν αυτός του ενθουσιώδη και παθητικού πολίτη. Και ο ρόλος του προλεταριάτου στην εργασία και τη παραγωγή δεν ήταν λιγότερο ξεκάθαρος. Συνολικά ήταν ο ίδιος όπως πριν ι υπό το καπιταλισμό – εκτός από το ότι εργάτες με «χαρακτήρα και ικανότητα» θα επιλέγονταν να αντικαταστήσουν τους διευθυντές των εργοστασίων που το έσκασαν. Το κύριο μέλημα του Μπολσεβίκικου Κόμματος σε αυτή τη περίοδο δεν ήτα πως κάποιος  να διευκολύνει τη πρόοδο των εργατικών κολεκτίβων αναλαμβάνοντας τη διαχείριση της παραγωγής, αλλά μάλλον ήταν: Ποιος είναι ο ταχύτερος τρόπος για τη δημιουργία μιας τάξης διευθυντών και στελεχών για τη βιομηχανία και την οικονομία συνολικά;

Το μόνο που χρειάζεται κανείς είναι να διαβάσει το επίσημα έγγραφα αυτής της περιόδου για να καταστρέψει κάθε αμφιβολία για αυτό. Η δημιουργία και η εκπαίδευση μιας γραφειοκρατίας ως του διευθυντικού στρώματος στη παραγωγή (με τα οικονομικά προνόμια που αναπόφευκτα πάνε μαζί με αυτή τη θέση) ήταν, ιδιαίτερα από την αρχή, η συνειδητή, ευθεία και ειλικρινής πολιτική του Μπολσεβίκικου Κόμματος, με επικεφαλής το Lenin και το Trotsky. Ειλικρινά πιστεύονταν πως αυτή ήταν μια σοσιαλιστική πολιτική – η, ακριβέστερα, μια «διοικητική τεχνική» που μπορούσε να τεθεί στην υπηρεσία του σοσιαλισμού, μιας και η τάξη των διευθυντών που θα διαχειρίζονταν τη παραγωγή θα παρέμεναν στην υπηρεσία της εργατικής τάξης, «εκπροσωπούμενη από το Κομμουνιστικό της κόμμα». Η απόφαση να τοποθετηθεί διευθυντής στην διεύθυνση του εργοστασίου αντί ένος εργατικού συμβουλίου, έγραψε ο Trotsky, δεν είχε πολιτική σημασία:

«Μπορεί να είναι σωστό ή λάθος από την άποψη της τεχνικής της διαχείρισης… Θα ήταν συνεπώς ήταν οδυνηρό λάθος αν συγχέαμε το ζήτημα της ανωτερότητας του προλεταριάτου με το ερώτημα των συμβουλίων των εργατών ως επικεφαλής των εργοστασίων. Η δικτατορία του προλεταριάτου εκφράζεται στην κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, στην ανωτερότητα της συλλογικής θέλησης των εργατών πάνω από ολόκληρο το Σοβιετικό μηχανισμό, και όχι στο τρόπο με τον οποίο μεμονωμένες οικονομικές επιχειρήσεις διευθύνονται».

Η φράση «η συλλογική θέληση των εργατών» του Trotsky, είναι μια μεταφορική έκφραση που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη θέληση του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Τα Μπολσεβίκικα αφεντικά το δήλωναν αυτό δίχως υποκρισία, αντίθετα με κάποιους από τους «υπερασπιστές» τους σήμερα. Ο Trotsky έγραφε εκείνη τη περίοδο:

«Σε αυτή την ‘αντικατάσταση’ της εξουσίας του Κόμματος για την εξουσία της εργατικής τάξης δεν υπάρχει τίποτα τυχαίο, και στη πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά αντικατάσταση. Οι Κομμουνιστές εκφράζουν τα θεμελιώδη συμφέροντα της εργατικής τάξης. Είναι απόλυτα φυσιολογικό πως στη περίοδο που αυτά τα συμφέροντα εμφανίζονται, σε όλη τους την έκταση, στην ημερήσια διάταξη, οι Κομμουνιστές έχουν αναγνωριστεί ως οι αντιπρόσωποι της εργατικής τάξης συνολικά».

Με ευκολία μπορεί κάποιος να βρε δεκάδες αναφορές του Lenin που εκφράζουν την ίδια ιδέα.

Καταλήγουμε έτσι με την αναμφισβήτητη εξουσία των διευθυντών στα εργοστάσια, υπό τον αποκλειστικό «έλεγχο» του Κόμματος (στη πραγματικότητα, τι είδους έλεγχος ήταν;). και υπήρχε η αναμφισβήτητη εξουσία του Κόμματος πάνω στη κοινωνία, δίχως κανένα έλεγχο. Από το σημείο αυτό και μετά, κανένας δεν μπορούσε να αποτρέψει αυτές τις δυο εξουσίες από το να συγχωνευθούν, ούτε μπορούσε κανείς να σταματήσει τα δυο στρώματα που τα ενσάρκωναν από το να συγχωνευθούν, ούτε μπορούσε η εδραίωση μιας αμετακίνητης γραφειοκρατίας που εξουσίαζε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής από το να σταματήσει. Η διαδικασία μπορεί να επιταχύνθηκε ή να μεγεθύνθηκε από την είσοδο μη προλεταριακών στοιχείων στο Κόμμα, που βιάστηκαν να πηδήξουν στο τραίνο. Αλλά αυτό ήταν συνέπεια, και όχι αιτία, του προσανατολισμού του Κόμματος.

Ήταν στη διάρκεια της συζήτησης του «ζητήματος των συνδικάτων» (1920-21), που προηγήθηκε του Δέκατου Συνεδρίου του Κόμματος, που η αντίθεση σε αυτό το προσανατολισμό του Κόμματος εκφράστηκε πιο δυνατά μέσα στο ίδιο το Κόμμα. Επίσημα, το ερώτημα ήταν αυτό για το ρόλο των συνδικάτων στη διαχείριση της παραγωγής και της οικονομίας. Η συζήτηση αναπόφευκτα εστίασε ξανά στα προβλήματα της «μονοπρόσωπης διαχείρισης» στα εργοστάσια και στο «ρόλο των ειδικών», ερωτήματα που ήδη είχαν συζητηθεί έντονα και σε μεγάλο βαθμό τα προηγούμενα δυο χρόνια. Στο κείμενο της Kollontai και στις Ιστορικές Σημειώσεις που ακολουθούν, ο αναγνώστης θα βρει μια περιγραφή των διάφορων αντιθετικών θέσεων πάνω σε αυτά τα ζητήματα.

Εν συντομία, η κομματική ηγεσία, με το Lenin επικεφαλής, επαναβεβαίωσε πως η διαχείριση της παραγωγής έπρεπε να είναι στα χέρια μεμονωμένων διευθυντών (αστοί «ειδικοί» ή εργάτες επιλεγμένοι για το «χαρακτήρα και την ικανότητα» τους) υπό τον έλεγχο του Κόμματος. Τα συνδικάτα θεωρητικά είχαν το έργο της εκπαίδευσης των εργατών και της υπεράσπισης τους απέναντι στους διευθυντές παραγωγής και τους διευθυντές του κράτους. Ο Trotsky απαίτησε τα συνδικάτα να υποταχθούν απόλυτα στο Κράτος, την μεταμόρφωσή τους σε όργανα και προεκτάσεις του Κράτους (και του Κόμματος). Το επιχείρημα του ήταν πάντοτε το ίδιο: Αφού είμαστε ένα Εργατικό Κράτος, το Κράτος και οι εργάτες είναι το ένα και το αυτό, και έτσι οι εργάτες δεν χρειάζονται ένα ξεχωριστό όργανο για να τους προστατεύει από το «δικό τους» κράτος. η Εργατική αντιπολίτευση απαιτούσε πως η διαχείριση της παραγωγής και της οικονομίας σταδιακά θα περνούσε στις «εργατικές κολεκτίβες» στα εργοστάσια, καθώς αυτά είχαν οργανωθεί μέσα στα συνδικάτα. Ήθελαν η «μονοπρόσωπη διαχείριση» να αντικατασταθεί από μια «συλλογική διαχείριση» και ο ρόλος των ειδικών και των τεχνικών να ελαττωθεί. Η Εργατική Αντιπολίτευση έδινε έμφαση πως η ανάπτυξη της παραγωγής σε μεταεπαναστατικές συνθήκες ήταν ουσιαστικά κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα που η λύση του εξαρτιόνταν από την ανάπτυξη και τη δημιουργικότητα των μαζών των εργατών, και πως αυτό το πρόβλημα δεν ήταν απλά διοικητικό και τεχνικό. Αποκήρυξε την αυξανόμενη γραφειοκρατικοποίηση του Κράτους και του Κόμματος (ήδη εκείνη τη περίοδο, όλα τα πόστα που αφορούσε ευθύνη της ελάχιστης σημασίας καλύπτονταν με διορισμό από τα πάνω και όχι εκλογή), όπως και η αυξανόμενη απόσταση του Κόμματος από τους εργάτες.

Σε συγκεκριμένα σημεία, είναι αλήθεια, οι ιδέες της Εργατικής αντιπολίτευσης ήταν μπερδεμένες, και συνολικά η όλη συζήτηση μοιάζει να έλαβε χώρα σε επίσημο επίπεδο, όπως και οι λύσεις που προτάθηκαν και από τις δυο πλευρές ήταν επίσης επίσημες παρά ουσιαστικές (η ουσία, σε κάθε περίπτωση, είχε ήδη αποφασιστεί κάπου διαφορετικά από τα Συνέδρια του Κόμματος). Έτσι, η Αντιπολίτευση (και η Kollontai στο κείμενο της) δεν ξεχώριζε ξεκάθαρα μεταξύ του (αναντικατάστατο) ρόλο που θα εκπληρώνονταν από τους ειδικούς και τους τεχνικούς με την ιδιότητα του ειδικού και του τεχνικού, υπό τον έλεγχο των εργατών, και της μεταμόρφωσης αυτών των ειδικών και τεχνικών σε ανεξέλεγκτους διευθυντές της παραγωγικής διαδικασίας. Ανέπτυξε μια γενική κριτική των ειδικών και τεχνικών δίχως να διακρίνει μεταξύ των δυο κατηγοριών, αφήνοντας έτσι τον εαυτό της ακάλυπτο στις επιθέσεις του Lenin και του Trotsky, που είχαν εύκολο έργο να δείξουν πως δεν μπορούσαν να υπάρξουν εργοστάσια δίχως μηχανικούς. Από αυτή τη πλεονεκτική θέση, ο Lenin και ο Trotsky κατέληξαν στο εκπληκτικό συμπέρασμα πως αυτός ήταν επαρκής λόγος για να εμπιστευτούν αυτούς του μηχανικούς με δικτατορικές διευθυντικές εξουσίες πάνω σε ολόκληρη τη λειτουργία του εργοστασίου. Η Αντιπολίτευση πολέμησε σκληρά για τη «συλλογική», αντίθετα από τη «μονοπ΄ροσωπη» διαχείριση, μια μάλλον επίσημη πτυχή του προβλήματος (μια συλλογική μορφή διαχείρισης μπορεί να εξίσου γραφειοκρατική σαν την μονοπρόσωπη διαχείριση), αφήνοντας στη σκιά το πραγματικό πρόβλημα, αυτό της πραγματικής πηγής της εξουσίας. Έτσι ήταν ο Trotsky ελεύθερος να πει, «Η ανεξαρτησία των εργατών καθορίζεται και υπολογίζεται, όχι από το αν τρεις ή ένας εργάτης είναι στη κεφαλή του εργοστασίου, αλλά από παράγοντες και φαινόμενα πολύ πιο βαθιού χαρακτήρα». Αυτό τον απάλλασσε από το να πρέπει να συζητήσει το πραγματικό πρόβλημα, που είναι αυτό της σχέσης μεταξύ του «ενός» και των «τριών» ανθρώπων και τη συλλογικότητα των παραγωγών στην επιχείρηση.

Η Αντιπολίτευση επίσης έδειξε ένα σχετικό ποσό συνδικαλιστικού φετιχισμού κάποια στιγμή όταν τα συνδικάτα είχαν ήδη περάσει πρακτικά υπό το πλήρη έλεγχο της κομματικής γραφειοκρατίας.

«Η συνεχιζόμενη ‘ανεξαρτησία’ του συνδικαλιστικού κινήματος, την περίοδο της προλεταριακής επανάστασης, είναι εξίσου αδύνατη όπως η πολιτική των συμμαχιών. Τα συνδικάτα έγιναν τα πιο σημαντικά οικονομικά όργανα του προλεταριάτου στην εξουσία. Έτσι περνάνε υπό την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Όχι μόνο ερωτήματα αρχής στο συνδικαλιστικό κίνημα, αλλά σοβαρές συγκρούσεις οργάνωσης εντός του, αποφασίζονται από τη Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος μας».

Αυτό γράφηκε από το Trotsky σε απάντηση της κριτικής του Kautsky για τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα της Μπολσεβίκικης εξουσίας, ο Trotsky δεν είχε κανένα λόγο να υπερβάλλει την έκταση του ελέγχου του Κόμματος πάνω στα συνδικάτα.

Παρόλα αυτά, παρά τις αδυναμίες και παρά αυτή τη σχετική σύγχυση, η Εργατική Αντιπολίτευση αποτελούσε ένα πραγματικό πρόβλημα: Ποιος θα διαχειριστεί τη παραγωγή στο «Εργατικό Κράτος»; Και πρόσφερε τη σωστή απάντηση: τα συλλογικά όργανα των εργαζόμενων. Αυτό που η κομματική ηγεσία ήθελε, αυτό που είχε ήδη επιβάλει – και στο σημείο αυτό δεν υπήρχε καμιά διαφορά μεταξύ Lenin και Trotsky – ήταν μια ιεραρχία που διοικούνταν από πάνω. Γνωρίζουμε πως αυτή ήταν η σύλληψη που θριάμβευσε. Γνωρίζουμε, επίσης, που οδήγησε αυτή η «νίκη».

Περί «Σκοπών» και «Μέσων»

Στη πάλη μεταξύ της Εργατικής Αντιπολίτευσης και της ηγεσίας του Μπολσεβίκικου Κόμματος, γινόμαστε μάρτυρες του πως τα δυο αντικρουόμενα στοιχεία του Μαρξισμού κατέληξαν μακριά το ένα από το άλλο. Τα δυο αυτά στοιχεία συνυπήρχαν με ένα παράδοξο τρόπο στο Μαρξισμό γενικά και στην ενσάρκωσή του στη Ρωσία ιδιαίτερα. Για τελευταία φορά στην ιστορία του επίσημου Μαρξιστικού κινήματος, η Εργατική Αντιπολίτευση έκανε ακουστή στις μάζες αυτή την έκκληση να δράσουν μόνες τους, την εμπιστοσύνη στις δημιουργικές δυνατότητες του προλεταριάτου, την πεποίθηση πως με τη σοσιαλιστική επανάσταση ξεκινά μια αυθεντικά νέα περίοδος στην ανθρώπινη ιστορία, στην οποία οι ιδέες της προηγούμενης περιόδου μετά βίας διατηρούν κάποια από την αξία τους και στην οποία το οικοδόμημα της κοινωνίας πρόκειται να χτιστεί ξανά από κάτω προς τα πάνω. Οι θέσεις της Αντιπολίτευσης αποτελούν μια απόπειρα να ενσαρκωθούν αυτές οι ιδέες σε ένα πολιτικό πρόγραμμα που αφορά το ουσιαστικά σημαντικό πεδίο που είναι η παραγωγή.

Ο θρίαμβος της λενινιστικής οπτικής είναι ο θρίαμβος του άλλου στοιχείου του Μαρξισμού, που με σιγουριά, είχε γίνει από καιρό – ακόμη και στον ίδιο το Marx – είχε γίνει το κυρίαρχο στοιχείο στη σοσιαλιστική σκέψη και πρακτική. Σε όλες τα ομιλίες και κείμενα του Lenin από αυτή τη περίοδο, αυτό που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά σαν μια εμμονή είναι η ιδέα πως η Ρωσία έπρεπε να διδαχτεί από τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες· πως δεν υπάρχουν εκατό διαφορετικοί ανάπτυξης της παραγωγικότητας και την εργατική παραγωγικότητα αν θέλει κάποιος να ξεφύγει από την οπισθοδρομικότητα και το χάος· πως κάποιος πρέπει να υιοθετήσει καπιταλιστικές μεθόδους «καταμερισμού» και διαχείρισης όπως και καπιταλιστικές μορφές «κινήτρων» εργασίας. Όλα αυτά για τον Lenin, είναι απλά «μέσα» που εμφανώς μπορούσαν να μπουν ελεύθερα στην υπηρεσία ενός ριζικά διαφορετικού ιστορικού σκοπού, το χτίσιμο του σοσιαλισμού.

Έτσι ο Trotsky, όταν συζητούσε τις αρετές του μιλιταρισμού, κατέληξε στο να ξεχωρίσει τον ίδιο το στρατό, τη δομή και τις μεθόδους του, από το κοινωνικό σύστημα που υπηρετεί. Αυτό που είναι αρνητικό στον αστικό μιλιταρισμό και τον αστικό στρατό, ο Trotsky λέει πως στην ουσία είναι ότι είναι στην υπηρεσία των αστών. Εκτός από αυτό, δεν υπάρχει τίποτα αρνητικό σε αυτά. Η μόνη διαφορά, λέει, βρίσκεται στο: «Ποιος είναι στην εξουσία;». ομοίως η δικτατορία του προλεταριάτου δεν εκφράζεται από το «τρόπο με τον οποίο διευθύνονται μεμονωμένες οικονομικές επιχειρήσεις».

Η ιδέα πως όπως τα μέσα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν αδιακρίτως στην υπηρεσία  διαφορετικών σκοπών· πως υπάρχει μια εγγενής σχέση μεταξύ των εργαλείων που χρησιμοποιούνται και του αποτελέσματος που επιτεύχθηκε· πως, συγκεκριμένα, ούτε ο στρατός, ούτε το εργοστάσιο είναι απλά «μέσα» ή «εργαλεία», αλλά κοινωνικές δομές στις οποίες είναι οργανωμένες δυο θεμελιώδεις πτυχές των ανθρώπινων σχέσεων (παραγωγή και βία)· πως μέσα σε αυτές μπορεί να εντοπιστεί σε συμπυκνωμένη μορφή η ουσιαστική έκφραση του τύπου των κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν μια εποχή – αυτή η ιδέα, αν και απόλυτα εμφανής και κοινότοπη για τους Μαρξιστές, ήταν εντελώς «ξεχασμένη». Ήταν απλά ζήτημα ανάπτυξης της παραγωγής, χρησιμοποιώντας αποδεδειγμένα αποτελεσματικές μεθόδους και δομές. Πως ανάμεσα σε αυτές «αποδείξεις» η βασική ήταν η ανάπτυξη του καπιταλισμού ως κοινωνικού συστήματος και πως το εργοστάσιο παράγει όχι τόσο ύφασμα ή χάλυβα αλλά προλεταριάτο και κεφάλαιο, ήταν γεγονότα που είχαν αγνοηθεί εντελώς.

Εμφανώς πίσω από αυτή την «αμνησία» κρύβεται κάτι άλλο. Την εποχή εκείνη, φυσικά, υπήρχε μια απελπισμένη προσπάθεια να αναζωογονηθεί η παραγωγή όσο πιο σύντομα γινόταν και να σηκώσει την υπό κατάρρευση οικονομία ξανά στα πόδια της. Αυτή η αγωνία, ωστόσο, δεν ορίζει μοιραία και την επιλογή των «μέσων». Αν έμοιαζε αυτονόητο στους Μπολσεβίκους ηγέτες πως τα μόνα αποτελεσματικά μέσα ήταν τα καπιταλιστικά, ήταν επειδή ήταν εμποτισμένοι με τη πεποίθηση πως ο καπιταλισμός ήταν το μόνο αποτελεσματικό και λογικό σύστημα παραγωγής. Ήθελαν να τροποποιήσουν την οικονομία, όχι τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων στην εργασία ή τη φύση της ίδιας της εργασίας.

Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η φιλοσοφία τους ήταν να αναπτύξει τις δυνάμεις παραγωγής. Εδώ επίσης, ήταν οι πιστοί συνεχιστές του Marx – ή τουλάχιστον μιας πλευράς του Marx, που έγινε η κυρίαρχη στην ώριμη περίοδο των γραπτών του. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ήταν, αν όχι ο απόλυτος σκοπός, σε κάθε περίπτωση τα ουσιαστικά μέσα, με την έννοια πως οτιδήποτε άλλο θα ακολουθούσε ως παραπροϊόν και όλα τα άλλα έπρεπε να υποταχθούν σε αυτή. Και οι άνθρωποι; Και οι άνθρωποι, φυσικά. «Ως γενικό κανόνα, ο άνθρωπος προσπαθεί να αποφύγει την εργασία… ο άνθρωπος είναι γενικά τεμπέλικο ζώο». Για να καταπολεμηθεί αυτή οκνηρία, όλα τα μέσα αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας πρέπει να χρησιμοποιηθούν: υποχρεωτική εργασία – ο χαρακτήρας της οποίας αλλάζει εντελώς όταν επιβάλλεται από μια «σοσιαλιστική δικτατορία» – και διαθέσιμα τεχνικά και οικονομικά μέσα:

«Υπό το καπιταλισμό, το σύστημα της αμοιβής με το κομμάτι και η αξιολόγηση, η εφαρμογή του ταϋλορικού συστήματος, κλπ., έχουν ως σκοπό τους να αυξήσουν την εκμετάλλευση των εργατών απομυζώντας την υπεραξία των εργατών. Υπό σοσιαλιστική παραγωγή, η αμοιβή με το κομμάτι, τα μπόνους, κλπ., έχουν ως στόχο τους την αύξηση του όγκου του κοινωνικού προϊόντος, και κατά συνέπεια την άνοδο της γενικής ευημερίας. Αυτοί οι εργάτες που προσφέρουν περισσότερα για το γενικό συμφέρον από άλλους, παίρνουν το δικαίωμα σε μεγαλύτερη ποσότητα του κοινωνικού προϊόντος από τους τεμπέληδες, τους αδιάφορους και τους ανακατοσούρηδες».

Αυτός δεν είναι ο Stalin που μιλά (το 1939)· είναι ο Trotsky (το 1919).

Η σοσιαλιστική αναδιοργάνωση της παραγωγής στη διάρκεια της αρχικής περιόδου είναι αδιανόητη δίχως λίγη «υποχρέωση εργασίας» – όποιος δε δουλεύει δεν τρώει. Αυτό είναι βέβαιο. Επίσης ίσως υπάρξει μια προσπάθεια να στανταριστεί η ποσότητα της προσπάθειας που παρέχεται από διάφορα εργαστήρια και επιχειρήσεις, που θα απαιτούσε την καθιέρωση συγκεκριμένων κανόνων και δεικτών εργασίας. Όλες οι σοφιστείες του Trotsky για το ότι η «ελεύθερη εργασία» δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία και πως δεν θα υπάρξει μέχρι να υπάρξει πλήρης κομμουνισμός δεν πρέπει να κάνουν κανένα να ξεχάσει, όμως, το κρίσιμο ερώτημα: Ποιος καθορίζει αυτούς τους κανόνες; Ποιος ελέγχει τις εργασιακές υποχρεώσεις των ανθρώπων, και ποιος τιμωρεί εκείνους που δεν τηρούν αυτές τις υποχρεώσεις; Θα είναι οι οργανωμένες κολεκτίβες των εργαζόμενων ανθρώπων; Ή μια ειδική κοινωνική κατηγορία, της οποίας ο σκοπός είναι να διαχειριστεί την εργασία των άλλων;

Το να διαχειριστείς την εργασία των άλλων – αυτή είναι η αρχή και το τέλος του κύκλου εκμετάλλευσης. Η «ανάγκη» για μια ειδική κοινωνική κατηγορία για να διαχειριστεί την εργασία των άλλων στη παραγωγή (και τη δραστηριότητα άλλων στη πολιτική και τη κοινωνία), η «ανάγκη» για μια ξεχωριστή διαχείριση επιχειρήσεων και για ένα Κόμμα να κυβερνά το Κράτος – αυτό είναι που ο Μπολσεβικισμός διακήρυξε μόλις κατέλαβε την εξουσία, και είναι αυτό που με ζήλο κοπίασε να επιβάλει. Ξέρουμε πως πέτυχε τους σκοπούς του. Στο βαθμό που οι ιδέες παίζουν κάποιο ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας – και, στη τελική ανάλυση, παίζουν τεράστιο ρόλο – η Μπολσεβίκικη ιδεολογία (και με αυτή, η Μαρξιστική ιδεολογία που κρύβεται πίσω της) ήταν ένας καθοριστικός παράγοντας για τη γέννηση της Ρωσικής γραφειοκρατίας.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s