Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό The Jewish Quarterly, Vol 41, Ανοιξη 1994. Ο Andrew Samuels είναι ψυχοθεραπευτής, συγγραφέας και ακαδημαϊκός, διδάσκει Αναλυτική Ψυχολογία στο πανεπιστήμιο του Έσσεξ. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

 

Οι δραστηριότητες και οι ιδέες του Jung είναι αντικείμενο έντονης κριτικής από τη δεκαετία του 1930 ως σήμερα, αλλά δεν έλλειψαν και οι φανατικοί υπερασπιστές του. Η υπεράσπιση αυτή συνήθως έχει τη μορφή της μαρτυρίας της μη ύπαρξης αντισημιτισμού στις συναναστροφές του με τους Εβραίους συναδέλφους του. Ο Jung, είναι βεβαιωμένο, ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρος στη στήριξη του προς εκείνους τους συναδέλφους  που βίωναν σημαντικές δυσκολίες στα 1930, λόγω της εβραϊκής τους καταγωγής. Ως αναλυτής, ο Jung ήταν ιδιαίτερα ικανός στο να θέτει τους ασθενείς του σε επαφή με την εθνική και θρησκευτική καταγωγή· η αποκοπή τέτοιων δεσμών με την επακόλουθη ψυχολογική πίεση ήταν ένα συνηθισμένο και προβληματικό στοιχείο για πολλούς μορφωμένους Ευρωπαίους Εβραίους έτσι ώστε, από την άποψη της αντιμετώπισης και ανακούφισης των αγωνιών τους, το έργο του Jung μπορεί ακόμη και να θεωρηθεί ως «υπερ-σημιτικό». Τουλάχιστον τέτοιο ήταν μεγάλο μέρος της τυπικής υπεράσπισης του Jung από τους θαυμαστές του. Ωστόσο, πριν καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα  όσον αφορά αυτή την υπεράσπιση, είναι απαραίτητο να κοιτάξουμε τα σχετικά ιστορικά δεδομένα.

Το 1933 ο Jung ανέλαβε την Προεδρία της Γενικής Ιατρικής Εταιρείας Ψυχιατρικής (GMSP). Ήταν ένα επαγγελματικό σώμα με μέλη από διάφορες χώρες, αλλά βασίζονταν ιδιαίτερα στη Γερμανία και έρχονταν υπό ναζιστικό έλεγχο. Ο Jung ισχυρίστηκε πως δέχτηκε αυτή τη θέση ξεκάθαρα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των Εβραίων ψυχοθεραπευτών, και άλλαξε  το καταστατικό της GSMP ώστε έγινε πλήρως και επίσημα διεθνές σώμα. Η ιδιότητα μέλους προσφέρονταν μέσω εθνικών ενώσεων και με μια ειδική κατηγορία για ατομικές συμμετοχές. Οι Εβραίοι ήδη ήταν αποκλεισμένοι από τη συμμετοχή στην Γερμανική ένωση και έτσι έπρεπε να ενταχθούν ως άτομα. (Για να τεθεί το ιστορικό πλαίσιο, πρέπει να σημειωθεί πως τα βιβλία του Freud είχαν καεί, και απαγορεύτηκαν επίσημα το 1933).

Ο Jung ήταν επίσης ο υπεύθυνος του περιοδικού Zentralblatt, της επιστημονικής επιθεώρησης της εταιρείας. Σύμφωνα με το Jung, αυτή ήταν αυστηρά τυπική θέση, και παρέμεινε γεωγραφικά (και θεωρητικά ιδεολογικά) μακριά από τα συντακτικά γραφεία . επίσης υποστήριζε πως δεν γνώριζε για τις φιλοναζιστικές δηλώσεις αξιών που είχαν εισαχθεί στο Zentralblatt από το Καθηγητή Goering (ξάδερφο του Ανώτερου Διοικητή της Βέρμαχτ), που είχε γίνει πρόεδρος του κυρίαρχου γερμανικού τμήματος. Τα ίδια τα άρθρα και οι στήλες του Jung στο Zentralblatt, αποσπάσματα των οποίων παρατίθενται παρακάτω, επίσης είναι ένας από τους λόγους για τον οποίο έχει κατηγορηθεί για φιλοναζιστικές συμπάθειες εκείνη τη περίοδο. Σύμφωνα με το Psychotherapy in the Third Reich του Geoffrey Cocks, οι ιδέες του Jung  είχαν «επίσημη έγκριση» και, ως αποτέλεσμα, «οι Γερμανοί ψυχοθεραπευτές έκαναν ότι μπορούσαν για να συνδέσουν το όνομα του Jung με τις δικές τους δραστηριότητες». Το έργο του Jung είχε χρησιμοποιηθεί από τους Γερμανούς θεωρητικούς του φυλετισμού και εμφανίζονταν στις επίσημε ναζιστικές βιβλιογραφίες της περιόδου.

Σε μια συνέντευξη στο Radio Berlin το 1933, ο Jung δήλωσε:

«όπως δήλωσε πρόσφατα ο Hitler, ο Furher [sic] πρέπει να είναι ικανός να είναι μόνος και πρέπει να έχει το κουράγιο να ακολουθεί το δρόμο του. Αν όμως δε γνωρίζει τον εαυτό του, πως θα μπορέσει να οδηγήσει τους άλλους; Για αυτό ο πραγματικός ηγέτης [furher, ξανά] είναι πάντοτε εκείνος που έχει το κουράγιο να είναι ο εαυτός του, και μπορεί να κοιτάξει τους άλλους στα μάτια αλλά πάνω από όλα τον ίδιο τον εαυτό του… . Κάθε κίνημα κορυφώνεται οργανικά σε ένα ηγέτη, που ενσαρκώνει στο όλο του το είναι τη σημασία και το σκοπό του λαϊκού κινήματος».

Και στο άρθρο του, Η Κατάσταση της Ψυχοθεραπείας Σήμερα (1934), o Jung έγραψε:

«Ο Freud δεν κατάλαβε την γερμανική ψυχή περισσότερο από ότι την κατάλαβαν οι Γερμανοί ακόλουθοί του. Τους δίδαξε τίποτα το φοβερό φαινόμενο του Εθνικοσοσιαλισμού, το οποίο παρακολουθεί με έκπληξη ολόκληρος ο κόσμος; Που ήταν όλη αυτή η ένταση και η ενέργεια όσο δεν υπήρχε ο Εθνικοσοσιαλισμός; Βαθιά στη Γερμανική ψυχή, σε ένα λάκκο που δεν είναι παρά ένας σκουπιδοτενεκές ανεκπλήρωτων παιδιάστικων επιθυμών και ανεπίλυτων οικογενειακών πικριών».

Στο ίδιο άρθρο, που ξεκαθαρίζει την κάπως αινιγματική γλώσσα παραπάνω, ο Jung ισχυρίστηκε (για τους Εβραίους): «Το Άριο υποσυνείδητο έχει μεγαλύτερες δυνατότητες από το Εβραϊκό». «Ο Εβραίος που είναι κάτι σα νομάδας δεν έχει δημιουργήσει ποτέ μια δική του πολιτιστική κουλτούρα και από ότι μπορούμε να δούμε δεν πρόκειται να κάνει ποτέ, μιας και όλα του τα ένστικτα και ταλέντα απαιτούν ένα πολιτισμένο έθνος για να δράσει ως ξενιστής για την ανάπτυξη τους». «Οι Εβραίοι έχουν αυτή την κοινή ιδιαιτερότητα με τις γυναίκες· όντας φυσικά πιο αδύναμοι, πρέπει να στοχεύουν στα κενά της πανοπλίας του αντιπάλου». Επίσης ο Jung προειδοποίησε ενάντια «στην άνευ όρων χρήση της Εβραϊκής κατηγοριοποίησης στη Γερμανική και Σλάβικη χριστιανοσύνη».

Μια παρόμοια παρατήρηση εμφανίζεται σε μια υποσημείωση στο Δύο Δοκίμια για την Αναλυτική Ψυχολογία, που δημοσιεύτηκε αρχικά το 1928 και αναδημοσιεύτηκε το 1935: «Είναι άκρως ασυγχώρητο λάθος να αποδεχόμαστε τα συμπεράσματα μιας Εβραϊκής ψυχολογίας ως γενικά έγκυρα». Στο εισαγωγικό άρθρο του Zentralblatt έγραψε πως «οι διαφορές που ουσιαστικά υπάρχουν μεταξύ Γερμανικής και Εβραϊκής ψυχολογίας και που είναι από πολύ καιρό γνωστές σε κάθε νοήμονα άνθρωπο δεν μπορούν να αποσιωπώνται πλέον». Σε ένα γράμμα στο μαθητή του Δρ Kranefeldt το 1934, ο Jung έγραψε:

«Όπως είναι γνωστό, κάποιος δε μπορεί να κάνει τίποτα εναντίον της ανοησίας, αλλά σε αυτή τη περίπτωση οι Άριοι άνθρωποι μπορούν να δείξουν πως, με τον Freud και τον Adler, ειδικά εβραϊκές οπτικές διδάσκονται δημόσια, και όπως μπορεί να αποδειχτεί ομοίως, οπτικές που έχουν ένα ουσιαστικά διαβρωτικό χαρακτήρα. Αν η διακήρυξη αυτού του εβραϊκού ευαγγελίου είναι σύμφωνη με τη κυβέρνηση, τότε ας είναι. Διαφορετικά όμως υπάρχει η πιθανότητα πως αυτό να μην είναι σύμφωνο με τη κυβέρνηση».

Νωρίτερα το 1918, ο Jung έγραψε πως ο Εβραίος «είναι έντονα στερημένος από την ιδιότητα του ανθρώπου που τον συνδέει με τη γη και που έλκει δύναμη από κάτω. Αυτή η χθόνια ιδιότητα μπορεί να βρεθεί σε επικίνδυνες συγκεντρώσεις στους γερμανικούς λαούς…. Ο Εβραίος έχει ελάχιστη από αυτή την ιδιότητα – όπου έχει τη δική του γη από κάτω του». Ωστόσο, στην «Απάντηση στο Δρ Bally», ο Jung λέει: «Πρέπει να ομολογήσω την απόλυτη αδυναμία μου να καταλάβω γιατί πρέπει να είναι έγκλημα να μιλάμε για την εβραϊκή ψυχολογία». Ο Jung ακόμη ισχυρίζεται πως «ψυχολογικές διαφορές υπάρχουν μεταξύ όλων των εθνών και φυλών».

Κατανοώ πως οι αναγνώστες μου δεν περιμένουν κάτι αναλυτικό σε μια σύντομη μελέτη, αλλά θέλω να προσθέσω ακόμη μερικές λέξεις γύρω από το τι δεν καλύφθηκε ώστε να αποτρέψω την ανάγκη για αποσαφηνίσεις. Δεν δημιουργώ μια ψυχοβιογραφία, των γεγονότων της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής του Jung, των ονείρων, του συμπλέγματος με το πατέρα του, τις ουλές της διαμάχης του με τον Freud, της φιλοδοξίας του εγωϊσμού του, της ελβετικής αστικής νοοτροπίας του και ούτω καθεξής. Ούτε αφιερώνω πολύ χώρο σε προσωπικές μαρτυρίες που δείχνουν πως ο Jung δεν μπορούσε να είναι αντισημίτης και πως είχε θετική στάση προς τους Εβραίους και πως βοήθησε πολλούς να αποκτήσουν επαφή με την εβραϊκότητα τους για πρώτη φορά. Για λίγο, ανησυχούσα πως αυτές οι παραλείψεις – δηλαδή, η ψυχοπαθολογία του Jung και οι αποδείξεις των ανθρώπων που τον γνώριζαν, όπου κανένα από τα δυο δε μπορεί να αγνοηθεί – πρόσθεσαν σε μια αίσθηση αποτυχίας από πλευράς μου. Αλλά σταδιακά κατέληξα πως το αίσθημα αποτυχίας εντοπίζεται όταν η προσωπική διάσταση παίρνει μεγάλη βαρύτητα ή χρησιμοποιείται για να κλείσει οριστικά ένα άβολο ζήτημα.

Αυτό που ρωτάω είναι αν υπάρχει κάτι στη βαθιά, εσωτερική δομή της σκέψης του Jung , στη καρδιά της ουσίας της, που έκανε αναπόφευκτη την ανάπτυξη ενός είδους αντισημιτισμού. Όταν ο Jung γράφει για τους Εβραίους και την εβραϊκή ψυχολογία, υπάρχει κάτι σε όλη του τη νοοτροπία, στην «αντίληψη» του, για να χρησιμοποιήσω τη καθομιλουμένη, που απλά θα οδηγούσε στον αντισημιτισμό; Υπάρχει κάτι για να ανησυχήσουμε;

Η σύντομη απάντηση μου, αντίθετα από αυτή άλλων επιφανών αναλυτές της γιουνκιανής σχολής, είναι «ναι» και η ελπίδα μου είναι πως εξερευνώντας αυτό το ζήτημα όσο πιο βαθιά γίνεται, μια μορφή επανόρθωσης θα προκύψει.  Πιστεύω πως πολλές δυναμεις και αρετές της αναλυτικής ψυχολογίας χάνονται – όχι απλά λόγω της θεωρητικής συνεργασίας με τους Ναζί και του αντισημιτισμού, αλλά επίσης λόγω της εμφανούς αδυναμίας πολλών γουνγκιανών να αντιδράσουν σε αυτές τις κατηγορίες με ένα έξυπνο, ανθρώπινο τρόπο. Αυτό επιτρέπει στο φροϋδικό κατεστημένο, και στον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο, να συνεχίσει να αγνοεί τη πρωτοπόρα φύση των συνεισφορών του Jung και έτσι το έργο των μετα-Jung ψυχαναλυτών.

Θα αρχίσω από τη μέση των ζητημάτων, με τον Adolf Hitler και τις ιδέες του για τους Εβραίους. Είναι πολύ πιο γενικό και βολικό να δούμε την αντίληψη του Hitler για τους Εβραίους ως απλά ρατσιστική. Υπάρχει επίσης μια εκτενής πολιτική και ιστορική θεωρία, και είναι δύσκολο να διαχωρίσουμε τις φυλετικές από τις πολιτικές ιδέες. Το πολιτικό δόγμα φυσικά και χρησιμοποιεί μια ρατσιστική οπτική, αλλά ο ρατσισμός του Hitler έχει και πολιτική μορφή, τέτοια που χρησιμοποιεί ένα εθνικιστικό λεξιλόγιο και που εστιάζει στην ιδέα του έθνους.

Η σύγχρονη ιδέα του έθνους πηγάζει από τα τέλη του δέκατου ογδόου και δέκατου ενάτου αιώνα. Η ιδέα σταδιακά αναπτύχθηκε πως η εθνικότητα είναι μια φυσική ιδιοκτησία όλων και πως κάθε άτομο μπορούσε να συμμετέχει στη κοινωνική και πολιτική ζωή μόνο ως κομμάτι ενός έθνους. Όπως η πολιτική πειθαρχία ως τώρα δεν ορίζονταν από την εθνικότητα, έτσι και ο πολιτισμός δεν ορίζονταν εθνικά. Στη διάρκεια του Μεσαίωνα, ο πολιτισμός όριζε τον εαυτό του θρησκευτικά και, στην Αναγέννηση και το Διαφωτισμό, οι κλασικοί πολιτισμοί της Ελλάδας και της Ρώμης έγιναν το μέτρο σύγκρισης. Όταν ο πολιτισμός άρχισε να ορίζεται στη βάση της εθνικότητας, δημιουργήθηκε για πρώτη φορά η ανάγκη οι άνθρωποι να εκπαιδεύονται στη μητρική τους γλώσσα, όχι στη γλώσσα άλλων πολιτισμών. Ποιητές και ακαδημαϊκοί άρχισαν να τονίζουν τον πολιτιστικό εθνικισμό. Αναμόρφωσαν τις εθνικές γλώσσες, ανεβάζοντάς τες σε λογοτεχνικό είδος και βούτηξαν βαθιά στο παραδοσιακό παρελθόν. Το σύγχρονο έθνος κράτος, με τη κεντρική του κυβέρνηση  υποβοηθούμενη από γρήγορη επικοινωνία, είναι διαφορετικό από τις προηγούμενες πολιτικές οργανώσεις.

Ο Hitler θεωρούσε πως η ιστορία αποτελούνταν από τους αγώνες μεταξύ ανταγωνιστικών εθνών  για ζωτικό χώρο, και, τελικά, παγκόσμια κυριαρχία. Οι Εβραίοι, σύμφωνα με το Hitler, είναι ένα έθνος και συμμετέχουν σε αυτούς τους αγώνες, αλλά ο στόχος τους, εντελώς άμεσα και από τη πρώτη στιγμή, είναι η παγκόσμια κυριαρχία. Αυτό ισχύει επειδή οι Εβραίοι δεν ξεκινούν με την κατοχή ζωτικού χώρου, μιας αναγνωρίσιμης, γεωγραφικής εντοπιότητας· πρέπει να είναι ο κόσμος ή τίποτα. Πράγματι, για το Hitler, ο εθνικισμός των Εβραίων είναι ουσιαστικά «από-εθνικισμός, το μπαστάρδεμα των άλλων εθνών». Το Εβραϊκό έθνος επιτυγχάνει το σκοπό του για παγκόσμια κυριαρχία με το να αποεθνικοποιεί τα υπάρχοντα κράτη από μέσα και επιβάλλοντας ένα ομογενοποιημένο «Εβραϊκό» χαρακτήρα σε αυτά με τον δι-εθνή καπιταλισμό του και τον ομοίως δι-εθνή του κομμουνισμό. Έτσι στη σκέψη του Hitler, υπάρχει μια πάλη μεταξύ της ολοκληρωμένης εθνικότητας και της διάβρωσής του· του εχθρού, των Εβραίων.

Ο Jung, επίσης, ενδιαφέρονταν για την ιδέα του έθνους, και κάνει αναρίθμητες αναφορές στη «ψυχολογία του έθνους» και στην επιρροή του εθνικού υπόβαθρου ενός ατόμου. Λέει πως «το έδαφος κάθε χώρας κρύβει [ένα} μυστήριο. Υπάρχει μια σχέση του σώματος και του εδάφους». Για παράδειγμα το 1918, ο Jung έλεγε πως οι διαστάσεις του κρανίου και της λεκάνης των δεύτερης γενιάς Αμερικάνων μεταναστών άρχισαν να «ινδιανοποιούνται». Μπορεί να μοιάζει πως ακόμη και σε αυτό το παραλογισμό, πως ο Jung δε σκέφτονταν με φυλετικό τρόπο, γιατί οι μετανάστες από την Ευρώπη και οι αυτόχθονες Ινδιάνοι προέρχονται από διαφορετικές φυλές. Όχι, ζώντας στην Αμερική, ζώντας στο Αμερικάνικο έδαφος, όντας κομμάτι του Αμερικάνικου έθνους, αυτά είναι που έχουν βαθιές φυσιολογικές και ψυχολογικές επιπτώσεις. «Η ξένη γη… έχει αφομοιώσει το κατακτητή», λέει ο Jung, και το επιχείρημα του δεν βασίζεται στη φυλή αλλά στη γη και τη κουλτούρα ως τη μήτρα από την οποία εξελισσόμαστε. Γη συν πολιτισμός ισούται με έθνος.

Ωστόσο, από τη στιγμή που εισάγουμε την ιδέα του έθνους, η ψυχολογία βάθους δε μπορεί να παραμείνει ανεπηρέαστη ή αμόλυντη από οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς και ιστορικούς παράγοντες. Γιατί το «έθνος» είναι ένα οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και ιστορικό κατασκεύασμα – και μάλιστα σχετικά πρόσφατο. Για παράδειγμα, το γερμανικό έθνος, ως αναγνωρίσιμο πολιτιστικό και πολιτικό φαινόμενο, δεν υπήρχε πριν την άνοδο της Πρωσίας στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. Αν αναλύσουμε το γερμανικό εθνικισμό (ή όποιον άλλο εθνικισμό), βρίσκουμε πως εμπλέκονται πολλά περισσότερα από την έμφαση στη γεωγραφική περιοχή. Βρίσκουμε ένα είδος ηθικής αρχής, ή τουλάχιστον ηθικής έκφρασης, και αυτό διατυπώνεται με συγκρίσιμους (και αυτό-συγχαιρόμενους) όρους: οι στρατιώτες μας είναι οι γενναιότεροι, η ποιότητα της οικογενειάς μας είναι η υψηλότερη, έχουμε ιδιαίτερα δικαιώματα, έχουμε ειδικές υποχρεώσεις, έχουμε ειδική σχέση με τις ανώτερες δυνάμεις, η μηλόπιτά μας είναι η καλύτερη, η καρτερικότητα μας είναι η μεγαλύτερη. Με άλλα λόγια, ο εθνικισμός πάντοτε περιλαμβάνει μια μορφή ψυχολογικής έκφρασης και αυτοχαρακτηρισμού, και έτσι ο εθνικισμός απαιτεί τις υπηρεσίες ψυχολόγων.

Είναι η άποψη μου πως, στον C.G. Jung, ο εθνικισμός βρήκε το ψυχολόγο του. Αλλά στο ρόλο του ως ψυχολόγου της εθνικοσύνης, ο ρόλος του ως ψυχολόγου που δανίζει την αυθεντία του στον εθνικισμό, ο πανψυχισμός (δική του φράση) έκανε πάταγο. Αυτό αναφέρεται στη τάση να αντιμετωπίζονται όλα τα εξωτερικά γεγονότα με όρους εσωτερικής δυναμικής, και οδήγησε το Jung στο να ισχυριστεί πως το έθνος είναι μια προσωποποιημένη ιδέα που αντιστοιχεί στη πραγματικότητα μόνο σε μια συγκεκριμένη μικροδιαφοροποίηση στην ψυχή του ατόμου… [Το έθνος] δεν είναι παρά ένας έμφυτος χαρακτήρας… Έτσι με πολλούς τρόπους είναι πλεονέκτημα να εντυπωθούμε με τον εγγλέζικο εθνικό χαρακτήρα από τη κούνια. Μπορείς τότε να ταξιδέψεις στις πιο απόμακρες χώρες και όταν κάποιος σε ρωτήσει ‘Είσαι ξένος;’ Μπορείς να απαντήσεις ‘Όχι, είμαι Άγγλος’».

Παρά τον αστεϊσμό, δεν υπάρχει χειροπιαστή απόδειξη πως η προσέγγιση του Jung στην έννοια του έθνους είναι ουσιαστικά μεταφορική ή «μυθολογική».

Επιτρέψτε μου να βγάλω μερικά συμπεράσματα από τα παραπάνω. Πρώτο, μια καίρια πτυχή της σκέψης του Hitler είναι πως οι Εβραίοι αποτελούν απειλή για τον αναπόφευκτο και υγιή αγώνα των διάφορων εθνών για παγκόσμια κυριαρχία. Δεύτερο, η άποψη του Jung, πως κάθε έθνος έχει διαφορετική και αναγνωρίσιμη εθνική ψυχολογία που είναι, με κάποιο μυστήριο τρόπο, έμφυτος παράγοντας. Με πρώτη ματιά, συγκρίνοντας αυτές τις δυο οπτικές μπορεί να μοιάζει αθώο, ή άστοχο, ή ακόμη και κακόγουστο. Σίγουρα δεν είναι σκοπός μου να κάνω μια άμεση σύγκριση Hitler και Jung. Αν όμως προχωρήσουμε στην εξερεύνηση της θέσης των Εβραίων στο ψυχικό οικοσύστημα του Jung, να βρούμε που τοποθετούνται στην κοσμοθεωρία του, τότε η σύγκριση των δυο οπτικών παίρνει μια πολύ πιο βαθιά σημασία. Ο σκοπός μου είναι να δω αν υπάρχει κάτι στην ουσία της σκέψης του Jung, οτιδήποτε στην δομή και τις υποθέσεις που βρίσκονται από κάτω του, που πρέπει να τον οδηγήσουν στο είδος του αντισημιτισμού που μας αφορά εδώ.

Πιστεύω πως οι ιδέες του έθνους και της εθνικής διαφοράς σχηματίζουν ένα άξονα μεταξύ του χιτλερικού φαινομένου και της αναλυτικής ψυχολογίας του Jung. Ο Jung, ως ψυχολόγος των εθνών, και ο ίδιος θα αισθάνονταν απειλή από τους Εβραίους, αυτό το παράξενο αποκαλούμενο έθνος δίχως γη. Ο Jung, επίσης, θα αισθάνονταν απειλή από τους Εβραίους, αυτό το παράξενο έθνος δίχως πολιτιστικές εκφράσεις – δηλαδή, δίχως εθνικές πολιτιστικές εκφράσεις – που να είναι δικές του, και έτσι, με τα λόγια του Jung το 1933, να απαιτεί ένα «έθνος ξενιστή». Αυτό που απειλεί το Jung, συγκεκριμένα, μπορεί να φωτιστεί ερευνώντας προσεκτικά τι σημαίνει όταν γράφει, όπως συχνά κάνει, περί «εβραϊκής ψυχολογίας». Η χρήση που κάνει αυτού του όρου είναι εντυπωσιακά ανακόλουθη.

Υπάρχει η εβραϊκή ψυχολογία που σημαίνει τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά, τις προκαταλήψεις και υποθέσεις ενός «τυπικού» ατόμου Εβραϊκής καταγωγής. Ο Jung υποστηρίζει πως ο καθένας επηρεάζεται από το υπόβαθρο του και αυτό οδηγεί σε κάθε είδους προκαταλήψεις και υποθέσεις – «κάθε παιδί ξέρει πως υπάρχουν διαφορές». Κάποιος μπορεί να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τις διάφορες δηλώσεις του Jung για το τυπικό Εβραίο, όμως υπάρχει άλλη μια χρήση του όρου «εβραϊκή ψυχολογία» από το Jung. Έχει μια άλλη και πιο προκλητική έννοια. Εδώ, αναφέρεται σε συστήματα ψυχολογίας που αναπτύχθηκαν από Εβραίους όπως ο Freud και ο Adler, συστήματα που ισχυρίζονται καθολική εφαρμογή και αλήθεια. μια τέτοια ψυχολογία είναι «ισοπεδωτική ψυχολογία» (φράση του Jung) γιατί υπονομεύει την ιδέα πως υπάρχουν ψυχολογικές διαφορές μεταξύ ομάδων ανθρώπων όπως τα έθνη. Τέτοια ψυχολογία είναι λάθος να αποδώσει «Εβραϊκές ταξινομήσεις… δίχως διάκριση» και, ο Jung συνεχίζει να σημειώσει, πως κάποιος δε πρέπει να κάνει το «ασυγχώρητο λάθος του να αποδεχτεί το συμπέρασμα μιας εβραϊκής ψυχολογίας ως γενικά έγκυρο».

Ο Jung λέει πως η εβραϊκή ψυχανάλυση επιτίθεται στην ιδέα των ψυχολογικών διαφορών μεταξύ εθνών. Η εβραϊκή ψυχανάλυση έτσι καταλαμβάνει μια θέση στο μυαλό του Jung ανάλογη με τη θέση που καταλαμβάνει ο διεθνής εβραϊκός καπιταλισμός και ο διεθνής εβραϊκός κομμουνισμός στο μυαλό του Hitler. Οι μεγάλοι φόβοι είναι, ουσιαστικά, η «ισοπέδωση» και η «αποεθνικοποίηση». Ο Jung και ο Hitler δε λένε φυσικά τα ίδια πράγματα για τους Εβραίους, αλλά ο ισοπεδωτικός στόχος της εβραϊκής ψυχολογίας και ο αποεθνικοποιητικός στόχος της εβραϊκής πολιτικής και οικονομικής δραστηριότητας αντιπροσωπεύουν μια παρόμοιου τύπου απειλή για το καθένα τους. έτσι ο καθένας αναπτύσσει μια παρόμοιου τύπου εμμονή. Για το Hitler, παίρνει τη μορφή μιας εμμονής με το εβραϊκό «πνεύμα», που λειτουργεί ως επικίνδυνος βάκιλος, υπονομεύοντας την ίδια την ιδέα του έθνους. Για το Jung, αυτό παίρνει τη μορφή μιας εμμονής με την εβραϊκή ψυχολογία, ικανή να επιβληθεί σε όλες τις άλλες εθνικές ψυχολογίες, και να τις κατεβάσει όλες στο ίδιο επίπεδο.

Η ελπίδα μου είναι πως όλοι οι ακόλουθοι της αναλυτικής ψυχολογίας θα εργαστούν από κοινού πάνω στο τι μπορεί να σημαίνουν αυτές οι σκέψεις για τη κοινή τους ανθρωπιά, για την ακαδημαϊκή τους ακεραιότητα και για την ταυτότητα τους ως γιουνγκιανοί αναλυτές. Όσον αφορά το μέλλον, πιστεύω θα βοηθήσει αν αυτοί (και άλλοι στη ψυχολογία βάθους) έπαυαν να επεκτείνουν τα εθνικά σύνορα του ψυχολογικού βασιλείου και προσπαθούσαν να συνεργαστούν με τους συναδέλφους τους στις κοινωνικές επιστήμες. Αυτό σημαίνει να σταματήσουν την κατάχρηση της αυθεντίας τους  για την προώθηση ορισμών της «τυπικής» έμφυτης ψυχολογίας της μιας ή της άλλης ομάδας – Εβραίοι, Γερμανοί, Αφροαμερικάνοι, ομοφυλόφιλοι, γυναίκες. Πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά εδώ την εγκατάλειψη της μεθόδου του Jung. Αυτό που έκανε για να φτιάξει αυτές τις λίστες με χαρακτηριστικά, θεωρούμενα ως έμφυτα, και χρησιμοποίησε αυτές τις λίστες για να δημιουργήσει ορισμούς: τον ορισμό του Εβραίου, τον ορισμό του Γερμανού, είναι ακριβώς η ίδια μέθοδος που χρησιμοποίησε για να ορίσει τα ψυχολογικά γνωρίσματα των δυο φύλων. Η έμφαση πάνω στο τι είναι Εβραίος, όχι στο πως είναι ο Εβραίος. Η έμφαση είναι πάνω στο ορισμό ή προκαθορισμό διαφορών, αλλά όχι πάνω στις εμπειρίες του να ζεις τις διαφορές. Όπως με τα φύλα, βλέπουμε τον Jung να εισάγει το ήθος της συμπληρωματικότητας  έτσι ώστε όποια από τις δυο αντίθετες λίστες συνδυαστούν να παράγουν μια απόλυτα υπέροχη «ολότητα». Στα γραπτά του Jung , Εβραίος και Γερμανός μοιάζουν να αποτελούν δυο μισά ενός όλου: ορθολογικός, εκλεπτυσμένος, ευρυμαθής κάτοικος της πόλης που συμπληρώνει τον παράλογο, ενεργητικό, γήινο αγρότη-πολεμιστή.

Αν κάποιος έπρεπε να εγκαταλείψει τη μέθοδο του Jung, τότε αυτός ο κάποιος πρέπει να επανεκτιμήσει αυτό που κάνει. Ας μη γελιόμαστε, μαζί με τα πολλά προβλήματα γύρω από τις ιδέες του Jung για το έθνος, τη φυλή και τη θρησκεία, υπάρχουν επίσης οι σπόροι για θαυμάσια χρήσιμη προσέγγιση στη διαφορετικότητα. Ακόμη και αν η μέθοδος του Jung  και η ιδεολογία του είναι ύποπτες, η διαίσθηση του για τη σπουδαιότητα της εξερεύνησης  της διαφορετικότητας παραμένει ακέραια. Μπορούμε να διατηρήσουμε μια σύνδεση με τη διαίσθηση του Jung για τη σπουδαιότητα του διαφορετικού αλλά ανεπηρέαστου από την υπερβολική εξάρτηση από τη συμπληρωματικότητα.

Έτσι οι αναλυτές θα μπορούσαν να συμμαχήσουν με τις αποκαλούμενες περιθωριακές ή μειονοτικές ομάδες. Θα μπορούσαν να συνεισφέρουν τις περιορισμένες αλλά βαθιές γνώσεις τους στην επίτευξη των στόχων τέτοιων ομάδων. Το μόνο πράγμα που οι αναλυτές είναι στο να κάνουν τους ανθρώπους να βιώνουν και να εκφράζουν συνειδητά αυτά που ξέρουν μέσα τους αλλά δεν έχουν σκεφτεί ή νιώσει ακόμη. Οι αναλυτές μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις ικανότητές τους και την δυνατότητα τους να δουλέψουν με το μη εκφραζόμενο σε μια εξερεύνηση της ψυχολογικής εμπειρίας να είσαι Εβραίος, Γερμανός, Αφροαμερικάνος, ομοφυλόφιλος, γυναίκα, άνδρας. Αυτό θα βοηθούσε να περάσει πίσω από τα αμυντικά στερεότυπα που επιβάλλονται από μια απειλούμενη κυρίαρχη κουλτούρα καθώς διερευνούν την ίδια τη φύση της διαφορετικότητας. Είναι ένα πραγματικά ανατρεπτικό έργο, που σπάει το σύγχρονο βέτο της συζήτησης των εθνικών και φυλετικών διαφορών. Αλλά πρέπει να γίνει.

Είναι καίριο πως όποιες διαφορές υπάρχουν μεταξύ εθνών, ή μεταξύ φυλών, ή μεταξύ τάξεων, ή μεταξύ φύλων να μην είναι προκαθορισμένες. Ο αναλυτής δεν είναι αυθεντία ή δάσκαλος που διαθέτει a priori γνώση των ψυχολογικών συνεπειών του εθνικού και πολιτιστικού υπόβαθρου του ασθενή. Αντίθετα, ο αναλυτής είναι ο διαμεσολαβητής που βοηθά τον ασθενή να βιώσει και να εκφράσει το δικό του διαφορετικό. Ένας τέτοιος αναλυτής μπορεί να επαναξιολογήσει και να στηρίξει την παθιασμένη απόρριψη του Jung ως προς την επιβολή της ψυχολογίας της μιας ομάδας στην άλλη. Οι γιουνγκιανοί έχουν να κάνουν μερικές επανορθώσεις και να προσφέρουν πολλά

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s