Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ψηφιακή πλατφόρμα Balkanist. O Dario Brentin είναι επίκουρος καθηγητής στο Κέντρο Νοτιοανοτολικών Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Γκρατς.  Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Ελάχιστα αθλητικά, αν υπάρχουν, γεγονότα στην Γιουγκοσλαβία έχουν προσελκύσει τόσο έντονο και συνεχές εθνικό και διεθνές ενδιαφέρον όσο τα «επεισόδια στο Μάξιμιρ1» στις 13 Μαΐου 1990. Ήταν ένα γεγονός, όπως λένε κάποιοι αναλυτές, διεθνούς σημασίας. Στη τελική, έχει μπει στη λίστα του CNN με «τα πέντε ποδοσφαιρικά παιχνίδια που άλλαξαν το κόσμο2». Ήταν σαν σήμερα πριν 25 χρόνια (ΣτΜ το άρθρο δημοσιεύτηκε στην 25η επέτειο των γεγονότων), που το παιχνίδι ανάμεσα στους «αιώνιους» αντιπάλους του γιουγκοσλάβικου ποδοσφαίρου, της Δυναμό Ζάγκρεμπ και του Ερυθρού Αστέρα Βελιγραδίου, έπρεπε να διακοπεί στο στάδιο Μάξιμιρ στο Ζάγκρεμπ εξαιτίας των βίαιων συγκρούσεων μεταξύ των αντίπαλων οπαδικών σεχτών. Περισσότερο από δυο δεκαετίες μετά, η κυρίαρχη αφήγηση στις μετά-Γιουγκοσλάβικες κοινωνίες είναι πως τα επεισόδια αντιπροσωπεύουν την συμβολική ημερομηνία που άρχισε η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας – «η μέρα που ξεκίνησε ο πόλεμος»

Φυσικά, το περιστατικό δεν συνέβη έτσι απλά «από το πουθενά», αν και εξέπληξε εξίσου τους περισσότερους σχολιαστές, ακαδημαϊκούς και πολιτικούς. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και ιδιαίτερα στη διάρκεια των αρχών αυτής του 1990, το γιουγκοσλάβικο ποδόσφαιρο εκφυλίστηκε με γρήγορο ρυθμό σε ένα ιδεολογικό και φυσικό πεδίο ανταγωνισμού. Οι οπαδοί επεδείκνυαν όλο και περισσότερο μια έντονη αίσθηση εθνικής αφοσίωσης και προωθούσαν τη βία εναντίον άλλων με βάση το εθνικό και εθνοτικό υπόβαθρο (ΣτΜ βία εναντίον ομάδων από τις άλλες δημοκρατίες και βία σε ομάδες με μειονοτικό υπόβαθρο πχ Ρομά, μουσουλμάνοι). Η αυξημένη πολιτικοποίηση της καθημερινής ζωής «από τα πάνω» συνοδεύονταν από την πολιτικοποίηση του αθλητισμού «από τα κάτω». Σε εκείνη την πολιτικά φορτισμένη περίοδο, η ατμόσφαιρα  μέσα στα στάδια συχνά έμοιαζε με πολιτική αντιπαράθεση με την χρήση εκφράσεων εθνικιστικών συναισθημάτων. Αυτό γίνονταν εμφανές με μια σειρά από τρόπους: μέσα από την εμφάνιση «εθνικών» σημαιών, επιθετικών πολιτικών συνθημάτων, διάφορα σύμβολα, εικονογραφία και λάβαρα της Ουστάσι (Ustaša) και των Τσέτνικ (Četnik), και τη χρήση «απαγορευμένων και εθνικιστικών τραγουδιών» και την ανοιχτή διακήρυξη αντιγιουγκοσλάβικων συναισθημάτων ή μίσος προς «άλλες» δημοκρατίες. Αν και κυρίως ήταν εμφανής μέσα στις σχετικά μικρές και κοινωνικά περιθωριοποιημένες κοινότητες «φυλών των ποδοσφαιρικών οπαδών», αυτή η τεταμένη κατάσταση στις αθλητικές αρένες κατέληξε σε επαναλαμβανόμενη και άγρια βία, εμβληματική της κρίσιμης και εύθραυστης κατάστασης του γιουγκοσλάβικου κρατικού συστήματος στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές αυτής του 1990.

Μεταξύ των διάφορων χαοτικών σκηνών, υπάρχει ένα γεγονός ιδιαίτερης συμβολικής βαρύτητας που μπορεί να επισημανθεί. Σε κάποιο σημείο, ο Zvonimir Boban, που ήταν αρχηγός της ομάδας της Δυναμό, μπήκε στο ξεσηκωμένο πλήθος για να βοηθήσει ένα οπαδό της Δυναμό που τον χτυπούσε η αστυνομία. Το στάδιο χειροκρότησε τη πράξη από τις κερκίδες, φωνάζοντας «Zvone, Zvone». Στο μεταξύ η «μυθική» κλωτσιά κουνγκ-φου του Boban ενάντια σε ένα Γιουγκοσλάβο αστυνομικό έπιασε με ακρίβεια τους ανταγωνισμούς της πολιτικής κατάστασης της Γιουγκοσλαβίας. Τον έκανε αμέσως «αθάνατο» – όχι μόνο για τους οπαδούς της Δυναμό, αλλά και για πολλούς Κροάτες. Την εποχή εκείνη, η επίθεση του Boban έγινε αντιληπτή ως μια γενναία πράξη αντίστασης ενάντια στην ¨Σερβική ηγεμονία» μέσα στους γιουγκοσλάβικους θεσμούς. Η ηγεμονία αυτή «εκφράζονταν κατάφωρα» από την απροθυμία της αστυνομία να υπερασπιστεί τους οπαδούς της Δυναμό· από ειρωνεία ο αστυνομικός που χτύπησε ο Boban, ο Refik Ahmetović, ήταν Βόσνιος Μουσουλμάνος από τη Τούζλα. Η ίδια η κλωτσιά, όσο μυθολογικοποιημένη και αν είναι η αντίληψή της στη σύγχρονη Κροατία, εκείνη τη περίοδο έγινε αντιληπτή ως μια πράξη με έντονο πολιτικό συμβολισμό, ακόμη και αν οι πολιτικές συνέπειες δεν ήταν ηθελημένες. Ο Boban «τόλμησε» να αμφισβητήσει δημόσια ολόκληρο το κρατικό σύστημα της Γιουγκοσλαβίας, προσωποποιημένο σε ένα αστυνομικό. Στο τέλος, η «αμφισβήτηση» αυτή θα του πρόσφερε μια θέση στο «πάνθεο» των μεγαλύτερων εθνικών ηρώων της Κροατίας.

Πίσω στο 1990, οι ερμηνείες για το ποιος ήταν υπεύθυνος για τη κλιμάκωση της βίας ήταν αντιδιαμετρικά αντίθετες στη Κροατία και τη Σερβία. Σύμφωνα με τη πλειοψηφία των κροάτικων μαρτυριών, η αστυνομία – που γενικά αντιμετωπίζονταν ως μηχανισμός σέρβικης κυριαρχίας – έδρασε με ανικανότητα, επεμβαίνοντας με «ύποπτη» καθυστέρηση, εστιάζοντας μόνο στους BBB (ΣτΜ Bad Blue Boys, οι ultras της Δυναμό) και προστατεύοντας ανοιχτά τους οπαδούς του Ερυθρού Αστέρα. Ο σέρβικος τύπος είχε διαφορετική αφήγηση, που είδε τα γεγονότα ως ένα προσεκτικά σχεδιασμένο γεγονός, οργανωμένο από τη νέα κυβέρνηση της Κροατίας, της οποίας οι επίσημοι ήθελαν να εκμεταλλευτούν τα επεισόδια πολιτικά.

Σήμερα, 25 χρόνια μετά, τα επεισόδια στο Μάξιμιρ έρχονται στη μνήμη με παρόμοια διαφορετικούς τρόπους. Ο ερευνητής Ivan Djordjevic έχει δείξει πως στη Σερβία, τα μέσα και οι λαϊκές αφηγήσεις γύρω από τα επεισόδια χαρακτηρίζονται κυρίως από τη «σιωπή». Επιπλέον, δεν υπάρχει μυθολογικοποίηση των επεισοδίων από του Delije (ΣτΜ οι ultras του Ερυθρού Αστέρα, και εκείνη τη περίοδο οδηγούμενοι από τον βαρόνο του υποκόσμου και μετέπειτα εγκληματία πολέμου Željko Ražnatović, πιο γνωστό ως Arkan). Αυτό είναι απόλυτα κατανοητό μιας και ήταν οι συμβολικά ηττημένοι των επεισοδίων, ιδιαίτερα αν κάποιος τα ερμηνεύσει ως τη «μέρα που άρχισε ο πόλεμος». Επιπλέον, ο σερβικός πολιτικός διάλογος χαρακτηρίζεται ακόμη από την έλλειψη συμφωνίας όσον αφορά στην αντιμετώπιση του ζητήματος των Πολέμων της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990 και το ζήτημα της σερβικής ευθύνης. Όσον αφορά όμως τα μέλη των φυλών των ποδοσφαιρικών οπαδών, που ήταν ανάμεσα στους πρώτους που έγιναν εθελοντές και οργανώθηκαν σε παραστρατιωτικές πολεμικές μονάδες, αυτό μεταφράζεται στο χτίσιμο μιας αίσθησης περηφάνειας που έδωσαν τις ζωές τους σε ένα πόλεμο στον οποί η Σερβία «επίσημα δεν πήρε ποτέ μέρος».

Στην Κροατία, τα επεισόδια στο Μάξιμιρ πρέπει να γίνουν κατανοητά ως σύγχρονος κροατικός μύθος. Ακριβώς έξω από το στάδιο, οι Bad Blue Boys δημιούργησαν ένα μνημείο για τους πεσόντες φίλους τους με την επιγραφή: «σε όλους τους οπαδούς της Δυναμό για τους οποίους ο πόλεμος άρχισε στις 13 Μαΐου 1990 και τελείωσε με αυτούς να δίνουν τις ζωές τους στο βωμό της μητέρας Κροατίας». Ο μύθος του Μάξιμιρ, λειτουργεί ως ιδρυτικός μύθος για τη μετασοσιαλιστική Κροατία, ο οποίος στηρίζει τη κυρίαρχη εθνική αφήγηση της περιόδου μορφοποίησης της Κροατίας· δηλαδή το αναπόφευκτο της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας  και τη δημιουργία ενός κροατικού εθνικού κράτους ως εκ των ουκ άνευ. Ήταν η πολιτικοποίηση και επακόλουθη ιδεολογική εκμετάλλευση των γεγονότων υπό το καθεστώς Tuđman στη δεκαετία του 1990 που οδήγησε στη μυθολογικοποίηση και δημιούργησε την διαδεδομένη αφήγηση του παιχνιδιού ως τη συμβολική έναρξη του Πολέμου για τη Πατρίδα. Με την αποσιώπηση πολιτικών εναλλακτικών και ανταγωνιστικών αφηγημάτων που παρουσίαζαν τη περίοδο της μορφοποίησης της Κροατίας ως έντονης πολιτικής πάλης αντί για «εκδήλωση της θέλησης του λαού», κατασκευάστηκε μια αίσθηση ιδεολογικής ομοιογένειας της κροατικής κοινωνίας, η οποία λειτούργησε σαν μηχανισμός νομιμοποίησης.

Και όμως ο πόλεμος δεν άρχισε στο Μάξιμιρ στις 13 Μαΐου 1990. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα αθλήματα στην ύστερη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία μπορούν να περιγράφουν ως μια «εθνική μηχανή3» και πως τα επεισόδια στο Μάξιμιρ αντικατόπτριζαν τις πολιτικές εντάσεις οι οποίες υπήρχαν και αναπτύσσονταν στη σοσιαλιστική ομοσπονδία εκείνη τη περίοδο. Μια παρατήρηση με την οποία συμφωνούν πολλοί κριτικοί ερευνητές όπως ο Gal Kirn είναι πως τα επεισόδια αντιπροσωπεύουν μια περίπτωση που το ποδόσφαιρο έγινε πολιτικό με άμεσο τρόπο, ένας κοινωνικός καταλύτης και συμπύκνωση των κοινωνικών πολυπλοκοτήτων που πυροδότησαν μια μεγάλη κοινωνική αλλαγή. Θα πρόσθετα πως τα ίδια τα επεισόδια θα πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως ένα «συμπυκνωμένο σύμπτωμα» μιας εξελισσόμενης πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης της Κροατικής και της Σερβικής δημοκρατίας  και μια απολογιστική «συνέπεια» αυτών των πολωτικών πολιτικών. Το Μάξιμιρ ήταν η αρχή μιας επιταχυμένης διαδικασίας, στην οποία τα αθλήματα θα γίνονταν ένας σημαντικός εθνοποιητικός και ομογενοποιητικός παράγοντας σε κάποιες από τις γιουγκοσλάβικες δημοκρατίες.

 

 

 

  1. https://www.youtube.com/watch?v=6UYLkPHIcFQ
  2. http://edition.cnn.com/2011/SPORT/football/01/05/iraq.asia.six.games/
  3. http://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/17430437.2013.801217#abstract

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s