Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Interface, Vol 5(2):295 (Νοέμβριος 2013). O Raphael Schlembach είναι κοινωνιολόγος, συγγραφέας και ακαδημαϊκός, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Μπράιτον, ήταν συνιδρυτής του ακτιβιστικού περιοδικού Shift Magazine.  Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Εισαγωγή

Όταν οι πρώτοι Αυτόνομοι Εθνικιστές άρχισαν να υιοθετούν τα στιλιστικά στοιχεία της αριστερής και της αναρχικής αντικουλτούρας, πολλοί οργανωμένοι φασίστες απέρριψαν αυτή τη τάση ως προσωρινή μόδα. Ωστόσο, το κοινωνικά φαινόμενο των νέων ανθρώπων, κυρίως ανδρών, να σχηματίζουν μαύρα μπλοκ και να επιδίδονται σε βίαιες και μαχητικές διαδηλώσεις στους δρόμους εναντίον του «παγκόσμιου καπιταλισμού», έχει αποκτήσει πάτημα μέσα στα νεοναζιστικά φάσματα στη Γερμανία, το Βέλγιο και την Ολλανδία, όπως επίσης και στη Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Φυσικά, πιο παραδοσιακές και λαϊκίστικες πολιτικές παραμένουν σημαντικές για την το ακροδεξιό κίνημα στην Ευρώπη. Οι Αυτόνομοι Εθνικιστές αποτελούν περισσότερο ένα περιθωριακό φαινόμενο, ωστόσο αποτελούν μια πολύ καλή περίπτωση μελέτης λόγω της στρατηγικής και συνειδητής χρήσης κωδίκων συμβόλων, των στοιχείων τους που έχουν απήχηση στη νεανική κουλτούρα, και τις αντιδράσεις που έχουν προκαλέσει τόσο μεταξύ του παραδοσιακού οργανωμένου φασιστικού κινήματος, και μεταξύ των αντιφασιστών και στο δημοκρατικό δημόσιο διάλογο. Επιπλέον, επισημαίνοντας την δικτυωμένη και οριζόντια εμφάνιση τους, την εστίαση τους στο DIY και την αντικουλτούρα, και τα αντικαπιταλιστικά συνθήματα επιτρέπει μια ιδιαίτερη και κριτική γωνία παρατήρησης της αντιφατικής φύσης τέτοιων θεμάτων και μεθόδων στο νεοναζιστικό κίνημα.

Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η εμφάνιση των Αυτόνομων Εθνικιστών ήρθε μέσα από οργανωμένες μαχητικές φασιστικές ομάδες σε κάποια αστικά κέντρα, ιδιαίτερα στο Βερολίνο, περίπου στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Είναι έτσι σημαντικό να σημειώσουμε την ιδιαίτερη κατάσταση στην περίοδο μετά την επανένωση, στην οποία η Γερμανία έπρεπε να οδηγήσει σε νέες μορφές οργάνωσης μέσα στη νεοναζιστική σκηνή. Όπου στα πρώτα χρόνια με την επανένωση αποδιοργανωμένα δίκτυα φασιστών κυριαρχούσαν στους τίτλους, ιδιαίτερα το δίκτυο Freie Kameradschaften (ελεύθερες συντροφιές). Αυτές οι ομάδες εξωκοινοβουλευτικής σημασίας, που επιδιώκουν να κάνουν τους εαυτούς τους πολιτικούς παράγοντες  έξω από την πιο παραδοσιακή προσέγγιση πολιτικού κόμματος που προέρχεται από τα βασικά ακροδεξιά κόμματος, ιδιαίτερα το NPD (Nationaldemokratische Partei Deutschland). Οι λιγότερο άκαμπτες δομές και η τάση προς αβανγκάρντ και εξωθεσμικές πολιτικές επέτρεψαν για μια κατάσταση όπου νέες τάσεις, αναλύσεις και κώδικες συμβόλων θα μπορούσαν να αναπτυχθούν, πέρα από τον έλεγχο των καθιερωμένων καναλιών της φασιστικής προπαγάνδας και απαλλαγμένων από τις δομές κομματικών πολιτικών.

Οι Αυτόνομοι Εθνικιστές έχουν μεγαλύτερη απεύθυνση στην εθνικιστική νεολαία, ιδιαίτερα γύρω από το ζήτημα της παγκοσμιοποίησης. Αντιγράφουν την διεθνιστική γλώσσα των παγκόσμιων κινημάτων για δικαιοσύνη, μαζί με τη δική τους εθνικιστική απόρριψη της παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, όπως θα δούμε, χρησιμοποιούν μια ιδιαίτερη «οικουμενική» προσέγγιση στην στράτευση τους και στη πολιτική τους έκφραση – τέτοια που χρησιμοποιεί πολύ εικονογραφία και ρητορική δανεισμένη από την ριζοσπαστική αριστερά και εναλλακτικές υποκουλτούρες· ένα γεγονός που υπονομεύει τους ισχυρισμούς τους πως δίνουν βήμα έκφρασης στις κατά της παγκοσμιοποίησης και αντιπολυπολιτισμικές πτυχές της εθνικιστικής και νεοναζιστικών νεολαιών. Το διαδίκτυο εδώ αποδεικνύεται ζωτικό για την προπαγάνδα και για σκοπούς στρατολόγησης, με πολλές ομάδες Αυτόνομων Εθνικιστών να χρησιμοποιούν τα κοινωνικά μέσα, μπλογκ και βίντεο στο YouTube για να προωθήσουν τις δραστηριότητες σε πιθανούς υποστηρικτές.

[…]

[…]

Εντοπίζοντας τους Αυτόνομους Εθνικιστές

Παραμένει το γεγονός πως με όρους αριθμού υποστηρικτών και ενεργών ακτιβιστών, οι Αυτόνομοι Εθνικιστές παραμένουν ένα περιθωριακό φαινόμενο στην ακροδεξιά. Παρόλα αυτά, η επιρροή τους μεγαλώνει με αργούς ρυθμούς.  Ενώ το 2001 η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία για τη Προστασία του Συντάγματος καταμετρούσε ακόμη μόλις περίπου 200 άτομα στους Αυτόνομους Εθνικιστές, το 2009 ο αριθμός υπολογίζονταν  πως ήταν περίπου στα 400 με 500 άτομα, περίπου το 10% του οργανωμένου νεοναζιστικού κινήματος. Η πρώτη έκθεση της υπηρεσίας είχε τίτλο «ένα περιθωριακό ακτιβιστικό φαινόμενο», ενώ το 2009 η έκθεση δεν έκανε πια λόγο για περιθωριακό, αντίθετα εστίαζε στην αυξανόμενη μαχητικότητα. Σε μια από τις πιο πρόσφατες αναφορές από το 2011, για το κρατίδιο του Μπράντενμπουργκ μόνο, η αστυνομία υπολογίζει πως 320 άτομα ανήκουν στο οργανωμένο φάσμα του νεοναζισμού , με 180 από αυτούς να ανήκουν στην Αυτόνομη Εθνικιστική σκηνή.

Πέρα από τα απλά στοιχεία και αριθμούς, όμως, οι Αυτόνομοι Εθνικιστές έχουν πολιτική σημασία. Η εμφάνισή τους και η επαναστατική τους συμπεριφορά δημιουργούν ερωτηματικά πέρα από τα ιδιαίτερα πλαίσια της γερμανικής ακροδεξιάς, και μπορεί ακόμη και να μας βοηθήσει  να ξανασκεφτούμε θέματα επανάστασης και αντίστασης που θεωρούμε ως προοδευτικά και αριστερά. Αρχικά, ο αυτόνομος εθνικισμός ως πολιτική τάση σίγουρα έχει μεγαλύτερη δύναμη από το μέγεθός του. Έχει επηρεάσει και προκαλέσει συζητήσεις μέσα στη γερμανική ακροδεξιά, όπως και μέσα στα φασιστικά νεανικά κινήματα σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Ανοίγοντας έτσι ερωτήματα για το μέλλον της φασιστικής οργάνωσης στην Ευρώπη, σε μια εποχή που οι δικτυωμένες πολιτικές μοιάζουν να αποτελούν ισχυρότερους παράγοντες κινητοποίησης από ότι οι παραδοσιακές οργανωτικές δομές. Δεύτερο, τονίζει τη σημασία της επανάστασης, της αντικουλτούρας και της κριτικής για την παγκοσμιοποίηση νοοτροπία για μια υπερεθνικιστική οπτική.

Το τελευταίο επίσης μας σπρώχνει να αμφισβητήσουμε ορισμένες υποθέσεις που έχουμε για την αυτόνομη αριστερά και το κίνημα της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης. Για παράδειγμα, σε πιο βαθμό οι DIY νοοτροπίες, η οριζόντια οργάνωση και επαναστατική αντικουλτούρα, αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής τύπου Νέας Αριστεράς; Είναι η υποστήριξη τέτοιων αρχών  από νεανικά κινήματα της άκρας δεξιάς παράδειγμα απλού μιμητισμού, ή υπάρχουν πιο ουσιαστικές συνδέσεις που πρέπει να γίνουν; Θα επιστρέψω στα ερωτήματα αυτά καθώς θα αναλύω τη χρήση του κώδικα συμβόλων, την βία στους δρόμους και την πολιτική ιδεολογία των Αυτόνομων Εθνικιστών.

Στόλμπεργκ, 12 Απριλίου 2008

450 νεοναζί κάνουν πορεία μέσα στη πόλη του Στόλμπερκ, κοντά στα σύνορα με την Ολλανδία. Πολλοί φοράνε μάσκες, προκαλούν αψιμαχίες με την αστυνομία, και επιχειρούν να φτάσουν στις γειτονιές που ζουν οι περισσότεροι από το μικρό πληθυσμό μεταναστών της πόλης. Έχουν καθυστερήσει πέντε ώρες, αφού τους σταμάτησε για προληπτικό έλεγχο η αστυνομία και οι έρευνες οδήγησαν σε κατάσχεση επικίνδυνων αντικειμένων, μεταξύ τους σφεντόνες και ένα τσεκούρι. Συμπλοκές επίσης ξέσπασαν μεταξύ των μελών της περιφρούρησης της πορείας, κυρίως μέλη του NPD, και αρκετών «αυτόνομων» διαδηλωτών. Στο τέλος της ημέρας, σύμφωνα με αντιφασιστικές πηγές, υπήρχαν 31 τραυματίες και αρκετές δεκάδες συλλήψεις. Η διαδήλωση ήρθε μόλις μια εβδομάδα μετά το καυγά μιας ομάδας Γερμανών ανδρών με «νεαρούς μετανάστες» μετά από νυχτερινή έξοδο. Ένας Γερμανός σκοτώθηκε στη συμπλοκή. Οι εθνικιστές της περιοχής κατηγόρησαν αυτούς που επιτέθηκαν για «αντιγερμανικό ρατσισμό». Αυτό επίσης είναι το θέμα της διαδήλωσης («Φόνος, Πένθος, Αντίσταση»). Μια αυθόρμητη πορεία τη μέρα μετά το γεγονός είχε προσελκύσει περίπου 160 νεοναζί.

Οι πορείες στο Στόλμπεργκ είναι πλέον επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο, οργανωμένες από το NPD. Είναι μεταξύ των μεγαλύτερων κανονικών νεοναζιστικών γεγονότων, και είναι πόλος έλξης διαδηλωτών όχι μόνο από τη Γερμανία αλλά επίσης και από γειτονικές χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ολλανδία. Και έχουν γίνει σημαντικά γεγονότα για τους Αυτόνομους Εθνικιστές που αποτελούν μεγάλο κομμάτι των διαδηλωτών. Ενώ οι διαδηλώσεις είναι πλέον αυστηρά ελεγχόμενες, τόσο από το ίδιο το NPD, όσο και από την αστυνομία, οι Αυτόνομοι Εθνικιστές  χρησιμοποιούν την κινητοποίηση για δραστηριότητες πριν και μετά, στο Στόλμπεργκ και σε κοντινές πόλεις. Αντιφασιστικές αναφορές αναφέρουν επιθέσεις σε κοινωνικά κέντρα στη περιοχή όπως επίσης φυσικές επιθέσεις σε αντιδιαδηλωτές.

Ντόρτμουντ, 6 Σεπτεμβρίου 2008

Περισσότεροι από 1000 Αυτόνομοι Εθνικιστές συγκεντρώθηκαν στη πόλη Ντόρτμουντ στη περιοχή του Ρουρ, για την τέταρτη Εθνική Αντιπολεμική Ημέρα. Πολλά από τα πανό είναι στα αγγλικά. Σε ομιλίες, οι εθνικιστές στηλιτεύουν την προσπάθεια «κερδοσκόπων και οπαδών της παγκοσμιοποίησης» να πάρουν τον έλεγχο των υποθέσεων του κόσμου, ενώ οι «λαοί της Ευρώπης» και ο κόσμος υποφέρουν. Διακηρύττουν την αντίθεσή τους στο «πόλεμο και το καπιταλισμό», την παγκόσμια ηγεμονία και τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα συνθήματά τους απαιτούν «Εθνικοσοσιαλισμό Τώρα» και υπερηφανεύονται πως είναι ελεύθεροι και αυτόνομοι από συμμετοχή σε εθνικιστικές οργανώσεις. Η ημέρα απευθύνεται ιδιαίτερα σε μη Γερμανούς εθνικιστές που συμμετέχουν από διάφορες χώρες. Υπάρχουν οργανώσεις από το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ολλανδία και την Τσεχία. Κάποιοι από τους ομιλητές έχουν έρθει ακόμη και από τη Ρωσία και τη Βουλγαρία, και ένα μήνυμα από ένα Παλαιστίνιο ακτιβιστή διαβάζεται, καταδικάζοντας την ισραηλινή κατοχή.

Αμβούργο, 1 Μαΐου 2008

Το NPD έχει οργανώσει μια από τις περιφερειακές τους πορείες για την Εργατική Πρωτομαγιά στο Αμβούργο. 1500 νεοναζί συμμετέχουν, πολλοί από αυτούς ανήκουν στο μαχητικό φάσμα των Freie Kameradschaften. Μεταξύ τους είναι περίπου 300 με 500 Αυτόνομοι Εθνικιστές. Επανειλημμένως δημιουργούν μπλοκ που φεύγουν από τη προκαθορισμένη πορεία, επιτίθονται σε αντιδιαδηλωτές και περαστικούς. Πολλοί δημοσιογράφοι  είναι θύματα επίθεσης με στόχο τον εξοπλισμό τους. η αστυνομία αργότερα εξέδωσε ανακοίνωση λέγοντας πως το 80% των διαδηλωτών ήταν «έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν βία». Οι δημοσιογράφοι αναφέρουν πως οι επιθέσεις εναντίον τους κυμαίνονται από φτυσίματα, κλωτσιές και γροθιές ως απόπειρες αρπαγής καμερών και φραστικές απειλές κατά της ζωής τους. φωτογραφίες, ονόματα και διευθύνσεις δημοσιογράφων εμφανίστηκαν σε νεοναζιστικές ιστοσελίδες λίγες μέρες μετά, ζητώντας τον περαιτέρω εκφοβισμό τους. Αν και αυτό δεν αποτελεί καινούρια εξέλιξη μέσα στην βίαιη ακροδεξιά σκηνή, αυτό που είναι σχετικά νέο ήταν η συντονισμένη επίθεση σε μεμονωμένους δημοσιογράφους από 30-40 άτομα, ντυμένα με μαύρα και με μάσκες για να κρύψουν την ταυτότητα τους. επιπλέον, στο Αμβούργο αυτό έγινε μπροστά στα μάτια πολιτικών του NPD και άλλων γνωστών νεοναζί οργανωτών.

Αυτά τα παραδείγματα της δράσης και της παρουσίας στο δρόμο των Αυτόνομων Εθνικιστών, δείχνουν πως το κίνημα έχει καταφέρει την αμφισβήτηση και την υπονόμευση των καθιερωμένων φασμάτων δράσης της ακροδεξιάς που έχει επισημάνει την πειθαρχία και τη τάξη ως προτεραιότητες για τις δημόσιες εμφανίσεις. Αυτό έχει οδηγήσει σε τεταμένες σχέσεις με άλλα φάσματα του νεοναζιστικού κινήματος. Οι Αυτόνομοι Εθνικιστές δεν εμφανίστηκαν μέσα σε ένα κενό  ή έστω σε κάποια χαραμάδα του ακροδεξιού χώρου της Γερμανίας. Μπήκαν σε ένα πολιτικό περιβάλλον που κυριαρχούνταν από τη μία , από το κομματικό πολιτικό σχηματισμό του NPD, και από την άλλη, από τους εξωκοινωβουλευτικούς σχηματισμούς των Freie Kameradschaften.

Η σχέση με αυτές τις καθιερωμένες οργανώσεις ήταν ιδιαίτερα ρευστή, κατά καιρούς χαρακτηριζόμενες από ανοιχτή εχθρότητα και από τις δύο πλευρές και ιδιαίτερα μέσα από το κόμμα, και άλλες φορές από αμοιβαία ανοχή και αποδοχή. Οι αναφορές σε νεανική επανάσταση και αντικουλτούρες θέτει τους Αυτόνομους Εθνικιστές απέναντι από τον κατά τα άλλα οργανωμένο φασισμό, με τον δεύτερο να δίνει έμφαση στην εσωτερική πειθαρχία, ιεραρχία και τακτική εμφάνιση. Καμιά έκκληση δεν γίνεται στο ευρύτερο κοινό, τη κοινή γνώμη, ή τους εθνικούς εκλέκτορες. Αντίθετα, χαρακτηρίζεται από περιφρόνηση για το «συνηθισμένο κοινό» που ακολουθεί τα «ψεύτικα» και «βαρετά» βήματα της κουλτούρας των ελίτ. Αυτή μορφή φασισμού, έτσι εμφανίζεται ως κοινωνικό κίνημα όχι τόσο με τη λαϊκίστικη έννοια αλλά ως ένα μειονοτιστικό και ελιτίστικο ρεύμα που αμφισβητεί την φιλελεύθερη δημοκρατία αλλά και απορρίπτει τις παραδοσιακές εθνικιστικές πολιτικές.

Με το ίδιο τρόπο, μερικές ομάδες μέσα στο κίνημα αυτό διεκδικούν την «αυτονομία» τους από τους υπάρχοντες, καθιερωμένους οργανισμούς και δομές. Η ομάδα Autonome Nationalisten Salzgitter, γράφει για παράδειγμα:

«Ο αυτόνομος ακτιβισμός είναι μια υποσχόμενη νέα στρατηγική προφέροντας ενεργητική πολιτική αντίσταση. Οι άκαμπτες δομές των κομμάτων, των αδελφοτήτων ή των συνδέσμων είναι πολύ ευάλωτες στη κρατική καταστολή και σε επιθέσεις από το πολιτικό εχθρό. (Autonome Nationalisten Salzgitter 2012)

Εξηγούν πως στο άμεσο παρελθόν τους, κορυφαίοι ακτιβιστές συλλαμβάνονταν επανειλημμένως, προπαγανδιστικό υλικό κατάσχονταν, και συναυλίες και άλλες εκδηλώσεις εμποδίζονταν από το να πραγματοποιηθούν. Παραπονιούνται πως αυτό μπορούσε να οδηγήσει σε μια δραστική μείωση των εθνικιστικών δραστηριοτήτων σε συγκεκριμένες περιοχές.

«Ως ένα χαλαρό/ανεξάρτητο δίκτυο ακτιβιστών προσπαθούμε να αποφύγουμε τέτοιες συνέπειες. Δεν υπάρχουν ηγετικές πολιτικές φιγούρες των οποίων η σύλληψη θα μπορούσε να διακινδυνεύσει την ομάδα, δεν υπάρχουν λίστες μελών που θα μας κάνουν ευάλωτους στη καταστολή – καθώς δεν είμαστε ένωση ή κάτι παρόμοιο δεν μπορούν να μας απαγορεύσουν απλά σαν συγκεκριμένες Kameradschaften, δεν είμαστε ελυκολοι στόχοι για το πολιτικό εχθρό και όμως είμαστε πάντοτε παρόντες  μέσω του Αυτόνομου Ακτιβισμού μας (ο οποίος μπορεί να πάρει πολλές μορφές)!». (Autonome Nationalisten Salzgitter 2012)

Για τους πολιτικούς του NPD, όπως και μέσα στη σκηνή των σκινχεντ, οι Αυτόνομοι Εθνικιστές έθεσαν το ερώτημα της στρατηγικής της επιτυχίας των ακροδεξιών ιδεών μέσα στο γενικό πληθυσμό. Τα μαύρα μπλοκ στις διαδηλώσεις ενάντια στις περικοπές πρόνοιας προσελκύουν ή απωθούν πιθανούς υποστηρικτές; Αρχικά η αντίδραση από τη πλευρά του κοινοβουλευτικού κόμματος και των Freie Kameradschaften, ήταν αυτή της απόλυτης αντίθεσης. Με την επιτυχία των Αυτόνομων Εθνικιστών να προσελκύσει νέους ανθρώπους στο σκοπό, και τα συνεχιζόμενα σκάνδαλα που χτύπησαν το NPD (υποψίες για ευρεία διείσδυση από τις υπηρεσίες ασφαλείας, απάτη και οικονομικές ατασθαλείες), ένας αυξανόμενος αριθμός ακτιβιστών και οργανώσεων που ανήκαν στο εξωκοινοβουλευτικό περιβάλλον της νεοναζιστικής δεξιάς, έμμεσα ή άμεσα άλλαξαν προς την σιωπηρή υποστήριξη. Τελικά, αλλαγές μέσα στην ηγεσία του NPD επέτρεψαν μια πιο αμφιλεγόμενη σχέση με τα μαύρα μπλοκ των Αυτόνομων Εθνικιστών, που έφτανε πως ακόμη και μέσα στο NPD συγκεκριμένες φράξιες και άτομα ζητούσαν την αποδοχή των μαύρων μπλοκ στις διαδηλώσεις.

Στυλ και Συμβολισμός

«Δεν είμαστε απλοϊκοί μπράβοι, σκίνχεντ με μπουφάν bomber και στρατιωτικά άρβυλα μέχρι το γόνατο. Είμαστε νέοι άνθρωποι σαν και εσάς, από τη καρδία της χώρας μας. Κουβαλάμε περηφάνια στη καρδιά μας και ελπίδα στο βλέμμα μας. Παλεύουμε για να εξασφαλίσουμε πως το μέλλον θα είναι καλύτερο από τις συνθήκες στις οποίες ζούμε τώρα. Η Γερμανία θα λάμπει σαν την δροσιά την αυγή». (Autonome Nationalisten Haltern am See 2012)

Αυτή η αυτοπαρουσίαση στην ιστοσελίδα μιας Αυτόνομης Εθνικιστικής ομάδας, με παρόμοιες δηλώσεις σε πολλά άλλα, συνοψίζει απόλυτα τη λογική του νέου στυλ αλλά και την αντιφατική του φύση. Ενώ περιγράφεται ως μια προσπάθεια να ξεφύγουν από την παραδοσιακά απεχθή εικόνα των προηγούμενων γενών νεοναζί, παρόλα αυτά προωθεί μια νέα αντικουλτούρα που είναι άμεσα αντίθετο με το καθιερωμένο. Νεότεροι ακτιβιστές  ισχυρίζονται πως αισθάνονται αποκομμένοι από την καθιερωμένη ενδυμασία που χρησιμοποιούνταν από τη προηγούμενη γενιά νεοναζί. Η εμφάνιση, η μουσική και οι συμπεριφορές και νοοτροπίες που σχετίζονται με την κουλτούρα των σκίνχεντ δεν τους λέει κάτι πλέον. Από την άλλη, οι ακτιβιστές επίσης ισχυρίζονται πως η απόρριψη του φασισμού των σκίνχεντ είναι απλά τακτική. Θεωρούν πως ανήκουν στο «μέσο της κοινωνίας», τουλάχιστον με όρους καταγωγής και στυλ. Οι επόμενες παράγραφοι που περιγράφουν την συνειδητή δημιουργία ενός περιβάλλοντος υποκουλτούρας και ταυτότητας, που εκτείνεται από τη μουσική ως τη μόδα, πράγματι αντικρούει αυτούς τους ισχυρισμούς. Ο αυτόνομος εθνικισμός κερδίζει αξιοπιστία με συγκεκριμένους τομείς της γερμανικής νεολαίας, όχι εξαιτίας της εικόνας του ως προερχόμενου «από τη καρδιά της πατρίδας», αλλά μέσα από την ανταγωνιστική και επαναστατική στάση του στα περιθώρια του ακραίου εθνικιστικού κινήματος. Η δημόσια παρουσία του σε διαδηλώσεις και σε άλλες δραστηριότητες που απεικονίζεται από ιστοσελίδες, μπλογκ και βίντεο στο YouTube δείχνουν ξεκάθαρα τα προσπάθειες τους να δημιουργήσουν μια σκηνή με τους ιδιαίτερους κώδικες και πρακτικές της.

Τα μαύρα μπλοκ των Αυτόνομων Εθνικιστών εμφανίστηκαν για πρώτη φορά δημόσια σε νεοναζιστικές διαδηλώσεις στο Βερολίνο γύρω στα 2003/2004. Από τότε έχουν δημιουργήσει δίκτυα ακτιβιστών και οργανώσεων που συνδυάζουν στοιχεία της επαναστατικής νεανικής κουλτούρας με ακραία εθνικιστική και εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία και παρουσία στο δρόμο. Υπάρχουν δεκάδες τέτοιες ομάδες που αντιπροσωπεύονται στο διαδίκτυο, με τις περισσότερες να περιγράφουν τους εαυτούς τους ως κομμάτι του νεανικού κινήματος, και μερικές φορές δηλώνοντας οι ηλικίες των ακτιβιστών τους κυμαίνονται κάπου μεταξύ 16 και 26. Εθνικά εντός της Γερμανίας έχουν χτίσει μια συνεκτική και ομοιογενή ταυτότητα, κυρίως μέσα από τη χρήση συμβόλων αντικουλτούρας και φάσματος δράσεων. Είναι έτσι κομμάτι αυτού που ο Roger Griffin έχει ονομάσει «δεξιά των γκρουπούσκουλων», το φαινόμενο, μετά το 1945, των μυριάδων μικρών και συχνά βραχύβιων συλλογικοτήτων που αποτελούν δίκτυα πολιτικής ιδεολογίας και κοινωνικής και πολιτιστικής ταυτότητας ήταν «επαναστατικές» (ή παλιγγενετικές, για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Griffin) ποικιλίες του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού συνεχίζει να ευδοκιμεί. Διατηρώντας την απόστασή του από την «επίσημη» και λαϊκίστική ακροδεξιά, «το γκρουπούσκουλο έχει την διπλή ικανότητα  του συνδυασμού οργανωτικής αυτονομίας  με την ικανότητα να δημιουργήσει ανεπίσημους δεσμούς με, ή να ενισχύσει την επιρροή, άλλων τέτοιων μορφωμάτων».

Η εμφάνιση του κινήματος των γκρουπούσκουλων του αυτόνομου εθνικισμού έχει σχέση με το ιδιαίτερο πλαίσιο της νεοναζιστικής σκηνής στην επανενωμένη Γερμανία. Η δεκαετία του 1990 έγινε μάρτυρας όχι μόνο της νεοφασιστικής οργάνωσης, κυρίως μέσα από την κομματική πολιτική πλατφόρμα του NPD, αλλά επίσης περισσότερο μαχητικών κινηματικές πολιτικές εκφράσεις ακραίου εθνικισμού, ξενοφοβίας και αντισημιτισμού. Όπου βλέπουμε την (επαν)εμφάνιση του αυτοανακηρυγμένου «εθνικού επαναστατικού» κινήματος, αυτό έχει βοηθήσει να δοθεί ανανεωμένη έμφαση στις «κοινωνικές επαναστατικές» πολιτικές  σε κάποιες νεοναζιστικές σκηνές. Οι μαχητικοί Γερμανοί νεοναζί οργανώνονται συχνά στις αποκαλούμενες Freie Kameradschaften. Εκεί βλέπουμε μια «αντικαπιταλιστική» αυτοαντίληψη που μπορεί να εντοπιστεί πίσω στην «αριστερή πτέρυγα» του κόμματος NSDAP του Hitler, και ιδιαίτερα στις ιδέες των Gregor και Otto Strasser και του ηγέτη των SA, Ernst Röhm. Από την «εθνική επαναστατική» οπτική, αυτοί οι άνδρες αποτελούσαν κομμάτι μιας επαναστατικής, αντικαπιταλιστικής πτέρυγας μέσα στο NSDAP, με στόχο να αντικαταστήσει μια κοινωνία βασισμένη στις τάξεις με ένα σοσιαλιστικό και «πολιτισμικό» (völkisch) οικονομικό σύστημα. Ενώ οι συνδέσεις με το NPD υπάρχουν, οι Freie Kameradschaften χρησιμοποιούν πιο μιλιταριστικές, μεθόδους του δρόμου.

Στη Γερμανία, οι Αυτόνομοι Εθνικιστές σχηματίζουν μια υποκατηγορία μέσα σε αυτό το περιβάλλον. Μέσα σε αυτό, επιδιώκουν ένα πιο εναλλακτικό τρόπο ζωής και πολιτική έκφραση της αντικουλτούρας τους. Το πιο εμφανές και ξεκάθαρο χαρακτηριστικό των Αυτόνομων Εθνικιστών εκδηλώνεται στην αισθητική της παρουσίας τους στο δρόμο. Ενώ η νεοναζιστική σκηνή μετά την επανένωση στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του 1990 κυριαρχούνταν από τη κουλτούρα των σκίνχεντ, η δεκαετία του 2000 είδε την διαφοροποίηση στυλ, και φιρμών ένδυσης.

Πιο εμφανώς, το κίνημα έχει υιοθετήσει και οικειοποιηθεί την στιλιστική προσέγγιση της αριστερής αντικουλτούρας, ιδιαίτερα την εμφάνιση των μαύρων μπλοκ των Autonomen, των αντιφασιστικών κινημάτων και των κινημάτων του ριζοσπαστικού διεθνισμού. Μια τυπική διαδήλωση των Αυτόνομων Εθνικιστών έχει ακτιβιστές ντυμένους με μαύρα φούτερ με κουκούλα ή αντιανεμικά, μαύρα καπέλα, δερμάτινα γάντια και γυαλιά ηλίου, παρόμοια σε εμφάνιση με πολλούς αντιφασίστες ακτιβιστές. Πολιτικά πανό και συνθήματα δίνουν παρόμοιες  εντυπώσεις επαναστικότητας νεανικής αντικουλτούρας. Συχνά είναι γραμμένα και λέγονται στα αγγλικά. Οι γραμματοσειρές μερικές φορές μοιάζουν με εκείνες της τέχνης του γκράφιτι, αρχικά γνωστή από την αμερικάνικη hip hop σκηνή. Έχουν εγκαταλειφθεί τα γράμματα των παραδοσιακών γερμανικών γραμματοσειρών που χρησιμοποιούνται ευρέως από τα ευρωπαϊκά και βορειοαμερικάνικα κινήματα των σκίνχεντ.

Η παρουσία των Αυτόνομων Εθνικιστών στο διαδίκτυο και σε αποκεντρωμένα κοινωνικά δίκτυα δεν διαφέρει. Η μουσική που συνοδεύει σελίδες του myspace και βίντεο στο YouTube συχνά τραγουδιούνται στα αγγλικά. Οι στίχοι τους, όμως προδίδουν πως ανήκουν σε διεθνή φασιστικά μουσικά δίκτυα, όπως το Blood and Honour. Οι τυπικές πολιτικές αυτών των τραγουδιών αφορούν θέματα όπως η τιμή και ο πατριωτισμός, η υπεράσπιση του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η την ενότητα των εθνικιστικών κινημάτων. Τα μουσικά είδη όμως, που λειτουργούν για την δημιουργία δεσμών και ταυτότητας μέσα στην ακραία εθνικιστική νεανική κουλτούρα έχουν επίσης περάσει παρόμοια προσαρμογή. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 αυτή ήταν κυρίως rock μουσική. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές αυτής του 2000 το ρεπερτόριο των φασιστικών συγκροτημάτων διαφοροποιήθηκε έντονα. Εν μέρει, η νεανική κουλτούρα δέχτηκε μια επιστροφή σε πιο παραδοσιακή γερμανική εθνική μουσική, ενώ από την άλλη αμερικάνικες επιρροές heavy metal συγκροτημάτων δημιούργησαν ένα νέο φασιστικό metal είδος, το NS-Black-Metal (ΣτΜ: National Socialist). Αυτή η διαφοροποίηση όχι μόνο επέτρεψε την εμφάνιση νέων στυλ και ειδών, αλλά επίσης και την αποδοχή μιας μη εμπορικής DIY μουσικής σκηνής και μια σκεπτική αντιμετώπιση της προσωπικής λατρείας και της φήμης. Η αλλαγή αυτή έχει ήδη χαρακτηριστεί από την οικειοποίηση και την επανερμηνείας της μουσικής και των στίχων που σχετίζονται με αριστερές αντικαθεστωτικές μπάντες και δισκογραφικές.

Όλες οι σελίδες που είναι υπό τη διαχείριση ομάδων των Αυτόνομων Εθνικιστών τονίζουν τις πτυχές του DIY και της αυτονομίας από εμπορικές δισκογραφικές, από τις κερδοφόρες εταιρίες ρούχων ή από τους καθιερωμένους πολιτικούς οργανισμούς. Περιλαμβάνουν συνδέσμους και θεματικές ενότητες σε ζητήματα που εκτείνονται από τον «αντικαπιταλισμό» ως την «αυτονομία», και συχνά ανακατευθύνουν ιστοσελίδες αντικουλτούρας με εμφανές εθνικοσοσιαλιστικό περιεχόμενο. Μπορεί να περιλαμβάνουν φωτογραφίες από γκράφιτι και τέχνη δρόμου, stencil για κατέβασμα, αυτοκόλλητα για εκτύπωση και παραγγελία, ή εθνικιστική μουσική για κατέβασμα ή διαδικτυακή αγορά. Η ιστοσελίδα, ως πρόχειρο παράδειγμα, των Autonomous Nationalists North Thuringia, περιέχει τέτοιους συνδέσμους και αναφορές. Υπό τη κατηγορία «ακτιβισμός» βρίσκουμε καμπάνιες αλληλεγγύης με φασιστικές οργανώσεις και κινήματα σε άλλες χώρες, ερασιτεχνικά βίντεο με τις δραστηριότητες της οργάνωσης, όπως και άλλο υλικό από μποϋκοτάζ και καμπάνιες. Η κατηγορία «κάντο μόνος σου» έχει πληροφορίες για την οργάνωση διαδηλώσεων, ασφάλεια υπολογιστών και διαδικτύου (πως να παραμένεις ανώνυμος όταν γράφεις στο διαδίκτυο και πως να προστατεύεις υπολογιστές από χάκερς), καθώς και οδηγούς για τη κατασκευή stencil, αφισών και πανό. Η ενότητα με το τίτλο «σκηνή» έχεις συνδέσμους προς άλλες εθνικιστικές οργανώσεις, σχετικά μπλογκ και προτεινόμενη μουσική. Αυτή η εστίαση στο DIY, την αυτονομία και σύγχρονη νεανική κουλτούρα επαναλαμβάνεται σε δεκάδες ιστοσελίδες Αυτόνομων Εθνικιστών. Δίνουν ξεκάθαρες συμβουλές και πληροφορίες στο ποια αισθητική είναι αποδεκτή στη σκηνή. Κάποιοι φτάνουν μέχρι στο σημείο να καλούν σε μποϋκοτάζ ευρέως διαδεδομένων μαρκών νεοναζιστικών ρούχων που παράγουν τα ρούχα στο εξωτερικό. Τους επιτίθονται για ξεπούλημα και για μετατροπή τους σε «καπιταλιστικές εταιρείες» που πουλάν υπερκοστολογημένα ρούχα και εγκατέλειψαν τη γερμανική νεολαία σε «σκλαβιά τόκων».

Πέρα από τα οπτικά και αισθητικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους Αυτόνομους Εθνικιστές στις δημόσιες διαδηλώσεις, υπάρχει επίσης και ένα επίπεδο μαχητικότητας και συχνά μια συνειδητή επίδειξη «ματσίλας» ή επιθετικότητας που τους ξεχωρίζει με σαφήνεια από το υπόλοιπο νεοναζιστικό φάσμα, τουλάχιστον με όρους δημόσιας παρουσίας και επιβεβλημένης πειθαρχίας σε διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις. Οι Αυτόνομοι Εθνικιστές προβάλουν ένα επίπεδο αυθόρμητης επιθετικότητας που εκφράζεται από όσους μετέχουν στα μαύρα μπλοκ με προσπάθειες να προκαλέσουν τουλάχιστον μια συμβολική αντιπαράθεση με την αστυνομία ή αριστερούς αντιδιαδηλωτές. Τα μαύρα μπλοκ είναι εμφανώς διακριτά από τους άλλους ακροδεξιούς διαδηλωτές με πανό, συνθήματα και ρούχα (κάποιες φορές αυτό οδηγεί σε συγκρούσεις μέσα στις ίδιες τις φασιστικές διαδηλώσεις). Το να κατανοήσουμε γιατί οι Αυτόνομοι Εθνικιστές επιδιώκουν μάλλον αυτό το διαχωρισμό, βοηθά ίσως, να κατανοήσουμε τον όρο αυτονομία/αυτόνομος ως κάτι που σηματοδοτεί την ανεξαρτησία όχι μόνο από το κράτος και τις επικεντρωμένες στα κόμματα πολιτικές αλλά επίσης από άλλα οργανωμένα κομμάτια του φασιστικού κινήματος. Είναι κυρίως μια συμπεριφορά επανάστασης εναντίον αυτού που γίνεται αντιληπτό ως καθιερωμένα και καθεστωτικά κανάλια πολιτικής έκφρασης. Στην επόμενη ενότητα, εξετάζω πιο προσεκτικά τις ιδεολογικές αιτιολογήσεις για την επαναστατική, μαχητική και συχνά βίαιη δράση των Αυτόνομων Εθνικιστών.

Η Βία ως Πολιτική Ιδεολογία

Η πρόσφατη ανακάλυψη ενός πυρήνα ένοπλων ακροδεξιών ακτιβιστών στη Γερμανία (NSU, Nationalsozialistischer Untergrund), και η ιδιαίτερα προβεβλημένη δίκη για μια σειρά φόνων, αναζωογόνησε τη συζήτηση για τη νεοναζιστική βία. Ενώ τα νεοφασιστικά πολιτικά κόμματα προσπαθούν να βγουν πιο έντονα στο προσκήνιο στο γερμανικό πολιτικό τοπίο πέρα από το τοπικό επίπεδο κυρίως λόγω των εμποδίων που παρουσιάζει το γερμανικό εκλογικό σύστημα και τις αποτυχημένες στρατηγικές εκμοντερνισμού, μαχητικοί οργανισμοί της ακροδεξιάς συνεχίζουν να αποτελούν απειλή λόγω του ρόλου τους σε επίπεδο ακτιβιστών του δρόμου.

Από την επανένωση, υπάρχει ένας πλούτος έρευνας γύρω από ρατσιστική βία στο δρόμο που διαπράττεται από την  ακροδεξιά της Γερμανίας. Η μεγαλύτερη έρευνα και προσοχή από τα μέσα, που έχει εστιαστεί στη βία κατά ξένων, προκλήθηκε από προβεβλημένες επιθέσεις, επεισόδια και φόνους προσφύγων και άλλων ξένων, όπως εκείνες στο Ροστόκ, το Μόλν ή στο Χόιερβερντα στη δεκαετία του 1990. Αυτές ήταν χαρακτηρίζονταν από μια παθητική ανοχή, και σε κάποιες περιπτώσεις από τη συμμετοχή, περαστικών, και έτσι από την ασάφεια των ορίων μεταξύ οργανωμένων ακροδεξιών ακτιβιστών και εθνικιστών ντόπιων και νέων. Η βία έγινε πιο γενικευμένη από αυτή που διαπράττονταν από «ακτιβιστές» που είχαν δεσμούς με το αναγεννημένο φασιστικό κίνημα. Υπήρξαν πετυχημένες απόπειρες να εξηγηθούν αυτά τα γεγονότα της δεκαετίας του 1990 ως αποτέλεσμα ψυχολογικών, κοινωνικών και ευκαιριακών παραγόντων. Ιδιαίτερα, οι παράλληλες αλλαγές στο δικαίωμα στην αίτηση ασύλου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, έγιναν αντιληπτές ως πολιτικές παραχωρήσεις στη βία των δρόμων, που συνεισέφερε στην ενίσχυση της αυτοπεποίθησης της ακροδεξιάς. Με μια αυξανόμενη κρατική επίγνωση και καταστολή των ακροδεξιών ακτιβιστών και οργανώσεων, η ρατσιστική βία στη Γερμανία έχει τυποποιηθεί ως αποτέλεσμα δυσαρέσκειας ή ευκαιρίας, που διαπράττεται κυρίως από εθνικιστικές συμμορίες νεαρών με αυθόρμητες επιθέσεις εναντίον ξένων.

Η περίπτωση των Αυτόνομων Εθνικιστών είναι διαφορετική. Η βία είναι δικαιολογημένη ιδεολογικά. Κατευθύνεται συχνότερα σε πολιτικούς αντιπάλους από ότι σε ξένους και είναι προσχεδιασμένη, σε συνδυασμό με προπαγάνδα και παρουσία σε διαδηλώσεις σε επίπεδο δρόμου και στο κυβερνοχώρο. Αντιφασιστικά στοιχεία μιλάνε για μεγάλο αριθμό προμελετημένων επιθέσεων σε αριστερά κοινωνικά κέντρα, αρχηγεία κομμάτων ή διαδηλώσεων. Ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα, μια αντιφασιστική ομάδα στο Ντόρτμουντ της Βεστφαλίας, έχει καταγράψει σειρά επιθέσεων σε ένα μπαρ που είναι γνωστό για το εναλλακτικό κοινό του. Αυτές περιλαμβάνουν τουλάχιστον δέκα διαφορετικά περιστατικά που σχετίζονται με αυτό το μπαρ μεταξύ 2006 και 2008. Οι επιθέσεις κυμαίνονται από φυσικές επιθέσεις σε πελάτες, κάποιες από αυτές  χρησιμοποιώντας όπλα όπως γκλομπ και σπρέι πιπεριού, βανδαλισμούς με γκράφιτι, ή σπάσιμο τζαμιών. Η πλειοψηφία αυτών σχετίζονταν με ακτιβιστές από Αυτόνομο Εθνικιστικό φάσμα και κάποιες φορές συνέπιπταν με την διοργάνωση μεγαλύτερων νεοναζιστικών εκδηλώσεων στη περιοχή.

Για να κατανοήσουμε την εμφανή μαχητικότητα και τις μορφές βίας που διαπράττονταν από ακτιβιστές οργανωμένους σε αυτά τα αυτόνομα νεοναζιστικά δίκτυα, τα αναλυτικά πλαίσια που τονίζουν τη σπουδαιότητα αιτιών όπως το πολιτισμικό και κοινωνικό πλαίσιο, η δυσαρέσκεια ή οι ευκαιριακές δομές είναι ανεπαρκείς. Οι μορφές της ακροδεξιάς οργάνωσης στις οποίες επικεντρώνουμε εδώ εμφανίζουν μια διαφορετική εικόνα. Αυτό δεν σημαίνει πως απουσιάζει η βία κατά των ξένων· ωστόσο υπάρχει μια «εξειδίκευση» της βίας, που διαμεσολαβείται και δικαιολογείται πολιτικά με αναφορές στην εθνικοσοσιαλιστική πολιτική ιδεολογία, τον αντικαπιταλισμό, την αυτοθυσία ή την πειθαρχία. Με μια πιο προσεκτική εξέταση, αυτή η μορφή ακτιβισμού επίσης είναι διακριτή σε ένα διαφορετικό επίπεδο από τις οργανωτικές μορφές που υιοθετούνται από τους αναρχικούς και ριζοσπάστες αριστερούς Αυτόνομους, που χρησιμοποιούν τακτικές black bloc στις διαδηλώσεις. Οι κριτικές και αυτοκριτικές συζητήσεις μέσα στο κίνημα γύρω από θέματα όπως η βία, οι έμφυλοι ρόλοι και η ισότητα είναι σταθερό χαρακτηριστικό των τελευταίων αλλά είναι εντελώς απών από την σκηνή της Αυτόνομης Εθνικιστικής κουλτούρας. Είναι μέσα σε αυτό πλαίσιο που μεγάλο μέρος της γερμανικής έρευνας που ασχολείται με την «μελέτη του εξτρεμισμού» δημιουργεί πρόβλημα στη σύγκριση της νεοναζιστικής βίας και του μαχητικού αντιφασισμού>

Η βία στις διαδηλώσεις, αλλά και έξω από αυτές, είναι έτσι κεντρικό και πολιτικοποιημένο χαρακτηριστικό της προπαγάνδας των Αυτόνομων Εθνικιστών. Στρέφεται εναντίον της αστυνομίας (ως δυνάμεις του φιλελεύθερου δημοκρατικού κράτους), εναντίον εκείνων που σκέφτονται ή μοιάζουν διαφορετικοί (πανκ, αριστεροί και συνδικαλιστές) και εναντίον ξένων και μεταναστών. Μεγάλο κομμάτι της πιο οργανωμένης και στοχευμένης βίας  όμως απευθύνεται προς αντιφασίστες, ιδιαίτερα σοσιαλιστικές και αντιφασιστικές οργανώσεις νεολαίας. Εδώ οι Αυτόνομοι Εθνικιστές οργανώνονται γύρω από τη ταμπέλα «Anti-Antifa» για να αποκαλύψουν και να δημοσιοποιήσουν ονόματα και διευθύνσεις μελών σοσιαλιστών και αντιφασιστών που μπορεί στη συνέχεια να γίνουν στόχοι προσωπικών επιθέσεων ή επιθέσεων στα σπίτια τους.

Η αλλαγή εστίασης αυτή έχει συνέπειες στην ανάλυση τόσο των δραστών όσο και του φάσματος των δράσεων. Πρώτα οι ακροδεξιοί δράστες θεωρούνται διακριτοί ιδεολογικά και μέλη υποκουλτούρας. Οι Αυτόνομοι Εθνικιστές βλέπουν τους εαυτούς τους ως κομμάτι ενός κινήματος «εθνικής αντίστασης» με πολιτικά κίνητρα που πάνε πολύ πιο μακριά από τα ξενοφοβικά συναισθήματα, πηγαίνοντας προς την αφοσίωση και/ή την υποστήριξη της εθνικοσοσιαλιστικής σκέψης. Δεύτερο, οι μορφές βίας είναι διαφορετικές και ποικίλες: πέρα από τις επιθέσεις σε ξένους και πρόσφυγες, την τυπική βία των σύγχρονων νεοναζιστικών κινημάτων περιλαμβάνουν επιθέσεις σε πολιτικούς αντιπάλους, οπαδούς ποδοσφαιρικών ομάδων, και ακόμη και σε αντίπαλους ακροδεξιούς ακτιβιστές.

Το στυλ και η μαχητικότητα τέτοιων πολιτικών δραστηριοτήτων δεν είναι τυχαία. Αναφορές σε αναρχικές και αυτόνομες πολιτικές είναι συνηθισμένες, όπως και τα t-shirt με τον Che Guevara και τα παλαιστινιακά σύμβολα  όπως η καφίγια ή η παλαιστινιακή σημαία. Δεν προωθούν απλά τις ιδέες της εθνικής απελευθέρωσης και της «αυτοδιάθεσης των λαών» αλλά εκφράζουν μια επιθετική επαναστατικότητα που κατευθύνεται εναντίον του κράτους και των δημοκρατικών πολιτικών. Οι πράξεις βίας ιδιαίτερα εναντίον πολιτικών αντιπάλων, δικαιολογούνται πολιτικά. Στη συνέχεια θα δούμε πως ο αυτόνομος εθνικισμός δεν κάνει, ή το κάνει πολύ σπάνια, αναφορές στο τυπικό ρατσισμό αλλά μάλλον αναζητά μορφές έκφρασης που στοχεύουν εσκεμμένα προς ένα νεαρό εθνικιστικό ακροατήριο.

Πολιτική Ιδεολογία

Σε ένα επίπεδο, οι Αυτόνομοι Εθνικιστές ακολουθούν μια απομίμηση του αυτόνομου και αναρχικού τρόπου ζωής και δράσεις, δίχως να εγκαταλείπουν την παραδοσιακή εστίαση της άκρας δεξιάς στην μετανάστευση και στην εθνική ταυτότητα. Πολύ περισσότερο όμως από αυτό, έχουν κατασκευάσει ένα πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο υπερεθνικισμός και το μίσος για τη πολυπολιτισμικότητα πάνε χέρι με χέρι με τη προπαγάνδα εναντίον της παγκοσμιοποίησης και του καπιταλισμού. Το πολιτικό περιεχόμενο των πανό, των φυλλαδίων, των ιστοσελίδων ή των συνθημάτων αποκαλύπτουν ένα «σύνολο» εχθρών που ξεκινάνε από την αμερικάνικη εξωτερική πολιτική ως το Ισλάμ και στο αντιφασιστικό κίνημα.

Έτσι, ενώ η προσοχή τους στη δράση και τον ακτιβισμό όπως και η υιοθέτηση των επαναστατικών κωδίκων και ρητορικών μοιάζει «μοντέρνα», αυτό που πουλάν ως πολιτική θεωρία που προωθείται από το κίνημα παραμένει ιδιαίτερα «παραδοσιακό» στις αναφορές της στην εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία και την ακροδεξιές σκέψεις πάνω στη μετανάστευση και στην πολυπολιτισμικότητα. Αν και οι Αυτόνομοι Εθνικιστές χρησιμοποιούν μια πιο «ριζοσπαστική» ρητορική από αυτή που χρησιμοποιούν το NPD και πολλοί οργανισμοί στης εξωκοινουβουλευτικής ακροδεξιάς, αυτή συχνά συνοψίζεται στα αντισυστημικά συνθήματα ενάντια στο καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Πολλές ακτιβιστικές ιστοσελίδες περιγράφουν την χρήση στιλιστικών κωδίκων και την αυτονομία κυρίως ως κίνηση τακτικής, παρά ιδεολογική. Για παράδειγμα, στην ιστοσελίδα των Autonomous Nationalists Wetzlar δηλώνουν πως:

«Ο Αυτόνομος Εθνικισμός αναφέρεται σε μια μορφή δράσης, που έχει αναπτυχθεί μέσα στο εθνικιστικό κίνημα τα τελευταία χρόνια. Δεν υποδηλώνει μια ξεχωριστή κοσμοαντίληψη. Η βασική σκέψη πίσω του  είναι αυτή του ‘κάντο μόνος σου’ ακτιβισμού· έτσι κάποιος που είναι πολιτικά ενεργός και δημιουργικός, να μη χρειάζεται να είναι συνδεδεμένος με ένα συγκεκριμένο οργανισμό» (Autonome Nationalisten Wetzlar 2012)

Η δήλωση συνεχίζει εξηγώντας τα μαύρα μπλοκ ως τακτική ενάντια στην αστυνομική επιτήρηση επιτρέποντας την ανωνυμία και επιμένει πως το κίνημα είναι μια απόπειρα να ξεφύγουν από τις πολιτικές της υποκουλτούρας της νεοναζιστικής σκηνής.

Παρά την επιμονή τους, πως αναφορές στις πολιτικές της αυτονομίας είναι απλά τακτική, παρά ιδεολογική , η μορφή, το στυλ και οι μέθοδοι του αυτόνομου εθνικισμού ξεκάθαρα βρίσκεται σε μια αμφιλεγόμενη σχέση με το πολιτικό του περιεχόμενο. Πολλές ακτιβιστικές ιστοσελίδες και μπλογκ περιγράφουν μια σειρά από «αδιαπραγμάτευτες απαιτήσεις», που συνδέονται με μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία, την οποία θα κατηγοριοποιούσαμε ως (α) λαϊκίστικες, (β) «αντιιμπεριαλιστικές», και (γ) «αντικαπιταλιστικές»:

Λαϊκίστικες ξενοφοβικές θέσεις

Ανάμεσα σε αυτές τις απαιτήσεις, οι Αυτόνομοι Εθνικιστές, περιλαμβάνουν την θανατική ποινή για παιδόφιλούς, άμεσο τέλος σε κάθε μετανάστευση, αυστηροποίηση της νομοθεσίας για το άσυλο, και την απομάκρυνση των ξένων «εγκληματιών» από τη Γερμανία. Αυτές είναι ξεκάθαρα κοινές με το ευρύτερο ακραίο εθνικιστικό κίνημα.

«Αντιιμπεριαλισμός»

Οι Αυτόνομοι Εθνικιστές απαιτούν «ελευθερία και ανεξαρτησία» για όλα τα «έθνη» ή «λαούς». Εδώ ο γερμανικός όρος Volk χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα εθνοπλουραλιστικό όραμα του κόσμου. Μέσα σε ένα γερμανικό πλαίσιο, ο εθνοπλουραλισμός εκφράζεται ως μια απαίτηση για την προώθηση και τη «διαφύλαξη» της εθνικής κουλτούρας και ως εκ τούτου μια ξεκάθαρη αντίθεση στην πολυπολιτισμικότητα. Μια ομάδα ξεκαθαρίζει:

«…στον εθνικισμό δεν βλέπουμε μόνο την ανεξαρτησία για τους Γερμανούς – αλλά επίσης και για όλους τους λαούς! Έτσι δεν θα πάρουμε ποτέ την πρωτοβουλία να αρνηθούμε την ίση υπόσταση των άλλων εθνών, και είμαστε ξεκάθαρα μακριά από κάθε σοβινιστική ιδέα, επειδή μόνο τα ισχυρά έθνη μπορούν να δημιουργήσουν ισχυρά εμπόδια απέναντι στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση». (Autonome Nationalisten Wolfenbüttel & Salzgitter 2012)

Αν η «αυθεντικότητα» είναι ο δείκτης ενός έθνους, τότε τα «πλαστά» έθνη στερούνται του «δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού». Εδώ, η εθνοπλουραλιστική θέση εστιάζεται ιδιαίτερα πάνω στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ισραήλ. Τρεφόμενο από τον αντισημιτισμό της φασιστικής ιδεολογίας, το Ισραήλ ξεχωρίζει ως το κράτος που δεν θα έπρεπε να έχει το δικαίωμα να υπάρχει. Κατά συνέπεια, όλα τα ανεξάρτητα έθνη πρέπει να απελευθερώσουν τους εαυτούς τους από την μυστική και διαδεδομένη (βλέπε εβραϊκή) επιρροή στην Αμερική, το Ισραήλ και τους Εβραίους του.

Η ιδιαίτερη αντιιμπεριαλιστική αντίληψη της Γερμανίας επιδιώκει μια αναθεωρητική κατανόηση της ιστορίας του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου, ή μια απόρριψη της «νοοτροπία της ενοχής», όπου η Γερμανία είναι αντιληπτή ως το θύμα του πολέμου. Ως παράδειγμα, η στήριξη και η διοργάνωση εκδηλώσεων μνήμης, από τους Αυτόνομους Εθνικιστές, για τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς των γερμανικών πόλεων και η επιδίωξη καλλιέργειας σχέσεων με τους τοπικούς πληθυσμούς «πενθώντας» τους πεσμένους Γερμανούς στρατιώτες και τις απώλειες «αμάχων». Η μεγαλύτερη από της εκδηλώσεις μνήμης πραγματοποιείται κάθε χρόνο στη Δρέσδη (ο μύθος της Δρέσδης), όπου οι Αυτόνομοι Εθνικιστές συμμετέχουν σε μια από τις μεγαλύτερες νεοναζιστικές πορείες στην Ευρώπη.

«Αντικαπιταλισμός»

Οι αυτόνομοι Εθνικιστές επιδιώκουν την κατάργηση αυτού που αποκαλούν «καπιταλιστική οικονομία της αγοράς». Ο καπιταλισμός εδώ είναι αντιληπτός απλά με τους όρους της αγοράς και της εκμετάλλευσης της «εθνικής εργατικής τάξης» από τους «κερδοσκόπους». Οι απαιτήσεις τους μοιάζουν κάπως με αυτές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, με την προστασία της πρόνοιας για τα παιδιά και τους συνταξιούχους να είναι ψηλά στην ατζέντα τους, όπως και η εγγύηση της εργασίας για κάθε Γερμανό. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, την πλήρη εγκατάλειψη της αντικομμουνιστικής πλατφόρμας. Αντίθετα, οι Αυτόνομοι Εθνικιστές ακολουθούν μια πλατφόρμα Τρίτης Θέσης, θέλοντας να δουν τον εθνικοσοσιαλισμό στη θέση της καπιταλιστικής αγοράς.

Αυτό που συνήθως είναι αντιληπτό ως μια αριστερή προοδευτική ή ακόμη και επαναστατική ατζέντα χρειάζεται επεξήγηση όταν την υιοθετούν μέλη της ακροδεξιάς, ιδιαίτερα  στο πλαίσιο της επανόδου του καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης ως κεντρικά θέματα μέσα στο νεοναζιστικό διάλογο. Αντί να αντιμετωπίσει αυτή τη προσέγγιση ως απλά μια δεξιά τακτική για να έχει λόγο σε «επίκαιρα» ζητήματα, ο Bernd Sommer το εξηγεί αυτό τόσο ως μια μετατόπιση προς την απάντηση του «κοινωνικού ζητήματος» όπως και ως μια επιστροφή στην εθνικοσοσιαλιστική ατζέντα της στρασσερικής φράξιας του NSDAP.

Ο Sommer αναφέρει τις πρόσφατες ακροδεξιές προσπάθειες, από το NPD και επιρρεπείς στη βία νεοναζιστικές ομάδες, ανάμεσά τους οι Freie Kameradschaften, να ενσωματώσουν περιβαλλοντικά, αντιπολεμικά αλλά και θέματα κατά της παγκοσμιοποίησης στις δραστηριότητες τους – για παράδειγμα στη διάρκεια διαδηλώσεων οργανωμένες από το NPD κατά της συνόδου των G8 στη Γερμανία το 2007. Αυτά, γράφει, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα ή της μιας φοράς περιστατικά. Αντίθετα, δείχνουν μια κινητικότητα «από τις ακροδεξιές οργανώσεις στη Γερμανία να βάλλουν ζητήματα κατά του καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης στο επίκεντρο της πολιτικής τους ατζέντας», και έτσι να ξεφορτωθεί την εικόνα του μονοθεματικού κινήματος που εστιάζει μόνο στην μετανάστευση και τη φυλή. Η στρατηγική αυτή έχει προσελκύσει νέους οπαδούς και ψηφοφόρους, ιδιαίτερα σε περιφερειακές εκλογές σε κοινοβούλια κρατιδίων στην Ανατολική Γερμανίας. Ο Sommer περιγράφει μια μετατόπιση στη πολιτική ατζέντα του NPD τα τελευταία 30 χρόνια πό αυτή του αντικομμουνισμού στον αντικαπιταλισμό. Το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού εκδηλώνεται με κομματικές πολιτικές δραστηριότητες με έμφαση στη προπαγάνδα στις ανατολικές περιοχές με υψηλή ανεργία και σε απόπειρες να κάνει τα θέματα της πρόνοιας και του εργατικού κινήματος, ζητήματα της ακροδεξιάς. Οι ομοσπονδιακοί νόμοι του 2004 για την απελευθέρωση της εθνικής αγοράς εργασίας και της περικοπής των κοινωνικών δαπανών πρόσφεραν μια χρήσιμη πλατφόρμα για την προσέγγιση ψηφοφόρων που είχαν αποξενωθεί εξίσου και από τα κεντροαριστερά και από τα κεντροδεξιά κόμματα. Η επιτυχία – αν και μέτρια – αυτής της στρατηγικής έχει δώσει στο NPD την ώθηση να κάνει απόπειρες στην αντιμετώπιση «του κοινωνικού ζητήματος»

Εκτός από το NPD, οι ίδιες Freie Kameradschaften λειτουργούν με μια λογική αντιπαγκοσμιοποίησης. Ο Sommer περιγράφει καμπάνιες, κάποιες από τις οποίες στηρίζονται από τη νεολαία του NPD, που θέτουν την εθνική κοινότητα απέναντι στην εκμετάλλευση από τις ελεύθερες αγορές. Οι καμπάνιες αυτές και χαλαροί οργανισμοί έχουν απομακρυνθεί από τη παλιά ναζιστική εικόνα που χαρακτήριζε την σκηνή κατά τη δεκαετία του 1990. Ωστόσο, αντίθετα με τις θέσεις των αυτόνομων εθνικιστών, τα κείμενά τους  μιλάνε ακόμη για αυστηρή πειθαρχία και κώδικες τιμής, και δεν κάνουν αναφορές σε DIY και αυτονομία. Το κυριότερο, φασιστικές και αντισημιτικές πτυχές ενσωματώνονται, δεν εγκαταλείπονται, σε αυτή την ανάλυση. Στη πράξη, για τον Sommer, «σύντομα ανακαλύπτουμε στοιχεία πως, κάτω από την επιφάνεια, τα ρατσιστικά, αντισημιτικά, και ξενοφοβικά συναισθήματα βρίσκονται ακόμη στην [ακροδεξιά κριτική] στη καρδιά της παγκομιοποίησης». Περισσότερο από αυτό, είναι στην ουσία εγγενώς συνδεδεμένα,

Θα ήταν λάθος, έτσι, να θεωρήσουμε την υιοθέτηση των αριστερών θέσεων ως απλές απόπειρες μίμησης. Είναι βέβαια αλήθεια πως στρατηγικές ανησυχίες θα παίξουν το ρόλο τους, ιδιαίτερα όσον αφορά τις εκλογές και εκεί που ο παραδοσιακός ρατσισμός και προκαταλήψεις έχουν ελάχιστη απήχηση. Ωστόσο, η σημασία του «αντικαπιταλισμού» για τους νεοναζί είναι πραγματική. Είναι αλήθεια πως οι λίστες των απαιτήσεων και των προτάσεων πολιτικών που προωθούνται από τους Αυτόνομους Εθνικιστές στις ιστοσελίδες τους, δεν αποτελεί ένα πολιτικό πρόγραμμα με την έννοια της παρουσίασης ενός συνόλου προτάσεων πολιτικής όπως αυτών του NPD. Η ατζέντα τους μάλλον μπορεί να θεωρηθεί ως μια «μεταπολιτική» αναφορά στα θέματα του έθνους, της φυλής και της κοινότητας. Ενσωματώνει ένα αμήχανο μίγμα ξενοφοβίας και αντισημιτισμού, αν και με τέτοια μορφή που παρουσιάζει τον εαυτό του κυρίως ως εθνοπλουραλιστικού.

Είναι πέρα από τος σκοπό αυτού του άρθρου να προσπαθήσουμε να ανοίξουμε ένα διάλογο για το νεοναζισμό ως κίνημα που προσφέρει μια πρόκληση στην παγκοσμιοποίηση και το καπιταλισμό. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε, όμως την ακραία εθνικιστική θέση ως σχετική με τις ρομαντικές μορφές του «αντικαπιταλισμού», για τις οποίες η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση είναι αντιληπτή ως ο καταστροφέας της εθνικής κοινότητας. Πέρα όμως από το να εστιάζει απλά στην άνιση παγκοσμιοποίηση, ένα μήνυμα που προωθείται επίσης από πιο καθιερωμένες ακροδεξιές οργανώσεις (όπως το NPD), οι Αυτόνομοι Εθνικιστές στρέφονται κατά του καπιταλισμού. Το παρακάτω απόσπασμα από την ιστοσελίδα μια ομάδας είναι παράδειγμα του πως αυτή η «κριτική του καπιταλισμού» αυτοπαρουσιάζεται:

«Σε μια σάπια εποχή στην οποία ο καπιταλισμός έχει γίνει συνώνυμος με τον εχθρό του λαού, ο αντικαπιταλισμός έχει γίνει μια από τις πιο σημαντικές πτυχές της αντιστασής μας … Η οικονομία μας δεν εξυπηρετεί το λαό· εξυπηρετεί μια απόλυτη μειοψηφία, σε βάρος του λαού…

Η ανεργία και η πάλη για εργασία δεν είναι παρά στην αρχή της, το περιβάλλον ήδη υποφέρει από τις οικοκαταστροφικές συνέπειες της οικονομίας του κέρδους, των αξιών και των παραδόσεων που έχουν καταργηθεί από την αμερικανοποίηση, πόλεμοι έχουν δοθεί – υπό το πρόσχημα του εκδημοκρατισμού – για να αυξήσει την επιρροή του κεφαλαίου  πάνω στα ελεύθερα έθνη – μέχρι να μείνουν μόνο καταναλωτές που «μασάνε φαστ φουντ» – ένα κράτος που οδηγείται από την κατανάλωση, το οποίο εγκαταλείπει την προστασία και έτσι ρίχνει το λαό του στις γραμμές του τραίνου του διεθνούς κεφαλαίου». (Autonome Nationalisten Wolfenbüttel & Salzgitter 2012)

Είναι αλήθεια, φυσικά, πως η υιοθέτηση του αριστερού και του μαρξιστικού συμβολισμού δεν είναι ένα τέχνασμα εκ μέρους των φασιστικών κινημάτων. Ο ιταλικός φασισμός, για παράδειγμα, χρησιμοποιούσε τα τραγούδια και τους μύθους του εργατικού κινήματος και τους έδωσε μια εθνική νότα. Ενάντια στην ορθόδοξη μαρξιστική ερμηνεία του φασισμού ως ένα απλό αντιδραστικό παράγοντα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των αστικών συμφερόντων, «κατά μια γενική συναίνεση» στις μελέτες του φασισμού πλέον τονίζεται η επαναστατική πτυχή των – ή τουλάχιστον τμημάτων τους – NSDAP, ιταλικού φασισμού, και των φασιστικών κινημάτων σε άλλα μέρη.

Αυτή δεν είναι αναγκαστικά μια αντιμαρξιστική θέση. Η ανάλυση του Moishe Postone γύρω από τον αντιδραστικό αντικαπιταλισμό ως «προοπτική» κριτική, για παράδειγμα, είναι βαθιά ριζωμένη μέσα στην ανάλυση της αγιοποίησης του κεφαλαίου και της φετιχοποίησης του εμπορεύματος. Το επιχείρημα του τονίζει τον αντιμοντέρνο χαρακτήρα του γερμανικού αντισημιτισμού και του εθνικοσοσιαλισμού, που έφερε τις εβραϊκές τράπεζες και επιχειρήσεις σε σύνδεση με την τεχνολογική εκλογίκευση και συνωμοτική κατανόηση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Ο Postone όμως επίσης αναγνωρίζει την πρακτική συμμαχία του φασισμού και του γερμανικού βιομηχανικού καπιταλισμού. Το επιχείρημά του ακολουθεί κατά κάποιο τρόπο αυτό των Horkheimer και Adorno που γράφουν πως οι Εβραίοι «είναι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι όχι μόνο για τους ατομικούς ελιγμούς και μηχανορραφίες αλλά με μια ευρύτερη έννοια, στο βαθμό που η οικονομική αδικία ολόκληρης της τάξης αποδίδεται σε αυτούς». Οι εθνικοσοσιαλιστικές θέσεις των Αυτόνομων Εθνικιστών έτσι προδίδουν ένα συνεχή υποκείμενο αντισημιτισμό, που διατηρεί μια ρομαντική εικόνα των εθνικών κοινοτήτων και τις αντιπαραβάλλει με μια δήθεν ασαφή, οικουμενική και αδιάφανη σφαίρα εβραϊκών συμφερόντων σε διεθνείς εταιρείες και κυβερνήσεις, με κύρια έμφαση σε αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σίγουρα ισχύει, όπως ισχυρίζεται ο Sommer, πως η ουσιαστική διαφορά μεταξύ της ακροδεξιάς κριτικής στη παγκοσμιοποίηση και της προοδευτικής  βρίσκεται στην αντίληψη του εθνικού. Οι φασιστικές κριτικές επιστρέφουν πάντοτε στο ερώτημα του έθνους, είτε με ασαφείς – όπως στις ρομαντικές αντιλήψεις των εθνικών κοινοτήτων ή «απελευθερωμένων εθνικών ζωνών» – ή με συγκεκριμένες προτάσεις πάνω στη μετανάστευση ή στα εργασιακά δικαιώματα για ξένους υπηκόους. Κοιτώντας όμως πίσω στις εθνοπλουραλιστικές θέσεις που περιγράφηκαν παραπάνω, αυτός ο εθνικισμός δεν μιλά απλά για κυριαρχία πάνω από άλλους.

Στη ρητορική του, η Αυτόνομη Εθνικιστική αντίθεση στην παγκοσμιοποίηση είναι πολύ όμοια με αυτή που εντόπισε ο Sommer στο NPD και στις Kameradschaften. Το αντίθετο μάλιστα, είναι ακόμη πιο ακραίο στην απόρριψη του προς το «σύστημα» και τους καθιερωμένους θεσμούς. Σύμφωνα με τη λογική του, τίποτα δε κερδίζεται με την απόκτηση ελέγχου ή ψήφων στο κοινοβούλιο. Το ίδιο το γερμανικό κράτος είναι τόσο διεφθαρμένο που μόνο ένα επαναστατικό κίνημα μπορεί να το υπερνικήσει και να βάλει στη θέση του μια νέα εθνική τάξη. Έτσι για τον Sommer, η αντίσταση στη παγκοσμιοποίηση  από την ακροδεξιά  δεν είναι απλά ζήτημα τακτικών  αλλά αντικατοπτρίζει την αντίθεση του εθνικού με το διεθνές. Καταλήγει:

«Αν και διαμορφώνει την αντίθεση του στην παγκοσμιοποίηση με διαφορετικούς ιδεολογικούς όρους από τις ριζοσπαστικές αριστερές οργανώσεις, η αντίστασή του στις προσπάθειες διάλυσης του κράτους πρόνοιας και του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού δεν είναι απλά μια πολιτική στρατηγική αλλά αποτελεί γνήσιο κομμάτι της βασικής του ατζέντας».

Αυτή η κατανόηση των θεμάτων της αντιπαγκοσμιοποίησης, ως ενσωματωμένα μέσα στην άκρα δεξιά σκέψη και πρακτική, προσφέρει ευκαιρίες για να ξανασκεφτούμε και να επανασχεδιάσουμε την κριτική της παγκοσμιοποίησης που προσφέρεται από τα αριστερά, προοδευτικά κινήματα. ελάχιστες μελέτες των δεύτερων αναγνωρίζουν έστω την ύπαρξη εθνικιστικών και ακροδεξιών ρητορικών πάνω στην παγκοσμιοποίηση. Πολλές εστιάζουν στον προοδευτικό ακτιβισμό, σε ένα κίνημα εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης, που προσφέρει λύσεις που είναι μη ιεραρχικές και διεθνιστικές. Τονίζουν την δικτυωμένη δομή των παγκόσμιων αντικορπορατικών κινημάτων και τα βλέπουν ως οδηγούμενα από ακτιβιστές από τα κάτω και κινημάτων βάσης που έχουν απορρίψει τις παραδοσιακές γραμμές που υπογράμμιζαν τις ορθόδοξες μαρξιστικές κατανοήσεις του κεφαλαίου. Παρά την ετερογένεια των τοπικών εμπειριών, οι περισσότερες εκδοχές της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης κάνουν τέτοια κινήματα να χαρακτηρίζονται έντονα από ομοιότητες.

Η τυπολογία που χρησιμοποίησε η Amory Saint στο βιβλίο της Naming the Enemy ήταν μια πρώιμη, αξιοσημείωτη εξαίρεση σε αυτή τη τάση αποκλεισμού των εθνικιστικών τάσεων από τα αντικορπορατικά κινήματα. Συνοψίζοντας στη περιγραφή «αποσύνδεση, επανατοπικοποίηση, ανεξαρτησία» προσθέτει απολυταρχικούς και θρησκευτικούς εθνικισμούς. Αυτή η κατηγορία πρέπει να είναι έτσι σε θέση να έχει ακροδεξιές και φασιστικές κριτικές της παγκοσμιοποίησης. Παρόλα αυτά, είναι εξαιτίας λόγω της μη-λαϊκίστικης αντιεξουσίας και της οριζόντια-δικτυωμένης εμφάνισης τους που οι Αυτόνομοι Εθνικιστές δεν ταιριάζουν στο ρεύμα του θρησκοεθνικιστικού απολυταρχισμού που αντιτίθεται στην παγκοσμιοποίηση μέσα από την τοπικοποίηση και τη συντηρητική οικολογία. Οι «οριζόντιοι» και «αυτόνομοι» τρόποι οργάνωσης δείχνουν πως τέτοιοι μέθοδοι δεν είναι απαραίτητα αποκλειστικότητα της προοδευτικής αριστεράς. Και η σύνδεση τέτοιων μεθόδων οργάνωσης με τη πολιτική τους άποψη με το ριζοσπαστικό εθνικισμό επίσης υπονοεί πως χρειαζόμαστε μια πιο επιφυλακτική αντιμετώπιση των εθνικών ιδεών της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας από αυτή που προσφέρεται από την Starr. Οι αντιλήψεις της αυτονομίας και ανεξαρτησίας που η Starr (και πολλοί άλλοι στο κίνημα) επιχειρούν να διαφυλάξουν από τις κατηγορίες ουσιοκρατίας και φασιστικού εθνικισμού θα χρειαστούν επανεκτίμηση. Οι θετικές πτυχές των κινημάτων αυτονομίας δεν μπορούν να περιλαμβάνουν αναμφίβολα τέτοιες μορφές ακτιβισμού που τα στρέφουν ενάντια στο «δικό τους» κράτος και επίσημη εθνικότητα. Οι Αυτόνομοι Εθνικιστές στη Γερμανία μας υπενθυμίζουν πως οι ουσιοκρατικοί εθνικισμοί δεν εμφανίζονται υποχρεωτικά με τη μορφή  της επιβεβαίωσης προς το κράτος και του κεφαλαίου. Οι ισχυρισμοί για ανεξαρτησία, κοινότητα και έθνος εναντίον νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης μπορούν να είναι αυθεντικά φασιστικές και εθνικοσοσιαλιστικές.

Συμπεράσματα

Μετά το αρχικό «αβανγκάρντ» στάτους του στις μεγαλύτερες πόλεις της Γερμανίας, ο αυτόνομος εθνικισμός μοιάζει να έχει πλέον ένα πρόβλημα κινητοποίησης. Η ομάδα του Βερολίνου που ξεκίνησε τη τάση έχει μειώσει τις δραστηριότητες του σε Anti-Antifa δραστηριότητες, μη μπορώντας να καθορίσει την ατζέντα της τοπικής νεοναζιστικής σκηνής. Με το NPD να δραστηριοποιείται ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και τις υπερβολές του καπιταλισμού, και μαχητικές φασιστικές οργανώσεις εμπλέκονται σε εκστρατείες ιστορικού αναθεωρητισμού, οι αρχικές σφαίρες δράσεις έχουν κλείσει.

Ενώ η ρατσιστική βία μερικές φορές αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα της Ανατολικής Γερμανίας, τα κάστρα των Αυτόνομων Εθνικιστών βρίσκονται πλέον στην Δύση, ιδιαίτερα στη περιοχή της Βεστφαλίας. Εκτιμήσεις μιλάνε για περίπου 200-250 ενεργά άτομα στη περιοχή, με τις περισσότερες δραστηριότητες γύρω από το αστικό συγκρότημα του Ντόρτμουντ. Το 2008, 21 ενεργές ομάδες είχαν καταμετρηθεί, και επιπλέον 15 λιγότερο ενεργά στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Οι ακτιβιστικές ομάδες εδώ είναι δικτυωμένες τόσο σε τοπικό επίπεδο αλλά και με άλλες ομάδες στη Γερμανία και στο εξωτερικό. Η ισχύς των αριθμών οφείλεται εν μέρει χάρη στο προσηλυτισμό πρώην ακτιβιστών του NPD (ιδιαίτερα εκείνων που προέρχονται από τη πτέρυγα νεολαίας του). Οι Αυτόνομοι Εθνικιστές έχουν γίνει βασικοί πρωταγωνιστές στη τοπική νεοναζιστική σκηνή με μαύρα μπλοκ να σχηματίζουν τις πρώτες γραμμές των περισσότερων εθνικιστικών  διαδηλώσεων. Η νεοναζιστική σκηνή της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας διατηρεί στενούς δεσμούς με τις αντίστοιχες στο Βέλγιο και την Ολλανδία, η οποία εξηγεί γιατί ο αυτόνομος εθνικισμός έχει διαδοθεί τόσο πολύ σε αυτές τις χώρες.

Υπάρχουν ακόμη και μικρές ομάδες και μεμονωμένα άτομα στην Αγγλία που έχουν φλερτάρει με τις ιδέες και το φάσμα δράσεων που έρχονται από τη Γερμανία, αν και εντελώς ανεπιτυχώς. Η Αγγλική Εθνική Αντίσταση ήταν ενεργό μεταξύ 2009 και 2010. Ένα βίντεο, λίγο πολύ τραβηγμένο στο στυλ εκείνων από τις γερμανικές εθνικιστικές ομάδες δράσης, τους δείχνει να μοιράζουν DIY CD έξω από σχολεία («Sounds of Revolution»), να κολλάνε αυτοκόλλητα σε φανάρια και να κολλάνε αφίσες. Τελειώνει με το σύνθημα «Στηρίξτε τους τοπικούς σας Αυτόνομους Εθνικιστές, επειδή οι πράξεις μιλάνε πιο δυνατά από τις λέξεις».

Μια πιο πρόσφατη ομάδα, οι Autonomous Nationalists UK δηλώνουν στην ιστοσελίδα τους πως «Θέλουμε ένα νέο κόσμο· ένα κόσμο δίχως καπιταλιστική εκμετάλλευση, κυβερνητική καταστολή, πολέμους για πετρέλαιο, φυλετική σύγκρουση και περιβαλλοντική υποβάθμιση», στο οποίο εμφανίζονται με πλήρη εξάρτηση «μαύρου μπλοκ» περιλαμβανομένων παλαιστινιακών μαντηλιών για να κρύψουν τα πρόσωπά τους. συνδέονται με εφτά (φαινομενικά ανενεργές) τοπικές ομάδες, κυρίως στη Βόρεια και Βορειοδυτική Αγγλία.

Οι Αυτόνομοι Εθνικιστές ως μια νέα γενιά εθνικοσοσιαλιστών βλέπουν το ρόλο τους ως αυτό της πολιτικής καθοδήγησης σε νέους ανθρώπους και στους νεοφερμένους στη μαχητική νεοναζιστική σκηνή στη Γερμανία. Για το σκοπό αυτό, το αραχνιασμένο των φαιοντυμένων ανδρών των SS θεωρείται εμπόδιο. Η νέα άκρα δεξιά προσφέρει μια εικόνα που είναι σύγχρονη και μοδάτη, η πολιτική της κληρονομιά του φασισμού είναι κρυμμένη πίσω – ή μάλλον εκφράζεται μέσα από – σύγχρονη ρητορική ενάντια στη παγκοσμιοποίηση, και ακόμη δανείζεται ελεύθερα από το πεδίο του συμβολισμού της ριζοσπαστικής αριστεράς. Όλο και λιγότεροι νεαροί ριζοσπάστες εθνικιστές θέλουν να αναγκαστούν να φοράνε άρβυλα και μπουφάν bomber ή παρόμοια ρούχα που τους φανερώνουν ξεκάθαρα ως ακόλουθους της φασιστικής ιδεολογίας. Είναι αυτή η παρουσίαση και η αναδημιουργία κομματιών της ριζοσπαστικής δεξιάς στη Γερμανία και αλλού που ήταν επιτυχημένη στην προσέλκυση ενός αριθμού νεαρών ακτιβιστών στην ιδεολογία και κατά καιρούς στο βίαιο ακτιβισμό.

Οι Αυτόνομοι Εθνικιστές κάνουν ιδιαίτερες προσπάθειες να ενσωματώσουν ξένους ακτιβιστές στις δραστηριότητες τους στη Γερμανία . Αυτό, μαζί με τη χρήση των νέων κοινωνικών δικτύων και την αγγλική γλώσσα , καταλήγει σε μια ταχεία διάδοση ιδεών και ρεπερτορίων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Επίσης, ενώ τα αρχικά κάστρα του ακτιβισμού στο Βερολίνο και άλλων μεγάλων πόλεων έχουν δει τις δραστηριότητες τους να ελαττώνονται, σήμερα η ισχύς και η εστίαση του κινήματος εντοπίζεται σε πιο περιφερειακή προπαγάνδιση, ιδιαίτερα στη περιοχή του Ρουρ όπου έχουν δημιουργήσει ισχυρές και ενεργητικές ομάδες. Ξανά, η χρήση των κοινωνικών μέσων τους έχει επιτρέψει να πλησιάσουν νέους σε πιο απομακρυσμένες περιοχές που διαφορετικά δεν θα έρχονταν σε επαφή με τη νεοναζιστική ιδεολογία.

Η Αυτόνομη Εθνικιστική σκηνή παραμένει σε γενικές γραμμές από τις πιο κλασικές δομές εξουσίας μέσα στην ακροδεξιά, που κυριαρχούνται από το NPD και τις Kameradschaften, περισσότερο είναι ανεκτοί παρά αποδεκτοί μέσα στις κινητοποιήσεις. Ωστόσο, έδωσαν ώθηση για τον εκσυγχρονισμό των παραδοσιακών κομματικών πολιτικών και έχουν επιρροή πέρα από την γερμανική ακροδεξιά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Έχουν προωθήσει μια αυτόνομη υποκουλτούρα μέσα από την οποία μπορούν να δρουν δίχως την ανάγκη για τη στήριξη του NPD, δείχνοντας πως είναι ικανοί να οργανώσουν τις δικές τους δράσεις και διαδηλώσεις, ή να δράσουν στη περιφέρεια μεγαλύτερων νεοναζιστικών κινητοποιήσεων. Ωστόσο, ενώ συγκεκριμένες ομάδες προσελκύουν νεοφερμένους και αρκετές εκδηλώσεις των Αυτόνομων Εθνικιστών συνεχίζουν να προσελκύουν τεράστιους αριθμούς συμμετοχών, φυσικά και υπάρχουν μερικές αλλαγές. Μερικά από τα πιο ηγετικά άτομα μέσα στη σκηνή την εγκαταλείπουν. Πολλά από αυτά καταγγέλλουν ή κοροϊδεύουν την αυτόνομη εμφάνιση και ακτιβισμό, και αντίθετα αναζητούν την επανευθυγράμμιση με πιο καθιερωμένα κανάλια της ακροδεξιάς. Έτσι είναι αναμενόμενο πως η πλευρά αυτή θα υποχωρήσει σε πολιτικές αντικουλτούρας όπου η ταυτότητα του μπορεί να συντηρηθεί, ενώ αριθμοί και δυνατότητες θα μειωθούν.

Οι συγκρούσεις με τις καθιερωμένες ακραίες εθνικιστικές τάσεις και οργανώσεις οφείλονται εν μέρει στη προβληματική της κινητοποίησης γύρω από μια αντιφατική λογική, που περιστρέφεται γύρω από μια γενικά ατομιστική και δικτυωμένη  μορφή οργάνωσης  ενώ προωθεί φασιστικές πολιτικές εθνικής κοινότητας και τάξης. Ένα καίριο θέμα που προκύπτει από την έμφαση μας πάνω σε αυτή την αντίφαση είναι το ερώτημα του εκσυγχρονισμού. Το φαινόμενο των Αυτόνομων Εθνικιστών μπορεί να αναγνωστεί ως μια προσπάθεια να εκμοντερνιστεί το νεοναζιστικό κίνημα στη Γερμανία και αλλού και να το κάνει πιο προσιτό σε επαναστατικές νεανικές κουλτούρες. Όμως, ενώ είναι ξεκάθαρο πως αυτή η διαδικασία είναι κομμάτι μιας κίνησης προς μια πιο έντονης διαφοροποίησης των φασιστικών οργανωτικών μεθόδων – σίγουρα με την έννοια της στιλιστικής, τεχνολογικής και πολιτιστικής αλλαγής – ο νεοναζισμός πολιτικά περιέχει αντιμοντέρνα στοιχεία.

Μπορεί να αναλύσουμε τα στιλιστικά στοιχεία των Αυτόνομων Εθνικιστών ως μια πτυχή της κατασκευής της κοινωνικό-πολιτιστικής ταυτότητας που δεν ακολουθεί κάποιο ομογενές μοτίβο αλλά είναι μάλλον επηρεασμένο από μια κοινωνία γρήγορων πληροφοριακών ροών (χρήση κοινωνικών δικτύων, μπλογκ, βίντεο)δυναμικών πολιτιστικών τάσεων (μουσική και φίρμες ρούχων) και η ατομικοποίηση της έκφρασης και της οργάνωσης (δίκτυα, αυτονομία και DIY). Αυτή η «μεταμοντέρνα» πτυχή της εικόνας των Αυτόνομων Εθνικιστών είναι σε κόντρα με τα ιδανικά τους φασιστική οργάνωση: την οργανική ενότητα μιας εθνικής κοινότητας και την αποεξατομίκευση της κοινωνίας μέσα από τη πειθαρχία και την ηγεσία (Führerprinzip).

Έχοντας στο νου μας αυτό, μπορούμε να αναλογιστούμε πιο κριτικά πάνω στο νόημα της «αυτονομίας» για τους Αυτόνομους Εθνικιστές. Αντίθετα από τη ριζοσπαστική αριστερή ουσία του όρου που υπονοεί την χειραφέτηση και από την λογική των αγορών και από την αναγκαστική συμμετοχή σε μια εθνική συλλογικότητα, ο αυτόνομος εθνικισμός επιδιώκει την εθνικιστική ανεξαρτησία από την παγκοσμιοποίησης. Ωστόσο, οι αρχές του δικτυωμένου, αποκεντρωμένου και ατομικιστικού οργανισμού βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το δηλωμένο σκοπό  μιας εθνικής οργανικής τάξης. Ενώ για κομμάτια των ριζοσπαστικών και αναρχικών αριστερών, οι αυτόνομες οργανωτικές μορφές είναι εγγενώς συνδεδεμένες με τη κατασκευή μιας συμμετοχικής και μη εξουσιαστικής κοινωνίας – μια συμφωνία μέσων και σκοπών – η μορφή και το περιεχόμενο του αυτόνομου εθνικισμού είναι εμφανώς σε σύγκρουση. Αυτό μας δίνει επιπλέον ενδείξεις πως μια πιθανή μελλοντική διέξοδος για πολλούς Αυτόνομους Εθνικιστές μπορεί να είναι η επιστροφή σε πιο ιεραρχικούς και κομματικούς πολιτικούς σχηματισμούς.

Ένας τρόπος ανάλυσης των Αυτόνομων Εθνικιστών θα ήταν φυσικά ως μια αντιγραφή των μορφών δράσης και απεικόνισης που γνωρίζουμε από τα Δυτικά κινήματα οικουμενικής δικαιοσύνης. Μπορεί να δείξει πως τα προοδευτικά κινήματα αυτά είχαν επίδραση πέρα από τα άμεσα ακροατήρια τους και προκάλεσαν δεξιές μιμήσεις, δείχνοντας την επιτυχία στρατηγικών αντικουλτούρας μέσα σε τέτοια κινήματα. Από την άλλη, η σχετική αποτελεσματικότητα των Αυτόνομων Εθνικιστικών στο να χτίσει ένα  κίνημα της κλίμακας αυτού που έχουμε δει στην αριστερά δείχνει πως η σχετική επιτυχία του ακτιβισμού για τα δικαιώματα δεν οφείλονταν στο στυλ που είχε υιοθετήσει. Πολλοί από εκείνους που έχουν τονίσει την από τα κάτω λαϊκή φύση του κινήματος των δικαιωμάτων έχουν άμεσα ή έμμεσα την έχουν χαιρετίσει ως εκ φύσεως προοδευτική. Η οριζόντια, αυτόνομη και «υπερεθνική» πολιτική των Αυτόνομων Εθνικιστών θέτει αυτό υπό αμφισβήτηση. Πιο σημαντικό, όμως, έχουμε δείξει πως αυτό δεν είναι απλά θέμα μιμητισμού. Αυτό δε σημαίνει πως ο μιμητισμός δεν παίζει κάποιο ρόλο. Ωστόσο, τα θέματα αντιπαγκοσμιοποίησης παρουσιάζονται αυθεντικά μέσα από το φάσμα της ακροδεξιάς. Σε κάποια έκταση, τα στυλ και κώδικες είναι μια αντιφατική απεικόνιση αυτών των πολιτικών στάσεων. Περισσότερο από απλή αξιολόγηση τις επιπτώσεις του στυλ μέσα στα προοδευτικά κινήματα για τα δικαιώματα, το έχουμε πάρει ως σήμα για το άνοιγμα ξανά ερωτημάτων γύρω από την προοδευτικότητα θεμάτων εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης. Οι αντιλήψεις του έθνους, της ανεξαρτησίας και της κοινότητας, όπως και επίσης της επαναστατικότητας, πρέπει να επανεξεταστούν υπό το φως των δεξιών εκδοχών τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s