Άρθρο που δημοσιεύτηκε στα αγγλικά στο blog των εκδόσεων Verso Books. Ο Antonio Negri είναι ακαδημαϊκός, συγγραφέας και φιλόσοφος, είναι ο κύριος θεωρητικός εκπρόσωπος της ιταλικής Αυτονομίας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Ο δημοκρατικός δρόμος προς το φασισμό

Ο ισχυρισμός πως κάθε εξουσία είναι «εξουσία εξαίρεσης» έχει γίνει καθημερινή πραγματικότητα. Ωστόσο, αυτή η επιβεβαίωση δεν εξηγεί τη διαφορά μεταξύ ενός φασιστικού καθεστώτος και ενός συνταγματικού καθεστώτος. «Δεν υπάρχει διαφορά», απαντά το άτομο που πιστεύει στη κανονικότητα της «εξαίρεσης». Δοκιμάστε να πείτε αυτό στο λαό της Βραζιλίας, που είναι αντιμέτωπο με την εξουσία του Bolsonaro, και θα ακούσετε την απάντηση ¨είσαι τρελός!».

Στην επαναστατική μαρξιστική παράδοση, η αναλογία μεταξύ δημοκρατικού καθεστώτος και φασιστικού καθεστώτος απορρίπτεται. Η Τρίτη Διεθνής επέβαλε αυτή την ομοιότητα (που γρήγορα μετατράπηκε σε ταυτότητα), και όλοι ξέρουμε πως κατέληξε αυτό. Η ιδέα της συστατικής εξουσίας πρέπει να αντιμετωπίζεται με ίσες δόσεις προσοχής και οξυδέρκειας: δεν πρέπει να συγχέεται ή να μπερδευτεί με την «πολιτική εξαίρεση» και την άσκηση της – όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της «αυτονομίας του πολιτικού» (που στα βήματα του Carl Schmitt, βλέπουν μόνο είδος «εξαίρεσης» στην συστατική εξουσία).

Όσον αφορά σε ότι συνέβη στη Βραζιλία, πρέπει να σημειωθεί πρώτα πως ο φασισμός δεν ήρθε μέσα από ένα παραδοσιακό «πραξικόπημα» (έξω από τους δημοκρατικούς θεσμούς), μέσα από την εξαίρεση (όπως συνέβη λίγο πολύ με τους λατινοαμερικάνικους φασισμούς μέχρι τον Pinochet και την αργεντίνικη στρατιωτική χούντα), αλλά αντίθετα μέσα από την συνταγματική διαδικασία. Δεν ήρθε μέσα από τη ρήξη με την συνταγματική νομιμότητα, αλλά μέσα από την συνταγματική κατασκευή μιας νέας νομιμότητας. Δεύτερο, τείνω να πιστέψω πως η φασιστική βραζιλιάνικη κυβέρνηση δεν θα εξασκήσει την εξουσία μέσα από μια εξωτερική και βίαιη μεταμόρφωση του συνταγματικού καθεστώτος, αλλά μέσα από την μικρή (εκτός από το μαύρο πληθυσμό) μείωση των πολιτικών ελευθεριών και μέσα από την υπάρχουσα Συνταγματική κυβέρνηση. Δηλαδή, μέσα από το να θέσουν σε λειτουργία ένα είδος «συστατικής εξουσίας» μέσα στη διακυβέρνηση – μια εξουσία που είναι λειτουργική, ενσωματωμένη μέσα στην διακυβέρνηση και που την ίδια στιγμή είναι σε θέση να καθορίσει τις βαθιές αλλαγές στο συνταγματικό της ιστό. Αυτό το διαστρεμμένο μονοπάτι της δημοκρατίας,  που τώρα έχει δημιουργηθεί στη Βραζιλία, αλλά έχει βιωθεί, τμηματικά ή ολοκληρωτικά, σε άλλες καταστάσεις  και χώρες (όπως στη Τουρκία και την Αίγυπτο, για να μην αναφερθώ στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες) θα γίνει αντικείμενο κριτικής. Δεν πρέπει να αναρωτηθούμε μόνο τι σημαίνει «αντιπροσωπευόμενη δημοκρατία» σήμερα, αλλά τι σημαίνει «δημοκρατία» γενικά. Στη συνέχεια βασισμένοι σε αυτό, να ρωτήσουμε πως, μέσα από ποιες μορφές και με ποιους σκοπούς, πρέπει να ενεργοποιηθούμε  για να δημιουργήσουμε και να υπερασπιστούμε ένα Σύνταγμα που αντιπροσωπεύει την ελευθερία, που κατασκευάζει την ισότητα και δημιουργεί τις συνθήκες της. Και τέλος να ρωτήσουμε τον εαυτό μας αν είναι ακόμη δυνατό να μπορούμε να κάνουμε ακόμη αυτά τα ερωτήματα ή πρέπει να ξανασκεφτούμε τον ίδιο τον ιστό που τις συντηρεί;

Ένα συνταγματικό πραξικόπημα

Ένα συνταγματικό πραξικόπημα και/ή ένα δημοκρατικό πραξικόπημα: αυτό είναι το όνομα που μπορούμε να δώσουμε σε αυτό που συνέβη στη Βραζιλία και το ενσωματώνει σε μια ακαδημαϊκή τυπολογία του συνταγματικού νόμου. Η ανατροπή της νόμιμης υπάρχουσας εξουσίας  και η αντικατάσταση της από μια εξουσία που δεν νομιμοποιείται από μια καθολική ψηφοφορία, αλλά από ένα όργανο του Κράτους, τη Γερουσία, που έγινε πίσω από μια συνταγματική μάσκα. Άρχισε με την καθαίρεση της Προέδρου και συνέχισε με την αντικατάσταση της – απλά με κοινοβουλευτικά μέσα, δίχως νέες γενικές εκλογές –, λίγο την ανανέωση της προεδρικής της θητείας. Το πραξικόπημα αργότερα συνεχίστηκε (που δεν είναι άσχετο) με την άμεση έγκριση αρκετών νόμων, χαρακτηριστικών ενός νεοφιλελεύθερου καθεστώτος (ανάμεσα στους οποίους να αναφέρουμε το νόμο που απαγορεύει την αύξηση των κοινωνικών δαπανών για μεγάλο διάστημα) που, με γρήγορο και ύπουλο τρόπο, ανακάλεσε τις υλικές προβλέψεις του υπάρχοντος Συντάγματος.

Η σύνδεση μεταξύ της καθαίρεσης της Dilma για λόγους πολιτικής ηθικής (διαφθορά) και την εκκαθάριση του πολιτικού προσανατολισμού της κυβέρνησης της μέσα από τη συνταγματική  επιβεβαίωση μιας νεοφιλελεύθερης αρχής, δείχνει πως υπήρχε μεροληπτική φύση στην απομάκρυνση της, που το χαρακτηρίζει ως πραξικόπημα – μια ριζική αλλαγή της πολιτικής κατεύθυνσης της διακυβέρνησης, ή με άλλα λόγια, της υλικής συγκρότησης. Αυτό άνοιξε το δρόμο για να εγγυηθεί ότι, ακόμη και σε περίπτωση νέων εκλογών, μια πολύμορφη προεδρική πλειοψηφία (που οι δημοσκοπήσεις έδειχναν για το Lula) δεν θα μπορούσε να επαναφέρει αυτό που τώρα ήταν υπό συνταγματικό βέτο: μη νεοφιλελεύθερες προτάσεις για την αναδιανομή του εισοδήματος, ή μάλλον, εναλλακτικές στην πρόσφατα αποφασισμένη οικονομική νομιμότητα. Προς στήριξη των συνεχιζόμενων φιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών, και έτσι αναδιαμορφώνοντας τις κρατικές πολιτικές έξω (και πριν) από την λαϊκή τους νομιμοποίηση, η δικαστική εξουσία κινητοποιήθηκε μέσα από την καταδίκη και φυλάκιση του Lulaκαι, αργότερα, μέσα από την εκλογική του εξαίρεση. Δεν είναι σύμπτωση πως αυτή η δικαστική εξουσία έγινε αντικείμενο άμεσης οικειοποίησης από την κυβέρνηση Bolsonaro. Τέλος, οι εκλογές έγιναν υπό την απειλή – επέμβασης από τον εθνικό στρατό, σε περίπτωση νίκης της αριστεράς. Στο σημείο αυτό έχουμε την εκλογή ενός προέδρου, ενός φασίστα του 21ου αιώνα, αποκαθιστώντας με αυτό το τρόπο, τη δημοκρατική νομιμοποίηση της εξουσίας. Μια πολύ αμφίβολη, αλλά αποτελεσματική, αποκατάσταση. Στη κυβέρνηση που ανέλαβε την εξουσία στις αρχές του έτους, μαζί με το δικαστή του σκανδάλου Lava Jato (την επιχείρηση που σύμφωνα με το δικαστή Greco, όπως έχει διακηρύξει απερίφραστα δεν έχει να κάνει τίποτα με την επιχείρηση Mani Pullite), θα είναι ένα από τα Αγόρια του Σικάγο επικεφαλής της Οικονομίας και των Οικονομικών, στη Καγκελαρία (υπουργείο Εξωτερικών), ένας άνθρωπος που συνδέεται με την alt-right και τις πολιτικές του Trump, ενώ ο στρατός θα αναλάβει της λειτουργίες ενός υπουργείου Τάξης.

Αυτό το διεστραμμένο μονοπάτι που οδηγεί από τη δημοκρατία στο φασισμό είναι οργανωμένο όχι από εξωτερικά κινήματα αλλά από τις ίδιους τους θεσμούς της συνταγματικής εξουσίας μέσα από τη προσαρμογή τους των οργάνων ελέγχου στις πολιτικές γραμμές της ακροδεξιάς (ιδιαίτερα των δικαστηρίων). Η αποκάλυψη ενός συνολικού σχεδίου που διαπερνά όλους τους θεσμούς, καταστρέφοντας όλες τις συνδέσεις και επηρεάζοντας τις νέες διαμορφώσεις των επίσημων εικόνων του Συντάγματος και της σπουδαιότητας της πολιτικής του κατεύθυνσης, που είναι εγγυημένη στη διαδικασία της εκλογικής νομιμοποίησης, καταστέλλοντας έτσι κάθε ηθικό χαρακτήρα της δημοκρατικής αρχής. Όλα αυτά απαιτούν – όταν υποχωρήσει η απόγνωση, αν γίνει -συλλογισμό πάνω στο ίδιο το θέμα της δημοκρατίας.

Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Ο φασιστικός λαϊκισμός των Trump και Bolsonaro βιάζει ακόμη περισσότερο τη δημοκρατία. Η άμεση δημοκρατία έχει καταληφθεί, με ένα μαζικό και μυστικιστικό τρόπο από αυτούς τους φασίστες ηγέτες, και μεταμορφώνεται από μια μορφή διακυβέρνησης σε μια μορφή νομιμοποίησης μια κυβέρνησης. Τα tweet του Trump ερμηνεύουν αυτή τη μεταμόρφωση. Τα κοινωνικά μέσα και ο θεσμικός τύπος αναλαμβάνουν αυτή τη νομιμοποιητική λειτουργία. Επιπλέον, μπορεί να ειπωθεί (και εδώ υπάρχει τεράστια βιβλιογραφία στο ζήτημα), πως την παράγουν, ή τουλάχιστον την κάνουν εφικτή. Όταν υποχωρεί η απόγνωση, ακόμη θα πρέπει να θέσουμε το ερώτημα της ελευθερίας της έκφρασης σε σχέση με την εξουσία. Αυτό είναι το πρώτο πρόβλημα  που το κίνημα αντίστασης πρέπει να αντιμετωπίσει, λέγοντας «Ναι στα βιβλία, Όχι στα όπλα» (όπως ξεκίνησαν να λένε στη Βραζιλία, αλλά θα πρέπει να αρχίσει με την απελευθέρωση της ελεύθερης έκφρασης. Πράγματι, η αντίφαση μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης (συνταγματικά προστατευόμενης) και χρημάτων (= ιδιοκτησία = διαφθορά = η εγκληματική χρήση ψεμάτων από τα καθιερωμένα μέσα…) μοιάζει άλυτη. Υπάρχει όμως μόνο για όσους συνεχίζουν να το βλέπουν σα Γόρδιο Δεσμό και να μην πιστεύουν πως ένα σπαθί μπορεί να τον κόψει. Μια πολιτική δύναμη που θέλει να βγει από του βούρκο στον οποίο έχουν χωθεί δημοκρατία και φασισμός, πρέπει να θέσει αυτό το πρόβλημα ως το πρώτο προς επίλυση.

Ένα γενικό πρόβλημα

Υπάρχει μια διεργασία εν εξελίξει στις Ηνωμένες Πολιτείες που είναι ανάλογη με αυτή στη Βραζιλία. Η δύναμη της δημοκρατίας αυτής της χώρας και η αξία του Συντάγματός της έχουν εμποδίσει, για την ώρα, τη μεταμόρφωση από το να πάρει το στρεβλό ή ακόμη και γκροτέσκο στοιχείο αυτού που συμβαίνει στη Βραζιλία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η παρουσία αντίθετων δυνάμεων μπορεί ακόμη να μπλοκάρει (ή να κάνει αβέβαιη) την αποκρυστάλλωση μιας τάσης όπως αυτή στη Βραζιλία. Ωστόσο, αυτό δεν εξαφανίζει το γεγονός πως πραγματοποιείται μια αντιδραστική εδραίωση εξουσίας. Είναι ορατή στην έντονη μετατόπιση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος προς το πυρήνα του Trump (πίσω από τον οποίο βρίσκεται η κυριαρχία του Trump), τα είκοσι χρόνια προσανατολισμού του Ανώτατου Δικαστηρίου προς υπερσυντηρητικές θέσεις, η πραγματοποίηση κολοσσιαίων οικονομικών επιχειρήσεων μέσω των μέσων για τον έλεγχο της ψήφου, κλπ.

Με ένα πιο ευάλωτο τρόπο, αλλά μερικές φορές με τρομερή επιτάχυνση, μια παρόμοια διαδικασία λαμβάνει χώρα στην Ιταλία. Ωστόσο, ο λαϊκίστικος πολιτικός ορίζοντας εξαπλώνεται στην Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική. Η επέκταση αυτή μεγεθύνει ακόμα περισσότερο το πρόβλημα που συζητάμε εδώ: πως εγκαθίσταται ο φασισμός μέσα/και μέσω δημοκρατικών θεσμών; Και δεύτερο, τι ακριβώς είναι αυτή η φασιστικοποιητική εξέγερση;

Στη συνέχεια θα προσπαθήσουμε, αν όχι να απαντήσουμε, να εισαγάγουμε αυτό το ερώτημα με μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Για τώρα, ας αρχίσουμε με το να ορίσουμε αυτό το παράξενο φασισμό, που παρουσιάζεται με μια βαθιά σύνδεση με το νεοφιλελευθερισμό. Καλύτερα όμως, ας προσπαθήσουμε να ορίσουμε τις δυσκολίες που – εμείς πιστεύουμε – πως ένα νέο ακραίο πείραμα των θεωριών του Σικάγο πρέπει να αντιμετωπίσει στην εξέλιξη του. Οι παρούσες φασιστικοποιητικές μεταμορφώσεις της καπιταλιστικής άρχουσας τάξης (όχι ολόκληρης, για την ώρα), στην ουσία, μοιάζουν να καθορίζονται από την ανάγκη να συντηρήσουν με μεγαλύτερη δύναμη, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα του κράτους, μια πιο νεοφιλελεύθερη εξέλιξη της βαθιάς κρίσης. Είναι σημαντικό να τονίσουμε αυτή την ασυνήθιστη παραμόρφωση· η δύναμη του απολυταρχισμού καλείται για να διατηρήσει τη κρίση του φιλελευθερισμού. Τώρα σύμφωνα με αυτή την οπτική, ο φασισμός φαίνεται να μοιάζει (αν και όχι μόνο) ως η σκληρή φάση του νεοφιλελευθερισμού, ως έντονη επαναφορά της κυριαρχίας, σαν την αναστροφή του συνθήματος «πρώτα η αγορά, μετά το κράτος», σε πολλά σημεία, εκεί που η ανάπτυξη αντιμετωπίζει τις περισσότερες δυσκολίες, ή εκεί που οι μηχανισμοί της καταστρέφονται, ή καλύτερα, εκεί που αντιμετωπίζει ισχυρή αντίσταση.

Ο φασισμός χαρακτηρίζεται από αντιδραστικά αντανακλαστικά. Αυτό είναι που τους ξεχωρίζει από τους φασισμούς του 1920 και του 1930, όταν οι αντιδραστικοί δρούσαν στο πολιτικό πεδίο, ενώ μπορεί να ήταν σχετικά προοδευτικοί στο οικονομικό, ψευδοκεϋνσιανοί. Η αντίδραση αυτή είναι μάλλον σύμπτωμα αδυναμίας, το αποτέλεσμα άμυνας περισσότερο παρά επίθεσης. Που μοιάζει να αποδεικνύεται από το γεγονός πως αυτή η φασιστική εκδοχή, περισσότερο από απλά απολυταρχική τεχνική, προσπαθεί να χρησιμοποιήσει ελαστικούς μηχανισμούς για την αυταρχική μεταμόρφωση του κράτους, ρυθμίζοντας την κυβέρνηση σαν ένα είδος νέας και διαστρεβλωμένης συστατικής εξουσίας. Αυτά όμως, είναι απλά προβλέψεις, που μόνο η ένταση της μελλοντικής ταξικής πάλης μπορεί να επιβεβαιώσει ή όχι.

Δεν έχουμε όμως ρωτήσει ακόμη: τι είναι ο φασισμός του 21ου αιώνα; Αυτός του 20ου αιώνα επεδίωξε να καταστρέψει τα Σοβιέτ, στη Ρωσία ή σε όποιο άλλο μέρος του κόσμου μπορούσαν να βρεθούν. Που είναι οι Μπολσεβίκοι σήμερα; Εμφανώς είναι φανταστικοί. Η κούραση του νεοφιλελευθερισμού να εδραιώνει τον εαυτό του και οι πολιτικές κρίσεις που προστίθενται στις οικονομικές, ανασταίνουν το φόβο των Μπολσεβίκων. Η επιμονή αυτή είναι εκπληκτική.

Για να προσπαθήσουμε να το εκλογικεύσουμε, ας επιχειρήσουμε μια υπόθεση που θα μας επιτρέψει να ταξινομήσουμε αυτές τις φασιστικές τάσεις σε μια εποχή που η εξέλιξη του τρόπου παραγωγής έχει θέσει το πλήθος στο κέντρο του ταξικού αγώνα. Το πλήθος αποτελείται από ένα αριθμό μοναδικοτήτων, που συνδέονται από κοινωνική συνεργασία. Για το πλήθος (ιδιαίτερα στις μητροπόλεις), το στοιχείο της συνεργασίας είναι το κύριο σημείο ύπαρξής του ως τάξης. Με παραγωγικούς όρους, αυτή η συνεργατική δύναμη οδηγεί το πλήθος προς το κοινό. Ωστόσο, όταν ισχυρές εντάσεις επεμβαίνουν δρώντας στις μοναδικότητες (που αποτελούν το πλήθος) με όρους για παράδειγμα, οικονομική ή περιβαλλοντικής ανασφάλειας και φόβου για το μέλλον, τότε η συνεργασία του πλήθους μπορεί να καταρρεύσει ως άμυνα της ταυτότητας. Ο φασισμός του 21ου αιώνα μοιάζει να συντηρείται από τέτοια περιστατικά στη συνεργατική φύση του πλήθους.

Φασισμός και Νεοφιλελευθερισμός

Αν την εποχή του Πλάτωνα, οι δημοκρατικοί θεσμοί ήταν ανεπαρκείς στην αποτροπή της κρίσης της δημοκρατίας, στη παρούσα κατάσταση ευνοούν την άνοδο του φασισμού, παράγοντας διαφθορά. Τα σύγχρονοι δημοκρατικά συντάγματα οργανώθηκαν εξαιτίας της δυναμικής σύγκρουσης συμφερόντων, τελικά σε συμμαχίες στα δεξιά και τα αριστερά, σε σχέση με ένα μοντέλο ανταγωνισμού και την ειρηνική και ελεγχόμενη λύση σε αυτό τον ανταγωνισμό, ακολουθώντας την υπόθεση μιας ισορροπημένης αντίθεσης μεταξύ αντίθετων συμφερόντων. Σήμερα, η παγκοσμιοποίηση έχει οδηγήσει στην ομογενοποίηση της διακυβέρνησης σε παγκόσμιο επίπεδο (θα μπορούσε να ειπωθεί: προς την επικύρωση), αφού η διακυβέρνηση στην παγκοσμιοποίηση απαιτεί τη σύνθεση της σχέσης μεταξύ του επίσημου και του πραγματικού συντάγματος μέσα από την εισαγωγή κανόνων που προκύπτουν από τις πολυεθνικές χρηματοπιστωτικές σχέσεις εταιρειών στη παγκόσμια αγορά – και έτσι, καταπολεμώντας επαρκώς την αντιπαράθεση/σύγκρουση, έμφυτη στο ίδιο το σύνταγμα. Ο εξτρεμισμός του κέντρου, οι μεγάλες συμμαχίες, είναι, υπό αυτή την έννοια, σημαντικές στιγμές της ανασύνθεσης, μέσω της κυβέρνησης, των συνταγματικών προφίλ με παγκόσμια απήχηση. Η φάση αυτή όμως τελείωσε, και η αύξηση των συγκρούσεων έχει οδηγήσει σε μια βαθιά κρίση των παραδοσιακών μορφών της φιλελεύθερης δημοκρατικής διακυβέρνησης. Αυτό που συμβαίνει στη συνέχεια είναι τα πειράματα στη ρήξη: America First, Brexit και τώρα Brazil First, Italy First

Η διακυβέρνηση (δηλαδή, το σύνολο των μηχανισμών που διαμόρφωσαν με ενιαίο τρόπο τον ορίζοντα των εθνικών κυβερνήσεων και τη παγκόσμια διακυβέρνηση) είναι αντικείμενο όλο και πιο συχνών συνταγματικών περιστατικών, που πρωτίστως είχαν το αποτέλεσμα της ολοκληρωτικής καταστροφής πτυχών της προοδευτικής δημοκρατίας  που τα συντάγματα κληρονόμησαν από την δεύτερη περίοδο του ψυχρού πολέμου και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Με το τρόπο αυτό, η φυσιογνωμία των κρατών μεταμορφώνεται εις βάρος της δημοκρατίας. Η μεγάλη κρίση του 2007 έκανε τα πράγματα χειρότερα. Η διαχείριση της κρίσης πάντοτε άφηνε να εννοηθεί πως ήταν η κρίση που έθετε απαιτήσεις στη δημοκρατία. Σήμερα μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως τις συνέπειες εκείνων των γεγονότων. Όλο και συχνότερα, οι διαλεκτικές συνταγματικές δυναμικές λαμβάνονται λιγότερο υπόψη, η αντίθεση ενσωματώνεται στη διακυβέρνηση, ο κεϋνσιανισμός καταστρέφεται με τη συναίνεση των κεϋνσιανών. Η τελικές λειτουργίες της εξαίρεσης προκύπτουν άμεσα μέσα στη δημοκρατική διακυβέρνηση, περισσότερο σαν απάντηση σε κρυφές εκφράσεις μιας συστατικής εξουσίας, παρά ως ελεγχόμενοι μηχανισμοί ή επιλογές. Αυτό που θέλω να πω είναι η μεταμόρφωση που αυτά τα κινήματα ζητούν, σήμερα απαιτείται από τη καταστροφική δύναμη της δημοκρατίας.

Με την κρίση και την αποδυνάμωση της βορειοαμερικανικής δύναμης – που είχε καθορίσει μια συγκεκριμένη παγκόσμια ισορροπία, τουλάχιστο στη περιοχή κυριαρχίας της – αυτές οι διεργασίες επιταχύνθηκαν, απλώνοντας χάος παντού. Ο νέος φασισμός εγκαθίσταται μέσα σε αυτό το χάος. Δημιουργώντας τον εαυτό του από το φιλελεύθερο εγχείρημα για να κυριαρχήσει πάνω του, θα βρει τις συνθήκες για την βιώσιμη ανάπτυξή του. Θα είναι δύσκολο. Σε αυτές τις συνθήκες, ο νεοφιλελευθερισμός βρίσκεται σε απελπιστική θέση, αν πρόκειται να επαναφέρει ισορροπία. Έχοντας εκτοπίσει ή απορρίψει την παλιά δημοκρατική συνταγματική ισορροπία, τώρα είναι εκτεθειμένος στο κενό. Χρειάζεται κάτι καινούριο να απαντήσει στις νέες δυσκολίες, και αυτό το βρίσκει μόνο με τη μορφή του ολοκληρωτισμού, του ανανεωμένου φασισμού…. Για να επιβιώσει αυτό το άλμα στο κενό, πρέπει να καταφύγει στα μέσα ή σε ιδεολογικά όργανα, πρέπει να συκοφαντήσει και να καταστρέψει τις δυνάμεις που τον έχουν αντιμετωπίσει (κάποιες φορές δειλά, ή ακόμη και εν αναμονή των καταστροφικών του κατευθύνσεων – αυτή η κρίση είναι παρατεταμένη και βαθιά, και οι ευθύνες  απομένουν να καθοριστούν). Αυτές οι δυνάμεις ήταν σοσιαλδημοκρατικές, κεϋνσιανές. Οι νεοφιλελεύθεροι όμως που αποτελούν την νέα συνταγή της φασιστικής κυβέρνησης  στη Βραζιλία τους αποκαλούν κομμουνιστές και μπολιβαριανούς, προωθητές του χάους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες,  είναι οι ανόητοι κάτοικοι των πόλεων που υποσκάπτουν την εθνική ταυτότητα. Έτσι, αυτός ο φασισμός που  βασίζεται στο ιδεολογικό κανό ταξινομείται ως παραχαράκτης της μνήμης και αντιδραστικός επιδιορθωτής παλιών ταυτοτήτων. Αν πρόκειται για ένα παρελθόν δουλοκτησίας, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι ανησυχητικό· αν είναι ένα παρόν με σκλαβιά, όπως στη Βραζιλία, είναι ακόμη πιο ανησυχητικό.

Δεν πρέπει να φοβόμαστε

Οι Βραζιλιάνοι φίλοι μου αναρωτιούνται πως ήταν δυνατή η νίκη του Bolsonaro, γιατί οι συμπολίτες τους τον ψήφισαν τόσο μαζικά. Η απάντηση είναι απλή: δεν ψήφισαν για φασισμό, αλλά για το τέλος της διαφθοράς και ασφάλεια, σε μια κρίσιμη συγκυρία των ζωών τους για την οποία, στη πραγματικότητα, ένα κομμάτι του πληθυσμού κατηγορούσε το PT. Δεν είναι δύσκολο να σκεφτούμε πως το ρατσιστικό κίνητρο και η υπεράσπιση της οικογένειας (βλέπε την παράλογη πολεμική για το φύλο) σχημάτισε το φασιστικό θρόμβο αυτής της ασθένειας. Είναι μια εύκολη προφητεία, όπως ήδη έχουμε δείξει, πως ο Bolsonaro δεν θα καταφέρει να καθιερώσει τη κυβέρνηση του ως καθεστώς. Στο προηγουμένως αναφερμένο εμπόδιο σε σχέση με την συνένωση φασισμού και φιλελευθερισμού, υπάρχουν επιπλέον εξειδικευμένες εσωτερικές δυσκολίες: αντιμέτωποι με τα τακτικά εμπόδια που δημιουργούνται από την διάχυση των ψήφων στο Κογκρέσο, θα αναγκαστούν να συνεχίσουν να εξαγοράζουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία  από τους Ευαγγελιστές και άλλους μισθοφόρους· το τίμημα για την στήριξη από τους αγρότες θα είναι ακόμα πιο υψηλό, για την επιβίωση της κυβέρνησης, και στην διαπραγμάτευση των οικολογικών ορίων της επέκτασης των συμφερόντων τους· οι ακραίες προτάσεις για την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων κεκτημένων θα συναντήσει εχθρικότητα από το στρατό στο όνομα του κράτους, κλπ. Δεν θα τους είναι εύκολο να προχωρήσουν. Και ακόμη και η εδραίωση αυτής της νίκης  θα είναι δύσκολη: θα συγκρουστεί αντιφατικά με τα τις ίδιες σταθερές ιδέες  αξίες της Βραζιλιάνικης οικονομίας (ανοιχτή στις διεθνείς αγορές τροφίμων και ενέργειας, κλειστή στα ιδιαίτερα σημαντικά οικολογικά όρια, που ωθείται από μια δυνατή παραγωγική δυναμική, εξαιτίας του εύρους της αγοράς εργασίας). Ανήκουμε – φαίνεται – σε ένα περιθώριο στο οποίο οι υποσχέσεις για νίκη συγκρούονται με τους σκοπούς των νεοφιλελεύθερων υποστηρικτών του. Πως μπορούν να εξισορροπήσουν; Δεν ήμαστε στα 1930, όταν ο φασισμός ήταν οργανωμένος  γύρω από μια φόρμα  σχεδιασμού που προτιμούσε την μεγάλη (πολεμική) βιομηχανία και το μεγάλο τραπεζικό κεφάλαιο – αλλά με ένα πλεόνασμα, που αντιπροσωπεύε τα άμεσα κοινωνικά ευεργετήματα για το προλεταριάτο.

Αυτό που μας κάνει να τρέμουμε, μετά τη νίκη του Bolsonaro, είναι η αναμονή των καταστροφών που αυτή η κυβέρνηση πρόκειται να προκαλέσει έτσι και αλλιώς, με δεδομένο πως είναι ανίκανη να αναπτύξει ένα πολιτικό σχέδιο που δεν είναι αστυνομική επίθεση ενάντια στους φτωχούς, ενάντια στους μαύρους, και γενικά ένα αντικοινωνικό πρόγραμμα (όπως φαίνεται από υπερφιλελεύθερο πρόγραμμά του). Μιλιταριστής, ομοφοβικός, σεξιστής, οδηγούμενος από το μίσος του προς  ένα πλειοψηφικό μαύρο πληθυσμό (απέχουμε πολύ από το 54% λευκοί της απογραφής του 2000), ο Bolsonaro θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια μη λευκή δημογραφική ώθηση, που δεν σταματά να μεγεθύνεται. Η επερχόμενη καταστροφή είναι τεράστια και οι συνέπειες τις θα γίνουν αισθητές για πολλά χρόνια.

Τι πρέπει να γίνει, τότε; Πρέπει να σταματήσουμε να κλαψουρίζουμε, πρέπει να στρωθούμε στο έργο μας, παίρνοντας κουράγιο από τη γνώση πως το φασιστικό επιτελείο είναι ακόμη αδύναμο. Υπό ποια έννοια, με πιο πνεύμα, πρέπει να αρχίσουμε να δουλεύουμε; Οι προκλήσεις είναι ήδη πολυάριθμες, και στο μέλλον θα πολλαπλασιαστούν. Στα πανεπιστήμια υπάρχουν τάγματα και δεξιές ομάδες που φτιάχνουν σελίδες με κομμουνιστές, σχολικά προγράμματα έχουν αρχίσει να γεμίζουν με επικλήσεις στο δουλοκτητικό παρελθόν, κλπ. Δεν πρέπει να φοβόμαστε. Το να μη φοβόμαστε είναι το καίριο στοιχείο για τη δημιουργία αντίστασης.

Ο φασισμός βασίζεται στο φόβο. Ξυπνώντας τώρα καλλιεργεί το φόβο των μαύρων και των κομμουνιστών. Τι δίδυμο αυτό όμως είναι σύμβολο ζωής, και ο αγώνας του είναι δείγμα απελευθέρωσης. Τα αριστερά κόμματα, συμπεριλαμβανομένου του μη σωζόμενου PT, είναι σε κρίση. Στη σχέση και τη πολιτική ανασύσταση των μαύρων και των κομμουνιστών είναι που μπορεί να δημιουργηθεί μια ριζοσπαστική αντιφασιστική αριστερά. Αυτό το στάδιο είναι θεμελιώδες. Δεν μπορεί να υπάρξει αντιφασισμός στη Βραζιλία δίχως πολιτική σύνθεση μεταξύ των λευκών κομμουνιστών και του μαύρου πληθυσμού. Είναι αυτονόητο πως η σπίθα για αυτή την ανασύνθεση σήμερα, είναι τα φεμινιστικά κινήματα. Είναι πλειοψηφικά κινήματα, και η πλειοψηφία δε φοβάται

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s