Το παρακάτω κείμενο είναι το πρώτο από τα δυο κείμενα που περιέχονται στη μπροσούρα Ecofascism: Lessons from the German Experience (AK Press, 2001 & 2011). Ο Peter Staudenmaier είναι οικολόγος και αναρχικός ακτιβιστής στη Γερμανία και μέλος του Institute for Social Ecology (ISE). Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

«Αναγνωρίζουμε πως ο διαχωρισμός της ανθρωπότητας από τη φύση, από το σύνολο της ζωής, οδηγεί στην ίδια τη καταστροφή του ανθρώπινου είδους και το θάνατο των εθνών. Μόνο μέσα από την επανασύνδεση της ανθρωπότητας με το σύνολο της φύσης θα κάνει το λαό μας δυνατότερο. Αυτό είναι το ουσιαστικό σημείο των βιολογικών καθηκόντων της εποχής μας. Το ανθρώπινοι είδος δεν είναι πια το επίκεντρο της σκέψης, αλλά αντίθετα η ζωή συνολικά… Αυτή η πάλη προς την σύνδεση με την ολότητα της ζωής, με τη φύση την ίδια, μια φύση στην οποία γεννιόμαστε, αυτή είναι η βαθύτερη σημασία και η πραγματική ουσία της εθνικοσοσιαλιστικής σκέψης»

Ernst Lehmann

 

Στο ζήλο μας να καταδικάσουμε το στάτους κβο, οι ριζοσπάστες συχνά πετάνε τριγύρω, δίχως προσοχή, επίθετα όπως «φασίστας» και «οικοφασίστας». Συμβάλλοντας έτσι σε ένα είδος εννοιολογικού πληθωρισμού που με που με κανένα τρόπο δεν βοηθά της επέκταση της αποτελεσματικής κοινωνικής κριτικής. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι εύκολο να παραβλέψουμε το γεγονός πως υπάρχουν ακόμη κακοήθη ρεύματα του φασισμού στη πολιτική μας κουλτούρα, ανεξάρτητα πόσο περιθωριακά είναι, απαιτούν τη προσοχή μας. Ένα από τα λιγότερο αναγνωρίσιμα ή κατανοητά από αυτά τα ρεύματα  είναι το φαινόμενο που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «πραγματικά υπαρκτό οικοφασισμό», δηλαδή, την ενασχόληση αυθεντικά φασιστικών κινημάτων με οικολογικά ζητήματα. Για να κατανοήσουμε την ιδιαίτερη ένταση και αντοχή αυτής της σχέσης, πρέπει να εξετάσουμε πιο προσεκτικά την πιο διαβόητη ιστορική του ενσάρκωση, την αποκαλούμενη «πράσινη πτέρυγα» του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού.

Παρά τις εκτεταμένες ιστορικές καταγραφές, το ζήτημα παραμένει αόριστο,  δίχως προσοχή τόσο από επαγγελματίες ιστορικούς όσο και από ακτιβιστές περιβαλλοντολόγους εξίσου. Στις αγγλόφωνες χώρες, όπως και στη Γερμανία  την ίδια, η ίδια η ύπαρξη της «πράσινης πτέρυγας» στο ναζιστικό κίνημα, πόσο μάλλον η έμπνευση του, οι σκοποί του και οι συνέπειές του, δεν έχουν διερευνηθεί και αναλυθεί επαρκώς. Το μεγαλύτερο μέρος της διαθέσιμης ερμηνειών υποκύπτουν είτε σε μια ανησυχητική ακαδημαϊκή συγγένεια με το αντικείμενο τους, ή σε μια αθώα άρνηση να εξεταστεί τοη πλήρης έκταση της «ιδεολογικής επικάλυψης μεταξύ συντήρησης της φύσης και του Εθνικοσοσιαλισμού». Το άρθρο αυτό παρουσιάζει μια σύντομη και απαραίτητη σχηματική σύνοψη των οικολογικών συστατικών του ναζισμού, τονίζοντας τόσο το ρόλο τους στη ναζιστική ιδεολογία και στη πρακτική τους εφαρμογή στη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ. Μια προκαταρκτική μελέτη των προδρόμων του κλασικού οικοφασισμού, στη διάρκεια του δέκατου και εικοστού αιώνα, θα βοηθούσε να φωτίσουμε τα εννοιολογικά στηρίγματα που είναι κοινά σε όλα τα ρεύματα της αντιδραστικής οικολογίας.

Δυο διευκρινήσεις είναι όμως απαραίτητες. Πρώτο, οι όροι «περιβαλλοντολογικός» και «οικολογικός» χρησιμοποιούνται εδώ λίγο πολύ ως ισοδύναμες για να περιγράψουν ιδέες, συμπεριφορές, και πρακτικές που σχετίζονται συνήθως με το σύγχρονο οικολογικό κίνημα. Αυτό δεν αποτελεί αναχρονισμό· δείχνει απλά μια ερμηνευτική προσέγγιση η οποία τονίζει τις συνδέσεις με σύγχρονες ανησυχίες. Δεύτερο, η προσέγγιση αυτή δεν γίνεται για να στηρίξει την ιστοριογραφικά εσφαλμένη αντίληψη πως τα προ του 1933 ιστορικά δεδομένα μπορούν ή πρέπει να διαβάζονται ως κάτι που «μοιραία οδηγούσε» στην ναζιστική λαίλαπα. Αντίθετα, το ενδιαφέρον μας εδώ είναι με την διάκριση ιδεολογικών συνεχειών και αναζήτησης πολιτικών γενεαλογιών, σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε το παρελθόν λαμβάνοντας υπόψιν τη παρούσα κατάσταση – να κάνουμε την ιστορία σχετική με την παρούσα κοινωνική και οικολογική κρίση.

Οι Ρίζες της Αίγλης του Αίμα και Γη

Η Γερμανία δεν είναι μόνο η γενέτειρα της επιστήμης της οικολογίας και το σημείο που η Πράσινη πολιτική ήρθε στο προσκήνιο· ήταν επίσης και το μέρος που έλαβε χώρα  μια παράξενη σύνθεση του νατουραλισμού και του εθνικισμού, υπό την επιρροή της Ρομαντικής παράδοσης του αντι-Διαφωτιστικού ανορθολογισμού. Δυο φιγούρες του 19ου αιώνα είναι χαρακτηριστικές αυτής της δυσοίωνης ανάμιξης: ο Ernst Moritz Arndt και ο Wilhelm Heinrich Riehl.

Αν και ευρύτερα γνωστός στη Γερμανία για το φανατικό του εθνικισμό, ο Arndt ήταν επίσης ταγμένος στο σκοπό του βουκολικού κόσμου, το οποίο τον οδήγησε στο να ανησυχεί και για την ευημερία της ίδιας της γης. Οι ιστορικοί του γερμανικού περιβαλλοντισμού τον αναφέρουν ως το πρώτο παράδειγμα «οικολογικής σκέψης με τη σύγχρονη έννοια». Το σπουδαίο του άρθρο του 1815 με τίτλο Για τη Φροντίδα και Συντήρηση των Δασών, που γράφτηκε στην αυγή της εκβιομηχάνισης της Κεντρικής Ευρώπης, στρέφεται κατά της κοντόφθαλμης εκμετάλλευσης των δασών και του εδάφους, καταδικάζοντας την αποψίλωση και τις οικονομικές της αιτίες. Κατά περιόδους έγραψε με όρους αξιοσημείωτα παρόμοιους με εκείνους του σύγχρονου βιοκεντρισμού: «Όταν κάποιος δει τη φύση με την απαραίτητη σύνδεση και αμοιβαία σχέση, τότε όλα τα πράγματα είναι εξίσου σημαντικά – ο θάμνος, το σκουλήκι, το φυτό, ο άνθρωπος, η πέτρα, τίποτα πάνω ή κάτω, αλλά όλα σε μια μοναδική ενότητα».

Η οικολογία του Arndt, ωστόσο, ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη με κακοήθη ξενοφικό εθνικισμό. Οι εύγλωττες και προφητικές του εκκλήσεις για οικολογική ευαισθησία συνοδεύονταν πάντοτε με όρους για την ευημερία του Γερμανικού εδάφους και του Γερμανικού λαού, και οι επαναλαμβανόμενες παρανοϊκές πολεμικές του ενάντια στην επιμειξία, την απαίτηση για τευτονική φυλετική καθαρότητα, και επίθετα εναντίον των Γάλλων, των Σλάβων και των Εβραίων, δείχνουν κάθε πτυχή της σκέψης του. Στην ίδια την αρχή του 19ου αιώνα, η φονική σύνδεση μεταξύ της αγάπης για τη γη και του ακτιβιστικού ρατσιστικού εθνικισμού είχε παγιώσει την ύπαρξη της.

Ο Riehl, μαθητής του Arndt, ανέπτυξε ακόμη περισσότερο αυτή τη διαβολική παράδοση. Κατά κάποιους τρόπους η «πράσινη» τάση του πήγε ακόμη πιο βαθιά σε σχέση με του Arndt· προμηνύοντας συγκεκριμένες τάσεις μέσα στο πρόσφατο οικολογικό ακτιβισμό, το δοκίμιο του από το 1853 με τίτλο Λιβάδι και Δάσος, τελείωνε με μια έκκληση για μάχη για «δικαιώματα της άγριας φύσης». Ακόμη όμως και εδώ το εθνικιστικό πάθος έδινε το τόνο: «Πρέπει να σώσουμε το δάσος, όχι μόνο έτσι ώστε οι φούρνοι μας να μη παγώσουν το χειμώνα, αλλά επίσης έτσι ώστε ο σφυγμός της ζωής του λαού να συνεχίσει να χτυπά με ζεστασιά και χαρά, ώστε η Γερμανία να παραμείνει Γερμανική». Ο Riehl ήταν ασυμβίβαστος εχθρός της εξάπλωσης της εκβιομηχάνισης και της αστικοποίησης· η έντονα αντισημιτική ηρωποίηση των βουκολικών αξιών της επαρχίας και η αδιάκριτη καταδίκη της μοντερνικότητας  των καθιέρωσαν ως τον «ιδρυτή του βουκολικού ρομαντισμού και της αντι-αστικοποίησης».

Αυτές οι δυο τελευταίες εμμονές ωρίμασαν το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στα πλαίσια του εθνικού* (völkisch) κινήματος, μιας ισχυρής πολιτισμικής προδιάθεσης και κοινωνικής τάσης που ένωνε τον εθνοκεντρικό λαϊκισμό με το μυστικισμό της φύσης. Στη καρδιά του εθνικού πειρασμού ήταν μια παθολογική αντίδραση στη μοντερνικότητα. Μπροστά στις πραγματικές εκτοπίσεις που έφερε ο θρίαμβος του βιομηχανικού καπιταλισμού και η εθνική ενοποίηση, οι εθνικοί στοχαστές κήρυτταν την επιστροφή στη γη, στην απλότητα και την ολότητα μιας ζωής που είναι συντονισμένη με την αγνότητα της φύσης. Ο διάχυτος μυστικισμός αυτού του διεστραμμένου ουτοπισμού ταίριαζε απόλυτα με την πολιτική του χυδαιότητα. Ενώ «το Εθνικό  κίνημα φιλοδοξούσε να ανακατασκευάσει τη κοινωνία, ευλογημένη από την ιστορία, ριζωμένη στη φύση, και σε κοινωνία με το κοσμικό ζωϊκό πνεύμα», αρνούνταν εμφατικά να εντοπίσει τις πηγές της αποξένωσης, του ξεριζωμού και της οικολογικής καταστροφής στις κοινωνικές δομές, κατηγορώντας αντίθετα τον ορθολογισμό, τον κοσμοπολιτισμό και τον αστικό πολιτισμό. Η προσωποποίηση όλων αυτών ήταν το πανάρχαιο αντικείμενο του χωριάτικου μίσους και της απέχθειας των μεσοαστών: οι Εβραίοι. «Οι Γερμανοί αναζητούσαν μια μυστηριώδη ολότητα που θα τους επανέφερε στην πρωτογενή ευτυχία, καταστρέφοντας το εχθρικό περιβάλλον του αστικού βιομηχανικού πολιτισμού που η Εβραϊκή συνομωσία τους είχε επιβάλει».

Επανασχηματοποιώντας το παραδοσιακό Γερμανικό αντισημιτισμό με φίλο-περιβαλλοντικούς όρους, το εθνικό κίνημα μετέφερε ένα εκρηκτικό αμάλγαμα πολιτισμικών προκαταλήψεων του 19ου αιώνα, Ρομαντικών εμμονών με την αγνότητα, και αντί-Διαφωτιστικό αίσθημα στον πολιτικό διάλογο του 20ου αιώνα. Η εμφάνιση της σύγχρονης οικολογίας δημιούργησε το τελευταίο κρίκο στη μοιραία αλυσίδα που έδενε μαζί επιθετικό εθνικισμό, μυστικιστικά φορτισμένο ρατσισμό, και περιβαλλοντολογικές τάσεις. Το 1867 ο Γερμανός ζωολόγος Ernst Haeckel δημιούργησε τον όρο «οικολογία» και άρχισε να τον καθιερώνει ως επιστημονικό κλάδο αφιερωμένο στη μελέτη των αλληλεπιδράσεων μεταξύ οργανισμού και περιβάλλοντος. Ο Haeckel ήταν επίσης αυτός που κατά κύριο λόγο διέδωσε τον Darwin και την εξελικτική θεωρία στον γερμανόφωνο κόσμο, και ανέπτυξε μια ιδιόμορφη φιλοσοφία κοινωνικού δαρβινισμού, που ονόμασε «Μονισμό». Η Ένωση Γερμανών Μονιστών που ίδρυσε συνδύαζε τον επιστημονικά  βασισμένο οικολογικό ολισμό με τις εθνικές κοινωνικές απόψεις. Ο Haeckel πίστευε στη νορδική φυλετική ανωτερότητα, αντιμάχονταν έντονα την ανάμειξη των φυλών, και υποστήριζε ένθερμα τις πολιτικές φυλετικής ευγονικής. Ο ένθερμος εθνικισμός του έγινε φανατισμός με το ξεκίνημα του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, και εξερράγη σε αντισημιτικούς τόνους ενάντια στην μεταπολεμική Σοβιετική Δημοκρατία της Βαυαρίας.

Με το τρόπο αυτό «ο Haeckel συνέβαλε σε εκείνη την ιδιαίτερη ποικιλία γερμανικής σκέψης που λειτούργησε ως το φυτώριο για τον Εθνικοσοσιαλισμό. Έγινε ένας από τους βασικούς ιδεολόγους του ρατσισμού, του εθνικισμού και του ιμπεριαλισμού της Γερμανίας». Προς το τέλος της ζωής του εντάχθηκε στην Εταιρία της Θούλης (Thule-Gesellschaft), «μια μυστική ριζοσπαστικά δεξιά οργάνωση που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καθιέρωση του Ναζιστικού κινήματος». Αυτό ώμος που έχει σημασία είναι κάτι περισσότερο από προσωπικές διαδρομές. Ο πρωτοπόρος της επιστημονικής οικολογίας, μαζί με τους μαθητές του Willibald Hentschel, Wilhelm Bölsche και Bruno Wille, επηρέασαν βαθιά τη σκέψη των επόμενων γενιών οικολόγων με το να ενσωματώσουν το ενδιαφέρον για το φυσικό κόσμο σε ένα σφιχτό ιστό  οπισθοδρομικών κοινωνικών θεμάτων. Από τις αρχές  της, έτσι η οικολογία ήταν συνδεδεμένη σε ένα έντονα αντιδραστικό πολιτικό πλαίσιο.

Οι ιδιαίτερες αντιθέσεις αυτής της πρώιμης ένωσης της οικολογίας και των αυταρχικών κοινωνικών ιδεών είναι ιδιαίτερα διδακτικές. Στο κέντρο αυτού του ιδεολογικού συμπλέγματος είναι η άμεση, αδιαμεσολάβητη εφαρμογή βιολογικών διακρίσεων στο κοινωνικό πεδίο. Ο Haeckel πίστευε πως «ο πολιτισμός και η ζωή των εθνών κυβερνιώνται από τους ίδιους νόμους που κυριαρχούν ε όλη την φύση και την οργανική ζωή». Η ιδέα αυτή των «φυσικών νόμων» ή «φυσικής τάξης» είναι για πολύ καιρό το υπόβαθρο της αντιδραστικής οικολογικής σκέψης. Το συνεπακόλουθο της είναι ο αντιανθρωπισμός:

«Έτσι για τους Μονιστές, το πιο καταστροφικό ίσως χαρακτηριστικό του Ευρωπαϊκού αστικού πολιτισμού ήταν η διογκωμένη σπουδαιότητα που απέδιδε στην ιδέα του ανθρώπου γενικά, στην ύπαρξή του και στα ταλέντα του, και στη πίστη πως μέσα από τις ιδιαίτερες λογικές του ικανότητες ο άνθρωπος θα μπορούσε ουσιαστικά να ξαναδημιουργήσει το κόσμο και να φέρει μια καθολική πιο αρμονική και ηθικά δίκαιη κοινωνική τάξη. [η ανθρωπότητα] ήταν ένα ασήμαντο πλάσμα όταν συγκρίνονταν και μετρούνταν με την απεραντότητα του σύμπαντος και τις συντριπτικές δυνάμεις της φύσης».

Άλλοι Μονιστές επέκτειναν αυτή την αντιανθρωπιστική έμφαση και την ανέμειξαν με παραδοσιακά εθνικά μοτίβα αδιάκριτης αντιβιομηχανοποίησης και αντιαστικοποίησης, μαζί επίσης με τον πρόσφατα εμφανισμένο ψευδοεπιστημονικό ρατσισμό. Ο άξονας, ήταν ξανά, η σύνδεση των βιολογικών και κοινωνικών τάξεων. Ο βιολόγος Raoul Francé, ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας των Μονιστών, ανέπτυξε τους λεγόμενους Lebensgesetze, «νόμους της ζωής» μέσα από τους οποίους η φυσική τάξη καθορίζει τη κοινωνική τάξη. Ήταν αντίθετος στην ανάμειξη των φυλών, για παράδειγμα, ως «αφύσικη». Ο Francé έχει μεγάλη αίγλη μεταξύ των σύγχρονων οικοφασιστών ως «πρωτοπόρος του οικολογικού κινήματος».

Ο συνάδελφος του Francé, Ludwig Woltmann, ένας ακόμη μαθητής του Haeckel, επέμενε στη βιολογική ερμηνεία όλων των κοινωνικών φαινομένων, από τις πολιτισμικές τάσεις ως τις οικονομικές συμφωνίες. Τόνιζε την υποτιθέμενη σύνδεση μεταξύ της περιβαλλοντικής αγνότητας και της «φυλετικής» αγνότητας: «Ο Woltmann υιοθέτησε μια αρνητική τάση προς το σύγχρονο βιομηχανικό κόσμο. Ισχυρίζονταν πως η αλλαγή από μια αγροτική σε μια βιομηχανική κοινωνία είχε επιταχύνει την παρακμή της φυλής. Αντίθετα με τη φύση, η οποία παράγει τις αρμονικές μορ΄φες του Γερμανισμού, υπήρχαν οι μεγάλες πόλεις, διαβολικές και ανόργανες, που καταστρέφουν τις αρετές της φυλής».

Έτσι από τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα ένας ιδιαίτερος τύπος «οικολογικής» επιχειρηματολογίας, εμποτισμένος με δεξιό πολιτικό περιεχόμενο, είχε αποκτήσει ένα βαθμό εγκυρότητας μέσα στη πολιτική κουλτούρα της Γερμανίας. Στη διάρκεια της ταραγμένης περιόδου γύρω από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, το μείγμα του εθνοκεντρικού φανατισμού, η οπισθοδρομική απόρριψη της μοντερνικότητας και το πραγματικό οικολογικό ενδιαφέρον, αποδείχτηκαν πράγματι ένα ισχυρό φάρμακο.

Η Φύση στην Εθνικοσοσιαλιστική Σκέψη

Το βασικό όχημα για την διάδοση αυτού του ιδεολογικού γαλαξία στο προσκήνιο ήταν το νεανικό κίνημα, ένα άμορφο φαινόμενο που έπαιξε αποφασιστικό αλλά ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο ρόλο στη διαμόρφωση της Γερμανικής λαϊκής κουλτούρας στη διάρκεια των πρώτων τριών δεκαετιών του 30ου αιώνα. Επίσης γνωστό ως Wandervögel (που μεταφράζεται περίπου ως «περιπλανώμενα ελεύθερα πνεύματα»), το νεανικό κίνημα είναι ένα συνονθύλευμα στοιχείων της αντικουλτούρας, αναμιγνύοντας νεορομαντισμό, ανατολικές φιλοσοφίες, εχθρότητα προς τη λογική, και μια έντονη κοινοτιστική ορμή σε μια μπερδεμένη αλλά ωστόσο φλογερή αναζήτηση για το αυθεντικό, μη αποξενωτικές κοινωνικές σχέσεις. η έμφαση που δίνουν στο πίσω-στη-γη γέννησε μια παθιασμένη ευαισθησία στο φυσικό κόσμο και τη ζημιά που υπέφερε. Έχουν χαρακτηριστεί εύστοχα ως «δεξιοί χίπηδες», γιατί αν και κάποια κομμάτια του κινήματος στράφηκαν προς κάποιες μορφές χειραφετικών πολιτικών (αν και συνήθως ξεφορτώνονοταν τα οικολογικά φτιασιδώματα στη πορεία), οι περισσότεροι από τους Wandervögel στο τέλος απορροφήθηκαν τελικά από τους Ναζί. Αυτή η μετατόπιση από τη λατρεία της φύσης στη λατρεία του Führer αξίζει να εξεταστεί.

Τα διάφορα ρεύματα του νεανικού κινήματος μοιράζονται μια κοινή αυτό-αντίληψη: είναι μια υποτιθέμενη «μη πολιτική» απάντηση στη βαθιά πολιτισμική κρίση, τονίζοντας την προτεραιότητα της άμεσης συναισθηματικής εμπειρίας σε σχέση με την κοινωνική κριτική και δράση. Ώθησαν τις αντιθέσεις της εποχής τους ως το σημείο ρήξης, αλλά δεν στάθηκαν ικανοί ή πρόθυμοι να κάνουν το τελευταίο βήμα προς την οργανωμένη, εστιασμένη κοινωνική επανάσταση, «πεπεισμένοι πως οι αλλαγές που ήθελαν να έρθουν στη κοινωνία δεν μπορούσαν να έρθουν με πολιτικά μέσα, αλλά μόνο με την βελτίωση του ατόμου». Αυτό αποδείχτηκε θανάσιμο λάθος. «Γενικά μιλώντας, δυο μέθοδοι επανάστασης ήταν διαθέσιμοι για αυτούς: μπορούσαν να ακολουθήσουν την ριζοσπαστική τους κριτική επί της κοινωνίας, η οποία θα μπορούσε να τους φέρει στο στρατόπεδο της κοινωνικής επανάστασης. Οι Wandervögel  όμως επέλεξαν την άλλη μορφή διαμαρτυρίας ενάντια στη κοινωνία – το ρομαντισμό».

Αυτή η στάση προσφέρθηκε πολύ πρόθυμα σε ένα πολύ διαφορετικό είδος πολιτικής κινητοποίησης: τον «απολίτικο» ζηλωτισμό του φασισμού. Το νεανικό κίνημα δεν απέτυχε απλά στην μορφή διαμαρτυρίας που επέλεξε, επανατοποθετήθηκε ενεργά όταν τα μέλη του εντάχθηκαν στους Ναζί κατά χιλιάδες. Η ενεργητικότητα της αντικουλτούρας και τα όνειρά του για αρμονία με τη φύση γέννησαν το πιο πικρό καρπό. Αυτή, είναι ίσως, η αναπόφευκτη τροχιά  κάθε κινήματος που αναγνωρίζει και αντιτίθεται στα κοινωνικά και οικολογικά προβλήματα αλλά δεν αναγνωρίζει τις συστημικές τους ρίζες ή αντιστέκεται ενεργητικά στις πολιτικές και οικονομικές δομές που τις δημιουργούν. Η διαστρέβλωση της κοινωνικής μεταμόρφωσης προς όφελος της προσωπικής αλλαγής, μια φαινομενικά απολίτικη απογοήτευση μπορεί, σε περιόδους κρίσης, να δημιουργήσει βάρβαρα αποτελέσματα.

Η γοητεία που άσκησαν, τέτοιες οπτικές, στην ιδεαλιστική νεολαία είναι ξεκάθαρες: το μέγεθος της κρίσης έμοιαζε να απαιτεί την απόλυτη απόρριψη των προφανών αιτίων της. Είναι στη συγκεκριμένη μορφή της αυτής της απόρριψης που κρύβεται ο κίνδυνος. Στο σημείο αυτό το έργο πολλών άλλων θεωρητικών της περιόδου είναι διδακτικό. Ο φιλόσοφος Ludwig Klages επηρέασε βαθιά το νεανικό κίνημα και διαμόρφωσε ιδιαίτερα  την οικολογική του συνείδηση. Έγραψε ένα ιδιαίτερα σημαντικό δοκίμιο με τίτλο Άνθρωπος και Γη για τη διάσημη συγκέντρωση στο Μάισνερ το 1913. Ένα ιδιαίτερα αιχμηρό κείμενο και το πιο γνωστό από το σύνολο του έργου του Klages, δεν είναι απλά «ένα από τα σημαντικότερα μανιφέστα του ριζοσπαστικού οικοπασιφιστικού κινήματος στη Γερμανία», αλλά επίσης και ένα κλασικό παράδειγμα της σαγηνευτικής ορολογίας της αντιδραστικής οικολογίας.

Το Άνθρωπος και Γη προέβλεψε σχεδόν όλα τα ζητήματα του σύγχρονου οικολογικού κινήματος. Καυτηρίασε την επιταχυνόμενη εξαφάνιση των ειδών, την διασάλευση της παγκόσμιας ισορροπίας του οικοσυστήματος, την αποψίλωση, την καταστροφή των αυτόχθονων λαών και των φυσικών τόπων διαβίωσης, την αστική επέκταση, και την αυξανόμενη απομάκρυνση των ανθρώπων από τη φύση. Με εμφατικούς όρους κατηγορούσε το χριστιανισμό, το καπιταλισμό, τον οικονομικό ωφελιμισμό, την υπερκατανάλωση και την ιδεολογία της «προόδου». Καταδίκαζε ακόμη την περιβαλλοντική καταστροφή του ανεξέλεγκτου τουρισμού και τη σφαγή των φαλαινών, και έδειχνε μια ξεκάθαρη αναγνώριση του πλανήτη ως οικολογικής ολότητας. Όλα αυτά το 1913!

Μπορεί να μοιάζει με έκπληξη έτσι, το να μαθαίνεις πως ο Klages σε όλη του τη ζωή ήταν πολιτικά υπερσυντηρητικός και ιδιαίτερα αντισημίτης. Ένας ιστορικός τον χαρακτηρίζει ως «εθνικά φανατικό» και ένας άλλος τον θεωρεί απλά «διανοούμενο βηματοδότη του Τρίτου Ράιχ» που «άνοιξε το δρόμο για τη φασιστική ιδεολογία με πολλούς σημαντικούς τρόπους». Στο Άνθρωπος και Γη η αυθεντική αγανάκτηση για τη καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος συνδέεται με το βαθύτερο πολιτικό νόημα της πολιτιστικής αγανάκτησης. Η διάγνωση του Klages για τις ασθένειες της σύγχρονης κοινωνίας, με όλες τις δημηγορίες γύρω από το καπιταλισμό, επιστρέφει σε ένα μόνο ένοχο: το Geist (πνεύμα). Η χαρακτηριστική του χρήση του όρου, ο οποίος σημαίνει νους ή νόηση, χρησίμευε για την αποκήρυξη όχι μόνο του υπερορθολογισμού ή της χρηστικής λογικής, αλλά της ίδιας της ορθολογικής σκέψης. Μια τέτοια ολοκληρωτική καταδίκη της λογικής δεν μπορεί παρά να έχει επικίνδυνες πολιτικές επιπτώσεις. Αποκλείει κάθε πιθανότητα λογικής αναδημιουργίας της σχέσης της κοινωνίας με τη φύση και δικαιολογεί τον πιο άγριο ολοκληρωτισμό. Τα μαθήματα όμως της ζωής και του έργου του Klagel είναι δύσκολα να γίνουν αντιληπτά από τους οικολόγους. Στα 1980, το Άνθρωπος και Γη επανεκδόθηκε ως μια έγκριτη και σεβαστή διατριβή για να συνοδεύσει τη γέννηση των Γερμανών Πράσινων.

Ένας άλλος φιλόσοφος και αυστηρός κριτικός του Διαφωτισμού που βοήθησε στη γεφύρωση του φασισμού με την οικολογία ήταν ο martin Heidegger. Πολύ πιο γνωστός στοχαστής από τον Klages, ο Heidegger δίδαξε την «αυθεντική Ύπαρξη» και επέκρινε σκληρά τη σύγχρονη τεχνολογία, και για αυτό αναγνωρίζεται ως πρόδρομος της οικολογικής σκέψης. Στη βάση της κριτικής του της τεχνολογίας και απόρριψής του ανθρωπισμού, οι σύγχρονοι ακόλουθοι της βαθιάς οικολογίας έχουν ανεβάσει τον Heidegger στο πάνθεο των οικοηρώων τους:

«Η κριτική του Heidegger πάνω στον ανθρωποκεντρικό ανθρωπισμό, η έκκληση του να μάθει η ανθρωπότητα να αφήνει ‘τα πράγματα όπως είναι’, η ιδέα του πως η ανθρωπότητα εμπλέκεται σε ένα ‘παιχνίδι’ ή ‘χορό’  με τη γη, τον ουρανό, και τους θεούς, ο στοχασμός του πάνω στη πιθανότητα ενός αυθεντικού τρόπου «διαβίωσης» πάνω στη γη, το παράπονο του πως η βιομηχανική τεχνολογία καταστρέφει τη γη, η έμφασή του στην σημασία της τοπικότητας και η «πατρίδα», ο ισχυρισμός του πως η ανθρωπότητα πρέπει να προστατεύει και να διατηρεί τα πράγματα, αντί να κυριαρχεί πάνω τους – όλες αυτές τις πτυχές της σκέψης του Heidegger βοηθούν να υποστηριχθεί ο ισχυρισμός πως είναι ένας σημαντικός θεωρητικός της βαθιάς οικολογίας».

Τέτοιες εκφράσεις είναι, στη καλύτερη των περιπτώσεων, επικίνδυνα αφελείς. Προτείνουν ένα είδος σκέψης που αγνοεί εντελώς την ιστορία των φασιστικών οικειοποιήσεων όλων των στοιχείων που το προηγούμενο απόσπασμα εξυμνεί στον Heidegger. (Προς τιμή του, ο συγγραφέας των παραπάνω γραμμών, ένας σημαντικός θεωρητικός ο ίδιος της βαθιάς οικολογίας, ο Michael Zimmerman, έχει αλλάξει από τότε τη θέση του και έχει παροτρύνει τους συναδέλφους του να κάνουν το ίδιο). Όσο για τον ίδιο το φιλόσοφο της Ύπαρξης, ήταν – αντίθετα από το Klages, που ζούσε στην Ελβετία μετά το 1915 – ενεργό μέλος του ναζιστικού κόμματος και ένα διάστημα υποστήριξε ένθερμα, αν όχι με λατρεία, τον Führer. Οι μυστιστικοί του πανηγυρικοί του για το Heimat (πάτρια γη) συμπληρώνονταν από ένα βαθύ αντισημιτισμό, και οι μεταφυσικά εκφρασμένοι μύδροι ενάντια στη τεχνολογία και τη μοντερνικότητα συνέκλιναν άψογα με τη λαϊκίστικη δημαγωγία. Αν και έζησε και δίδαξε για τριάντα χρόνια μετά τη πτώση του Τρίτου Ράιχ, ο Heidegger δεν μετάνιωσε ποτέ δημόσια, πόσο μάλλον αποκήρυξε, την σχέση του με τον Εθνικοσοσιαλισμό, ούτε καν καταδίκασε τυπικά τα εγκλήματα του. Το έργο του, ανεξάρτητα από τη φιλοσοφική του αξία, σήμερα χρησιμεύει ως προειδοποίηση για τις πολιτικές χρήσεις του αντιανθρωπισμού σε οικολογική μεταμφίεση.

Μαζί με το νεανικό κίνημα και τις πρωτοφασιστικές φιλοσοφίες, υπήρχαν φυσικά, πρακτικές προσπάθειες για την προστασία των φυσικών βιοτόπων στη διάρκεια της περιόδου της Βαϊμάρης. Πολλά από αυτά τα σχέδια ήταν βαθιά σχετιζόμενα με την ιδεολογία που κορυφώθηκε με τη νίκη του «Αίμα και Γη». Ένα έντυπο στρατολόγησης του 1923 για μια ομάδα προστασίας δασών, δίνει μια ιδέα της οικολογικής ρητορικής της περιόδου:

«Σε κάθε Γερμανικό στήθος, το Γερμανικό δάσος αναριγά με τις σπηλιές και τα φαράγγια του, τους γκρεμούς και τα βράχια του, τα νερά και τον αέρα, τους μύθους και τα παραμύθια, με τα τραγούδια του και τις μελωδίες του, και ξυπνά μια έντονη επιθυμία και λαχτάρα για κατοικία· σε όλες τις Γερμανικές ψυχές το Γερμανικό δάσος ζει και υφαίνει με το βάθος και το ε’υρος του, με τη γαλήνη και τη δύναμη του, με την ισχύ και την αξιοπρέπεια του, με τα πλούτη του και την ομορφιά του – είναι η πηγή της Γερμανικής εσωτερικής φύσης, της Γερμανικής ψυχής, της Γερμανικής ελευθερίας. Για αυτό προστατέψτε και φροντίστε το Γερμανικό δάσος για χάρη των πρεσβύτερων και της νεολαίας, και ενταχθείτε στη νέα Γερμανική ‘Ένωση για τη Προστασία και την Προβολή του Γερμανικού Δάσους».

Η σαν ψαλμός επανάληψη της λέξης «γερμανικός» και η μυστικιστική απεικόνιση του ιερού δάσους συγχωνεύουν μαζί, ξανά, τον εθνικισμό και τον φιλοσοφικό νατουραλισμό. Αυτή η σύνδεση πήρε μια απειλητική σημασία με τη πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μαζί με τέτοιες σχετικά ακίνδυνες ομάδες προστασίας της φύσης, ένας ακόμη οργανισμός αναπτύσσονταν που πρόσφερε σε αυτές τις ιδέες ένα φιλόξενο σπίτι: το Εθνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών, γνωστό με το ακρωνύμιο του NSDAP. Τραβώντας από τη παράδοση του Arndt, του Riehl, του Haeckel, και άλλων (όλοι τους τιμούνταν μεταξύ 1933 και 1945 ως οι πρόδρομοι του θριαμβευτή Εθνικοσοσιαλισμού), η ενσωμάτωση των οικολογικών θεμάτων από το ναζιστικό κίνημα ήταν ένας κρίσιμος παράγοντας για την άνοδο του σε δημοφιλία και στη κρατική εξουσία.

Η Φύση στην Εθνικοσοσιαλιστική Σκέψη

Οι αντιδραστικές οικολογικές ιδέες των οποίων η σύνοψη παρουσιάστηκε παραπάνω άσκησαν μια ισχυρή και μακροχρόνια επιρροή πάνω στις κεντρικές προσωπικότητες του NSDAP. Η κουλτούρα της Βαϊμάρης, εν τέλει, ήταν σχετικά πλημμυρισμένη από τέτοιες θεωρίες, αλλά οι Ναζί τους έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή. Η εθνικοσοσιαλιστική «θρησκεία της φύσης», όπως ένας ιστορικός την περιέγραψε, ήταν ένα ασταθές μίγμα πρωταρχικού τευτονικού μυστικισμού της φύσης, ψευδοεπιστημονικής οικολογίας, ανορθολογικό αντιανθρωπισμό, και μια μυθολογία φυλετικής σωτηρίας  μέσα από την επιστροφή στη γη. Τα κύρια ζητήματα της ήταν «φυσική τάξη», οργανιστικό ολισμό και δυσφήμιση της ανθρωπότητας: «Μέσα από τα γραπτά, όχι μόνο του Hitler, αλλά των περισσότερων Ναζί ιδεολόγων, μπορεί να διακρίνει κάποιος μια ουσιαστική μομφή της ανθρωπότητας πρόσωπο με πρόσωπο με τη φύση, και, ως λογικό επακόλουθο αυτού, επίθεση στις ανθρώπινες προσπάθειες κυριαρχίας στη φύση». Παραθέτοντας ένα Ναζί εκπαιδευτή, η ίδια πηγή συνεχίζει: «ανθρωποκεντρικές απόψεις γενικά πρέπει να απορριφθούν. Θα έπρεπε να ισχύουν μόνο «αν θεωρείται πως η φύση δημιουργήθηκε μόνο για τον άνθρωπο. Εμείς το απορρίπτουμε αυτό απόλυτα. Σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη της φύσης, ο άνθρωπος είναι σύνδεσμος στην ζωντανή αλυσίδα της φύσης απλά όπως κάθε άλλος οργανισμός’».

Τέτοια επιχειρήματα έχουν μια ανατριχιαστική επικαιρότητα μέσα στο σημερινό οικολογικό διάλογο: το κλειδί για την κοινωνικοοικολογική αρμονία επιβεβαιώνει «τους αιώνιους νόμους της φυσικής διαδικασίας» (Hitler) και η οργάνωση της αρμονίας ώστε να ανταποκρίνεται σε αυτούς. Ο Führer ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να υπογραμμίζει την «αδυναμία του ανθρώπινου είδους μπροστά στον αιώνιο νόμο της φύσης». Θυμίζοντας τον Haeckel και τους Μονιστές, Ο Αγών Μου διακηρύσσει: «Όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να επαναστατήσουν ενάντια στην σιδερένια λογική της φύσης, έρχονται σε σύγκρουση  με τις ίδιες τις αρχές στις οποίες οφείλουν την ύπαρξη τους ως ανθρώπινα όντα. Οι πράξεις τους ενάντια στη φύση πρέπει να οδηγήσουν στη πτώση τους».

Οι απολυταρχικές συνέπειες αυτής της αντίληψης της ανθρωπότητας και της φύσης γίνονται ακόμη καθαρότερες στο πλαίσιο της έμφασης του Ναζί στον ολισμό και στον οργανικισμό. Το 1934 ο διευθυντής της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος του Ράιχ, Walter Schoenichen, καθιέρωσε τους ακόλουθους στόχους για το πρόγραμμα σπουδών της βιολογίας: «Από πολύ νωρίς η νεολαία πρέπει να αναπτύξει μια αντίληψη της πολιτικής σημασίας του ‘οργανισμού’, δηλαδή, του συντονισμού όλων των μερών και των οργάνων για το όφελος του ενός και υπέρτατου σκοπού της ζωής». Αυτή (η πλέον συνηθισμένη) αδιαμεσολάβητη προσαρμογή των βιολογικών αντιλήψεων στα κοινωνικά φαινόμενα χρησίμευσε για να δικαιολογήσει όχι μόνο την απολυταρχική κοινωνική τάξη του Τρίτου Ράιχ αλλά επίσης και την επεκτατική πολιτική του Lebensraum (το σχέδιο κατάκτησης του «ζωτικού χώρου» στην Ανατολική Ευρώπη για το γερμανικό λαό). Επίσης πρόσφερε το σύνδεσμο μεταξύ περιβαλλοντολογικής και φυλετικής αγνότητας:

«Δύο κεντρικά θέματα της βιολογικής εκπαίδευσης προέρχονται [σύμφωνα με τους Ναζί] από την όλιστική οπτική: η προστασία της φύσης και η ευγονική. Αν κάποιος δει τη φύση ως ένα ενωμένο σύνολο, οι μαθητές αυτόματα θα αναπτύξουν μια αίσθηση οικολογίας και προστασίας του περιβάλλοντος. Την ίδια στιγμή, η ιδέα της προστασίας της φύσης θα στρέψει τη προσοχή στην αστικοποιημένη και «υπερπολιτισμένη» σύγχρονη ανθρώπινη φυλή».

Σε πολλές εκδοχές της Εθνικοσοσιαλιστικής αντίληψης, τα οικολογικά θέματα συνδέονταν με τον παραδοσιακό βουκολικό ρομαντισμό και την εχθρότητα προς τον αστικό πολιτισμό, με όλα να στρέφονται γύρω από το ρίζωμα στη γη. αυτός ο εννοιολογικός αστερισμός, ιδιαίτερα η αναζήτηση για μια χαμένη σύνδεση μεταξύ  με τη φύση, ήταν πιο έντονος μεταξύ των νεοπαγανιστικών στοιχείων της ναζιστικής ηγεσίας, πάνω από όλους στον Heinrich Himmler, τον Alfred Rosenberg και τον Walter Darré. Ο Rosenberg έγραψε στο ογκώδες  Ο Μύθος του 20ου Αιώνα:  «Σήμερα βλέπουμε το σταθερό ρεύμα από την επαρχία προς τη πόλη, θανάσιμό προς το Έθνος (Volk). Οι πόλεις φουσκώνουν ακόμη περισσότερο, τρομάζοντας το Έθνος και καταστρέφοντας τα νήματα που δένουν την ανθρωπότητα με τη φύση· προσελκύουν τυχοδιώκτες και κερδοσκόπους όλων των χρωμάτων, εκτρέφοντας έτσι κοινωνικό χάος».

Πρέπει να τονιστεί πως τέτοιες σκέψεις δεν ήταν απλά ρητορική· αντικατόπτριζαν βαθιά ριζωμένα πιστεύω και, πράγματι, πρακτικές στη κορυφή της ναζιστικής ιεραρχίας, οι οποίες σήμερα σχετίζονται με τις οικολογικές νοοτροπίες. Ο Hitler και ο Himmler ήταν και οι δύο αυστηρά χορτοφάγοι και λάτρεις των ζώων, απέδιδαν στη φύση ένα μυστικισμό και ομοιοπαθητικές θεραπείες, και ήταν κάθετα αντίθετοι στην ζωοτομία και την σκληρότητα προς τα ζώα. Ο Himmler δημιούργησε ακόμη και πειραματικές οργανικές φάρμες για τις ιατρικές ανάγκες των SS. Και ο Hitler, κατά περιόδους, ακουγόταν σαν πραγματικός πράσινος ουτοπιστής, κουβεντιάζοντας με έγκυρο τρόπο και με λεπτομέρειες για διάφορες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (συμπεριλαμβανομένων περιβαλλοντικά κατάλληλης υδροηλεκτρικής ενέργειας και παραγωγής φυσικού αερίου από λήμματα) ως εναλλακτικές στο κάρβουνο, και ανακηρύσσοντας «νερό, άνεμο και παλίρροιες» ως το ενεργειακό μονοπάτι του μέλλοντος.

Ακόμη και στη μέση του πολέμου, οι ηγέτες των Ναζί διατηρούσαν την αφοσίωση τους στα οικολογικά ιδεώδη τα οποία ήταν, για αυτούς, ένα ουσιώδες στοιχείο φυλετικής ανανέωσης. Το Δεκέμβριο του 1942, ο Himmler εξέδωσε ένα διάταγμα «Για τη Χρήση της Γης στις Ανατολικές Περιοχές», αναφερόμενος στα πρόσφατα προσαρτημένα τμήματα της Πολωνίας. Σε ένα σημείο αναφέρει:

«Ο γεωργός της δικής μας φυλετικής κληρονομιάς πάντοτε πάσχιζε προσεκτικά να αυξήσει τις φυσικές δυνάμεις του εδάφους, των φυτών, και των ζώων, και για να διατηρήσει την ισορροπία του συνόλου της φύσης. Για αυτόν, ο σεβασμός για τη θεία δημιουργία είναι το μέτρο όλου του πολιτισμού. Αν, έτσι,  οι νέοι Lebensräume (ζωτικοί χώροι) πρόκειται να γίνουν πατρίδα για τους εποίκους μας, η σχεδιασμένη διαμόρφωση για να διατηρηθεί κοντά στη φύση είναι σημαντικό προαπαιτούμενο. Είναι μια από τις βάσεις για την ενίσχυση του Γερμανικού Έθνους».

Το απόσπασμα επαναλαμβάνει σχεδόν όλα τα κλισέ που αποτελούν τη κλασική οικοφασιστική ιδεολογία: Lebensraum, Heimat, βουκολικό μυστικισμό, την υγεία του Volk, εγγύτητα και σεβασμός στη φύση (αυστηρά καθορισμένου ως το μέτρο με το οποίο κρίνεται η κοινωνία), διατήρηση της εύθραυστης ισορροπίας της φύσης, και τις γήινες δυνάμεις του εδάφους και των πλασμάτων του. Τέτοια μοτίβα δεν ήταν απλά προσωπικές ιδιοσυγκρασίες εκ μέρους του Hitler, του Himmler, ή του Rosenberg· ακόμη και ο Göring – που μαζί με τον Goebbels, ήταν τα λιγότερο δεκτικά σε οικολογικές ιδέες μέλη του εσωτερικού κύκλου των Ναζί – εμφανίζονταν κατά περιόδους ως αφοσιωμένος προστάτης του περιβάλλοντος. Αυτές οι συμπάθειες επίσης δεν περιορίζονταν στα ανώτερα κλιμάκια του κόμματος. Μια μελέτη των καταλόγων μελών αρκετών τυπικών οργανώσεων για τη προστασία της φύσης (Naturschutz) της περιόδου της Βαϊμάρης αποκάλυψε πως μέχρι το 1939, το 60% των οργανώσεων αυτών είχαν ενταχθεί πλήρως στο NSDAP (σε σχέση με το περίπου 10% των ενήλικων ανδρών και το 25% των δασκάλων και των δικηγόρων) Ξεκάθαρα οι σχέσεις μεταξύ της οικολογίας και του Εθνικοσοσιαλισμού ήταν βαθιές.

Στο επίπεδο της ιδεολογίας, έτσι, τα οικολογικά ζητήματα έπαιζαν βασικό ρόλο στο Γερμανικό φασισμό. Θα ήταν όμως θανάσιμο λάθος, όμως, να θεωρήσουμε αυτά τα στοιχεία ως απλή προπαγάνδα, έξυπνα ανεπτυγμένα για να κρύψουν το πραγματικό χαρακτήρα του Ναζισμού ως μια τεχνοκρατική-βιομηχανική χιονοστιβάδα. Η πιο έγκυρη ιστορία το γερμανικού αντιαστισμό και βουκολικού ρομαντισμού επιχειρηματολογεί με γλαφυρό τρόπο κατά αυτής της αντίληψης:

«Τίποτα δεν είναι περισσότερο λάθος από το να υποθέτουμε πως οι περισσότεροι από τους κορυφαίους Ναζί είχαν προσποιηθεί με κυνικότητα ένα βουκολικό ρομαντισμό και εχθρότητα προς την αστική κουλτούρα, δίχως μια εσωτερική πίστη και για απλούς εκλογικούς και προπαγανδιστικούς λόγους, ώστε να παραμυθιάσουν το κοινό […] Στη πραγματικότητα, η πλειοψηφία των βασικών εθνικοσοσιαλιστών ιδεολόγων είχαν λίγο πολύ, πέρα από κάθε αμφιβολία, μια τάση προς το βουκολικό ρομαντισμό και στον αντιαστισμό και πίστευαν στην ανάγκη μιας σχετικής επαναγροτοποίησης».

Το ερώτημα ωστόσο παραμένει. Σε ποια έκταση οι Ναζί πράγματι εφάρμοσαν οικολογικές πολιτικές στα δώδεκα χρόνια του Ράιχ; Υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις πως η «οικολογική» τάση στο κόμμα, αν και αγνοείται κατά πολύ σήμερα, είχε σημαντική επιτυχία στη μεγαλύτερη διάρκεια της κυριαρχίας του κόμματος. Η «πράσινη πτέρυγα» του NSDAP αντιπροσωπεύονταν κυρίως από τον Walter Darré, τον Fritz Todt, τον Alwin Seifert και τον Rudolf Hess, τις τέσσερεις φιγούρες που κατά κύριο λόγο διαμόρφωσαν τη φασιστική οικολογία στη πράξη.

Αίμα και Γη ως Επίσημη Ιδεολογία

«Η ενότητα του αίματος και της γης πρέπει να αποκατασταθεί», δήλωνε το 1930 ο Richard Walter Darré. Η διαβόητη αυτή φράση επισήμανε μια ημυθική σύνδεση μεταξύ του «αίματος» (η φυλή ή Volk) με τη «γη» (το έδαφος και το φυσικό περιβάλλον, ιδιαίτερη για τους γερμανικούς λαούς και που δεν υπήρχε για παράδειγμα μεταξύ των Κελτών και των Σλάβων. Για τους οπαδούς του Blut und Boden, ειδικά οι Εβραίοι ήταν ένας λαός δίχως ρίζες και περιπλανώμενος, ανίκανος για οποιαδήποτε πραγματική σχέση με τη γη. το γερμανικό αίμα με άλλα λόγια, γεννούσε μια αποκλειστική αξίωση στο ιερό γερμανικό χώμα. Ενώ ο όρος «αίμα και γη» κυκλοφορούσε στους εθνικούς κύκλους από την βιλχελμική (Wilhelmine) περίοδο, ήταν ο Darré που πρώτος τον διέδωσε ως σύνθημα και στη συνέχεια τον οραματίστηκε ως καθοδηγητική αρχή της ναζιστικής σκέψης. Πηγαίνοντας πίσω στον Arndt και τον Riehl, οραματίστηκε μια πλήρη αγροτικοποίηση της Γερμανίας και της Ευρώπης, βασισμένη σε μια αναζωογονημένη αγροτική τάξη μικροκτηματιών, ώστε να διασφαλίσουν τη φυλετική υγεία και την οικολογική βιωσιμότητα.

Ο Darré ήταν ένας από τους «φυλετικούς θεωρητικούς» του κόμματος και επίσης είχε σημαντική συνεισφορά στην κινητοποίηση της υποστήριξης των αγροτών προς τους Ναζί κατά τη κρίσιμη περίοδο της δεκαετίας του 1930. Από το 1933 μέχρι το 1942 ήταν στα αξιώματα του Ηγέτη των Αγροτών του Ράιχ (Reichsbauernführer) και Υπουργός Γεωρίας. Δεν ήταν ασήμαντο πεδίο· το υπουργείο γεωργίας είχε το τέταρτο μεγαλύτερο προϋπολογισμό ανάμεσα στα μυριάδες ναζιστικά υπουργεία ακόμη και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Από τη θέση αυτή ο Darré μπορούσε να προσφέρει ζωτική βοήθεια σε διάφορες οικολογικά προσανατολισμένες πρωτοβουλίες. Έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στην ένωση των ασαφών προτο-περιβαλλοντολογικών τάσεων στον Εθνικοσοασιαλισμό:

«Ήταν ο Darré αυτός που έδωσε στα ακαθόριστα αντιπολιτιστικά, αντιφιλελεύθερα, αντιμοντέρνα και λανθάνοντα αντιαστικά αισθήματα της ναζιστικής ελίτ μια βάση στο βουκολικό μυστικισμό. Και φαίνεται πως ο Darré είχε σημαντική επιρροή στην ιδεολογία του Εθνικοσοσιαλισμού, καθώς ήταν σε θέση να εκφράσει πιο καθαρά, από ότι πριν από αυτόν, το αξαικό σύστημα της βουκολικής κοινωνίας που περιέχονταν στη ναζιστική ιδεολογία και – πάνω από όλα – να νομιμοποιήσει αυτό το βουκολικό μοντέλο και να δώσει στη ναζιστική πολιτική αυτό που ήταν ένας ξεκάθαρα μακροπρόθεσμος στόχος προς την επαναγροτικοποίηση».

Ο στόχος αυτός δεν ήταν απλά σε συμφωνία με την ιμπεριαλιστική  επέκταση στο όνομα του Ζωτικού Χώρου, στη πράξη ήταν μια από τις βασικές της δικαιολογίες, ακόμη και κίνητρο. Σε γλώσσα γεμάτη με τις βιολογικές μεταφορές του οργανικισμού, ο Darré διακήρυξε: «Η αντίληψη του Αίματος και Γης μας δίνει το ηθικό δικαίωμα να πάρουμε πίσω όση γη στην Ανατολή είναι απαραίτητη για να δημιουργήσουμε αρμονία μεταξύ του σώματος του Έθνους και του γεωπολιτικού χώρου».

Πέρα από την προσφορά πράσινης κάλυψης στην αποικιοποίηση της Ανατολικής Ευρώπης, ο Darré πάλεψε για να καταστήσει οικολογικά ευαίσθητες αρχές ως τη βάση της αγροτικής πολιτικής του Τρίτου Ράιχ. Ακόμη και στις πιο έντονες φάσεις παραγωγισμού, αυτοί οι κανόνες παρέμεναν εμβληματικές για το ναζιστικό δόγμα. Όταν η «Μάχη για τη Παραγωγή» (ένα σχέδιο για να ενισχυθεί η παραγωγικότητα του αγροτικού τομέα) εξαγγέλθηκε στο δεύτερο Συνέδριο των Αγροτών του Ράιχ στα 1934, το πρώτο σημείο στο πρόγραμμα έλεγε «Κρατήστε το έδαφος υγειές!». Η σημαντικότερη καινοτομία το Darré όμως ήταν  η εισαγωγή σε μεγάλη κλίμακα των μεθόδων οργανικής καλλιέργειας, που με σημασία ονομάζονταν «lebensgesetzliche Landbauweise», ή καλλιέργεια σύμφωνα με τους νόμους της ζωής. Ο όρος δείχνει ξανά την ιδεολογία της φυσικής τάξης που βρίσκεται κάτω από τόση αντιδραστική οικολογική σκέψη. Η ορμή για αυτά τα δίχως προηγούμενο μέτρα προέρχονταν από την ανθρωποσοφία του Rudolf Steiner και τις τεχνικές βιοδυναμικής καλλιέργειας.

Η εκστρατεία για να θεσμοθετηθεί η οργανική καλλιέργεια περιλάμβανε δεκάδες χιλιάδες μικροϊδιοκτησίες και κτήματα σε ολόκληρη τη Γερμανία. Συνάντησε σημαντική αντίσταση από άλλα μέλη της ναζιστικής ιεραρχίας, και κυρίως από τους Backe και Göring. Ο Darré όμως με τη βοήθεια του Hess και άλλων, κατάφερε να διατηρήσει τη πολιτική μέχρι την αναγκαστική του παραίτηση το 1942 (ένα γεγονός που είχε ελάχιστα να κάνει με τις οικολογικές του τάσεις). Και οι προσπάθειες αυτές δεν αντιπροσωπεύουν απλά τις προσωπικές προτιμήσεις του Darré, καθώς η επίσημη ιστορία της γερμανικής αγροτικής πολιτικής  δείχνει, πως ο Hitler και ο Himmler «είχαν απόλυτη συμπάθεια προς αυτές τις ιδέες» πρόλα αυτά, ήταν κυρίως η επιρροή του Darré στο ναζιστικό μηχανισμό  που απέφεραν, πρακτικά, ένα βαθμό κυβερνητικής στήριξης για την οικολογικά ασφαλή καλλιέργεια και για σχεδιασμό χρήσης γης που δεν συγκρίνετε με κανένα άλλο κράτος πριν ή μετά.

Για τους λόγους αυτούς ο Darré θεωρείται ο πρόδρομος του σύγχρονου Πράσινου κινήματος. Η βιογράφος του, Anna Bramwell, στη πράξη, τον αναφέρει κάποια στιγμή ως τον «πατέρα των Πράσινων». Το βιβλίο της Blood and Soil, δίχως αμφιβολία η καλύτερη πηγή για τον Darré είτε στα γερμανικά, είτε στα αγγλικά, συνεχώς υποβαθμίζει τα κακοήθη φασιστικά στοιχεία στη σκέψη του, απεικονίζοντάς τον αντίθετα ως ένα παρασυρμένο ριζοσπάστη αγρότη. Αυτό το θανάσιμο λάθος κρίσης δείχνει την έντονα αποπροσανατολιστική έλξη της «οικολογικής» αύρας. Τα δημοσιευμένα κείμενα του Darré μόνο, που χρονολογούνται πίσω ως τις αρχές της δεκαετίας του 1920, αρκούν για να τον καταδικάσουν ως ένα μανιώδη ρατσιστή και σοβινιστή ιδεολόγο, ιδιαίτερα επιρρεπή σε χυδαίο και όλο μίσος αντισημιτισμό (αναφέρονταν, με αποκαλυπτικό τρόπο, προς τους Εβραίους, ως «ζιζάνια»). Η δεκαετής του θητεία ως πιστού υπηρέτη και, επιπλέον, ως αρχιτέκτονα του ναζιστικού κράτους δείχνει την αφοσίωση του στο διεστραμμένο σκοπό του Hitler. Μια μαρτυρία ισχυρίζεται ακόμη πως ήταν ο Darré που έπεισε τον Hitler και το Himmler για την αναγκαιότητα της εξολόθρευσης των Εβραίων και των Σλάβων. Οι οικολογικές πτυχές της σκέψης του δεν μπορούν, εν ολίγοις, να διαχωριστούν από το έντονα ναζιστικό τους πλαίσιο. Απέχοντας κατά πολύ από την ενσάρκωση των «λυτρωτικών» προσωπείων του Εθνικοσοσιαλισμού, ο Darré αντιπροσωπεύει το απειλητικό φάσμα  του οικοφασισμού στην εξουσία.

Εφαρμόζοντας το Οικοφασιστικό Πρόγραμμα

Συχνά τονίζεται πως οι βουκολικές και οι ρομαντικές στιγμές στη ναζιστική ιδεολογία και πολιτική ήταν σε συνεχή ένταση, αν όχι σε ανοιχτή αντίθεση, με την τεχνοκρατική/βιομηχανική ορμή του γρήγορου εκμοντερνισμού του Τρίτου Ράιχ. Αυτό που δεν αναφέρεται συχνά είναι πως ακόμη και αυτές οι τάσεις εκμοντερνισμού  είχαν ένα σημαντικό οικολογικό συστατικό. Οι δυο άνδρες που ήταν κυρίως υπεύθυνοι για την διατήρηση της περιβαλλοντολογικής αφοσίωσης στο μέσο μιας έντονης εκβιομηχάνισης ήταν ο Reichsminister Fritz Todt και ο βοηθός του, ο υψηλόβαθμος πολιτικός μηχανικός Albert Seifert.

Ο Todt ήταν «ένας από τους Εθνικοσοσιαλιστές με τη μεγαλύτερη επιρροή», άμεσα υπεύθυνο για τα ζητήματα της τεχνολογικής και βιομηχανικής πολιτικής. Τη στιγμή του θανάτου του το 1942 ηγούνταν τριών διαφορετικών υπουργείων και επιπλέον τον τεράστιο ημιεπίσημο Οργανισμό Todt, και είχε «συγκεντρώσει τα σημαντικά τεχνικά έργα του Ράιχ στα χέρια του». Σύμφωνα με το διάδοχο του, Albert Speer, ο Todt «αγαπούσε τη φύση» και «επανειλημένως είχε έρθει σε σοβαρή ρήξη με τον Bormann, διαμαρτυρόμενος για την καταστροφή του τοπίου γύρω από το Όμπερσάλτζμπεργκ». Μια άλλη πηγή τον αποκαλεί απλά «οικολόγο». Αυτή η φήμη βασίζεται κυρίως στις προσπάθειες του Todt να κάνει τη κατασκευή των Autobahn (αυτοκινητοδρόμων) – ένα από τα μεγαλύτερα κατασκευαστικά έργα που πραγματοποιήθηκαν τον 20ο αιώνα – όσο πιο περιβαλλοντολογικά φιλική ήταν δυνατό.

Ο επιφανής ιστορικός της γερμανικής μηχανικής, Karl-Heinz Ludwig περιγράφει την επιμονή του ως εξής: «Ο Todt απαιτούσε το ολοκληρωμένο έργο της τεχνολογίας, της αρμονίας με τη φύση και με το τοπίο, εκπληρώνοντας έτσι τις σύγχρονες οικολογικές αρχές της μηχανικής, όπως και τις ‘οργανολογικές’ αρχές της δικής του εποχής με τις ρίζες τους στην εθνική  παράδοση». Οι οικολογικές πτυχές αυτής της προσέγγισης στη κατασκευή έφτανε πολύ πιο πέρα από την έμφαση στην αρμονική προσαρμογή στο φυσικό περιβάλλον για αισθητικούς λόγους· ο Todt καθιέρωσε αυστηρά κριτήρια για το σεβασμό των υγροτόπων, των δασών και των οικολογικά ευαίσθητων περιοχών. Ακριβώς όμως όπως με τους Arndt, Riehl και Darré, αυτές οι περιβαλλοντολογικές ανησυχίες ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένες σε μια εθνική-εθνικιστική οπτική. Ο ίδιος ο Todt εξέφραζε συνοπτικά αυτή τη σύνδεση: «Η εκπλήρωση των απλών σκοπών μεταφοράς δεν είναι ο τελικός στόχος της κατασκευής των γερμανικών αυτοκινητοδρόμων. Ο γερμανικός αυτοκινητόδρομος πρέπει να είναι η έκφραση του περιβάλλοντος τοπίου και μια έκφραση της γερμανικής ουσίας».

Ο βασικός σύμβουλος και συνεργάτης του Todt στα περιβαλλοντολογικά θέματα ήταν ο βοηθός του, Alwin Seifert, τον οποίο ο Todt κάποτε λέγεται πως αποκάλεσε «φανατικό οικολόγο». Ο Seifert είχε τον επίσημο τίτλο του Συμβούλου του Ράιχ για το Τοπίο, αλλά το παρατσούκλι του μέσα στο κόμμα ήταν ο «Κύριος Μητέρα Γη». Η επωνυμία ήταν ταιριαστή, ο Seifert ονειρεύονταν την «ολοκληρωτική μεταστροφή από τη τεχνολογία στη φύση», και συχνά επινοούσε στίχους για τα θαύματα της γερμανικής φύσης και για τη τραγωδία της απροσεξίας του «ανθρώπινου είδους». Ήδη από το 1934 έγραψε στον Hess απαιτώντας προσοχή στα θέματα νερού και στη χρήση «μεθόδων εργασίας που είναι σε μεγαλύτερη σχέση με τη φύση». Φεύγοντας από τα επίσημα καθήκοντά του ο Seifert τόνισε τη σημασία της άγριας φύσης και ήταν ενεργητικά αντίθετος με τη μονοκαλλιέργεια, την αποξήρανση των υγροτόπων και της χημικής γεωργίας. Επέκρινε τον Darré ως υπερβολικά μετριοπαθή, και «καλούσε σε μια αγροτική επανάσταση προς ‘μια περισσότερο χωριάτικη, φυσική, απλή’ μέθοδο καλλιέργειας, ‘ανεξάρτητη από το κεφάλαιο’».

Με την τεχνολογική πολιτική του Τρίτου Ράιχ να βρίσκεται στα χέρια τέτοιων ατόμων, ακόμη και η μαζική βιομηχανική ανάπτυξη των Ναζί είχε μια χαρακτηριστική πράσινη χροιά. Η κυριαρχία της φύσης στο φιλοσοφικό υπόβαθρο του κόμματος βοήθησε στην εξασφάλιση πως περισσότερο ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες συχνά απολάμβαναν θετικής αντιμετώπισης στα υψηλότερα γραφεία του ναζιστικού κράτους. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο Todt και ο Seifert προωθούσαν έντονα ένα συνολικό Νόμο του Ράιχ για την Προστασία της Μητέρας Γης, «ώστε να οδηγήσουν τη σταθερή απώλεια αυτής της αναντικατάστατης βάσης για όλη τη ζωή». Ο Seifert αναφέρει πως όλα τα υπουργεία ήταν προετοιμασμένα να συνεργαστούν εκτός από ένα· μόνο το υπουργείο οικονομίας ήταν αντίθετο με το νόμο εξαιτίας της επίπτωσής του στις εξορύξεις.

Όμως ακόμη και παραλίγο επιτυχίες όπως αυτή θα ήταν αδιανόητες δίχως τη στήριξη του Καγγελάριου του Ράιχ, Rudolf Hess, που πρόσφερε στη «πράσινη πτέρυγα» του NSDAP ένα ασφαλές αγκυροβόλιο στο υψηλότερο σημείο της κομματικής ιεραρχίας. Θα ήταν δύσκολο να υπερεκτιμήσουμε την εξουσία του Hessκαι τη σπουδαιότητα του στον πολύπλοκο κυβερνητικό μηχανισμό του Εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος. Εντάχθηκε στο κόμμα στη δεκαετία του 1920 ως μέλος #16 και για δυο δεκαετίες ήταν ο αφοσιψμένος προσωπικός βοηθός του Hitler. Έχει περιγραφεί ως ο «κοντινότερος έμπιστος του Hitler», και ο ίδιος ο Führer αναφέρονταν στον Hess ως τον «κοντινότερο σύμβουλο» του. Ο Hess δεν ήταν απλά ο υψηλότερος ηγέτης του κόμματος και δεύτερος στη σειρά διαδοχής του Hitler (μετά τον Göring)· επιπλέον, κάθε νομοθεσία και κάθε διάταγμα έπρεπε να περάσει από το γραφείο του πριν γίνει νόμος.

Λάτρης της φύσης από παλιά καθώς και πιστός σταϊνερικός, ο Hess επέμενε σε μια αυστηρά βιοδυναμική δίαιτα – ούτε καν τα σκληρά χορτοφαγικά στάνταρ του Hitler δεν ήταν αρκετά καλά για αυτόν – και δέχονταν μόνο ομοιοπαθητικά φάρμακα. Ήταν ο Hess που σύστησε τον Darré στον Hitler, εξασφαλίζοντας έτσι στη «πράσινη πτέρυγα» την πρώτης της έδρα εξουσίας. Ήταν ακόμη πιο φανατικός υπέρμαχος της οργανικής καλλιέργειας και από τον Darré, και ώθησε το τελευταίο να πάρει πιο επιδεικτικά βήματα προς τη στήριξη της lebensgesetzliche Landbauweise. Το γραφείο του ήταν επίσης άμεσα υπεύθυνο για τον προγραμματισμό της χρήσης γης σε όλο το Ράιχ, χρησιμοποιώντας ένα σύνολο ειδικών που μοιράζονταν την οικολογική προσέγγιση του Seifert.

Με την ένθερμη στήριξη του Hess, η «πράσινη πτέρυγα» ήταν σε θέση να επιτύχει την σημαντικότερη επιτυχία της. ήδη από το Μάρτιο του 1933, ένα ευρύ φάσμα περιβαλλοντολογικής νομοθεσίας εγκρίθηκε και εφαρμόστηκε σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Αυτά τα μέτρα , τα οποία περιλάμβαναν  προγράμματα αναδάσωσης, νόμους για τη προστασία ζωικών και φυτικών ειδών, και διατάγματα προστασίας του περιβάλλοντος που εμπόδιζαν την βιομηχανική ανάπτυξη, δίχως αμφιβολία «ήταν ανάμεσα στις προοδευτικότερες στο κόσμο εκείνη την εποχή». Διατάγματα αστικού σχεδιασμού διαμορφώθηκαν για τη προστασία των άγριων βιοτόπων  και την ίδια στιγμή απαιτούσαν σεβασμό για το ιερό γερμανικό δάσος. Το ναζιστικό κράτος επίσης δημιούργησε τους πρώτους δρυμούς στην Ευρώπη.

Μαζί με τις προσπάθειες του Darré προς την επαναγροτικοποίηση και τη στηριξη για την οργανική γεωργία, όπως και με τις προσπάθειες του Todt και του Seifert να θεσμοθετήσουν ένα οικολογικά φιλικό σχεδιασμό χρήσης γης και βιομηχανικής πολιτικής, το σημαντικότερο επίτευγμα των ναζιστών οικολόγων ήταν το Reichsnaturschutzgesetz του 1935. Αυτός ο δίχως προηγούμενο «νόμος της προστασίας της φύσης» όχι μόνο καθιέρωσε οδηγίες για τη προστασία της χλωρίδας, της πανίδας, και των «φυσικών μνημείων» σε ολόκληρο το Ράιχ· επίσης περιόρισε την εμπορική πρόσβαση στις εναπομείνασες παρθένες περιοχές. Επιπλέον το αναλυτικό διάταγμα «απαιτούσε όλοι οι εθνικοί, κρατικοί και τοπικοί αξιωματούχοι να συμβουλεύονται τις αρχές της Naturschutz με έγκαιρο τρόπο πριν προβούν σε  οποιοδήποτε μέτρο που θα μπορούσε να προκαλέσει ουσιαστικές αλλαγές στην ύπαιθρο».

Αν και η αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας είναι αμφισβητήσιμη, οι παραδοσιακοί Γερμανοί οικολόγοι χάρηκαν με το πέρασμα της. O Walter Schoenichen την ανακήρυξε ως την «απόλυτη εκπλήρωση των εθνικών-ρομαντικών επιδιώξεων», και ο Hans Klose, ο διάδοχος του Schoenichen, ως επικεφαλής της Υπηρεσίας του Ράιχ για τη Προστασία της Φύσης, περιέγραψε την περιβαλλοντική πολιτική των ναζί ως το «ύψιστο βαθμό προστασίας της φύσης» στη Γερμανία. Η μεγαλύτερη επιτυχία ίσως αυτών των μέτρων ήταν η διευκόλυνση της «ακαδημαϊκής επανευθυγράμμισης της γερμανικής Naturschutz» και την ενσωμάτωση της καθιερωμένης οικολογίας στο ναζιστικό μηχανισμό.

Ενώ τα επιτεύγματα της «πράσινης πτέρυγας» ήταν σπουδαία, δεν πρέπει να μεγαλοποιούνται. Οι οικολογικές πρωτοβουλίες ήταν, φυσικά, μετά βίας καθολικά αποδεκτές μέσα στο κόμμα. Ο Goebbels, ο Bormann, και ο Heydrich, για παράδειγμα, ήταν αδιάλλακτα εχθρικοί απέναντί τους, και θεωρούσαν τον Darré, τον Hessκαι τους συντρόφους τους αναξιόπιστους ονειροπόλους, εκκεντρικούς, ή απλά κινδύνους για την ασφάλεια. Αυτή η τελευταία υποψία μοιάζει να επιβεβαιώνεται από τη διάσημη πτήση του Hess στη Βρετανία το 1941· από το σημείο αυτό και μετά, η οικολογική τάση καταστάληκε σε μεγάλο βαθμό. Ο Todt σκοτώθηκε σε ένα αεροπορικό δυστύχημα το Φεβρουάριο του 1942, και λίγο αργότερα ο Darré απομακρύνθηκε από όλα του τα αξιώματα. Κατά τα τρία τελευταία χρόνια της ναζιστικής λαίλαπας.

Το Πλαίσιο της Φασιστικής Οικολογίας

Για να γίνει αυτή η τρομακτική και ανησυχητική ανάλυση πιο αποδεκτή, είναι δελεαστικό να καταλήξουμε στο λάθος συμπέρασμα – συγκεκριμένα, πως ακόμα και το πιο απεχθές πολιτικό εγχείρημα μερικές φορές παράγει αξιέπαινα αποτελέσματα. Το πραγματικό όμως μάθημα εδώ είναι το αντίθετο: Ακόμη και ο πιο αξιέπαινος σκοπός μπορεί να διαστραφεί και να εργαλειοποιηθεί στην υπηρεσία της εγκληματικής βαρβαρότητας. Η «πράσινη πτέρυγα» του NSDAP δεν ήταν μια ομάδα αθώων, μπερδεμένων και χειραγωγημένων ιδεολόγων, ή μεταρρυθμιστών από τα μέσα· ήταν συνειδητοί υπέρμαχοι και εκτελεστές ενός αποτρόπαιου προγράμματος ιδιαίτερα αφιερωμένου στην απάνθρωπη ρατσιστική βία, τη μαζική πολιτική καταστολή και την παγκόσμια στρατιωτική κυριαρχία. Οι «οικολογικές» τους αναζητήσεις, απείχαν από το να αποτρέψουν αυτές τις ουσιώδεις δεσμεύσεις, μάλλον τις εμβάθυναν και τις ριζοσπαστικοποίησαν. Στο τέλος, η διαμόρφωση των περιβαλλοντικών πολιτικών ήταν άμεσα και ιδιαίτερα υπεύθυνες για την οργανωμένη μαζική δολοφονία.

Καμιά πτυχή του ναζιστικού σχεδίου δεν μπορεί να γίνει κατανοητό επαρκώς δίχως να εξεταστεί η επίπτωση της στο ολοκαύτωμα. Και εδώ επίσης, τα οικολογικά επιχειρήματα έπαιξαν ένα καίριο κακοήθη ρόλο. Όχι μόνο αναπαλαίωσε η «πράσινη πτέρυγα» τον αντισημιτισμό του αίματος της παραδοσιακής αντιδραστικής οικολογίας· ήταν καταλύτης μιας εντελώς νέας έκρηξης ανατριχιαστικών ρατσιστικών φαντασιώσεων οργανικής ιερότητας και πολιτικής εκδίκησης. Η συμβολή του αντιανθρωπιστικού δόγματος με την φετιχοποίηση της φυσικής «αγνότητας» πρόσφερε όχι απλά μια εξήγηση αλλά ένα κίνητρο για τα πιο απεχθή εγκλήματα του Τρίτου Ράιχ. Η διαβολική του γοητεία απελευθέρωσε δολοφονικές ενέργειες που ως τότε ήταν αναξιοποίητες. Τέλος, η απομάκρυνση κάθε κοινωνικής ανάλυσης της περιβαλλοντικής καταστροφής για χάρη μιας μυστικιστικής οικολογίας λειτούργησε ως εσωτερικό κομμάτι της προετοιμασίας της τελικής λύσης:

«Για να εξηγηθεί η καταστροφή της υπαίθρου και η οικολογική ζημιά, δίχως να αμφισβητηθεί ο δεσμός του γερμανικού λαού με τη φύση, μπορούσε να γίνει μόνο με το να μην αναλυθεί η οικολογική ζημιά σε κοινωνικό πλαίσιο και με την άρνηση να γίνουν αντιληπτά  ως έκφραση των συγκρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων. Αν είχε γίνει αυτό, θα είχε οδηγήσει στη κριτική πάνω στον ίδιο τον Εθνικοσοσιαλισμό που δεν είχε ανοσία σε τέτοιες δυνάμεις. Μια λύση ήταν συσχετιστούν τέτοια οικολογικά προβλήματα με την καταστροφική επιρροή άλλων φυλών. Ο Εθνικοσοσιαλισμός μπορούσε έτσι να παλέψει για την καταστροφή άλλων φυλών ώστε να επιτρέψει στην εσωτερική αντίληψη και σύνδεση του γερμανικού λαού με τη φύση να εκφραστεί, να εξασφαλίσει έτσι μια αρμονική ζωή για το μέλλον κοντά στη φύση».

Αυτή είναι η πραγματική κληρονομιά του οικοφασισμού στην εξουσία: «γενοκτονία εξελιγμένη σε αναγκαιότητα υπό το μανδύα της προστασίας του περιβάλλοντος».

***

Η εμπειρία της «πράσινης πτέρυγας» του γερμανικού φασισμού είναι ένα λυπηρό ενθύμιο της πολιτικής ρευστότητας της οικολογίας. Σίγουρα δεν δείχνει μια εγγενή ή αναπόφευκτη σύνδεση μεταξύ των οικολογικών ζητημάτων και των δεξιών πολιτικών· μαζί με την αντιδραστική παράδοση που αναλύθηκε εδώ, υπήρχε πάντοτε μια εξίσου ζωντανή  κληρονομιά αριστερής προοδευτικής οικολογίας, στη Γερμανία και αλλού. Συγκεκριμένα μοτίβα όμως είναι διακριτά: «Ενώ η ανησυχία για τα προβλήματα που παρουσιάζει η όλο και μεγαλύτερη κυριαρχία του ανθρώπινου είδους πάνω στη φύση, γίνονται κτήμα από όλο και μεγαλύτερες ομάδες ανθρώπων που εκφράζουν μια πληθώρα ιδεολογιών, η πιο σταθερή «υπέρ της φυσικής τάξης» απάντηση βρήκε την πολιτική της ενσάρκωση στην ριζοσπαστική δεξιά». Αυτό είναι το κοινό νήμα  που ενώνει απλούς συντηρητικές και ακόμη και θεωρητικά απολίτικες εκφράσεις του περιβαλλοντισμού με την εμφανώς φασιστική ποικιλία.

Η ιστορική καταγραφή, βέβαια, έρχεται σε αντίθεση της κενής αξίωσης πως «εκείνοι που θέλουν να μεταρρυθμίσουν τη κοινωνία σύμφωνα με τη φύση δεν είναι ούτε αριστεροί ούτε δεξιοί, αλλά οικολογικά προσανατολισμένοι». Τα οικολογικά θέματα μπορούν να επιδιωχθούν από την αριστερά και από τη δεξιά, πράγματι απαιτούν ένα εμφανές κοινωνικό πλαίσιο αν πρόκειται να έχουν οποιαδήποτε πολιτική δραστικότητα. Η «οικολογία» από μόνη της δεν υπαγορεύει πολιτική· πρέπει να ερμηνευτεί, να διαμεσολαβηθεί μέσα από κάποια θεωρία της κοινωνίας ώστε να αποκτήσει πολιτική σημασία. Η αποτυχία να ακουστεί αυτή η διαμεσολαβημένη  σχέση μεταξύ του κοινωνικού και του οικολογικού είναι το σήμα κατατεθέν της αντιδραστικής οικολογίας.

Όπως σημειώθηκε παραπάνω, αυτή η αποτυχία πιο συχνά παίρνει τη μορφή της έκκλησης για «μετασχηματισμού της κοινωνίας σύμφωνα με τη φύση», δηλαδή, να σχηματοποιηθεί μια εκδοχή «φυσικής τάξης» ή «φυσικού νόμου» και να υποταχθούν οι ανθρώπινες ανάγκες και δράσεις σε αυτή. Κατά συνέπεια, η οι υποκείμενες κοινωνικές διεργασίες και κοινωνικές δομές που αποτελούν και διαμορφώνουν τις σχέσεις των ανθρώπων με το περιβάλλον τους παραμένουν ανεξερεύνητες. Αυτή η εσκεμμένη άγνοια, με τη σειρά της, κρύβει τους τρόπους με τους οποίους  όλες οι αντιλήψεις της φύσης είναι οι ίδιες κοινωνικά παραγόμενες, και αφήνει τις δομές εξουσίας δίχως αμφισβήτηση ενώ ταυτόχρονα τους προσφέρει με μια εμφανώς «φυσικά καθορισμένη» ιδιότητα. Έτσι η υποκατάσταση της ανοιχτόμυαλης κοινωνικοοικολογικής αναζήτησης με τον οικομυστικισμό έχει καταστροφικές συνέπειες, καθώς η πολυπλοκότητα της διαλεκτικής φύσης-κοινωνίας καταρρέει σε μια εξαγνισμένη Μοναδικότητα. Μια ιδεολογική φορτισμένη «φυσική τάξη» που δεν αφήνει χώρο για συμβιβασμούς· οι αξιώσεις της είναι απόλυτες.

Για όλους αυτούς τους λόγους, το σύνθημα που προωθείται από πολλούς σύγχρονους Πράσινους, «Δεν ήμαστε ούτε δεξιοί, ούτε αριστεροί αλλά πρωτοπόροι», είναι ιστορικά αφελές και πολιτικά θανάσιμο. Το απαραίτητο σχέδιο για τη δημιουργία μιας χειραφετικής οικολογικής πολιτικής απαιτεί μια οξεία επίγνωση και αντίληψη της κληρονομιάς του κλασικού οικοφασισμού και της νοητικής του συνέχειας με τη σημερινή οικολογική συζήτηση. Ένας «οικολογικός» προσανατολισμός από μόνος του, έξω από ένα κριτικό κοινωνικό πλαίσιο, είναι επικίνδυνα ασταθής. Η ιστορία της φασιστικής οικολογίας δείχνει πως υπό τις κατάλληλες συνθήκες, ένας τέτοιος προσανατολισμός μπορεί να οδηγήσει γρήγορα στη βαρβαρότητα.

 

Το δεύτερο κείμενο της μπροσούρας είναι διαθέσιμο εδώ

 

*αν και η απόδοση του όρου Völkisch ως εθνικό δεν αποδίδει ακριβώς την μυστικιστική και ρομαντική μυθολογική πλευρά του κινήματος αυτού, για λόγους ευκολίας προτιμήθηκε αυτή μετάφραση. Περισσότερες και αναλυτικότερες πληροφορίες για το κίνημα αυτό εδώ 

 

2 σκέψεις σχετικά με το “Peter Staudenmaier: Φασιστική Οικολογία, η Πράσινη Πτέρυγα των Ναζί

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s