Άρθρο που στην ιστοσελίδα The Hampton Institute. Ο Shane Burley είναι συγγραφέας, κινηματογραφιστής και ακτιβιστής του αντιφασιστικού κινήματος από το Πόρτλαντ. Έχει γράψει το βιβλίο Fascism Today: What It Is and How to End It (AK Press, 2017). Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. 

 

Καθώς ο Mulugeta Seraw και ένας φίλος του έβγαιναν από το αυτοκίνητο που τους μετέφερε, δεν είδαν την ομάδα των τριών skinhead που φορούσαν στενά Levi’s χωμένα στις δερμάτινες μπότες τους, κορδόνια δεμένα από το από κάτω ως στον αστράγαλο. Ήταν μέλη της East Side White Pride, που συνδέονταν με την μεγαλύτερη οργάνωση White Aryan Resistance. Ο Seraw ήταν φοιτητής που είχε έρθει στο Πόρτλαντ, του Όρεγκον από την Αιθιοπία, γνωρίζοντας πιθανώς τη μακρά ιστορία του Πόρτλαντ για πολυσυλλεκτικότητα και φιλελεύθερες αξίες. Έχει μια άλλη ιστορία, η οποία είναι βουτηγμένη στην αναβίωση της KKK στις βόρειες ΗΠΑ και αργότερα θα χαρακτηριζόταν από λευκή επέκταση και εξευγενισμό (gentrification). Όταν οι τρεις άντρες τον είδαν στη γωνία της 31ης και της Pine Street, του απηυθύναν ρατσιστικές προσβολές πριν πάρουν ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ και του διέλυσαν το κρανίο του. Αυτή ήταν μόνο μια από τις πολλές βίαιες επιθέσεις που σημάδεψαν τον πόλεμο στους δρόμους του Πόρτλαντ στη δεκαετία του ’80 και του ’90, όπου οι Antifa και οι αντιρατσιστές skinhead πήγαν κυριολεκτικά σε πόλεμο με το Volksfront, τους Hammerskin Nation και άλλες συμμορίες λευκού σοβινισμού. Το αίμα ήταν ορατό στη γωνία του δρόμου για εβδομάδες, και κάποιοι ορκίζονται μπορείς ακόμα να το δεις τη νύχτα.

Αυτή η ιστορία ακούγεται οικεία καθώς κατακλυζόμαστε από πρόσφατες φρίκες όπως η σφαγή από τον Dylann Roof εννέα πιστών σε εκκλησία, αφού πρώτα επισκέφτηκε την ιστοσελίδα του Συμβουλίου Συντηρητικών Πολιτών (Council of Conservative Citizens) ή των δύο ανδρών που χτύπησαν ένα ηλικιωμένο Ισπανόφωνο στη νότια Βοστώνη αφού άκουσαν μια εμπρηστική ρατσιστική ομιλία του Donald Trump.

Η ριζοσπαστική δεξιά μπορεί βασικά να ενταχθεί σε δύο κατηγορίες. Υπάρχουν οι φανερές δράσεις που επικεντρώνονται στην διάδοση «ιδεών» ή πολιτικών προγραμμάτων. Αυτά περιλαμβάνουν πράγματα όπως οι επιστημονικές ρατσιστικές οργανώσεις «HBD», όπως είναι τα περιοδικά American Renaissance, Mankind Quarterly και το ίδρυμα Pioneer Fund. Υπάρχουν οι νεοφασιστικές πολιτιστικές και «ριζοσπαστικές παραδοσιακές» οργανώσεις όπως το Παραδοσιακό Δίκτυο Νεολαίας (Traditionalist Youth Network), το Παρατηρητήριο της Δύσης (Occidental Observer) και το Ινστιτούτο Εθνικής Πολιτικής (The National Policy Institute). Υπάρχουν ασαφή πολιτικά κόμματα και οργανώσεις όπως το Αμερικάνικο Κόμμα Ελευθερίας (American Freedom Party) και το Συμβούλιο Συντηρητικών Πολιτών, αλλά ο χρόνος που μορφώματα όπως αυτά είχαν κάποια επιρροή  έχουν περάσει. Υπάρχουν πολλές διασπάσεις τους, αλλά στις περισσότερες από αυτές είναι πιθανό να μην ακούσετε τη λέξη από Ν ή να δείτε πολλούς γερμανικούς σταυρούς ή σβάστικες.

Ο δεύτερος τύπος οργάνωσης μπορεί πιθανώς να ονομαστεί εξεγερσιακός, πρωτοποριακός, επαναστατικός ή απλά οργισμένοι ρατσιστές. Πρόκειται για οργανώσεις των οποίων η πρωταρχική αποστολή είναι κάποιου τύπου δεξιά φυλετική επανάσταση, ή η χρήση άμεσης δράσης για την αποκατάσταση του θεσμικού λευκού σοβινισμού. Μέσα στην ιστορία υπήρξαν συχνά αρκετές εκδοχές αυτού του τύπου οργάνωσης. Η αποκλειστικά αμερικάνικη εκδοχή αυτού του τύπου επιθετικού λευκής ρατσιστικής οργάνωσης έχει τις ιστορικές τις ρίζες στην Κου Κλουξ Κλαν (Ku Klux Klan, ΚΚΚ). Δημιουργήθηκε το 1866, η οργάνωση χρησιμοποίησε την οργανωτική δομή αδελφότητας που είχε ως πρώτο Μεγάλο Μάγο τον, πρώην στρατηγό των Νοτίων, Nathan Bedford Forrest. Από το 1867 και έπειτα η KKK έθεσε ως σκοπό της την αμφισβήτηση την είσοδο των απελευθερωμένων σκλάβων στη δημόσια ζωή κατά την Ανασυγκρότηση. Έτσι έδρασαν ως ένα είδος ανταρτικού στρατού που προσπαθούσε, αν όχι να αντιστρέψει την έκβαση του εμφυλίου πολέμου, να αποκαταστήσει ένα είδος λευκής ηγεμονίας που υπήρχε κατά τη διάρκεια των περιπόλων που αναζητούσαν δούλους. Οι Βόρειοι πολιτικοί πήγαν ουσιαστικά στον πόλεμο με την ΚΚΚ καθώς δολοφόνησαν επτά από τους πρώτους μαύρους νομοθέτες του Κογκρέσου την περίοδο 1867-68. Η πραγματική αναβίωση της ΚΚΚ ήρθε στη δεκαετία του 1920 όταν επέστρεψαν σε μια εκτεταμένη ηγεσία χρησιμοποιώντας το σύστημα των αδελφοτήτων και αυξήσαν τα μέλη τους περίπου στα περίπου τέσσερα εκατομμύρια άτομα. Αυτό σήμαινε πως αποτελούσαν μια πραγματική πολιτική δύναμη, που εξέλεγε Γερουσιαστές και Κυβερνήτες, καθώς και πολλούς που έπρεπε να κερδίσουν την αποδοχή της ΚΚΚ αν ήθελαν να εκλεγούν. Η πολιτική αυτή επιρροή είναι σίγουρο πως επηρέασε την πολιτική της περιόδου, αλλά η πραγματική δύναμη ήταν να τρομοκρατούν κοινότητες μειονοτήτων με μαζικά λιντσαρίσματα και βασανιστήρια μαύρων ανθρώπων σε ολόκληρο το Νότο. Αυτή η βία έγινε θεσμική, καθώς η ΚΚΚ διείσδυσε σε όλους τους τομείς επιβολής του νόμου και το λιντσάρισμα ήταν τόσο διαδομένο και αποδεκτό που οι άνθρωποι κυριολεκτικά πωλούσαν φωτογραφίες από νεκρούς μαύρους άντρες που κρέμονταν από τα δέντρα, ως αναμνηστικά. Η πολιτική εξουσία που είχε στη δεκαετία του 1920 δεν επαναλήφθηκε ξανά, αν και εμφανίστηκε ξανά ως ισχυρή δύναμη για βία, κατά τη διάρκεια των αγώνων για τα πολιτικά δικαιώματα τη δεκαετία του 1960. Αυτό βοήθησε στην προώθηση των Συμβούλιων Λευκών Πολιτών που εξελίχθηκαν στο Συμβούλιο Συντηρητικών Πολιτών που υπάρχει σήμερα.

Ενώ η ΚΚΚ σχεδόν έχει εξαφανιστεί τον 21ο αιώνα, το άλλο στοιχείο της λευκής αντίστασης ήταν το νεοναζιστικό κίνημα των skinhead. Αυτό το κίνημα ήταν εμπνευσμένο περισσότερο από τους βρετανούς punk αντιφρονούντες του τύπου Rock Against Communism. Αυτό δημιούργησε ένα ουσιαστικά αστικό ρατσιστικό κίνημα της «εργατικής τάξης», που εμπνέονταν από τις οργανωτικές παραδόσεις των αντιρατσιστικών Trojan Skinheads. Η skinhead κουλτούρα, με δίκτυα όπως το Volksfront και το Hammerskin Nation που κυριαρχούν στην αμερικανική σκηνή, λειτουργούν ως συμμορίες δρόμων με τελετές μύησης και απαιτήσεις από τα μέλη για συμμετοχή σε ρατσιστική βία. Οι δεσμοί τους με άλλες πρακτικά «λευκές συμμορίες», κυρίως διάφορες συμμορίες μοτοσικλετών, εδραίωσαν τη σύνδεση τους με εμπόριο ναρκωτικών όπως η μεθαμφεταμίνη και η οξυκωδόνη, αν και μέσα στην πιο μαχητική τάση υπάρχει και η straight edge παράδοση.

Η κύρια απειλή που εκφράζουν οργανώσεις όπως αυτές δεν ήταν ποτέ η επιτυχημένη πολιτική οργάνωση, αν και οργανώσεις skinhead, όπως το Εθνικό Σοσιαλιστικό Κίνημα, διατηρούν αυταπάτες ότι κάποια μέρα θα έχουν πολιτική επιρροή μέσω ενωτικών θεμάτων όπως η μετανάστευση και η θετική δράση. Η πραγματική απειλή είναι η βία σε διαπροσωπικό επίπεδο, με αποτέλεσμα συχνά την τυχαία βία κατά στοχευμένων ομάδων στο δρόμο. Αυτό μπορεί να εμφανιστεί ως «τυχαία» βία, αλλά είναι τυχαίο μόνο επειδή δεν υπάρχει ένας πρωταρχικός πολιτικός στόχος που να μπορεί να γίνει αντιληπτός με οποιαδήποτε συνοχή. Πέρα από τις συμμορίες των skinhead και τα ελάχιστα τοπικά μέλη της KKK, υπάρχουν επίσης ομάδες που έχουν ιδεολογικό πλαίσιο και κάποια αντίληψη μακροπρόθεσμης επαναστατικής οργάνωσης, αλλά δεν δουλεύουν με τις πιο μετριοπαθείς φανερές οργνώσεις. Αυτές περιλαμβάνουν πολλές από τις ρατσιστικές εκκλησίες Χριστιανικής Ταυτότητας που συνδέονται με παραστρατιωτικές πολιτοφυλακές εσχατολόγων. Η Εκκλησία του Ιησού Χριστού – Χριστιανός (Church of Jesus Christ – Christian), αλλιώς γνωστή ως Άρια Έθνη (Aryan Nations), ήταν ένα από τις μεγαλύτερες και πιο γνωστές από αυτές, που βρίσκονταν στη λίμνη Χέιντεν, στο Αϊντάχο. Εκεί είχαν ένα μεγάλο συγκρότημα όπου πραγματοποιούσαν κηρύγματα για το πώς οι Εβραίοι ήταν βιολογικοί απόγονοι του Σατανά, πώς τα μέλη φυλετικών μειονοτήτων ήταν κυριολεκτικά «Κτήνη των Αγρών» και ζώα που δεν είχαν ψυχές και πως οι λευκοί είναι οι άνθρωποι που ονομάζονται Ισραηλίτες στη Βίβλο. Συνδέσαν τη φυλετική επανάσταση με την βιβλική εσχατολογία για ένα συνωμοσιολογικό μίγμα ναζισμού και αμερικανικού συντηρητικού χριστιανισμού. Όταν αρκετά από τα μέλη τους επιτέθηκαν σε μια οικογένεια που περνούσε από το συγκρότημα, η εκκλησία και ο ηγέτης της, Richard Butler, μηνύθηκαν και η γη κατασχέθηκε. Σήμερα, η Χριστιανική Ταυτότητα εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε κύκλους μυστικών πολιτοφυλακών, αν και ο Κινισμός (Kinism), μια ελαφρώς πιο αποδεκτή εμφανισιακά ρατσιστική χριστιανική ερμηνεία, αποσπά πολλούς πιστούς.

Το Εθνικό Σοσιαλιστικό Κίνημα, η Εθνική Συμμαχία, και πολλοί άλλοι μαχητικοί ναζιστικοί οργανισμοί ξεπερνούν τη γραμμή μεταξύ οργάνωσης και επαναστατικής βίας στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας τους. Ενώ οι δηλωμένοι στόχοι τους συνήθως είναι καλά οργανωμένη προπαγάνδα, εκπαίδευση και πολιτικά προγράμματα, η επαναστατική τους ρητορική έχει δει περισσότερα αποτελέσματα εμπνέοντας μεμονωμένα άτομα να διαπράξουν δολοφονικές πράξεις, παρά να έχουν οποιουδήποτε είδους πολιτικού πρόγραμμα κάποιας αξίας.

Υπάρχουν δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, μεμονωμένα στελέχη που προσπαθούν όλα να αξιώσουν κάποια επίσημη νομιμότητα σε πολιτικό ή ιδεολογικό πεδίο, αλλά σε γενικές γραμμές μπορούν να μπουν στις δύο κατηγορίες και έχουν την ίδια δυναμική για να εμπνεύσουν μοναδικές πράξεις ακραίας βίας. Η βία που εμφανίζεται είναι σημαντικά διαφορετική μεταξύ των ομάδων και βασίζεται κυρίως στο τόπο και στο συγκεκριμένο επαναστατικό όραμα των οργανώσεων, αλλά όλη η βία έχει τη μορφή μεμονομένων πράξεων τρομοκρατίας. Αυτό σημαίνει ότι το είδος των βίαιων περιστατικών που παρατηρούνται από τις ομάδες πολιτοφυλακής όπως το The Order και το Posse Comitatus είναι πολύ διαφορετικό από εκείνη που ασκούν στο δρόμο οι skinhead της Vinland.

Όταν πρόκειται για το είδος της ρατσιστικής βίας που η Αντιφασιστική Δράση έχει αντιμετωπίσει σε μεγάλο τμήμα της ιστορίας της, ήταν η τυχαία βία των συμμοριών των skinhead στις πόλεις. Ένα μεγάλο μέρος της εστίασης σε αυτές τις ομάδες οφείλεται στο ότι ήταν από τις λίγες ομάδες που έκαναν δημόσιες πράξεις βίας στη δεκαετία του 1990, ενώ η ΚΚΚ και άλλες ομάδες είχαν στη πράξη υποχωρήσει ή προσπαθούσαν να μετριάσουν την πολιτική τους. Οι skinhead, από την άλλη πλευρά, αντανακλούσαν άλλες υποκουλτούρες του punk rock και δημιούργησαν μια αντικουλτούρα που προχωρούσε σε βία συμμοριών στις μεγάλες πόλεις. Επίσης έρχονταν σε άμεση επαφή με αριστερόστροφες οργανώσεις έχοντας κάποιες επαφές στους μουσικούς χώρους, καθώς επίσης και με την υψηλή παρουσία που είχαν στην κουλτούρα των ναρκωτικών και των συμμοριών στις φυλακές. Αυτές δεν ήταν ιδιαίτερα φανατικές ιδεολογικές ομάδες, και εκείνες που είχαν μια ισχυρότερη αίσθηση λευκού εθνικισμού εξελίχθηκαν στο ίδιο μετριοπαθή δρόμο στον οποίο στράφηκαν πολλές από τις φράξιες της ΚΚΚ τη δεκαετία του 1980.

Αντί να είναι ένα ευρύτερο πολιτικό πρόγραμμα, ο μύθος σχετικά με τους skinhead βασίστηκε στην φαινομενικά τυχαία στοχοποίηση μειονοτήτων σε δημόσιους χώρους με τυχαίες πράξεις απίστευτης σκληρότητας. Αυτό έχει οδηγήσει σε μια σταθερή ακολουθία επιθέσεων από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, όπου οι φυλετικών μειονοτήτων συχνά στοχοποιούνταν σε κατά τα άλλα λευκές περιοχές, ή queer νεαροί κυνηγιόντουσαν σε μέρη που μπορεί να σύχναζαν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ένα γενικευμένο φόβο, καθώς οι επιθέσεις εμφανίζονται να έχουν γίνει σε τυχαίους στόχους, δεν έχουν ένα ιδιαίτερο μοτίβο και μπορούν ουσιαστικά να συμβούν «οποτεδήποτε και οπουδήποτε».

Έχουν γίνει προσπάθειες να αντιμετωπιστούν αυτές τις συμμορίες ως μέρος ενός μεγαλύτερου φασιστικού κινήματος ή πολιτικού οράματος, αλλά αυτό είναι δύσκολο, καθώς δεν υπάρχουν ιδιαίτεροι δεσμοί μεταξύ τους και των πιο αποδεκτών ιδεολογικών κινημάτων και η ίδια η βία θα ήταν δύσκολο να συστηματοποιηθεί. Αυτό που συμβαίνει εσωτερικά είναι να δημιουργηθεί μια κουλτούρα όπου η βία είναι θεμελιώδης για την κοινότητα, και όπου το κύρος μέσα στην ομάδα βασίζεται βίαιο ιστορικό. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει διέξοδος για αυτή την αυξανόμενα βίαιη κουλτούρα που να μπορεί να είναι μέρος ενός μεγαλύτερου πολιτικού κινήματος, όπως θα συνέβαινε με τη KKK τη δεκαετία του 1920, περιμένουν στο περιθώριο για την ευκαιριακή έκρηξη οργής σε τυχαίους στόχους. Η βία είναι η κινητήρια δύναμη για αυτές τις ομάδες και η στρατολόγηση συχνά στοχεύει σε ανθρώπους που μπορεί να έχουν ήδη ιστορία βίας και απογοήτευσης, παίρνοντας μια σχεδόν «θρησκευτική» δομή που θα καταλάβει το κόσμο του νεοσύλλεκτου. Αυτή η βία τροφοδοτείται τόσο αποτελεσματικά εσωτερικά ώστε δεν χρειάζεται καν κάποιου είδους ανταγωνισμού από την αριστερά, όπως θα συνέβαινε σε κάποια σύγκρουση πολιτικών διαμαρτυριών. Αντίθετα, από την αρχή οι νεοσύλλεκτοι είναι συναισθηματικά προετοιμασμένοι να προβούν σε κάποιο είδος βίας ως τρόπο εξασφάλισης μιας θέσης στην κοινωνική τάξη που τους επέλεξε.

Όπως ειπώθηκε νωρίτερα, η εικόνα που έχουν οι ακτιβιστές της Αντιφασιστικής Δράσης και της Αντιρατσιστικής Δράσης για την ρατσιστική βία προέρχεται συχνά από συμμορίες skinhead στο βορρά, επειδή στο δρόμο αυτές είναι οι συχνότερες συγκρούσεις, ο κίνδυνος όμως για μεγαλύτερα περιστατικά βίας έρχεται από τα δάση και όχι από τα σοκάκια. Το κίνημα των πολιτοφυλακών, αν και συχνά συνδέεται με την άκρα δεξιά, δεν θεωρείται πάντοτε μια ρατσιστική ομάδα. Ενώ μεγάλο μέρος της ρητορικής της είναι ρατσιστική διγλωσσία και τις ασαφείς συζητήσεις για «σοσιαλισμό» ή «την ομοσπονδιακή κυβέρνηση», ένας μεγάλος αριθμός ρατσιστών επαναστατών σχετίζονται με αυτές τις ομάδες και έχουν τη δική τους ατζέντα. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, παρατηρήθηκαν μαζικές τάσεις προς τη βία, μερικές από αυτές σε σχεδόν απίστευτη κλίμακα. Η οργάνωση The Order, που ήταν ενεργή το 1983 και το 1984, ανέλαβε την ευθύνη για τη δολοφονία του εβραίου ραδιοφωνικού παραγωγού Alan Berg καθώς και για ληστείες τραπεζών που η λεία τους ξεπερνούσε τα 3,6 εκατομμύρια δολάρια. Γεννήθηκαν από ομάδες όπως τα Άρια Έθνη και η Εθνική Συμμαχία, με τα οποία διατηρούσαν στενή επαφή. Ο πιο διάσημος αναμεσά τους ήταν ο David Lane, ο οποίος συνέχισε με την ίδρυση της θρησκείας του Βοτάν (Wotanism) , η οποία είναι ουσιαστικά μια υπερ-ρατσιστική εκδοχή του παραδοσιακού Asatru. Είναι περισσότερο γνωστός για αυτό που οι λευκοί εθνικιστές αποκαλούν «14 Λέξεις», που σημαίνει: «Πρέπει να εξασφαλίσουμε την ύπαρξη του λαού μας και το μέλλον των Λευκών Παιδιών» (We must secure the existence of our people and the future for White Children). Η οργάνωση The Order διατηρούσε στενή σχέση με τον Frazier Glenn Miller του Λευκού Πατριωτικού Κόμματος (White Patriot Party, WPP). Ο οποίος προχώρησε σε επίθεση εναντίον πολλών πιστών στο Εβραϊκό Κοινοτικό Κέντρο και στο Κέντρο Συνταξιοδότησης Village Shalom. Σκότωσε πολλούς σε μια στιγμή μαζικής δολοφονίας, πολλοί από τους οποίους αποδείχθηκε πως δεν ήταν Εβραίοι. Ομοίως, το μέλος των Άριων Εθνών Buford O. Furrow, Jr πυροβόλησε και σκότωσε πολλά παιδιά στο Εβραϊκό Κοινοτικό Κέντρο στο Λος Άντζελες, καθώς επίσης και το φόνο ενός Φιλιππινέζου ταχυδρομικού υπαλλήλου. Όλοι αυτοί μιλησαν για την ανάγκη επανάστασης εναντίον της Κυβέρνησης Σιωνιστικής Κατοχής (Zionist Occupation Government, ZOG), στην οποία οι υπονομευτές Εβραίοι χρησιμοποιούν «τιποτένιες φυλές» (mud races) για να καταστρέψουν την καθαρότητα της λευκής φυλής.

Το πιο δραματικό παράδειγμα όλων αυτών προφανώς είναι η βομβιστική επίθεση στην Οκλαχόμα το 1995 που σκότωσε 168 ανθρώπους ενώ τραυμάτισε επιπλέον άλλους 680. Ένας πολύ μεγάλο μέρος των θυμάτων ήταν παιδιά, μιας και το ομοσπονδιακό κτίριο που δέχτηκε επίθεση στέγαζε και ένα βρεφονηπιακό σταθμό. Η επίθεση πραγματοποιήθηκε από τον Timothy McVeigh και τον Terry Nichols, εμπνευσμένοι από αντι-ομοσπονδιακές ιδέες που σε μεγάλο βαθμό ήταν ρατσιστικές. Ο McVeigh βρέθηκε να έχει σελίδες από το βιβλίο Turner Diaries στο αυτοκίνητό του. Το βιβλίο, το οποίο είναι κάτι σαν Βίβλος για το ρατσιστικό κίνημα των πολιτοφυλακών, είναι ένα μυθιστόρημα που έγραψε ο ιδρυτής της Εθνικής Συμμαχίας, William Pierce, που περιγράφει έναν απίστευτα βίαιο φυλετικό πόλεμο όπου οι μαύροι και οι Εβραίοι εξολοθρεύονται κατά βούληση. Οι συνδέσεις τους με το περιθώριο αυτών των κινημάτων ήταν εμφανείς, όμως αυτό που στη πραγματικότητα αυτό που ήθελαν να προκαλέσουν με τις πράξεις τους δεν ήταν. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, η ιδέα είναι πως η βία μπορεί να προκαλέσει τον υποσυνείδητο ρατσισμό της μεσαίας Αμερικής να στραφεί ενάντια στους «προδοτικούς Εβραίους αφέντες» τους.

Αυτά τα είδη επιθέσεων με πυροβόλα όπλα προήλθαν σε μεγάλο βαθμό από τις πιο μαχητικές ομάδες που διαθέτουν τις πιο ρατσιστικές ιδεολογίες όσο και συνδέσεις με ευρύτερες ομάδες πολιτοφυλακών, οργανώσεις συνωμοσιολογιών και το νέο κίνημα Κυρίαρχων Πολιτών. Στη δυτική ακτή η Posse Comitatus βρισκόταν στην πρωτοπορία αυτού του χώρου ρατσιστικών πολιτοφυλακών για χρόνια, και πιο πρόσφατα ομάδες όπως το Βορειοδυτικό Μέτωπο (Northwest Front) μπορεί να αναλαμβάνουν αυτό το ρόλο. Θα ήταν ωραίο να αποδοθούν αυτές οι επιθέσεις σε μερικούς διαταραγμένους ανθρώπους και, με πολλούς τρόπους, μπορεί να γίνει. Οι οργανώσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν, και που έσπρωξαν αυτούς τους ανθρώπους σε στιγμές ακραίας βίας, πολλές φορές καταγγέλλουν τις ενέργειες ή τις υποστηρίζουν παθητικά. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι οργανώσεις όπως αυτές χρησιμοποιούν ανθρώπους με αμφίβολη κοινωνική θέση και συναισθηματική σταθερότητα για να διαπράξουν τις πιο βίαιες πράξεις εναντίον μελών φυλετικών μειονοτήτων, queer ατόμων, Μουσουλμάνων, μεταναστών, και οποιουδήποτε άλλου αποφάσισαν να μισούν αυτή την εβδομάδα.

Αυτό που είναι σημαντικό να συνυπολογίσει κανείς όταν αναλογίζεται αυτό το τύπο οργανώσεων είναι ότι η προσποίηση τους, ακόμη και οι επιθέσεις τους, κατά της κυβέρνησης δεν είναι  το πραγματικό ζήτημα. Το κράτος είναι αντικείμενο επίθεσης μόνο λόγω της σχέσης του με τις μειονότητες, τους Εβραίους και άλλους. Η πραγματική βία εδώ είναι εναντίον τυχαίων μελών κοινοτήτων μειονοτήτων και, στη περίπτωση βομβιστικών επιθέσεων, κυβερνητικών εργαζομένων χαμηλού επιπέδου. Η απειλή τους εξακολουθεί να είναι, ανεξάρτητα από αυτό που ισχυρίζονται πως στοχεύουν, ενάντια σε άτομα στις κοινότητές μας και κατώτερους κυβερνητικούς ή εταιρικούς παράγοντες.

Οι ίδιες οι πράξεις μαζικών δολοφονιών συχνά παίρνουν τη μορφή «δραματικού ηρωισμού» όπου η ίδια η πράξη δεν είναι πάντα κρυμμένη πολύ καλά, και ο δράστης τείνει να την αντιμετωπίζει ως την κορυφαία πράξη της ζωής του. Αυτό έχει οδηγήσει πολλούς δημοσιογράφους και κρατικές υπηρεσίες να θεωρούν αυτούς τους ανθρώπους ως απλά συναισθηματικά διαταραγμένους και αυτή είναι μια αφήγηση που στήριξαν πολλές από τις μεγαλύτερες επαναστατικές ρατσιστικές οργανώσεις. Αντίθετα, έρχεται ως το άμεσο αποτέλεσμα μεγάλου μέρους των προπαγανδιστικών ρητορικών που εκφέρονται εσωτερικά σε αυτές τις οργανώσεις.

Δύο είναι τα βασικά προπαγανδιστικά κείμενα που βοήθησαν στη δημιουργία του χώρου για αυτές τις πράξεις μαζικής δολοφονίας. Το πρώτο είναι  το «Ακέφαλη Αντίσταση», το οποίο είναι το όνομα ενός δοκιμίου που έγραψε ο λευκός εθνικιστής Col. Ulius Louis Amoss το 1962, Η αντίληψη προήλθε από την ιδέα πως η «πυραμιδική δομή» από πάνω προς τα κάτω που χρησιμοποιούν οι λευκές πρωτοποριακές οργανώσεις ήταν εύκολο να διεισδύθουν και αντίθετα υποστήριξε ένα μοντέλο «πυρήνων φαντάσματα» πάνω στους οποίους δεν υπάρχει κανενός είδους κεντρικού ελέγχου. Πολλοί πρακτικά θα δουν ότι αυτό είναι παρόμοιο με τα μοντέλα «συγγενικών ομάδων» που υπάρχουν στις εξεγερτικές αριστερές-αναρχικές οργάνωσεις, αλλά ενώ υπάρχουν ομοιότητες στη χρήση αντι-οργανωτικών μεθόδων, οι στόχοι είναι ριζικά διαφορετικοί. Όπως γράφει ο Simson Garfinkel στο περιοδικό First Monday, οι στόχοι της ακέφαλης αντίστασης στο πλαίσιο αυτό είναι η διαπροσωπική βία.

Σε πολλές περιπτώσεις, η «αντίσταση» που προωθεί ο Beam θα μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε τυχαίες πράξεις «άναρχης» βίας χωρίς κάποιο επίσημο πολιτικό στόχο. Πράγματι, τα αποτελέσματα της Ακέφαλης Αντίστασης μπορούν εύκολα να απορριφθούν ως το έργο των «επίδοξων τρομοκρατών», μικροεγκληματιών που μιμούνται εγκλήματα άλλων, και των θυμωμένων μοναχικών ατόμων που προχωράνε σε «επιθέσεις συμπαράστασης». Δηλαδή, θα μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε παραδοσιακές μορφές «αντίστασης» ή «πολιτιστικής αντίστασης» που χρησιμοποιούνται από τους φτωχούς ή τους αδύναμους για να παρεμποδίσουν ή να ανατρέψουν έναν ισχυρότερο εχθρό. Η βία της Ακέφαλης Αντίστασης είναι διαφορετική από αυτό που οι κοινωνιολόγοι συχνά αναφέρουν ως «πολιτιστική αντίσταση». Αν και είναι ασυντόνιστη, η Ακέφαλη Αντίσταση στηρίζει έναν κοινό πολιτικό στόχο: είναι βία με ατζέντα. Συνήθως, η ατζέντα αυτή καθορίζεται από πολιτικές προκηρύξεις ή άλλα έγγραφα που καθορίζουν στόχους, απαιτήσεις και κατηγορίες συγκεκριμένων στόχων. Ο καθορισμός της ατζέντας πραγματοποιείται επίσης από συγκεκριμένα άτομα που συμμετέχουν σε τρομοκρατικές ενέργειες: όταν ένα μέλος του Μετώπου Απελευθέρωσης της Γης χτυπά μια αντιπροσωπία SUV ανοίγει ακόμη ένα «μέτωπο» στη μάχη, και δίνει επίσης και σε άλλους την ιδέα και το κίνητρο για επίθεση εναντίον αντιπροσωπειών SUV.

Παρατηρεί κάποιος πως στη πραγματικότητα υπάρχει ένα είδος de facto ηγεσίας σε αυτή τη μορφή δράσης, που τείνουν να είναι δημόσια πρόσωπα που προωθούν αυτές τις δράσεις. Αυτοί καταλήγουν να υπάρχουν ως ηγεσία, και ο συνεχής κύκλος ανατροφοδότησης από τα μέσα δημιουργεί μια αίσθηση επικύρωσης των ενεργειών.

Το δεύτερο πλαίσιο που είναι σημαντικό είναι η δράση τύπου «μοναχικού λύκου». Αυτό το πλαίσιο ήταν πολύ δημοφιλές μεταξύ ατόμων όπως ο Tom Metzger, του οποίου η οργάνωση, η White Aryan Resistance (WAR), ήταν μια σημαντική κινητήρια δύναμη στη στήριξη των νεοναζιστικών μορφωμάτων skinhead στις ΗΠΑ. Είδε τις δυνατότητες αυτών των ομάδων καθώς η KKK άρχισε να παρακμάζει, βλέποντας τους ως πρωτοπόρους «φαιοχίτωνες».  Η ιδέα του Metzger για το μοναχικό λύκο είναι και πάλι μια μορφή ακέφαλης αντίστασης, εκτός από το ότι επικεντρώνεται ιδιαίτερα στους πρόσφορους για δολοφονία στόχους. Όπως λέει στο διάσημο δοκίμιό του «Νόμοι για τον Μοναχικό Λύκο», «ο καθένας είναι ικανός να γίνει μοναχικός λύκος».

«Πάντα να ξεκινάτε ταπεινά. Πολλές μικρές νίκες είναι καλύτερες από μια τεράστια γκάφα (που μπορεί να είναι το τέλος της σταδιοδρομίας σας ως Μοναχικού Λύκου). Κάθε τι μικρό μετράει ως αντίσταση. Η γνώση είναι δύναμη. Μάθετε από τα λάθη σας καθώς και από τα λάθη των άλλων. Μην βιάζεστε ποτέ σε τίποτα, ο χρόνος και ο προγραμματισμός είναι τα κλειδιά για την επιτυχία. Ποτέ μην επιχειρήσετε κάτι πέρα ​​από τις ικανότητες σας, η αποτυχία μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή. Όσο λιγότερο γνωρίζουν οι απέξω, τόσο πιο ασφαλής και πιο επιτυχημένος θα είσαι. Κρατήστε το στόμα σας κλειστό και τα αυτιά σας ανοικτά. Ποτέ μην παραδεχτείτε πρακτικά κάτι… Ποτέ δεν είπα ότι δεν θα υπάρξει ποτέ μια εποχή που όλοι οι μικροί πυρήνες και οι μοναχικοί θα εξελιχθούν σε μια εξαιρετικά δομημένη και αδίστακτα μαχητική οργάνωση με σκληρούς ηγέτες από ατσάλι. Αυτή τη στιγμή όμως δεν είναι τώρα και δεν είναι για το άμεσο μέλλον. Κανένας σημερινός ηγέτης, συμπεριλαμβανομένου και εμού, δεν θα οδηγήσει αυτή τη φάση. Πρέπει μόνο να προετοιμάσουμε τον δρόμο. Ας ελπίσουμε ότι αυτά που λέμε και κάνουμε τώρα θα κάνει δυνατή τη μελλοντική νίκη. Θυμηθείτε, όσοι έχουν έρθει πριν από εσάς, υπολογίζουν σε εσάς, αυτοί που θα έρθουν μετά από εσάς, εξαρτώνται από εσάς. Σκεφτείτε το λευκό, ενεργήστε Λευκό, είναι Λευκό!»

Ενώ ο Metzger προσπαθεί να είναι ασαφής, μιλά για τη δολοφονία στόχων υψηλού επιπέδου. Αυτοί θα μπορούσαν να είναι πολιτικοί που θεωρεί ότι αποτελούν κομμάτι της ZOG, ή θα μπορούσαν απλά να είναι άνθρωποι σε διαφυλετικές σχέσεις, αντιφασίστες και αριστεροί ακτιβιστές και άνθρωποι που οργανώνουν την προστασία των LGBTQ ατόμων. Αυτή η μεθοδολογία είναι μια δημοφιλής ιδέα που υιοθετήθηκε από διάφορα κομμάτια της ΚΚΚ και των νεοναζί, το κίνημα των πολιτοφυλακών και από κάποιες από τις πιο βίαιες ρατσιστικές ιδεολογίες, όπως το μοχθηρό Κίνημα της Δημιουργικότητας (Creativity Movement). Είναι εμφανές πως αυτό μπορεί να οδηγήσει σε επεισόδια όπως η πρόσφατη στόχευση των μελών του Ναού των Σιχ, η δολοφονία του φρουρού στο Μουσείο του Ολοκαυτώματος Σμιθσόνιαν, και οι διάφοροι πυροβολισμοί σε Εβραϊκές Συναγωγές.

Οι ιδέες του Metzger συχνά εμφανίζονται υπό το πρόσχημα της ελευθερίας λόγου, και δεν θα ήταν συνετό να οδηγηθούμε σε μια προοδευτική γραμμή «ενάντια στη ρητορική μίσους», καθώς αυτό θα κατέληγε να είναι αντιπαραγωγικό. Αλλά τα λόγια του έχουν σημασία.

Αφού και οι τρεις skinhead που κατηγορούνταν για τη δολοφονία του Mulugeta Seraw, ο Morris Dees του Southern Poverty Law Center θεώρησε ότι η υπόθεση έπρεπε να προχωρήσει περισσότερο από εκείνους που κυριολεκτικά είχαν αίμα στα χέρια τους. Το SPLC είναι γνωστό για τη διεξαγωγή έρευνών, εκπαίδευσης και επιμόρφωσης σχετικά με ομάδες μίσους, καθώς και για την συμμετοχή σε διάφορες δικαστικές υποθέσεις και αγωγών που έχουν σχέση με αυτούς τους οργανισμούς και άτομα. Ο Dees ήθελε να στοχεύσει έναν από τους ευρύτερους οργανισμούς και άτομα που είχαν οδηγήσει αυτούς τους νεοναζιστές skinhead σε πράξεις ατομικής βίας. Ο Tom Metzger και  η WAR έγιναν οι προφανείς στόχοι, και αφού ο Dees εντόπισε μια επιστολή που ο John Metzger, γιος του Tom, στην οποία έλεγε στον skinhead που έκανε τη δολοφονία να δείξει στην πόλη του πώς λειτουργεί το «Κίνημα Άριας Νεολαίας (Aryan Youth Movement) λειτουργούσε». Ο Dees κέρδισε μια αγωγή 7 εκατομμυρίων δολαρίων κατά του Tom Metzger, ουσιαστικά οδηγώντας σε πτώχευση του ίδιου και του οργανισμού του. Οι ιδέες του Metzger ήταν θεμελιώδεις για την ύπαρξη αυτών των περιστατικών βίας skinhead, και αυτή η υπόθεση το έδειξε αυτό. Είναι όμως ακόμα εκεί έξω, όπου νομικά του επιτρέπεται να συνεχίζει να δημοσιεύει και οι skinhead που συνεχίζουν να διαβάζουν τις διατριβές του εξακολουθούν να αντλούν έμπνευση από αυτές.

Το ερώτημα γιατί η βία φαίνεται αναπόφευκτη σε αυτές τις οργανώσεις φέρνει πολλές πολύπλοκες απαντήσεις. Οι πρωτοποριακές και επαναστατικές ομάδες φασιστών δεν έχουν την πολιτική επιρροή για να προβούν ποτέ σε μια πραγματική στρατιωτική εξέγερση εναντίον της κυβέρνησης. Ο φόβος αυτού του τύπου δράσης είναι πολύ περισσότερο θεωρητικός και βασίζεται περισσότερο στις πιο φανερές οργανωμένες ομάδες, δεδομένου πως έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν ένα υπόγειο ριζοσπαστικό ρεύμα που θα μπορούσε να γίνει  μαχητικό σε περιόδους μαζικής κατάρρευσης και κρίσης. Οι σημερινές ομάδες πολιτοφυλακής και skinhead, όμως, δεν έχουν όμως αρκετό βάρος στον σύγχρονο κόσμο για να στραφούν ενάντια στο κράτος με κάποιο πραγματικό αποτέλεσμα. Ακόμη και στη μικρή τους κλίμακα, οι αντιφασιστικές οργανώσεις, τόσο οι αριστερές όσο και οι ριζοσπαστικές, εμποδίζουν με επιτυχία την ανάπτυξη και τους πόρους τους οποίους βάζουν στο χέρι τη στιγμή που το κάνουν. Ταυτόχρονα, η ρητορική τους, που συχνά συνδέεται με κινήματα τόσο οικουμενικά απεχθή σήμερα, όπως η ναζιστική Γερμανία, δεν έχει ιδιαίτερη αποδοχή ώστε να γίνει ποτέ επικίνδυνο πολιτικό κίνημα.

Αν και δεν έχουν τη δυνατότητα να βάλουν ένα άτομο στο Κογκρέσο, ή ακόμα και να βάλουν αρκετά άτομα με επιτυχία σε στις γραμμές τους, συνεχίζουν να διατηρούν τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία στις εξεγερτικές ρατσιστικές τάξεις. Οι οργανισμοί αυτοί προσελκύουν και προετοιμάζουν εκείνους που είναι επιρρεπείς στη βία. Ενώ οι άνθρωποι που συχνά προβαίνουν σε βία μπορεί να προχωρούν σε αυτές τις ενέργειες με ένα συνδυασμό τόσο ιδεολογικών όσο και διαπροσωπικών θεμάτων, εξακολουθεί να υπάρχει μια πολιτική δύναμη που οδηγεί αυτές τις οργανώσεις να προετοιμάζουν τους ανθρώπους για τη βία. Στην πραγματικότητα είναι αυτή η δυναμική που μας υπενθυμίζει πολλές συζητήσεις για τους αριστερούς κύκλους εξεγερτικού αναρχισμού, όπου οι μαχητικές ενέργειες που μπορεί να ή να μη θεωρηθούν βίαιες χρησιμοποιούνται συχνά για να «σπάσουν τα δεσμά» της τρέχουσας τάξης και να εμπνεύσουν περαιτέρω δράση. Αυτή είναι η κλασική νοοτροπία «της προπαγάνδας της πράξης» που οδήγησε σε δολοφονίες προέδρων και σε βομβιστικές επιθέσεις των οχυρών της επιβολής του νόμου. Είναι ουσιαστικά αυτή η ιδέα που οδηγεί στην πραγματικότητα πολλές από αυτές τις βίαιες πράξεις, με την ιδέα ότι αυτές θα σπάσουν τα «δεσμά της πολυπολιτισμικότητας» και θα σπρώξει τους ανθρώπους να συμμετάσχουν στο RaHoWa (φυλετικό ιερό πόλεμο, Racial Holy War).

Η ίδια η φύση αυτών των οργανώσεων εντοπίζεται στη διαφωνία τους με το ευρύτερο φασιστικό περιβάλλον, και αυτό το σημείο συνήθως είναι στην ανάγκη για βία. Οι μεγαλύτερες οργανώσεις έχουν διαφορετικές απόψεις γύρω από τη συμμετοχή ή όχι στο πολιτικό σύστημα. Πολλοί εξακολουθούν να υποστηρίζουν τη στήριξη υποψηφίων στις τοπικές εκλογές, τόσο μέσω ανοιχτά ρατσιστικών κομμάτων όπως το Αμερικανικό Κόμμα Ελευθερίας όσο και μέσω στενά συγγενικών πολιτικών σχηματισμών όπως το Κίνημα του Τσαγιού (Tea Party) ή το Συνταγματικό Κόμμα (Constitution Party). Άλλοι αντίθετα επιθυμούν τη δημιουργία ενός πολιτισμικού και κοινωνικού περιβάλλοντος για την αμφισβήτηση του συστήματος, αλλά δεν υποστηρίζουν μια ανοιχτή εξέγερση. Το βλέπουμε αυτό στα μέλη των Radix, της Alternative Right, του H.L. Menken Club, όπου πολλοί υποστηρίζουν την επαναστατική πολιτική, αλλά ποτέ δεν θα σχετίζονταν ανοιχτά με άμεση βίαιη δράση. Ομάδες όπως τα Άρια Έθνη υπάρχουν, σε μεγάλο βαθμό, επειδή είναι πρόθυμες να αναγνωρίσουν την ανάγκη για βία στο εδώ και τώρα. Αυτό δίνει σε αυτές τις οργανώσεις ένα ίχνος ατομικότητας και έναν σκοπό ύπαρξης.

Επειδή η βία είναι στη καρδιά του λόγου ύπαρξής τους, είναι αναπόφευκτο πως αυτά τα μορφώματα θα οδηγηθούν στη βία. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα για επαναστατικό μιλιταρισμό, αυτό παίρνει τη μορφή τυχαίων πράξεων βίας προς τις κοινότητες-στόχους.

Εκτός των υφιστάμενων οργανισμών, υπάρχει ένας τομέας όπου οι πρωτοπόροι φασιστές έχουν προχωρήσει προς αυτό που μοιάζει με αξιοσημείωτη άνοδο της βίας. Το κίνημα ενάντια της ρατσιστικής βίας της αστυνομίας πήρε μια ένεση αναβολικών με το κίνημα Black Lives Matter να βγαίνει από το Φέργκιουσον, το Μπρούκλιν και τη Βαλτιμόρη. Εδώ οι θεσμοθετημένες μεροληψίες οδήγησαν την αστυνομία να χρησιμοποιήσει τη θέση τους ως υπερασπιστές του κεφαλαίου για να επιβληθούν πάνω στις κοινότητες των μειονοτήτων, προβαίνοντας σε θανατηφόρα βία σε υπερβολικό βαθμό εναντίον μελών φυλετικών μειονοτήτων. Αυτό είναι κάτι έμφυτο σε μια ρατσιστική κοινωνία όπου ο καπιταλισμός και το κράτος βασίζονται στη φυλετική ανισότητα, και αυτό ενσωματώνεται μέσα στην κοινωνική τάξη που δίνει στην αστυνομία τις κατευθύνσεις της για το ποιο θεωρούν ότι είναι απειλή.

Στην πλέον ευρέως δημοσιευμένη έκθεση του FBI του 2006 με τίτλο «Διείσδυση Λευκών Σοβινιστών στις Δυνάμεις του Νόμου» μας δίνει μια αίσθηση του πού θα μπορούσε να εστιαστεί η μεγάλη προσπάθεια για την ανατροπή του κράτους από τους οργανωμένους ρατσιστές. Ακόμη και το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει ότι ο ρόλος του ως κατόχου του μονοπωλίου του δικαιώματος άσκησης βίας θα μπορούσε να επιτρέψει στους φασίστες να το χρησιμοποιήσουν για την άσκηση μεγαλύτερης βίας.

Η λευκή εξτρεμιστική παρουσία μεταξύ του προσωπικού επιβολής του νόμου προκαλεί ανησυχία λόγω της πρόσβασης που μπορεί να έχουν σε απαγορευμένα σημεία που είναι ευάλωτα σε δολιοφθορά και σε εκλεγμένους αξιωματούχους ή προστατευόμενα άτομα, τους οποίους θα μπορούσαν να θεωρήσουν ως πιθανούς στόχους βίας.

Τα όρια αυτής της έκθεσης είναι εμφανή στο γεγονός ότι η κύρια απειλή που βλέπουν είναι ότι όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στο είδος της «αποκαλυπτικής βίας» μπορεί να έχουν πρόσβαση σε υπό άλλες συνθήκες «απρόσιτους» κυβερνητικούς αξιωματούχους. Αυτό που δεν είναι σε θέση να δουν είναι η πραγματική απειλή πως οι ρατσιστές που βλέπουν τους ανθρώπους των μειονοτήτων ως υπανθρώπους θα έχουν πρόσβαση σε αυτούς ως φορείς θανατηφόρας δύναμης.

Πολλά από αυτά αντλούνται από την εμφανή άνοδο του ρατσιστικού εξτρεμισμού μεταξύ του 2008 και του 2014, η οποία σημαδεύτηκε επίσης από την άνοδο πιο αποδεκτών εκδοχών αυτών των ομάδων, όπως το Κίνημα του Τσαγιού. Οι λόγοι για αυτό είναι προφανείς, καθώς ο Barack Obama αποτελεί μια υπέρβαση για πολλούς από αυτούς, αλλά σε γενικές γραμμές η μεταβαλλόμενη δημογραφική σύσταση της χώρας προκαλεί εκείνους που απλά δεν μπορούν να δεχτούν την ιδέα μιας πολυεθνικής κοινωνίας. Πολλές από αυτές τις οργανώσεις στοχεύουν την αστυνομία επειδή επιθυμούν να βοηθήσουν προσωπικά να μετακινηθεί σε μια στρατιωτικοποιημένη φιλο-λευκή πορεία μέσα από την αστυνόμευση, όπου πραγματικά αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους των φυλετικών μειονοτήτων ως βίαιες απειλές για τη λευκή κοινωνία. Η αστυνόμευση προσθέτει μια θανατηφόρα διάσταση στην υπάρχουσα ανισότητα μιας κοινωνίας και, ως εμπροσθοφυλακή του λευκού προνομίου, οι οργανώσεις αυτές θέλουν να βοηθήσουν να γίνει η αστυνομία ακόμα βιαιότερος προστάτης της λευκής ηγεμονίας. Σε πιο διαπροσωπικό επίπεδο, η ασήμαντη δύναμη που πολλές αστυνομικές αρχές χαμηλού επιπέδου αποκτούν, αντανακλούν το είδος του λευκού προνομίου που οι λευκοί εθνικιστές και οι αντιδραστικοί θέλουν απελπισμένα να αποκτήσουν σε βάρος της ενότητας της εργατικής τάξης, που θα μπορούσε να τους προσφέρει μια καλύτερη θέση στον κόσμο. Η ίδια κατάσταση έχει αποδειχθεί αληθινή σε πολλά από τα αντι-ισλαμικά θέματα του στρατιωτικού ή, πιο καλύτερα, του ιδιωτικού στρατιωτικού συμπλέγματος, με εταιρείες όπως η Blackwater. Εδώ το ρατσιστικό ιδεολογικό νήμα συμβάλει στην ενίσχυση της επιλογής σταδιοδρομίας, όπου η προστασία των ΗΠΑ από «επικίνδυνους μουσουλμάνους και ξένους» μπορεί να μοιάζει ηθικά θετική επιλογή.

Η πραγματικότητα αυτής της κατάστασης μπορεί μόνο να ενισχυθεί από την φαινομενική αδυναμία της. Με το γραφειοκρατικό κράτος που ουσιαστικά ξεριζώνει τις αποκλίνουσες απόψεις μέσα από το μηχανισμό Ανθρώπινου Δυναμικού, θα πιστεύατε πως αυτός ο τύπος φυλετικών επαναστατών θα αποκλείονταν από την απασχόληση. Και μετά βλέπουμε τον μεγάλο αριθμό οργανωμένων ρατσιστών να κατευθύνονται στην αστυνομία ή να ριζοσπαστικοποιούνται μέσα στην αστυνομία εξαιτίας του είδους των ρατσιστικών μεθόδων αστυνόμευσης που μπορεί να παραμορφώσει την αντίληψή τους για τις κοινότητες μειονοτήτων με τις οποίες έρχονται σε επαφή. Βλέπουμε σε χώρες όπως η Ελλάδα όπου η Χρυσή Αυγή μπορεί να παίρνει μόνο ένα μικρό ποσοστό ψήφων από το γενικό εκλογικό σώμα, αλλά να έχει πάνω από πενήντα τοις εκατό υποστήριξη μέσα στην Αστυνομία. Και πρέπει να θυμόμαστε τι είδους απειλή είναι αυτό πραγματικά, πέρα ​​από το γεγονός ότι μπορούμε να περιμένουμε περισσότερη ρατσιστική βία από την αστυνομία. Σε περιόδους επαναστατικής αναταραχής, η αστυνομία μπορεί εύκολα να ευθυγραμμιστεί με αντιδραστικά κόμματα άμεσης δράσης και να ενσαρκώσει τον ρόλο φαιοχιτώνων που ήδη κατέχουν κοινωνικά.

Ένα από τα βασικά σημεία που αντιμετώπιζαν πάντα οι αντιφασιστές είναι ότι η διάδοση ρατσιστικών ιδεών θα συνεχίσει να αυξάνει τη ρατσιστική βία, ακόμη και αν υπάρχει μεγάλη ρατσιστική βία υπάρχει σε καθημερινή βάση έξω από το οργανωμένο ρατσιστικό κίνημα. Αυτή η αύξηση δεν οφείλεται μόνο στην παραγωγή υλικού από τις επαναστατικές ομάδες, αλλά οι φασιστικές οργανώσεις που στοχεύουν στην ιδεολογική προπαγάνδιση διαδραματίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο στην παραγωγή του υλικού που τελικά ωθεί τους «μοναχούς λύκους» στα άκρα. Όπως επισημάνθηκε στο Why We Fight I, η πρωταρχική απειλή με όρους οργάνωσης αφορά την τύχη του ριζοσπαστισμού, υπάρχει ώμος και μια επίπτωση ενίσχυσης που οι έχουν αυτές οι ομάδες πάνω από τη βίαιη πτέρυγα του κινήματος τους. Συνεχίζουν να τροφοδοτούν το φυλετικό μίσος, την ανάγκη για «επανάσταση» και άλλες ιδέες που οδηγούν σε συνειδητές ενέργειες προστασίας του λευκού σοβινισμού.

 

 

 

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Shane Burley: Η τρομοκρατία των μοναχικών λύκων

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s