Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Journal of Modern History, 64, suppl (Δεκέμβριος 1992). Ο Alf Lüdtke είναι (1943-2019) ήταν ακαδημαϊκός και ιστορικός, με έμφαση στην ιστορία της καθημερινότητας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

I

Το άρθρο αυτό είναι αποτέλεσμα του σοκ που προήλθε διαβάζοντας στοίβες από γράμματα Γερμανών στρατιωτών που είχαν στείλει στους εργοδότες τους στη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι συντάκτες ήταν εργάτες ή χαμηλόβαθμοι υπάλληλοι σε μεσαία – αν όχι μεγάλα – μηχανουργία που βρίσκονταν κυρίως στην σαξονική πόλη της Λειψίας. Αυτό που βρήκα ιδιαίτερα εντυπωσιακό ήταν πόσο πολύ ταυτίζονταν οι συντάκτες των επιστολών με τη ναζιστική πολιτική της απόλυτης περιφρόνησης για τους «λαούς της Ανατολής» και την πρακτική εξολόθρευση των «εχθρών» στη πρώτη γραμμή  ή στο εσωτερικό (Hinterland). Με βεβαιότητα, η ιστορική ανακατασκευή θα αποκαλύψει την «αλλότητα» των «υποκειμένων» της. Με μια πρώτη ματιά αυτοί οι «άλλοι» είχαν δείξει ένα μάλλον γνώριμο πρόσωπο. Ήταν άγαμοι ή έγγαμοι άνδρες που είχαν καλές δουλειές στη βιομηχανία. Στα γραμματά τους δίνουν μαρτυρίες για την αγωνία και τους κινδύνους της στρατιωτικής ζωής σε περίοδο πολέμου. Καθώς συνεχίζω να διαβάζω, αυτή η φαινομενική οικειότητα έγινε όλο και πιο θολή.

Δυο στοιχεία ξεχωρίζουν. Ουσιαστικά, αυτοί οι συντάκτες δεν ορίζουν τους εαυτούς τους από την βιομηχανική τους εργασία και τις σχέσεις τους με τους άλλους εργάτες. Το αντίθετο, η ταυτότητα τους ορίζονταν πλήρως από αυτό που αντιλαμβάνονταν ως το προφίλ του στρατιωτικού. Αυτές οι επιστολές διαψεύδουν τις αντιλήψεις και την ομογενοποιημένη εργατική συνείδηση αλλά και την κεντρικότητα της κοινωνικής τάξης στις προσπάθειες των ανθρώπων για να τοποθετήσουν τους εαυτούς τους στη κοινωνία και την ιστορία. Δεύτερο, αυτές οι επιστολές δημιουργούν αμφιβολίες στον ισχυρισμό πως οι «μάζες» στη Ναζιστική Γερμανία ήταν εντελώς υποταγμένες  και έτσι είχαν γίνει θύματα των κυρίαρχων κλικών και γραφειοκρατιών του κράτους και του κόμματος. Μπροστά σε αυτές τις επιστολές γεννιέται το ερώτημα σε πιο βαθμό οι «καθημερινοί άνθρωποι» εμπλέκονταν ή είχαν επίγνωση του τι πραγματικά έγινε στο μέτωπο.

II

Μετά το 1933 οι περισσότεροι Γερμανοί δέχτηκαν με προθυμία τον führer, Adolf Hitler, και πολλοί τον στήριξαν ενεργητικά. Γενικά, οι στόχοι των ναζιστών ηγετών όπως η «επαναφορά» του μεγαλείου του Ράιχ και το «καθάρισμα» των υποτιθέμενων «ξένων» στη πολιτική και τη κοινωνία ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς. Επικριτικά σχόλια γύρω, για παράδειγμα, από την επιδεικτική βαναυσότητα των Sturmabteilungen (SA, Τάγματα Εφόδου) ή την αλαζονεία των κομματικών στελεχών έφταναν στη δημόσια συνείδηση σε σπάνιες περιστάσεις. Αυτή η λαϊκή μέθοδος διαχείρισης των απαιτήσεων και των κινήτρων από τα πάνω με κανένα τρόπο δεν αποτελούσε αμφισβήτηση του τρόπου κυριαρχίας των Ναζί. Η μεγάλη πλειοψηφία των βιομηχανικών εργατών  προσπάθησαν να επιδιώξει τα άμεσα ενδιαφέροντά της με την εξασφάλιση εργασίας και μεγαλύτερων μισθών. Ελάχιστοι επέκτειναν τη κριτική τους πέρα από την κακοδιαχείριση ή την αδικία στο χώρο εργασίας, ή από τις γειτονιές τους, στο πολιτικό καθεστώς ή τη κοινωνική δομή συνολικά. Και μετά το 1939 οι σκέψεις των Γερμανών σε πόλεμο και η «εθνική κοινότητα» έτεινε να απορροφά τα απομεινάρια του σκεπτικισμού που απέμειναν. Δεν ήταν πια το κόμμα αλλά η «πατρική γη» που τους καλούσε επειγόντως.

Με το τρόπο αυτό οι οπτικές της Ναζιστικής Γερμανίας επικεντρώνονται στο ¨μεγάλο σύνολο».  Δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην ειδικότητα κάθε ξεχωριστής απόφασης, η οποία περιλάμβανε μια στιγμή αβεβαιότητας ακόμη και όταν, για παράδειγμα, αν οι συνάδελφοι στο χώρο εργασίας ή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μια εργασίας ήταν γνωστά θέματα για πολλά χρόνια. Σε τόσο ευρείες οπτικές ο ιστορικές αντιλαμβάνεται την ατομική δράση ή παθητικότητα συνοπτικά μόνο, δηλαδή, μόνο εκ των υστέρων. Με το τρόπο αυτό, η οπτική αυτή παραλείπει αυτές τις αβεβαιότητες που χαρακτηρίζουν κάθε στιγμή δράσης. Υποβαθμίζει, αν δεν αγνοεί πλήρως, την ίδια την ανοιχτότηα των καταστάσεων που γυρίζει αντίθετα από το δομημένο και αναλυτικά ακριβές της συμπέρασμα. Ένα είναι βέβαιο: ακόμη και μέσα σε «ολοκληρωτικούς θεσμούς» οι επιλογές ήταν δυνατές. Οι έγκλειστοι των στρατοπέδων συγκεντρώσεις συνεχώς λάμβαναν αποφάσεις που είχαν μεγάλο φάσμα επιπτώσεων στη ζωή και στο θάνατο.

Στη Ναζιστική Γερμανία, οι σχολαστικές προσπάθειες για τον έλεγχο «των μαζών» δεν περιορίζονταν στους θεσμούς καταστολής και περιορισμού. Οι ναζιστικές αρχές επένδυσαν πολύ ενέργεια στη ρύθμιση των αγορών εργασίας. Οι εργάτες, ωστόσο, συνέχιζαν να κατέχουν το χώρο για να ελιχθούν μέσα σε επιλογές για εργασία και εργοδότη. Πιο συγκεκριμένα, κάθε μέρα κάθε εργάτης αποφάσιζε πως να κάνει το δικό του/της έργο, πότε ή πως να γυρίσει τη πλάτη του/της σε κάποιο. Για εκείνους που έκαναν συνεχώς αυτές τις επιλογές δεν ήταν παρά ρουτίνα. Ταυτόχρονα, το ερώτημα ποιον να προσεγγίσουν και ποιον να αποφύγουν στο εργοστάσιο, στο δρόμο, ή στη παμπ προκαλούσε όχι μικρά αλλά μεγάλα και έντονα πολιτικά προβλήματα: πως μπορούσε κάποιος να εξασφαλίσει τις ανάγκες και τα συμφέροντα του; Μπορούμε να το διευκρινίσουμε αυτό λαμβάνοντας υπόψιν τις αναμνήσεις τριών εργατών. Αυτά δείχνουν ξεκάθαρα τόσο το χώρο για επιλογή και την σιωπηρή ύπαρξη των επιλογών.

Το 1934 ο Walter Uhlmann εργάζονταν σε μηχανουργείο σε μια μεσαίου μεγέθους βιομηχανία παραγωγής εργαλείων στο Βερολίνο. Θυμάται πως οι περισσότεροι από τους συναδέλφους του είχαν αντιναζιστικές αντιλήψεις και πως οι άνθρωποι μπορούσαν να εμπιστευτούν ο ένας το άλλο. Πριν την 1η Μαΐου 1934, που ήταν η επέτειος της πρώτης Εθνικοσοσιαλιστικής Εργατικής Επετείου, επιβεβαίωναν ο ένας τον άλλο πως «κανένας δεν θα μας αναγκάσει να συμμετέχουμε σε αυτή την πορεία της Πρωτομαγιάς». Έτσι, πήγαιναν στο προκαθορισμένο σημείο συνάντησης αλλά έφευγαν από διαφορετική κατεύθυνση. Σύμφωνα με αυτή την ανάμνηση ένας υπολογίσιμος αριθμός συναδέλφων του απείχαν από την επίσημη πορεία. Με άλλα λόγια, πήγαν αλλά αποφάσισαν να ακολουθήσουν άλλη διαδρομή.

Στη διάρκεια μιας συνέντευξης με τον χειριστή τόρνου, τον ρώτησα πως αντιμετώπισε την καταναγκαστική εργασία στη διάρκεια του πολέμου στο μεγάλο εργοστάσιο παραγωγής ατμομηχανών και όπλων Henschel. Θυμόνταν, «Λοιπόν, υπήρχαν παιδιά από στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στη δουλειά βρίσκονταν σε διαφορετικούς κλωβούς στον ίδιο χώρο.. ωστόσο, απλά τους είδαμε, δεν είχαμε επαφή, και δεν μας επιτρέπονταν να έχουμε. Όταν κάναμε διαλείμματα καθόμασταν μόνοι μας. Δεν ξέρω ποιοι και τι ήταν. Είχαμε ξένους εργάτες (Fremdarbeiter) από τη Ρωσία· σε αυτούς δίναμε καμιά φορά ένα κομμάτι ψωμί, πράγμα που απαγορεύονταν αυστηρά». Το συμπέρασμα είναι πως δεν υπήρχε επιλογή στη περίπτωση των κρατούμενων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά πως ανυπακοή/αντίσταση στην εξουσία υπήρχε όσον αφορά τους ξένους εργάτες.

Η τελευταία μαρτυρία, από μια άλλη εταιρία, δεν αμφισβητεί τη πιθανότητα των επιλογών. Αντίθετα, αυτός ο ανώνυμος Fremdarbeiter από τη Ρωσία θυμήθηκε διαφορετικές επιλογές των Γερμανών εργατών. Όχι μόνο θυμάται συνεχή χτυπήματα  σε διαφορετικά μηχανουργία – κάτι που είχε εξαφανιστεί από τη μνήμη του εργάτη από στο εργοστάσιο Henschel – αλλά επίσης ανέφερε πως οι Γερμανοί εργάτες στα διαλλείματα στη Daimler-Benz καθόντουσαν και έτρωγαν το κολατσιό τους που ήταν ψωμί με βούτυρο. Οι Ρώσοι, ωστόσο, δεν επιτρέπονταν να φάνε τίποτα· μπορούσαν να πιουν μόνο κρύο νερό. Κατά την άποψη τους το ψωμί που πολλοί Γερμανοί προσποιούνται ή λένε πως έδωσαν σε Ρώσους και Πολωνούς δεν αξίζει να αναφερθεί.

Όπως στη Γερμανική κοινωνία συνολικά, το εύρος και η επίπτωση των αντιστασιακών συμπεριφορών περιορίζονταν, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, σε μια μικρή μειοψηφία μέσα στις εργατικές τάξεις. Ωστόσο, μέχρι το 1935-3 χιλιάδες άνθρωποι από προλεταριακές γειτονιές δούλευαν στη παρανομία για να κάνουν ακουστές τις φωνές μη- και αντι-Ναζί Γερμανών. Η Γκεστάπο κυνήγησε ανελέητα τους περισσότερους ανθρώπους που εμπλέκονταν σταθερά σε τέτοιου είδους δράσεις, θέτοντας υπό σημαντική πίεση και απειλώντας τους. Η εικόνα που μεταφέρουν όμως αυτές οι περιπτώσεις μπορεί να είναι λανθασμένη: η εναλλαγή από την μη συμμόρφωση σε συμμόρφωση και ακόμη σε ενεργητική, αν όχι ένθερμη, υποστήριξη δεν ήταν γραμμική, το αντίθετο, οι περιπτώσεις αυτές δείχνουν την ύπαρξη διαφορετικών τύπων συμπεριφοράς. Τα άτομα δεν ακολουθούσαν μια ευθεία γραμμή. Αντίθετα μάλλον, πολλά μπρος πίσω· τα ίχνη των πρακτικών τους μπορούν να απεικονιστούν ως διακριτές «μπαλώματα» που δεν δείχνουν ένα ξεκάθαρο προφίλ είτε άκριτης υποστήριξης, ούτε συνεχούς αντίστασης. Για να αναδημιουργήσουμε κρίσιμα στοιχεία  αυτών του είδους αποφάσεων-μπαλώματα, είναι απαραίτητο να εντοπίσουμε τα διαφορετικά στοιχεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς  σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η ανακατασκευή της καθημερινότητας επιτρέπει στον ιστορικό να εξηγήσει τόσο τη συμμόρφωση όσο και τη μη συμμόρφωση.

III

Οι απόψεις για τις συμπεριφορές και τις νοοτροπίες των εργατών στη διάρκεια του Ναζισμού βασίζονται ιδιαίτερα σε ένα συνηθισμένο σύνολο υποθέσεων. Σύμφωνα με αυτή την εικόνα, οι εργάτες των εργοστασίων έτειναν στο να αντιστέκονται στις απαιτήσεις των Ναζί από την αρχή. Πρόσφατα, όμως, μια προσεκτικότερη μελέτη συγκεκριμένων βιομηχανιών και ιδιαίτερων τοπικών πλαισίων έχει αμφισβητήσει αυτή την παλιά και διαδεδομένη άποψη. Οι Gunther Mai και Wolfang Zollitsch μεταξύ άλλων τόνισαν πως στις εκλογές για τα νεοσύστατα Ναζιστικά Vertrauensräte (εργατικά συμβούλια), την άνοιξη του 1933, μεγάλες ομάδες μισθωτών έδειξαν την υποστήριξη τους προς το Ναζισμό. Για παράδειγμα, στις χαλυβουργίες και τα ορυχεία της κοιλάδας του Ρούρ, όπως και στις δημόσιες μεταφορές στο Βερολίνο, οι πρώτες Vertrauensratswahlen τον Απρίλιο του 1933έβγαλε αξιοσημείωτα αποτελέσματα για τους υποψήφιους που κατέβασε η Nationalsozialistische Betriebszellen-Organisation (Εθνικοσοσιαλιστικός Πυρήνας Οργάνωσης Εργοστασίων, NSBO). Και ούτε όσοι ψήφισαν όχι μοιάζουν να απέρριπταν το Ναζισμό γενικά. Μάλλον, εξέφραζαν την οργή τους και τη κριτική τους για την ανικανότητα συγκεκριμένων υποψηφίων του NSBO να βελτιώσουν τους μισθούς, όπως αναφέρει πειστικά ο Martin Rüther για τις καταναλωτικές βιομηχανίες στη Κολωνία.

Το φάσμα και οι μορφές πρακτικής συμμόρφωσης μέσα στις «προλεταριακές μάζες», ωστόσο, αναγνωρίστηκαν μόνο όταν οι μυστικές αναφορές των ακτιβιστών της Σοσιαλδημοκρατίας σε Εξορία (SOPADE) προς τους ηγέτες του κόμματος που βρίσκονταν σε εξορία δημοσιεύτηκαν το 1980. Σε αυτές τις αναφορές οι σύντροφοι κατέγραψαν το Stimmung (συναίσθημα) της συνεργασίας με το Ναζισμό και τη στήριξη προς το Hitler στα εργοστάσια και τις εργατικές γειτονιές στη Γερμανία. Αν δεν συναντούσαν πραγματικό ενθουσιασμό για το Hitler, οι συντάκτες των αναφορών ξανά και ξανά αντιλαμβάνονταν συμπεριφορές που ερμήνευαν ως «πλήρη παθητικότητα» μεταξύ των συναδέλφων τους. τόνιζαν πως έπρεπε να αντιμετωπίσουν το γεγονός πως οι άνθρωποι με πείσμα απέφευγαν οποιαδήποτε δραστηριότητα που είχε έστω ίχνος αντίθεσης προς το Εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς.

Η προσδοκία πως οι εργάτες πως οι εργάτες ουσιαστικά θα αντιστέκονταν στο Ναζισμό μπορεί να εντοπιστεί στις άγριες πολιτικές μάχες  της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Πριν το 1933 τόσο οι σοσιαλδημοκρατικές όσο και οι κομμουνιστικές οργανώσεις ισχυρίζονταν πως το προλεταριάτο θα πολεμούσε και τελικά θα υπερνικούσε το φασισμό. Αλλά οι οργανώσεις χριστιανών εργατών καθησύχασαν τη πελατεία τους πως κάθε «πραγματικός εργάτης» θα συντάσσονταν με τα οχυρά της πίστης και της ευταξίας, την εκκλησία και τους οργανισμούς της. οι προσεγγίσεις αυτών των ομάδων διέφεραν σημαντικά: μετά το 1929 οι κομμουνιστές ακολούθησαν τη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς, κατηγορώντας το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) πως επεδίωκε το «κοινωνικό φασισμό» ενώ, ταυτόχρονα, οι σοσιαλδημοκράτες αποκήρυτταν αυτό που αντιλαμβάνονταν ως ομοιότητα των Ναζί και των Kozi (Κομμουνιστών). Παρόλα αυτά, η ηγεσία και οι αξιωματούχοι των μαζικών αριστερών οργανώσεων όπως και οι χριστιανικές ενώσεις παρέμειναν πεπεισμένες πως ο Εθνικοσοσιαλισμός δεν ασκούσε καμιά γοητεία στον «πραγματικό» εργάτη.

Η αντίληψη του «πραγματικού εργάτη» που επιδείκνυε ανεξάντλητη ανεξαρτησία είχε τεράστια επίπτωση. Ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της κοινωνικής τάξης και των πολιτικών στρατοπέδων. Ακόμη και οι πιο άσπονδοι εχθροί μοιράζονταν αυτή την άποψη, όπως φαίνεται από τις πολιτικές της Γκεστάπο μετά το 1933. Η καταστολή των «κομμουνιστών/μαρξιστών» αντιπάλων ξεπερνούσε κατά πολύ αυτή των άλλων αντιπάλων και βρισκόνταν στη κορυφή των προτεραιοτήτων της Γκεστάπο σε ολόκληρη τη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου. Αυτό ήταν το πνεύμα με το οποίο που η Γκεστάπο και οι κομμουνιστές ή σοσιαλδημοκράτες ακτιβιστές αναζητούσαν εξίσου κάθε ίχνος ανυπακοής μεταξύ της εργατικής τάξης. Έτσι, οι καταπιεστές και τα θύματα  εστίαζαν σε σχεδόν πανομοιότυπες εικόνες του πραγματικού εργάτη και της υποθετικής του αντίστασης. Κατά συνέπεια, κάθε σημάδι διαμαρτυρίας που γίνονταν αντιληπτό μεγενθύνονταν. Ως το 1935-36 οι περισσότεροι εργάτες που αντιστέκονταν είχαν συλληφθεί από τη Γκεστάπο ή την κανονική αστυνομία, είχαν οδηγηθείς τη φυλακή, ή κρατούνταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

IV

Οι «προλετάριοι» θα πολεμούσαν σθεναρά το Ναζισμό. Τουλάχιστον στη δεκαετία του 1920, τόσο οι σοσιαλδημοκράτες και οι κομμουνιστές αντιλαμβάνονταν τους εργάτες ως τους άσπονδους εχθρούς του ναζισμού. Έτσι, τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν από το να σταθούν και να αντισταθούν σε κάθε προσπάθεια να τους τραβήξουν στη σφαίρα του ναζισμού; Αυτή η αντίληψη κυριαρχούσε μεταξύ των αναλυτών μέσα και έξω από τη Γερμανία ακόμη και μετά το 1945. Έτσι το στερεότυπο των προλετάριων αντιστασιακών ταίριαξε ακόμη περισσότερο σε εκείνο το δίπολο μοντέλο που πρόσφερε τις πιο επεξηγηματικές προσεγγίσεις στο Γερμανικό φασισμό. Συνεπώς, μόνο μερικοί άνθρωποι όπως ο Hitler ή ο Himmler (πέρα από γραφειοκρατικούς μηχανισμούς) «έπραξαν»· όλοι οι άλλοι έγιναν «θύματα» συμπεριλαμβανομένων των γενναίων αλλά απελπιστικά μικρών ομάδων αντιστασιακών.

Οι περισσότεροι από τους έγκλειστους των φυλακών και των στρατοπέδων συγκέντρωσης που επέζησαν συμμερίζονταν αυτές τις απόψεις που εκμηδένιζαν την ατομική επιλογή. Η εμπειρία των βασάνων τους, φυσικά τους επέτρεπε μια τέτοια ανάγνωση της ιστορίας: αν κάποιος υπήρξε θύμα της ναζιστικής κυριαρχίας, υπήρξε είτε ήταν ενεργοί κομμουνιστές ή σοσιαλδημοκράτες ή είχε άλλο υπόβαθρο. Ταυτόχρονα, όμως, ακόμη και σημαντικοί δράστες  όπως ο Albert Speer ισχυρίζονταν πως ήταν θύματα. Και στο πολιτικό πεδίο, οι προσπάθειες των Συμμάχων για αποναζιστικοποίηση της Γερμανικής κοινωνίας, πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε αυτό που ο Lutz Niethammer έχει αποκαλέσει παραγωγή Mitläufer (συνοδοιπόρων).

Ο όρος Mitläufer  χρησιμοποιούνταν ευρέως και κέρδισε αξία σχεδόν αμέσως. «Απλά ακολουθήστε»: η έμφαση του να είσαι ένας μόνο μεταξύ εκατομμυρίων αντηχούσε με τις σχεδόν απελπισμένες προσπάθειες πολλών Γερμανών να μην τους υπενθυμίζουν το τρόπο που διαχειρίστηκαν το ναζισμό. Κανένας δεν ήθελε να ασχοληθεί με την αδιάκοπη  συνέχεια με την οποία κάποιος συντηρεί τον εαυτό του σε πολλές περιπτώσεις μετατρέπονταν σε αποδοχή (αν όχι συντήρηση) της κρατικά οργανωμένης μαζικής δολοφονίας. Προηγούμενα αποκλεισμού υποβοήθησαν αυτές τις συμπεριφορές. Ο χαρακτηρισμός των δήθεν ξένων και των «επικίνδυνων» (Gemeinschaftsfremde) ήταν μια κοινά αποδεκτή και καθιερωμένη πρακτική για μεγάλο χρονικό διάστημα, που σχετίζεται με την εμφάνιση του σύγχρονου αστυνομικού κράτους. Η διαρκής διάκριση από το κράτος μπορεί να ενθάρρυνε την ανυπομονησία των ανθρώπων να ξεχάσουν τους πολλούς τρόπους μη αντίληψης φαινομενικά μικρών πράξεων διάκρισης, από το μποϋκοτάζ των εβραϊκών καταστημάτων την 1η Απριλίου 1933, ως την αποβολή των Εβραίων από τα «γερμανικά» δάση, τραμ ή παγκάκια, ως το πογκρόμ στις 9-10 Νοέμβρη 1938. Και πως αντιμετώπισαν τις απελάσεις από το 1942 ως το 1944 και ακόμη και το 1945; Φυσικά, υπήρχαν θόρυβοι, υπήρχαν κραυγές· και οι άνθρωποι άκουγαν το χτύπημα των αρβυλών των στρατιωτών που παρήλαυναν ως το ποδοβολητό  εκατοντάδων και χιλιάδων απελπισμένων ανθρώπων που σπρώχνονταν στους δρόμους των πόλεων που ήταν το σπίτι τους. αλλά μήπως κάθε πόλεμος δεν επιβάλλει σκληρά μέτρα; Ιδιαίτερα στο πόλεμο, πολλοί άνθρωποι ένοιωθαν πως στέκονταν σε ασφαλές ηθικό έδαφος· ισχυρίζονταν πως μετά το 1939 δεν ήταν ο Hitler αλλά η Πατρίδα (Vaterland) που καλούσε.

V

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η δυναμική αντίθεση της Hannah Arendt στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ξεχώριζε έντονα. Θύμα η ίδια, εξαναγκάστηκε σε εξορία στα 1930, παρακολούθησε από κοντά τη δίκη του Eichmann το 1961. Στο πλαίσιο αυτό τόνισε την ευρεία Mittäterschaft ή συνενοχή των περισσότερων Γερμανών με το Ναζισμό. Κατά την άποψή της, η συντριπτική πλειοψηφία των Γερμανών καταδίκαζε τα εγκλήματα των Ναζί αλλά εμφανώς σχεδόν όλοι ήταν έτοιμοι να συμμετέχουν. Όταν ρωτήθηκαν για τη συνέργεια τους, σχεδόν όλοι έδειξαν μια ήσυχη συνείδηση. Κάθε πολιτικός και κοινωνικός οργανισμός δε βασίζεται στην υποταγή; Επιπλέον, οι άνθρωποι γενικά ισχυρίζονταν πως η αποδοχή και η συμμετοχή στο ναζιστικό καθεστώς απέτρεψε ακόμη «χειρότερα» κακά. Τα άτομα τόνιζαν πως αποδέχτηκαν η συνεργάστηκαν για να σώσουν τη Γερμανία από ότι αντιλαμβάνονταν ως τη «κόκκινη απειλή».

Σύμφωνα με την Arendt, η συντριπτική πλειοψηφία των Γερμανών ήταν «συνένοχοι» μεταξύ 1933 και 1945. Το επιχείρημα της Arendt  έγινε δίχως περεταίρω καθορισμό συγκεκριμένων ομάδων, τάξεων, ή στρώματα της Γερμανικής κοινωνίας. Ωστόσο, η δίκη του Eichmann έδειξε τη «κοινοτοπία του κακού» στην εσωτερική λειτουργία των Schutzstaffel (SS), το επιχείρημα της Arendt αφορά τις γραφειοκρατίες του κράτους και του κόμματος καθώς επίσης και τη λειτουργική ελίτ του Τρίτου Ράιχ. Φυσικά, το ερώτημα παραμένει κατά πόσον άλλα κομμάτια και στρώματα της κοινωνίας είχαν επηρεαστεί από την ίδια νοοτροπία. Πως αντιλαμβάνονταν οι εργαζόμενες γυναίκες και οι νοικοκυρές αντιλαμβάνονται τη κατάσταση στα 1930 και τα 1940; Πως αντέδρασαν όταν αντιμετώπισαν τους περιορισμούς ή τα θέλγητρα του Ναζισμού στην εξουσία; Επιπλέον, πως ερμήνευσαν, οι άνδρες βιομηχανικοί εργάτες – ένα κομμάτι της κοινωνίας που οι ναζιστικές αρχές αντιμετώπιζαν με τεράστιο σεβασμό αλλά επίσης και καχυποψία – τη Ναζιστική Γερμανία;

Ερωτήματα για τη γερμανική συνενοχή στο Ναζισμό αγνοούνταν για πολύ καιρό. μόνο η εστίαση στη καθημερινότητα και τις πρακτικές της αποκάλυψαν το τεράστιο βαθμό της συμμετοχής σε επίπεδο ρουτίνας πολλών με την εκτέλεση τόσο του πολέμου όσο και του ολοκαυτώματος. Οι ίδιες οι ρουτίνες της γραφειοκρατικής τυπικότητας ή εντύπων ενέπλεκαν άμεσα πολλούς χαμηλόβαθμους αξιωματούχους  με τις πρακτικές της εξολόθρευσης: όλοι εκείνοι οι αναρίθμητοι τυπολάτρες σταθμάρχες, για παράδειγμα, έψαχναν κάθε επιβάτη· αμέτρητοι δημοτικοί υπάλληλοι κρατούσαν βιβλία που προσεκτικά κατέγραφαν τους πάντες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων οι ναζιστικοί νόμοι και διατάγματα είχαν χαρακτηρίσει ως «Εβραίους». Αυτές οι μελέτες άρχισαν να αποκαλύπτουν πως η πλειοψηφία των Γερμανών στις καθημερινές τους πρακτικές  όχι μόνο αποδέχονταν αλλά επίσης συνεισφέραν ενεργητικά στη συντήρηση του Ναζισμού και του τρόμου του. Έτσι, «οι μάζες» δεν μπορούν να εμφανίζονται πια ως παθητικά αντικείμενα ή ως θύματα των βάρβαρων οραμάτων και των θανάσιμων οργανωτικών ικανοτήτων μόνο μερικών «κυρίαρχων» ατόμων.

Όπως οι αναλύσεις κράτους και πολιτικής, οι ιστορικές μελέτες της εργατικής τάξης επικεντρώνονται κυρίως στις δομές εξουσίας ή, στην προκειμένη περίπτωση διαμαρτυρίας, στο οργανωμένο εργατικό κίνημα. Τα κόμματα και τα εργατικά συνδικάτα έμοιαζαν το μόνο σημαντικό θέμα στην εργατική ιστορία επειδή επέτρεπαν φαινομενικά στους ιστορικούς να αντιλαμβάνονται τους εργάτες ως ικανούς να αντισταθούν  στις διακρίσεις και την εκμετάλλευση. Κατά συνέπεια, οι μελέτες συσχέτισαν τη καταστροφική κατάρρευση του εργατικού κινήματος το 1933 με ένα μίγμα ενοποίησης μεταξύ των υψηλότερων επιτελείων του κόμματος και των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών με προσωπική ανικανότητα αν όχι προδοσία μεταξύ ηγετικών αξιωματούχων. Αυτή η άποψη επίσης είχε τη τάση να δίνει έμφαση στη διαφορά μεταξύ των απλών μελών στη βάση και στην ελίτ: οι καθημερινοί εργάτες, αντίθετα από τις ζοφερές συνθήκες, μοχθούσαν ασταμάτητα για την δημιουργία οργανώσεων και δραστηριοτήτων αντίστασης.

Και επειδή πολλοί από αυτούς τους ονομαζόμενους αντιστασιακούς «δίχως (καλά γνωστό) όνομα» ήταν κομμουνιστές, η ιστορική έρευνα ακολούθησε το μοτίβο των αντίστοιχων πολιτικών στρατοπέδων στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ενώ ανακηρύχθηκαν ως οι μόνοι ήρωες στην Ανατολή, οι μελέτες στη Δύση πρακτικά αγνόησαν σχεδόν εντελώς τις κακουχίες και τα μαρτύρια τους – δηλαδή, την ιστορία της ήττας τους από τη Γκεστάπο το 1935-36. Την ίδια περίοδο, ακόλουθοι της σοσιαλδημοκρατίας έγιναν αόρατοι και άφωνοι. Στην Ανατολική Γερμανία χαρακτηρίστηκαν ως προδότες για τους κομμουνιστές, ενώ οι Δυτικοί δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τις διαφορές μέσα στην αριστερά. Μελέτες για την αντίσταση των απλών εργατών υπό τους Ναζί άρχισαν μόλις τη δεκαετία του 1970. Τότε το μερικό άνοιγμα, της δυτικογερμανικής ιστοριογραφίας, στις μελέτες της κοινωνικής και, τελικά, της πολιτιστικής καθημερινής ζωής, άρχισε να έχει μια επίπτωση και στη μελέτη του Εθνικοσοσιαλισμού. Ήταν πάνω στο σημείο συνάντησης της αυξημένης συνείδησης της καθημερινότητας με το ανανεωμένο ενδιαφέρον για την εδραίωση του γερμανικού φασισμού, που περισσότερες μελέτες εστίασαν στην καθημερινή συμπεριφορά και πολιτική των εργατών. Το σπουδαίο έργο του Timothy Mason πάνω στους βιομηχανικούς εργάτες της δεκαετίας του 1930 βοήθησε σε αυτή τη στροφή σε μεγάλο βαθμό, όπως και η δημοσιοποίηση των αναφορών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στην Εξορία (SOPADE).

VI

Ο Mason είπε πως οι κυρίαρχες ναζιστικές κλίκες και υπηρεσίες επεδίωξαν τρεις παράλληλες πολιτικές όσον αφορά τους βιομηχανικούς εργάτες: καταστολή, αδρανοποίηση, και ενσωμάτωση. Από την αρχή, η αστυνομία και η ναζιστική πολιτοφυλακή (SA) είχαν την ελευθερία να εξασκήσουν σχεδόν απεριόριστη βία στην μανιασμένη τους αναζήτηση για ενεργούς αντιπάλους, ιδιαίτερα μέλη των σοσιαλιστικών, κομμουνιστικών αλλά και χριστιανικών εργατικών οργανώσεων, του SPD, του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (Kommunistische Partei Deutschlands, KPD), και της Γενικής Συνομοσπονδίας Γερμανικών Συνδικάτων (Allgemeiner Deutsche Gewerkschaftsbund, ADGB) [και η Επαναστατική Εργατική Αντιπολίτευση (Revolutionäre Gewerkschafts-Opposition, RGO)] και η Ένωση Καθολικών Εργατών. Αν και ιδιαίτερα έντονη στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της κατάληψης της εξουσίας από τους Ναζί, η σκληρή καταστολή παρέμεινε σταθερό χαρακτηριστικό του ναζιστικού καθεστώτος. Μετά το 1936, η παγίωση των SS στη κοινωνία δεν ήταν καίρια μόνο για την ανάπτυξη του κρατικού μηχανισμού αλλά επίσης είχε σημαντικές επιπτώσεις πάνω στην εμπειρία των μαζών.

Η καταστολή ήταν αντιληπτή ως καθήκον της δημόσιας σφαίρας, ή του κράτους. Αντίθετα, οι τακτικές της ουδετεροποίησης και ενσωμάτωσης των εργατών πραγματοποιήθηκαν κυρίως μέσα από το πεδίο και τις πρακτικές της βιομηχανίας. Η εισαγωγή του Leistungslohn (μπόνους παραγωγικότητας) και η όλο και μεγαλύτερη διαφοροποίηση των κλιμάκων αμοιβής εμφανίζονταν συνεχώς μεταξύ των στρατηγικών διαχείρισης. Είχαν σχεδιαστεί για να προωθήσουν, ή τουλάχιστον να προκαλέσουν διαδικασίες εσωτερικού διαχωρισμού μέσα στα εργοστάσια· τα άτομα μπορούσαν όχι μόνο να βελτιώσουν τα εισοδήματά τους αλλά επίσης και τη θέση με τους μεταξύ των συναδέλφων τους με το να «αναρριχηθούν στη κλίμακα». Φυσικά, προσπάθειες  να αυξήσουν τα ρήγματα και τη διαφοροποίηση  μέσα στις εργατικές δυνάμεις δεν είχαν εφευρεθεί από το Τρίτο Ράιχ. Μπορούν να εντοπιστούν σε προηγούμενα στάδια της βιομηχανοποίησης. Αλλά σε ολόκληρη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 μια νέα ορμή  για εκσυγχρονισμό και εξορθολογισμό ενίσχυσε την αναδιαμόρφωση τόσο των υλικών βάσεων όσο και των κοινωνικών σχέσεων της βιομηχανικής παραγωγής.

Την ίδια στιγμή, οι ναζιστικές αρχές παρουσίασαν τους δικούς τους σκοπούς και ταυτόχρονα αποκήρυξε τους υποτιθέμενους «εχθρούς του Γερμανικού λαού», χρησιμοποιώντας μια συγκεκριμένη ρητορική. Σε ένα μεγάλο βαθμό δανείζονταν τεχνοτροπίες και εικόνες απεικόνισης από τους δηλωμένους τους εχθρούς: καλά οργανωμένοι σχηματισμοί παρέλασης θύμιζαν τις παραστρατιωτικές μονάδες αλλά και επίσης τις διαδηλώσεις όπως οργανώνοντας από τη πολιτική δεξιά και αριστερά (και φυσικά, την εκκλησία)· το κόκκινο χρώμα το πήραν από το εργατικό κίνημα. Οι Ναζί ωστόσο συνέδεσαν αυτά τα στοιχεία με νέους τρόπους· συγκεκριμένα, χρησιμοποίησαν στοιχεία που θα μετέφεραν μια αίσθηση «μοντερνικότητας». Έτσι, ανέπτυξαν νέες μεθόδους προσέγγισης των προλεταριακών μαζών. Ο Walter Benjamin το ερμήνευσε αυτό ως «αισθητικοποίηση της πολιτικής», μια ως τότε άγνωστη μορφή «απεικόνισης». Οι Ναζί πρόσφεραν στις μάζες θελκτικές ευκαιρίες  για να εκφράσουν  τους εαυτούς τους αλλά δεν τους έδωσαν καμία ευκαιρία για να εξασκήσουν τα δικαιώματά τους.

Λεπτομερείς αναλύσεις των άκαμπτων συνθηκών δείχνουν, ωστόσο, πως η κυβέρνηση και συγκεκριμένα το Γερμανικό Εργατικό Μέτωπο (Deutsche Arbeitsfron, DAF) εφάρμοσε προγράμματα που πρόσφεραν τόσο υλικά οφέλη και ικανοποίηση των απεικονιστικών αναγκών. Μισθός για επιπλέον διακοπές το Πάσχα ή την Πεντηκοστή και επέκταση των αδειών, αλλά επίσης θεαματικές εκδηλώσεις σε εθνικό και τοπικό επίπεδο ή η υπόσχεση για ταξίδια, η οργάνωση Δύναμη Μέσω Ευτυχίας (Kraft durch Freud, KdF), η ναζιστική οργάνωση για την αναψυχή: τουλάχιστον κατά την άποψη της DAF, αυτά και άλλα μέτρα θα έδεναν τους ανθρώπους με το κράτος  και τις κρατικές πολιτικές. Οι επιχειρηματίες, ωστόσο, έμοιαζαν να βλέπουν την ενσωμάτωση και στην εθνική κοινότητα (Volksgemeinschaft) κυρίως ως μια προσπάθεια να συνδεθεί ένας εργατικός πυρήνας στην δική τους επιχείρηση. Με το τρόπο αυτό, οι δραστηριότητες που είχαν κυρίως αναπτυχθεί κατά το 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο ανανεώθηκαν ή επεκτάθηκαν. Έτσι, επιχειρήσεις κάθε μεγέθους είχαν οργανώσει τη στήριξη των εργατών στα μετόπισθεν για τους «δικούς τους» ανθρώπους στο μέτωπο. Δέματα και γράμματα στέλνονταν για να δείξουν τη σύνδεση του εργατικού δυναμικού στο «εσωτερικό μέτωπο» με τους συναδέλφους τους «εκεί έξω» στη «γραμμή πυρός». Ταυτόχρονα, αυτή η πολιτική αντικατόπτριζε το άμεσο ενδιαφέρον των εταιριών και της κυβέρνησης να κρατήσουν τους εργάτες και τους στρατιώτες ήσυχους και να εξασφαλίσουν τη συνεχιζόμενη συμμόρφωσή τους. έτσι, οι κρατικές υπηρεσίες δεν ασχολούνταν με εταιρίες που, για παράδειγμα, παραβίαζαν ανοιχτά το σύστημα διαμοιρασμού.

Η αξίωση της Burgfriedenspolitik ή «αστικής ανακωχής» στο επίπεδο κεντρικής κυβέρνησης είχε τις εκδοχές της μέσα στα ίδια τα μηχανουργία των εργοστασίων. Οι κοινωνικές σχέσεις της παραγωγής έπρεπε να επανασχεδιαστούν. Η «εργοστασιακή κοινότητα» (Werksgemeinschaf) θα έπρεπε να υποκαταστήσει τις παραδοσιακές ιεραρχικές σχέσεις στη δουλειά. Η συνεργασία των εργατών, αντί της υποταγής τους στον ιδιοκτήτη του εργοστασίου (Fabrikherr), υπόσχονταν συνεχή ροή παραγωγής και αυξημένων κερδών. Η νέα τάση αυτή ήταν ιδιαίτερα αποδεκτή μεταξύ των μεγαλύτερων εταιρειών. Στη πράξη, η συχνά αναφερόμενη διαφορά μεταξύ της ιδιαίτερα σκληρής αντιμετώπισης των εργατών στη βαριά βιομηχανία και των «ηπιότερων» μεθόδων σε άλλους κλάδους όπως η κατασκευή μηχανών ή ηλεκτρικών κινητήρων έμοιαζαν να εξαφανίζονται. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 η ιδέα της «εργοστασιακής κοινότητας» ξεπερνούσε όλο και περισσότερο την αρχική της σύλληψη ως απλή προπαγάνδα. Μεγαλύτερες εταιρείες δημιούργησαν συστήματα υποστήριξης για τις πυρηνικές οικογένειες των εργατών που πρόσφεραν μέριμνα για τα παιδιά, ιατρικές υπηρεσίες, ή πρακτική εκπαίδευση για σωστό νοικοκυριό.

Στη διάρκεια της περιόδου της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η βιομηχανία παρέμβαινε στη διακυβέρνηση και στις κομματικές πολιτικές κυρίως για να ενθαρρύνει πολιτικές που προστάτευαν τη δική τους σφαίρα. Ήταν σε αυτό το πνεύμα που οι εταιρείες και οι σύνδεσμοι βιομηχανικών επιχειρηματιών ή διαχειριστών, που μετά το 1930, υποστήριζαν διάφορες απολυταρχικές ομάδες πίεσης και οπτικές, ακόμη πιο έντονα, υπό τις συνέπειες της ύφεσης και της μαζικής ανεργίας. Έτσι η βιομηχανία είτε ενέκρινε ή ακόμη και υποστήριξε έντονα την κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί το 1933. Ξανά, η βασική προτεραιότητα της βιομηχανίας ήταν να διατηρήσει ή να αναδημιουργήσει ένα δικό της πεδίο. Ωστόσο, οι περισσότερες επιχειρήσεις συνεργάστηκαν με επιφύλαξη με τις ναζιστικές προσπάθειες για την ανάπτυξη μέτρων για την ενσωμάτωση των εργατών στην Volksgemeinschaft που οι Ναζί προσπαθούσαν να αναδημιουργήσουν. Οι περισσότεροι διευθυντές αντιλαμβάνονταν τις εκστρατείες για βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντος (Schönheit der Arbeit) και ακόμη και για την προσθήκη καλύτερου φωτισμού για τις μηχανές και εγκατάστασης νέων εξοπλισμού ασφαλείας ως παρέμβαση στις εσωτερικές τους υποθέσεις.

VII

Οι εργάτες επίσης φαίνεται πως παρέμεναν σε απόσταση σχετικά με την DAF και τις ευρύτερες προσπάθειες για τη δημιουργία της Volksgemeinschaft ακόμη και αν ήταν αυτοί που ωφελούνταν το περισσότερο. Ωστόσο, οι παράνομες αναφορές προς το SOPADE επίσης έδειχναν ένα διαδεδομένο ενδιαφέρον μεταξύ των εργατών για τους Ναζί και τις δραστηριότητες και τις πρωτοβουλίες της DAF. Πολλοί εργάτες κορόιδευαν τις ανακαινίσεις των λουτρών και των τουαλετών – μέτρα που έτσι και αλλιώς θα λαμβάνονταν. Ωστόσο, εντυπωσιάζονταν επειδή αυτές οι δραστηριότητες αποδείκνυαν πως μερικοί έστω από τους προβληματισμούς της καθημερινής τους ζωής λαμβάνονταν υπόψιν.

Τα πραγματικά αποτελέσματα αυτών των βελτιώσεων δεν πρέπει να υπερεκτιμηθούν. Στη πραγματικότητα μόνο ένα μικρό ποσοστό των εργατών γνώρισε πρακτικά αποτελέσματα από τις δραστηριότητες των Ναζί. Κατά κύριο λόγο έπρεπε να κάνουν τη δουλειά μόνοι τους: τα νέα διαδίδονταν από τα πάνω μέσω των κινηματογραφικών επίκαιρων και των εικονογραφημένων εφημερίδων. Η φημολογία επίσης έπαιξε σημαντικό ρόλο. Η φαντασία νίκησε τη πραγματικότητα μέσα στο μηχανουργείο. Παρόλα αυτά, ισχυρισμοί από ναζιστές ηγέτες πως μόνο οι πολιτικές τους επιβεβαίωναν την «τιμή της εργατικής τάξης», μπορούσαν να επιβεβαιωθούν στις καθημερινές εμπειρίες των εργατών. Για πρώτη φορά θέματα όπως τα λουτρά έγιναν αντικείμενο ενδιαφέροντος, τα οποία τα προηγούμενα συνδικάτα και άλλοι εργατικοί οργανισμοί θεωρούσαν πολύ ασήμαντα για να ασχοληθούν. Επιπλέον η  Schönheit der Arbeit (Ομορφιά της Εργασίας) ήταν μόνο μια ανάμεσα σε πολλές προσπάθειες που έγιναν αντιληπτές ως αποκατάσταση της τάξης μέσα στη κοινότητα όπως και στο κράτος και τη κοινωνία γενικότερα. Στο πλαίσιο του χτισίματος των ενόπλων δυνάμεων και του Vierjahresplan (Τετραετούς Πλάνου), μετά το 1935-36 η απασχόληση αυξήθηκε όπως και οι μισθοί. Για τους νεότερους ανθρώπους ιδιαίτερα, το μέλλον έμοιαζε λαμπρό. Μπορούσαν να είναι σε θέση να ταΐσουν μια οικογένεια, ή τουλάχιστον να αγοράσουν μια μοτοσυκλέτα ή ραδιόφωνο.

Οι Γερμανοί εργάτες στις δεκαετίες του 1930 και του 1940 δεν διέκριναν ιδιαίτερα απόλυτα μεταξύ «οικονομικών» και «πολιτικών» συμφερόντων. Η οικονομικό-κοινωνική τους ευημερία δεν κρατήθηκε μακριά από την εκπλήρωση των αναγκών στο μηχανουργείο ή στη γειτονιά, ούτε από τις επίσημες πολιτικές όπως αυτές ανακοινώνονταν από τα μέσα. Όπως σημειώνει με πικρία ο ανταποκριτής του SOPADE: «παθητικοί», αν δεν επικροτούν το καθεστώς.

Το βασικό όμως, οι εργάτες δεν κράτησαν αποστάσεις από τις μάζες που ζητωκραύγαζαν. Ενώθηκαν μαζί τους, για παράδειγμα, στη Ναζιστική Πρωτομαγιά της «εθνικής εργατικής τάξης», ή όταν η φωνή του Hitler ακούγονταν στο ραδιόφωνο, ή στα επίκαιρα χαιρετίζοντας ακόμη μια «μεγάλη ημέρα» στην «ιστορία του έθνους». Η απόμακρη περιέργεια μπορεί επίσης να μετατράπηκε σε ενδιαφέρον όταν ο Hitler αποκήρυξε, για παράδειγμα, την Συνθήκη των Βερσαλλιών (1934), ή όταν επίσημα παρουσίασε τα σχέδια επανεξοπλισμού και ανακήρυξε την στρατιωτική ανεξαρτησία της Γερμανίας (1935). Φαίνεται, τουλάχιστον σε αυτές τις στιγμές, οι εργάτες χειροκροτούσαν με τον ίδιο ενθουσιασμό όπως και τα άλλα μέλη της εθνικής κοινότητας. Επιπλέον – και αυτό είναι θέμα που ο ιστορικός της καθημερινότητας μπορεί να στηρίξει επαρκώς – θα ήταν παραπλανητικό να υποθέσουμε πως θετικά συμπεράσματα και εκφράσεις θα μπορούσαν μόνο να διαστρέψουν τις πραγματικές «ανάγκες» και συμφέροντα των ανθρώπων. Από τη μια, πολλές διαδρομές στις ζωές ανδρών και ομάδων ανδρών πρόσφεραν εμπειρίες που συνδέαν τις μεμονωμένες ζωές με το έθνος συνολικά. Για τους ανθρώπους αυτούς, που δεν ήταν είτε στρατιώτες στη διάρκεια του πολέμου ή που είχαν μεγαλώσει ακούγοντας τις ιστορίες των πατεράδων, των θείων, και των αδελφών τους, ο διεθνισμός και ο αντιμιλιταρισμός δεν είχε καμιά αξία. Η νοοτροπία τους της ηρωικής περηφάνειας δεν ζητούσε απαραίτητα έναν ακόμη πόλεμο. Παρόλα αυτά, στην αντίληψη τους η ανδροπρεπής συμπεριφορά του έθνους και ο στρατός του ήταν ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία.

Νοοτροπίες αυτού του είδους δεν είναι απλά προϊόντα απόλυτης χειραγώγησης. Αντίθετα, οι εργάτες δίχως αμφιβολία «διάβαζαν» τις επίσημες πολιτικές  σύμφωνα με τις δικές τους προτιμήσεις και εμπειρίες. Έτσι, ερμήνευαν και επαναδιαμόρφωναν αν δεν «ιδιωτικοποιούσαν» την πολιτική. Αυτό όμως δεν γινόταν σε απομόνωση. Η καθημερινή τους ζωή είχε μπει σε νέο πλαίσιο και πολιτικοποιηθεί ιδιαίτερα. Το σπίτι και ο εργασιακός χώρος είχε ενσωματωθεί σε δίκτυα υπερτοπικής επικοινωνίας, εξάρτησης, και ελέγχου από πολύ πριν το 1933.

Κυρίως όμως, στα 1920 σχεδόν κάθε ιδέα μιας εναλλακτικής δομής της κοινωνίας αντικατόπτριζε άμεσα καίρια στοιχεία των υπαρχουσών, ακόμη και μεταξύ των πιο φανατικών ακόλουθων της κοινωνικής αλλαγής. Οι σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές, αλλά και οι καθολικές, εργατικές οργανώσεις ήταν επίσης ιδιαίτερα προσκολλημένες στην πειθαρχία των στρατιωτικών μονάδων. Για όλους τους, η λάμψη μιας γυαλισμένης μηχανής ήταν όμορφη και προκαλούσε άμεση και σχεδόν απεριόριστη έγκριση: το «καλύτερο μέλλον» θα έμοιαζε σαν μια αποτελεσματικά εκτελεσμένη μεγέθυνση του παρόντος. Και οι προσωπικές επιθυμίες για κάθε είδος ιδιωτικού μέλλοντος ήταν στενά συνδεδεμένο με τα οράματα ενός αποκαταστημένου εθνικού μεγαλείου. Έτσι, όταν οι άνθρωποι αναφέρονταν σε « Γερμανική ποιοτική δουλειά», η έμφαση δινόταν και στους δύο όρους: «Γερμανός» και «ποιότητα», ένας ισχυρισμός που ένωνε όχι μόνο τους εργάτες αλλά και τους περισσότερους Γερμανούς έναντι των ‘άλλων».

VII

Επίσημες και ανεπίσημες προσπάθειες για να (ανα)κατασκευαστεί μια «εργοστασιακή κοινότητα» κέρδισαν έδαφος με το πόλεμο το 1939. Πολλοί εργοδότες ανέπτυξαν δίκτυα επικοινωνίας με την υποστήριξη των πρώην εργαζόμενων τους που είχαν καταταχθεί στο στρατό. Εταιρείες συχνά έστελναν δελτία ενημέρωσης μεταφέροντας τις εξελίξεις μέσα στην εταιρεία, επίσης όμως συγκέντρωναν δέματα (Liebesgaben, δώρα αγάπης) και τα διένεμαν σε περιστάσεις όπως γενέθλια ή Χριστούγεννα. Σε πολλές περιπτώσεις οι εργάτες ή οι υπάλληλοι που λάμβαναν αυτά τα δώρα ή επιστολές απαντούσαν γράφοντας μακροσκελείς επιστολές πίσω. Αρκετές εταιρείες από τη Λειψία των οποίων το εργατικό δυναμικό το 1939 σε κάθε μια έφτανε τα πεντακόσια ή εξακόσια άτομα, και σε μια περίπτωση, περισσότερους από δυο χιλιάδες εργάτες, λάμβαναν συχνά τέτοιες επιστολές από εργαζόμενους των οποίων η απασχόληση στο καιρό ειρήνης είχε διακοπεί από το πόλεμο. Κάποιοι από τους συντάκτες των επιστολών προφανώς χρησιμοποιούσαν αυτή την ευκαιρία επειδή δεν είχαν κάποιο κύκλο φίλων ή συγγενών στην πατρίδα που θα ήταν πρόθυμοι να διαβάσουν για τη ζωή τους στο στρατό. Άλλοι ανέφεραν στις επιστολές τους πως κυρίως έγραφαν στους συγγενείς και στους φίλους τους. Ωστόσο, οι περισσότεροι από αυτούς τους πρώην, ή όπως ήταν, σε αναστολή εργαζόμενοι εμφανώς ανέπτυξαν μια αίσθηση αφοσίωσης στις αντίστοιχες εργοστασιακές τους κοινότητες.

Τα γράμματα από το μέτωπο έπρεπε να περάσουν από τη στρατιωτική λογοκρισία πριν ταχυδρομηθούν. Οι συντάκτες είχαν μάθει τις εντολές της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης που τόνιζαν ιδιαίτερα πως «τα γράμματα, σύντροφοι, είναι και αυτά όπλα». Οι στρατιωτικές αρχές πρόσφεραν επιπλέον οδηγίες, διανέμοντας στους στρατιώτες ξανά και ξανά σχεδιαγράμματα που έπρεπε να χρησιμοποιούνται όταν έγραφαν επιστολές από το μέτωπο. Ο στρατός σκόπευε να μετατρέψει αυτά τα γράμματα σε «βιταμίνες της ψυχής» που θα αναζωογονούσαν όποιον κουράζονταν. Η πιο σημαντική οδηγία ήταν «να δείχνουν μια ανδροπρεπή συμπεριφορά και να γράφουν σε δυνατή και καθαρή γλώσσα».

Διαβάζοντας δεκάδες τέτοιες επιστολές από το μέτωπο που είχαν σταλεί σε πρώην εργοδότες δίνουν την εντύπωση πως οι συντάκτες τους δεν υπάκουαν αυστηρά αυτούς τους κανόνες. Βέβαια, ένα ζήτημα ήταν η ομοιότητα να είσαι στρατιώτης και η ζωή ως εργάτης στη πατρίδα. Για παράδειγμα, ο στρατιώτης Emil Caspar έγραψε στις 31 Οκτωβρίου 1943, πως είχαν μόλις κάνει μια πορεία τριακοσίων χιλιομέτρων σε εννιά μέρες. Ήταν δύσκολο, αλλά στη πράξη «ήταν σα να δουλεύεις στη πατρίδα». Ένας βοηθός σε ένα λατομείο σχιστόλιθου έγραψε στις 8 Οκτωβρίου 1943 από την Νορβηγία πως είχε προσαρμοστεί γρήγορα στο στρατό «και πως αν δείξεις απλά υποταγή και καλή θέληση όλα θα πάνε καλά». Ένας άλλος στρατιώτης από το Λιγνιτωρυχείο Braun, επίσης απλός εργάτης προφανώς, έγραψε στις 8 Δεκεμβρίου 1943, πως «Δεν αισθάνθηκα ποτέ τόσο καλά στη δουλειά μου, όσο στο στρατό».

Όπως μπορεί να περιμένει κάποιος, οι επιστολές του μετώπου προς τους πρώην εργοδότες ήταν ιδιαίτερα περιγραφικά όταν μιλούσαν για τους ξένους αν όχι για την ξενικότητα τους της τωρινής τους κατάστασης. Ένα πολύ περιορισμένο σύνολο στερεοτύπων όσον αφορά τις ξένες χώρες εμφανίζονταν ξανά και ξανά. Για παράδειγμα, ο Walter Feurig έγραψε στις 24 Νοεμβρίου 1942, από την Ιταλία πως υπήρχε «φτώχια και βρώμα παντού». Δεν ήταν «σπίτι» για εκείνον – να και είπε στο κοινό του πως του άρεσε το ειδυλλιακό τοπίο. Και περισσότερο από ένα χρόνο μετά, στις 12 Δεκεμβρίου 1943 (δηλαδή, αφού η Ιταλία υπό τον Badoglio τον Ιούλιο υπέγραψε εκεχειρία), έγραψε στη Λειψία πως οι άνθρωποι στην Ιταλία «φαίνονται καλοί και δείχνουν ιδιαίτερα φιλόξενοι, είναι συνεχώς χαρούμενοι και φιλόξενοι, φυσικά, δεν δουλεύουν όσο οι Γερμανοί, αλλά είναι πάντοτε ανεπιτήδευτοι και κάνουν πάντοτε το καλύτερο με ότι έχουν». Αυτό έρχονταν μαζί με σχόλια όπως το απότομο σημείωμα του Rudolf Harmann από τις 18 Αυγούστου 1944, πως «θα αποτελειώσουμε την Ιταλία».

Η εικόνα ήταν διαφορετική όταν οι στρατιώτες έγραφαν από τη Πολωνία ή τις Ρωσικές περιοχές. Ο στρατιώτης Heinz Dübner σημείωνε στις 21 Νοεμβρίου 1939, πως «οι Πολωνοί προκαλούσαν χάος ενώ επαναφέραμε τη τάξη και κάνοντας το γίναμε πραγματικοί άνδρες». Σχεδόν η ίδια νοοτροπία εμφανίζεται στο γράμμα του Edmund Heinzel που υπηρετούσε το Νοέμβριο του 1940 με την Reichsarbeitsdienst (Υπηρεσία Εργασίας) στη κατεχόμενη Πολωνία. Είπε στους παραλήπτες της επιστολής του πως τα σπίτια και οι δρόμοι στο μέρος του «είναι ιδιαίτερα ανεπαρκή, δηλαδή, τα σπίτια είναι χτισμένα από ξύλο και λάσπη και, για να το πω συνοπτικά, είναι πραγματικά πολωνική διαχείριση (ΣτΜ ρατσιστικό στερεότυπο)»

Τα στερεότυπα για τους Ρώσσους είναι σχεδόν πανομοιότυπα. Ο στρατιώτης O. Müller έγραψε στις 27 Αυγούστου 1941, από την βορειοανατολική Ρωσία πως «το μόνο που μπορεί να δει κάποιος είναι καλύβες και όχι σπίτια, και καλύτερα να μπεις μέσα εξαιτίας της οσμής, δεν θα βρεις κουρτίνες, δεν υπάρχει ούτε ηλεκτρικό ρεύμα ούτε [τρεχούμενο] νερό». Στη διάρκεια του πολέμου στη Ρωσία πολλοί από εκείνους που επιβίωσαν τις πρώτες εβδομάδες έμειναν εκεί συνεχώς για ένα ή δυο χρόνια με τις μονάδες τους μιας και άδειες δίνονταν πολύ σπάνια. Όπως έγραψε ο στρατιώτης Rolf Goebeler στις 21 Ιουνίου 1943, «πολλοί άνθρωποι αναπτύσσουν μια πεισματάρικη αποφαστικότητα, αναπτύσσεται στη διάρκεια του συνεχούς πολέμου, και στοχεύουν στο να τσακίσουν τον εχθρό με κάθε κόστος. Τα παιδιά βλαστημάνε αλλά αυτό είναι καλό!». Οι κακουχίες της στρατιωτικής ζωής έδωσαν έμφασή ξανά της αντίληψης του ότι «πετάχτηκαν» σε ένα ξένο και εχθρικό περιβάλλον. Οι επαφές με τους ντόπιους στην ενδοχώρα  πολύ συχνά έθρεφε την εικόνα της απόλυτης αλλότητας τους. την ίδια στιγμή, επιβιώνοντας από τους κινδύνους της μάχης προκαλούσε προσωπική οργή, που στη συνέχεια, έγινε έντονα συνυφασμένη με τη ρουτίνα του στρατού. Έτσι, οι στρατιώτες όλο και περισσότερο αντιλαμβάνονταν τον εχθρό όχι μόνο ως τον «άλλο» αλλά επίσης ως «υπάνθρωπο».

Οι «άλλοι» στο μακρινό μέτωπο, ωστόσο, επίσης προσέγγιζαν το «σπίτι»: από το 1941, οι ξένοι εργάτες αναγκάζονταν όλο και συχνότερα να εργάζονται στη γερμανική βιομηχανία. Οι εταιρίες μετέφεραν αυτές τις πληροφορίες στους εργαζόμενους τους που είχαν κληθεί ως στρατιώτες· και οι στρατιώτες απαντούσαν σε αυτό. Μια από τις κύριες ανησυχίες των εργατών που ήταν μακριά ήταν η ποιότητα της δουλειάς. Ο στρατιώτης Roland Gross πρόσφερε παρηγορούσε τον εαυτό του και στους φίλους του όταν έγραφε στις 18 Αυγούστου 1941 πως, «αν και οι καλύτεροι ποιοτικά εργάτες είχαν πάει στο στρατό, πιστεύω πως οι ξένοι βοηθοί δεν θα μειώσουν την ποιότητα των μηχανών (εργαλείων)», που ήταν το προϊόν του συγκεκριμένου εργοστασίου. Αντίθετα, ένας άλλος εξέφραζε λυσσασμένο μίσος. Ο Karl Schreiber έγραφε στις 21 Ιουλίου 1942, πως «συμπαθούμε αρκετά τους Ρώσους, αλλά εκείνοι δεν συμπαθούν καθόλου εμάς. Αυτοί οι ξένοι εργάτες δε θα καταφέρουν τίποτα. Και αν δε δουλεύουν, το καλύτερο είναι να τους βάλουν μπροστά σε ένα πολυβόλο και τους σκοτώσουν όλους». Φαίνεται πως ο άνδρας αυτός είχε βρεθεί σε σκληρές μάχες. Αναφέρονταν στο ρωσικό τρόπο μάχης με σεβασμό, λέγοντας «οι Ρώσοι πολεμάνε μέχρι τον τελευταίο, αντίθετα από τους Τόμιδες (Άγγλους)». Αυτό ήταν εντελώς αντίθετο από τις εντυπώσεις ενός μάγειρα που δούλευε για το στρατιωτικό προσωπικό κάπου στο εσωτερικό του ρωσικού μετώπου. Το γράμμα του έδειχνε ένα πιο χαρούμενο τόνο. Έγραφε πως μπορούσε «να φανταστεί πολλούς μπελάδες στη δουλειά [στη πατρίδα] με τους ξένους εργάτες. Αλλά με καλή θέληση και νοήματα μπορούν να τα καταφέρουν καλά. Τουλάχιστον αυτό κάνω εγώ με τους Ρώσους εδώ».

Αυτά τα λίγα παραδείγματα δείχνουν ένα φάσμα απόψεων, παρατηρήσεων, και αντιδράσεων. Ωστόσο είναι αξιοσημείωτο πως οι συντάκτες των επιστολών συχνά χρησιμοποιούν εικόνες και αντιλήψεις που προέρχονταν, ή συχνότερα, επαναδιαμορφωθεί από τις υπηρεσίες προπαγάνδας. Είναι απίθανο πως τα χρησιμοποιούσαν αυτά μόνο επειδή κάποιος λογοκριτής ή κάποιο άλλο δημόσιο μάτι θα μπορούσε να δει τα γραπτά τους. Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί πως το κοινό που απευθύνονταν ήταν διαφορετικό από την οικογένεια, τους συγγενείς, ή τους φίλους πίσω στο σπίτι. Αυτές οι επιστολές έπρεπε να εντυπωσιάσουν τους συναδέλφους τους και την ίδια στιγμή να συμμορφώνονται με τους επιτηρητές τους. Έτσι, υπήρχε μια συγκεκριμένη δημόσια ποιότητα  σε αυτές τις επιστολές που διαμόρφωσαν το ύφος τους. οι περισσότεροι συντάκτες μοιάζουν να υιοθετούν την εικόνα της επιτυχίας και της εμπειρίας. Σε απόλυτη αντίθεση σε αυτή τη χαρούμενη μετριοπάθεια είναι η ένταση με την οποία πολλοί συντάκτες μπαίνουν στην εξιστόρηση του μίσους, της πικρίας, και την αντίληψης τους περί του εχθρού. Και όμως τα δυο σημεία αποκαλύπτουν  μια σημαντική ομοιότητα μεταξύ δημόσιας ρητορικής και ιδιωτικής αντίληψης. Αυτός ο συνδυασμός αντικατοπτρίζει και την υποστήριξη προς το Ναζισμό και ταυτόχρονα προκαλεί μια ευθυγράμμιση με τις ναζιστικές ιδέες.

Υπήρχε για παράδειγμα, ο Herbert Habermalz, ένας λοχίας που δούλευε πριν το πόλεμο ως υπάλληλος στο τμήμα πωλήσεων της εταιρίας του Rudolf Sack.  Το εργοστάσιο κατασκευής μηχανημάτων παρήγαγε αγροτικό εξοπλισμό, συγκεκριμένα άροτρα. Ο Habermalz ήταν μέλος του ιπτάμενου πληρώματος στην αεροπορία και ήταν τοποθετημένος στη νότια Πολωνία, κυρίως στη Κρακοβία. Σε μια επιστολή στις 7 Αυγούστου 1943, έκανε μια λεπτομερή καταγραφή ενός μαζικού τάφου που εντοπίστηκε από τις Γερμανικές αρχές. «Οι άνθρωποι που είχαν ταφεί εδώ ήταν θύματα της GPU [σοβιετική μυστική αστυνομία]. Ο τάφος ήταν στη μέση ενός αστικού πάρκου, μόλις δέκα μέτρα από μια κούνια… Φυσικά, ήμουν ανυπόμονος να δω τους τάφους. Μπορείς να δεις πως η GPU έκανε πολύ καλή δουλειά – που φυσικά, εμείς δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί. Μπορούσες να δεις τα καλοδιατηρημένα πτώματα ανδρών, αλλά και γυναικών. Όλοι τους τους είχαν τα χέρια πίσω… Δίπλα στο σημείο μια ομάδα γιατρών δούλευε. Η μυρωδιά δεν ήταν η καλύτερη όπως μπορείς να φανταστείς. Επιπλέον, υπήρχαν και εκείνοι οι πολλοί, πολλοί άνθρωποι που έκλαιγαν και αναζητούσαν τους δικούς τους ανάμεσα στα πτώματα και τα φυσικά τους υπάρχοντα». Μερικές μόνο μέρες πριν είχε γράψει ένα γράμμα στο οποίο περιέγραφε σχολαστικά το περιβάλλον της αεροπορικής βάσης. Κατά συνέπεια, ήταν «πολύ ωραία, η Βίσλα ήταν κοντά…. Είναι κρίμα που αυτό το ήσυχο σκηνικό διαταράσσεται περιστασιακά από κάποιον ‘Ιβάν’ (Ρώσο) και το πυροβολικό του. Πέρα από αυτό κάποιος μπορεί να πιστέψει πως είναι σε σπα».

Στις αρχές του Ιουλίου του 1943 η εταιρεία του Rudolf Sack έλαβε μια επιστολή από ένα συνάδελφο του Habermalz, τον Gerd Sauer. Ήταν και αυτός τοποθετημένος στη Πολωνία, και για κάποιο διάστημα στη Βαρσοβία. Εκεί συνάντησε «πραγματική μητροπολιτική ζωή», όπως το έθεσε. Ένοιωθε ιδιαίτερα χαρούμενος και χαλαρός, ιδιαίτερα επειδή είχε βρει ένα μεγάλο σύνολο ανθρώπων για να κάνει παρέα, οι περισσότεροι από αυτούς SS και Volksdeutsche (εθνικά Γερμανοί): «Οι εθνικά Γερμανοί, κυρίως γυναίκες, είναι πολύ καλοί, φιλικοί και έξυπνοι και επίσης πολύ ιδιαίτερα μορφωμένοι». Τον Ιούνιο του 1943, ο Habermalz έστειλε μια επιστολή στην εταιρεία Sack στην οποία περιγράφει μια πτήση από την Κρακοβία στη Βαρσοβία. «Κάναμε αρκετούς κύκλους πάνω από τη πόλη. Και με μεγάλη ικανοποίηση μπορούσαμε να δούμε την πλήρη καταστροφή του εβραϊκού γκέτο. Εκεί οι δικοί μας έκαναν πραγματικά φανταστική δουλειά. Δεν υπάρχει ούτε ένα σπίτι που να μην έχει καταστραφεί εντελώς. Αυτό το είδαμε παραπροχθές. Και χθες απογειωθήκαμε για την Οδησσό. Πήραμε ειδικό φαγητό, επιπλέον μπισκότα, επιπλέον γάλα και βούτυρο, και, πρώτα και κύρια μια μεγάλη μπάρα γλυκόπικρης σοκολάτας».

IX

Αυτές οι επιστολές, είναι βέβαιο, δείχνουν επίσης μερικές εικόνες της «διαδικασίας μετατροπής σε» αντικείμενα εκείνων που καταλαμβάνουν τις «κορυφές της ιεραρχίας» της πολιτικής, της οικονομίας, και της κοινωνίας. Ωστόσο, μια ερμηνεία των εργατών ως θύματα και τους ηγέτες ως τους μόνους θύτες, όσο και παρηγορητικό και αν είναι, δεν είναι επαρκές. Το ίδιο το σύνολο αυτών των γραμμάτων δείχνει πως δεν αντιμετώπισαν την στρατολόγηση και τη συμμετοχή στο πόλεμο ως εντελώς «ξένες» καταστάσεις. Οι έντονες περιγραφές διάφορων καταστάσεων και συναντήσεων που περιέχουν αυτές οι επιστολές, δείχνουν τις προσπάθειες να «εκλείψουν» τις μόνιμες αβεβαιότητες και τους κινδύνους στην ίδια τους τη ζωή. Την ίδια στιγμή, όμως, οι επιστολές δείχνουν πως οι αγωνίες είχαν μεταμορφωθεί σε μια έντονη πίστη σε στρατιωτικούς ανωτέρους. Επιπλέον, η εμπειρία του να είναι κομμάτι της πολεμικής μηχανής από μόνο του ενίσχυσε τη σύνδεση με τους στόχους που διακήρυσσαν ξανά και ξανά οι ηγέτες των Ναζί. Αυτοί οι στρατιώτες προσπάθησαν να τα «βολέψουν» υπό τεράστιες δυσκολίες και μαρτύρια. Έτσι, προσπάθησαν να ανταπεξέλθουν με και να οικειοποιηθούν τις δεδομένες συνθήκες· αλλά μέσα στην ίδια τη πρακτική του  «ανταπεξέρχομαι και οικειοποιούμαι» οι συντάκτες μετατράπηκαν σε δράστες. Αυτό είναι αλήθεια ακόμη και για εκείνους τους στρατιώτες που έστελναν θυμωμένα ή τεχνητά γράμματα πίσω. Όλοι τους κατέγραψαν πως έγιναν εξίσου θύματα και συνεργοί του Ναζισμού.

Οι συντάκτες των επιστολών ήταν συνηθισμένοι στην (ή τουλάχιστον, κοινωνικοποιημένοι) ζωή του εργοστασίου σε μεγάλες γερμανικές πόλεις. Οι εικόνες που είχαν για τον εαυτό τους, ωστόσο, τους επέτρεπε να συνδέσουν με ευκολία τις εμπειρίες τους στην πολιτική εργασία και στη στρατιωτική ζωή, να δεχτούν τους κινδύνους και τα θέλγητρα του πολέμου. Οι εξευτελιστικές ιεροτελεστίες των στρατιωτικών ασκήσεων στη διάρκεια της βασικής εκπαίδευσης, ήταν πολύ τρομακτικές για τους περισσότερους ανθρώπους. Για να είναι σε θέση να τις «αντέξουν» και, στο τέλος, να ελέγξουν την κατάσταση πρόσφερε μια τεράστια ώθηση στην αυτοπεποίθηση του ατόμου. Καμιά άμεση γραμμή δεν συνέδεε τη στρατιωτική ζωή σε καιρό ειρήνης με τους κινδύνους και τις ευκαιρίες στο πόλεμο. Με δεδομένο όμως πως ο πόλεμος είχε ξεκινήσει, δεν ήταν απλά ταξίδια και «περιοδείες σε άγνωστα για την ώρα» μέρη που έμοιαζαν να δικαιολογούν κάθε κακουχία και κίνδυνο στο μέτωπο ή στο εσωτερικό. Το να είσαι στρατιώτης δεν σήμαινε απλά να είσαι συνδεδεμένος με μια τεράστια οργάνωση και σύγχρονο οπλισμό. Εκείνοι που ήταν στο μέτωπο ή με μονάδες πίσω από αυτό πρακτικά χρησιμοποίησαν τα όπλα τους· ξανά και ξανά χρησιμοποίησαν τις δυνατότητες των εργαλείων του πολέμου για να σκοτώσουν. Ο πόλεμος ήταν η δουλειά.

Τα γράμματα αυτά δείχνουν πως πολλά άτομα αντιλαμβάνονταν την αρρενωπότητα τους με στρατιωτικούς όρους και εικόνες. Για τους ανθρώπους αυτούς, η αρχική τους αξίωση να κάνουν ¨καθαρή» δουλειά στη πατρίδα συνδέθηκε όλο και περισσότερο με την αποτελεσματική δολοφονική λειτουργία του στρατού. Στο τέλος, η συμμετοχή στην εξόντωση των «άλλων» μπορεί να μοιάζει ως η απόλυτη εκπλήρωση εκείνων που εξυμνούσαν τις αντιλήψεις της «ποιοτικής γερμανικής δουλειάς»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s