Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα το Βήμα και συμπεριλαμβάνεται στον τόμο Πολιτικά 1975-1976 (Εκδ. Θεμέλιο, 1980). Ο Μάριος Πλωρίτης (1919-2006) ήταν δημοσιογράφος, κριτικός, μεταφραστής, λογοτέχνης, και θεατρικός σκηνοθέτης

 

 

*Έχει διατηρηθεί η γλώσσα και η ορθογραφία του συγγραφέα

 

«Η δύναμη της ελληνικής φυλής,

 έγκειται στην αρχαία παράδοση της ελευθερίας…».

GEORGE FINLEY

 

ΚΟΙΝΟΣ Ο ΤΟΠΟΣ: Οι εορτασμοί των μεγάλων ιστορικών, εθνικών σταθμών παίρνουν ουσιαστικό νόημα μόνο όταν φωτίζουν την Ιστορία. Τότε είναι, αληθινά, και τιμητικοί και εθνικοί.

Υπάρχει, βέβαια, και η αντίθετη (υπουργική, μάλιστα!) άποψη: πως «δεν είναι η ώρα της Εθνικής Επετείου κατάλληλη για να γίνονται απομυθοποιήσεις εθνικών γεγονότων». Χρειάζεται, τάχα, να πούμε πως η άποψη αυτή (που αποτελεί πάγια πράξη, εδώ – κι όχι μόνο στις μέρες των επετείων), και αντιφατική είναι – αφού δέχεται πως τα εθνικά γεγονότα στηρίζονται σε μύθους! – και σκοταδιστική – αφού υποστηρίζει πως ο κατάλληλος εορτασμός είναι η εμμονή σε μυθοποιίες;

Ας μας συχωρεθεί, λοιπόν, ν’ απιστήσουμε στην «εντολή»…

ΔΕΝ ΞΕΡΩ αν υπάρχουν, και σήμερα, πολλοί που αμφιβάλλουν γιά τα κίνητρα και τους στόχους του Μεγάλου Ξεσηκωμού. Ακόμα και οι «συντηρητικοί» ιστορικοί ανομολογούν πιά πως ο Αγώνας δεν αποσκοπούσε μόνο στην εθνική αλλά και στην κοινωνική απελευθέρωση των Ελλήνων. Η Προκήρυξη του Δημ. Υψηλάντη για τις εκλογές της Α’ Εθνοσυνέλευσης, το βεβαιώνει πεντακάθαρα:

«Καιρός είναι να παύση πλέον η τυραννία όχι μόνον των Τούρκων, αλλά και η τυραννία των ατόμων εκείνων, τα οποία, συμμεριζόμενα τα αισθήματα των Τούρκων, ζητούν να καταπιέζουν τον λαόν» (6/18.10.1821).

Την τυραννία των Τούρκων, που εξώθησε τους «ραγιάδες» στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, την έχουν περιγράφει τόσο ζωηρά και τόσο ζοφερά οι «διψώντες ελευθερίαν» Έλληνες, ώστε κάθε προσθήκη είναι περιττή. Ας θυμίσουμε, μόνο, τί οι αμερόληπτοι ξένοι έλεγαν για τον ξένο δυνάστη.

«Ο πόθος της ελευθερίας δεν έχει σβήσει ολότελα από όλες τις καρδιές», έγραφε, 30 χρόνια πριν την Επανάσταση ο ονομαστός περιηγητής Choiseul-Gouffier. «Οι Έλληνες ρίχτηκαν με πάθος σε κάθε περιπέτεια, που θα μπορούσε να θερμάνει αυτή την ελπίδα… Τους εμπνέει η φρίκη για την τυραννία, που έγινε μίσος βαθύ και ρίζωσε στις καρδιές-τους».

Ο συμπατριώτης – του σχεδιαστής A. L. Castellan, που ταξίδεψε στο Μωριά το 1797, θα προσθέσει:

«Οι Τούρκοι, θεωρούντες εαυτούς κυρίους της χώρας, υποβάλλουσι τους Έλληνας εις την απολυτοτέραν κατάθλιψιν … ».

Ενώ ο Γάλλος επίσης Claude Savaiy ανακράζει:

«… Και έπειτα, να μη εγερθώ κατά της ακηδίας του βαρβάρου τούτου λαού, να μη στιγματίσω την ολετήρα αυτού μοιροκρατίαν, να μή εκφέρω λόγους πυρίνους προς παράστασιν των εγκλημάτων της εχθράς ταύτης τω ανθρωπίνω γένει κυβερνήσεως, ήτις κατέστρεφε περισσοτέρους ανθρώπους δια των κακουργημάτων, παρ’ όσους ο σίδηρος των καταχτητών εθέρισεν!».

Τον ίδιο χρόνο (1798), ο Άγγλος πρόξενος στην Τουρκία, William Eton, γράφει:

«Ενταύθα ενοικούσιν η αμάθεια, η τυραννία, η δεισιδαιμονία και υλισμός βάναυσος. Μανιωδώς ριπτόμενος ο άγριος Τούρκος επί της δυστυχούς ταύτης χώρας, ην υπόζυγον κρατεί, λεηλατεί αυτήν, και σφάζει ανηλεώς και άνευ τύψεως συνειδότος τους εστερημένους υπερασπίσως κατοίκους αυτής. Ούτω ο ωραιότερος του κόσμου τόπος κατέστη ερημιά».

Η μαρτυρική Κύπρος, σήμερα, δίνει την πιο χειροπιαστή και την πιο οδυνηρή μαρτυρία για την επιβίωση αυτού του «πνεύματος» κι αυτού του «ήθους»…

ΚΙ ΩΣΤΟΣΟ, τις διαπιστώσεις και τις διαβεβαιώσεις εκείνες των ξένων, έρχονταν να τις «διαψεύσουν» χείλια ελληνικά, και μάλιστα επισημότατα! Οι εγκύκλιοι του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ (Μάρτης 1821) θύμιαζαν τα «άπειρα ελέη» του Σουλτάνου και ισχυρίζονταν πως οι Έλληνες ζούσαν «ανενόχλητοι με τας γυναίκας-των και τα τέκνα-των, με τας περιουσίας-των… και κατ’ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας»!

Συνεπέστατα, λοιπόν, το Πατριαρχείο καταριόταν κι αφόριζε «ως μέλει σεσηπότα» τους «κακοήθεις, ανοήτους, ασυνειδήτους, απατεώνας, κακοποιούς και κακοβούλους ανθρώπους», τους «αγνώμονας και ραδιούργους… φιλελευθέρους», που πήραν τα όπλα κατά της «κραταιάς βασιλείας» του Σουλτάνου, και αποκήρυχνε το «σατανικόν της δημεγερσίας φρόνημα»

ΑΥΤΗ τη συμμαχία οθωμανών και χριστιανών τυράννων ορθώθηκαν να πολεμήσουν οι «κακόβουλοι φιλελεύθερου». Γιατί – καθώς έγραφε ο γραμματέας της αγγλικής πρεσβείας στην Πόλη, William Cell-,

«οι Ελληνες αναμεταζύ-των έλεγον ότι τρεις ήσαν αι πληγαί του τόπου-των, οι επίσκοποι (πρώτοι ούτοι), οι κοτζαμπάσηδες (δεύτεροι) και οι Τούρκοι τελευταίοι!».

Ακόμα κι αν θεωρηθεί υπερβολική η «ιεράρχηση» των «πληγών» που έκανε ο Gell, βέβαιο είναι πως ο ανώτερος κλήρος (αντίθετα με τον κατώτερο) ήταν περισσότερο καταπιεστής παρά «παραμυθητής» για τους υπόδουλους. (Οι λαμπρές εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον θλιβερό κανόνα). Ο Αγγλος τοπογράφος W. Μ. Leake, που είχε περιηγηθεί την Ελλάδα λίγο πριν απ’ τον Αγώνα, έγραφε:

«Κοινό ήταν το αίσθημα που επικρατούσε στους λαϊκούς, πως οι επίσκοποι στάθηκαν μιά από τις κύριες αιτίες του τωρινού ξεπεσμού του ελ,ληνικού έθνους».

Πάμπολλες είναι οι μαρτυρίες για την ακόρεστη βουλιμία των κληρικών αυτών και για την ανάλγητη απομύζηση του «ποιμνίου»-τους. Ακόμα κι ο ευλαβικός Κοραής στηλιτεύει τους «αναξίους ιερείς», που

«μετέβαλον τους οίκους της προσευχής εις σπήλαια ληστών, πωλούντες ανερυθριάστως και μυστήρια και ευλογίας και αυτάς τας πρός το θείον ικεσίας… τρυφώσιν ως Σαρδανάπαλοι… περιέρχονται, ως λιμώττοντες λύκοι, τας επαρχίας δια να αρπάζωσιν ανηλεώς από των πεινώντων χριστιανών τα στόματα τον ολίγον εκείνον άρτον, τον οποίον και αυτή των Τούρκων η απληστία εντρέπεται να αρπάση».

Και καθώς είχαν αποχτήσει, τον καιρό της Τουρκοκρατίας, περισσότερα προνόμια κι εξουσίες παρά την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι «σεβάσμιοι» αυτοί ιεράρχες «ποτέ δεν είδανε σαν δυνατή ή επιθυμητή την ανεξαρτησία της Ελλάδας», όπως λέει ο Finley.

Μπορεί, βέβαια, οι σημερινοί «ακραιφνείς Ελληνες» να φρίξουν γι’ αυτές τις «βλασφημίες», και να κατακεραυνώσουν τους ξένους κατήγορους σαν «μισέλληνες» και τους δικούς-μας σαν «ανθέλληνες». Ας ακούσουν, λοιπόν, τον ακραιφνέστατο των ακραιφνών – που η καθαρόαιμη «εθνικοφροσύνη»-του του υπαγόρευσε να γίνει υπουργός των Εξωτερικών και πρόμαχος των απριλιανών εθνοθαπτών: τον Π. Πιπινέλη, φυσικά, που έγραφε πριν μισόν αιώνα:

«Αγροτικώς φεουδαρχικός εις την επαρχίαν… πολιτικώς ραδιούργος και διπλωματικός εις την Κωνσταντινούπολην… (ο ανώτερος κλήρος) διωλίσθησε μακράν της εθνικής συνειδήσεως, (έμεινε) ξένος προς το πενθούν και πάσχον έθνος… και κατέστη φυσικός σύμμαχος της τουρκικής και ιθαγενούς ολιγαρχίας».

«Οι χωρικοί φυσικώς εδυσφόρουν δια τούτο (: τη λεηλασία-τους απ’ τους μητροπολίτες) και ούτω επροκαλούντο συχνά προστριβαί και στάσεις. Τότε, οι μητροπολίται κατέφευγον εις την τουρκικήν εξουσίαν, δια να λάβωσι την βοήθειάν-της εναντίον των χωρικών. Εδώ δε αυτομάτους αναπηδά εκ των πραγμάτων, ο αναγκαίος σύνδεσμος της τουρκικής τιμαριωτικής και της ελληνικής αγροτικής ολιγαρχίας του ανωτέρου κλή¬ρου»…

ΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ, και μόνα, που ο βουλωμένος λαός έδινε στην «ιθαγενή αγροτική ολιγαρχία» – στους κοτζαμπάσηδες – φτάνουν για να χαραχτηρίσουν το άλλο σκέλος της ντόπιας τυραννίας: «τουρκάρχοντες», τους έλεγε, και «τουρκοκοτζαμπάσηδες» και «τουρ- κοπροεστώτες» και «τουρκολάτρες» και «καλλικάντζαρους» – στιγματίζοντας, έτσι, και τη δουλικότητά-τους απέναντι στον αλλόθρησκο αφέντη και την αναλγησία-τους απέναντι στους ομόθρησκους «υποταχτικούς»-τους.

Μιλώντας για την Ελλάδα του 1789-1797, ο Γάλλος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, Fllix Beaujour, διεκτραγωγεί:

«Χιλιάδες εργάζονται για να τρέφουν τους λίγους τσιφλικάδες. Μερικοί τύραννοι βυζαίνουν από ολόκληρες επαρχίες τον όγκο της δουλειάς των δουλευτάδων της γης… Στη Μακεδονία… οι αγρότες πεθαίνουν απ’ την πείνα, ενώ τ’ αφεντικά-τους είναι φορτωμένα χρυσάφι».

Κι ο Cell, που αναφέραμε πιο πάνω, συμπληρώνει:

«Οι κοτζαμπάσηδες ήσαν μάστιξ του λαού και αληθείς τύραννοι, ως καθήκον-των δ’ έχοντες και την είσπραξιν των φόρων του δημοσίου, εισέπραττον παρά των ραγιάδων πάμπολλα, νοσφιζόμενοι ταύτα».

Ακόμα πιο ανελέητος είναι ο Άγγλος επίσης, Th. Thornton:

«Οι Έλληνες έχουν τους μεγαλύτερους εχθρούς-των εντός αυτών των κόλπων-των. Ούτοι δε είναι οι κοτζαμπάσηδες, Έλληνες κυλιόμενοι προ των ποδών του Τούρκου, φορολογούντες δε σκληρότατα εκείνους τους οποίους ώφειλον ν’ αγαπώσι και παρηγορώσιν. Ένεκα της αναίδειάς, της αγερωχίας και της εξόχως χαρακτηριζούσης αυτούς δουλοφροσύνης, εχώρισαν εαυτούς από τον ελληνικόν λαόν. Το έκφυλον τούτο γένος έχει όλα τα ελαττώματα των δούλων… Υπό την μάχαιραν του Τούρκου ο Ελλην είναι δούλος, υπό την δύναμιν όμως του συμπατριώτου-του κοτζάμπαση απογυμνούται, ων εκατοντάκις δυστυχέστερος».

Μελανότατες, φυσικά, είναι και οι σκιαγραφήσεις των κοτζαμπάσηδων απ’ τους ίδιους τους Έλληνες. Ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, ο Φωτάκος, λέει:

«… ήσαν ένα σώμα ενωμένον δια του μεταξύ-των συμφέροντος… Ούτοι ενήργουν ως ϋπηρέται των ορέξεων των Τούρκων, και το επάγγελμα αυτό ήτο ο πόρος της απαλλαγής-των από τα βάρη και τας φορολογίας… Η τυραννία ποτέ δεν έλειπε από τον δυστυχή ραγιάν. Την τοιαύτην δε ασυνείδητον και άτιμον διαγωγήν ονομάζουν τινές σύστημα πολιτικόν και δημοκρατικόν μάλιστα…».

Ο αγωνιστής Ν. Κασομούλης «επαυξάνει» χλευαστικά:

«… είναι σωρός οκνηρών ανδρών, όπου ζουν με μίαν ιδέαν… ότι το αίμα-των είναι απο βασιλικός γενεάς της Κωνσταντινουπόλεως παλαιάς, και με αυτήν την ιδέαν απατούν τους χωρικούς και τρώγουν τον ιδρώτα-των».

Κι ο λαϊκός ηγέτης της Ανδρου Δημ. Μπαλής, ξεσπάει στην επαναστατική προκήρυξή-του:

«… Αυτοί είχαν πάντα το ένα-τους και νιτερέσα με τους Οθωμανούς. Μαζί με τους μπέηδες και τους πασάδες μας καταπίεζαν, μας έπαιρναν το βιός-μας, μας καταφρονούσαν, μας έγδυναν, μας ρουφούσαν το αίμα-μας, τσερεμέτιζαν και επλχιύτιζαν από τον ιδρώτα-μας».

Ακόμα κι ο Υδραίος «προύχων» Γεώργιος Κουντουριώτης έλεγε, σε γράμμα-του στον Κοραή, πως «οι προεστώτες μήτε κατά θεωρίαν, μήτε κατά πράζιν, εγνώρισαν ποτέ την δικαιοσύνην». Ενώ ο Καποδίστριας τους ονόμαζε «Τούρκους φέροντας όνομα χριστιανών» κι ο Δ. Υψηλάντης τους χαραχτήριζε «ομοίους των Τούρκων και άξιους του μίσους του πάσχοντος λαού». Αλλά κι ο Αλέξανδρος Σούτσος – αν και Φαναριώτης – βάζει στο στόμα ενός κοτζάμπαση τούτη τη σαρκαστική αυτοπροσωπογραφία:

«Ημείς προτού τι είχαμε: τους θησαυρούς του Κροίσου

Και τα καλά χαιρόμασθαν αυτου του παραδείσου·

Ετρώγαμεν, επίναμεν. σταις ψάθαις ξαπλωμένοι.

Με ξένους κόπους είμασθαν κουκουναροθρεμμένοι».

Δεν αγνοούσαν, άλλωστε, οι «κουκουναροθρεμμένοι», ένα αποτελεσματικό μέσο για να καρπώνονται τους «ξένους κόπους»: τα βασανιστήρια. Ο Μακρυγιάννης περιγράφει μ’ αποτροπιασμό μιά τέτοια σκηνή:

«Πάγοι μίαν ημέρα εις το κονάκι-του (: του Γιάννη Νοταρά), τον βρίσκω και τυραγνούσε έναν πολίτη· τέτοιον τυραγνώμόν δεν τον ξέραν να του κάμουν μήτε οι Κατζαντωναίοι οπούταν λησταί. Δεμένος ο πολίτης, κεφάλι κι ο κώλος ένα, και του γύρευαν χρήματα. Τότε σιχάθηκα όλως διόλου το Ραμαίικο, ότι μάθαμε όλοι την ληστείαν γενικώς… Κι αναθεμάτισα την λευ¬τεριάν. οπού θα κάμωμε μ’ αυτούς όλους».

Βαθειές, λοιπόν, είναι οι ρίζες…

ΑΜΕΤΡΗΤΕΣ κι ασταμάτητες ήταν οι διαμαρτυρίες του «πάσχοντος λαού» για τους κάθε λογής «τυραγνισμούς»-του. Κι επειδή οι «άρχον¬τες» αγρόν αγόραζαν, αναγκάζονταν οι ραγιάδες να καταφεύγουν στους… Τούρκους, για να τους προστατέψουν απ’ την κοτζαμπάσικη απληστία και καταπίεση:

«Μας αφάνισαν οπού δεν έχομεν μηδέ ψωμί να φάμε»,

θρηνούν οι Σαμιώτες, το 1807, στον Τούρκο επόπτη. Κι οι Σκυριανοί φωνάζουν, το 1821 κιόλας:

«Μας έχουν πουλημένους αυτοί οι διοικηταί κοτζαμπάσηδες και μας κατήντησαν από τα βαρύτατα δοσίματα και ζημίες δια να κατασκορπιστούμε από την νήσον».

Ως και ο «φιλάρχων» Πιπινέλης δέχεται ότι

«πολλάκις ο δραγομάνος του Μωρέως μεσολαβεί παρά τοις χριστιανοίς ολιγάρχαις υπέρ των χριστιανών ραγιάδων»!

Στους ίδιους «προστάτες», άλλωστε, προσφεύγανε οι τριπλά δούλοι Ελληνες, γιά να γλυτώσουν κι απ’ των κληρικών την αδηφαγία:

«Τα έσοδα των Μητροπολιτών εισεπράττοντο μετά τοσαύτης βιαιότητος πολλάκις, ώστε συχνά οι χωρικοί κατέφευγον προς την τουρκικήν εξουσίαν, ήτις παρενέβαινε υπέρ αυτών εις τα Πατριαρχεία»!

Κι οι «άπιστοι» δείχνονταν, καμιά φορά, πιο σπλαχνικοί απ’ τους «πιστούς». Σ’ ένα δημοτικό τραγούδι, ένας πεθαμένος προεστός ομολογεί:

«… Κι αντά (: όταν) ’ριχνα το δόσιμο και το βαρύ τεφτέρι,

δέκα στους πλούσιους έριχνα, στις χήρες δεκαπέντε,

στη δόλια τη φτωχολογιά έριχνα τριανταπέντε.

Κι η φτώχεια κλάψαν έκαμε, κλάψαν από τ’ εμένα,

και ο πασάς επρόσταζε, μώκοψαν το κεφάλι».

ΔίΟΛΟΥ περίεργο, λοιπόν, ότι η άβυσσος ανάμεσα στους προύχοντες και στους «μη έχοντες», τους έφερε σε οξύτατη ταξική αντίθεση – που την τονίζει (προς χρήσιν των δύσπιστων «ακραιφνών») ο ίδιος ο Πιπινέλης:

«Οι όροι της αγροτικής ζωής δεν ήτο δυνατόν παρά να διαπλάσσουν τας δύο αυτάς τάξεις, αδιαλλάκτους μισουμένας».

Διόλου περίεργο πως η ιθαγενής «αρχοντία» – όμοια όπως ο κλήρος- «συνεταυτίσθη μετά της τουρκικής αγροτικής ολιγαρχίας». Και

«υπό την ακατάβλητον δύναμιν των πραγμάτων, ραγιάδες και φεουδάρχαι (Τούρκοι και Ελληνες) ορθώθησαν εναντίον αλλήλων… Οταν οι χωρικοί δυσφορούντες έφθανον εις απόγνωσιν εκ των πιέσεων, αι δύο ολιγαρχίαι, η ιθαγενής και η τουρκική, θίγόμενοι εις τα αυτά συμφέροντα, έτεινον αυτομάτως προς αλλήλας χείρα συνεργασίας».

Διόλου περίεργο πως τόσο το «ιερατείον» όσο και οι «προεστώτες» αποστρέφονταν και την ιδέαν ακόμα αλλαγής αυτής της λιπαρής και μακάριας κατάστασης:

«Ο πασάς και ο δεσπότης είχον κοινά συμφέροντα.. Δι’ αυτό πολλάκις έχομεν περιπτώσεις, καθ’ ας τα Πατριαρχεία ενεφανίσθησαν ως υπέρμαχα της διατηρήσεως της κρατούσης τάξεως πραγμάτων εν τη οθωμανική επικράτεια, φθάσαντα και μέχρι καταπολεμήσεως πάσης επαναστατικής εκδηλώσεως του υποδούλου ελληνισμού»

«Ο Κοτζαμπασισμός συχνότατα επολέμησε μέχρις εξοντώσεως τους κλέφτας και αρματωλούς, και έγινεν εις των κυριωτέρων αιτίων της κατά το 1806 τελείας εξαφανίσεως της κλεφτουριάς εκ Πελοποννήσου».

Κι όταν άρχισε ο Αγώνας,

«ο ανώτατος κλήρος και οι Φαναριώται ου μόνον δεν παρηκολούθησαν τας πρώτος ορμητικός εξάρσεις του πατριωτισμού, αλλά και ηγωνίσθηααν να σταματήσουν το πεπρωμένον από τον δρόμον-του»     .

Διόλου περίεργο, ύστερ’ απ’ όλα αυτά, πως η Επανάσταση δεν είχε μόνο εθνικό αλλά και κοινωνικό περιεχόμενο. Παράλληλα με τον Υψηλάντη, ο λαϊκός αγωνιστής Δ. Μπαλής, που μνημονεύσαμε πριν, το διατυπώνει κρυστάλλινα:

«Ο εθνικός-μας αγών, διά να πάρη ουσιαστικήν σημασίαν, πρέπει να ολοκληρωθεί με την κατάργησιν κάθε προνομίου και κάθε δικαιώματος, τα οποία υποβιβάζουν την πλειονότητα των γεωργών εις την κατάστασιν του δούλου».

ΠΩΣ, τώρα, η αγροτική και εκκλησιαστική ολιγαρχία πήρε τελικά μέρος στον Αγώνα, που τόσο τον αποστρεφόταν και τον φοβόταν; Και πώς ο Ξεσηκωμός, που στρεφόταν και εναντίον της, γύρισε, τελικά σε όφελός-της; Ο Χρ. Περραιβός αποκρίνεται στο πρώτο ερώτημα:

«Το πράγμα (: ο Ξεσηκωμός) τέλος πάντων κατήντησεν εις τόσον βαθμόν ενθουσιασμού… ώστε και μυρίας γλώσσας Δημοαθενικάς αν είχε τις… δια να καθησυχάσει την ορμήν των Ελλήνων, ου μόνον εκοπίαζε ματαίως, αλλ’ εκινδύνευε ακόμη και η ζωή-του επειδή τον ενόμιζαν Τουρκολάτρην, και μάλιστα πολύ περισσότερον υπέκειντο εις τον κίνδυνον οι Αρχιερείς και οι Προύχοντες, ως συνεχή σχέσιν έχοντες μετά των Τούρκων…»   .

Δεν ήταν, άλλωστε, μόνο ο λαϊκός ενθουσιασμός που τους «έπεισε». Αλλά και η προσδοκία καινούριου «παραδείσου»:

«Τί πιο ταιριαστό γι’ αυτούς παρά μία επανάσταση, που θα τους έφερνε κέρδη; Μιά που γκρεμίστηκε το καθεστώς του Σουλτάνου, ο προεστός άρχισε να νομίζει τον εαυτό-του Σουλτάνο… Οι χριστιανοί εκείνοι πασάδες προετοιμάζονταν έτσι να εξακολουθήσουν το έργο των Τούρκων πασάδων».

Και το «εξακολούθησαν» – σύμφωνα με τον Πιπινέλη, που απαντά, έτσι, στο δεύτερο ερώτημα:

«Η ολιγαρχία κατορθώνει πράγματι, έχουσα τας πολιτικός εξουσίας του τόπου υπό την επιρροήν-της, να εξαπλούται ολίγον κατ’ ολίγον οικονομικώς και να κυριαρχή».

Με το σφετερισμό της εξουσίας, με την υπεξαίρεση της εθνικής γης, με την καινούρια ξενοδουλεία, οι «προύχοντες έγιναν» – όπως λέει ο Μακρυγιάννης–

«μεγάλοι και τρανοί… Και το έθνος το γύμνωσαν και το αφάνισαν γιόμωσαν φατρίες και κακίες τους ανθρώπους του αγώνος. Τους καταδιαιρούν – γιομόζουν αυτήνοι αγαθά».

Κι όχι μόνο τότε, βέβαια. Μισόν αιώνα μετά τον Αγώνα, έγραφε ο τόσο εγκρατής Δημ. Βερναρδάκης:

«… Εν ονόματι του ελληνικού έθνους, λόγω μεν εγκαθιδρύθη πολιτεία συνταγματική, πράγματι δε καθιερώθη και εστερεώθη επί θεμελίων εδραιοτέρων ολιγαρχία φοβερά, ήτοι αυτός ο επί Τουρκοκρατίας κοτζαμπασισμός, επιχρισθείς μόνον διά του νωπού εκ της Αύσεως συνταγματικού ψιμυθίου. Ητο δε και έμελλε ν’ αποβή η νέα αύτη ολιγαρχία έτι μάλλον ολεθρία και επίφοβος της επί Τουρκοκρατίας…».

Και η ευγενής αυτή «παράδοση» συνεχίζεται, έναν ακόμα αιώνα αργότερα, απ’ τους σκυταλοδρόμους του κοτζαμπασισμού, που μόνο «ψιμύθια» αλλάζει…

Είχε, λοιπόν, άδικο ο Οδυσσέας Ανδρούτσος που έγραφε, την ώρα του Αγώνα, στον Υψηλάντη;

«Αυτοί είναι σαν πανούκλα εις την Ελλάδα, και πρέπει ο λαός να χωρισθεί απ’ αυτούς και να τους κάμει καντουματζιά (κάθαρση) διά να μη μολυνθώμεν όλοι-μας και χαθώμεν…».

Αλλά η «καντουματζιά» περιμένει ακόμα…

[28.3.1976]

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s