Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο Lenny Letters. Η Jessica Knoll είναι συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Προειδοποίηση περιεχομένου: σεξουαλική βία. βιασμός

 

Ο πρώτος άνθρωπος που μου είπε πως με βίασαν ομαδικά ήταν μια ψυχοθεραπεύτρια, επτά χρόνια μετά το συμβάν. Ο δεύτερος ήταν η λογοτεχνική πράκτορας μου, πέντε χρόνια αργότερα, μόνο δεν μιλούσε για μένα. Μίλησε για την Ani, την πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος μου, Luckiest Girl Alive, που είναι έργο μυθοπλασίας. Αυτό όμως που έχω κρατήσει κρυφό, μέχρι σήμερα, είναι πως η πηγή έμπνευσής του δεν είναι.

Από τότε που κυκλοφόρησε το βιβλίο τον περασμένο Μάιο, η λίστα με τους ανυποψίαστους υποστηρικτές μου έχει μεγαλώσει. Ο κατάλογος περιλαμβάνει κριτικούς και συντάκτες, ατζέντηδες και στελέχη του Χόλιγουντ. Μπορεί να συμπεριλάβει και εσάς, αν είστε ένας από τους χιλιάδες αναγνώστες που έγραψαν για το βιβλίο στο Amazon και στο Goodreads, ή που επικοινώνησαν με εμένα στο Facebook, το Twitter και το Instagram. Ίσως δεν συνειδητοποίησες πως είχες αναγνωρίσει τι συνέβη σε μένα όταν αναγνώρισες τι συνέβη στην Ani, εν μέρει γιατί ποτέ δεν έχω μιλήσει ανοιχτά για αυτό το σημείο καμπής στη ζωή μου και εν μέρει επειδή το Luckiest Girl Alive δεν είναι  απομνημονεύματα ή έστω μια εξιστόρηση πραγματικής ιστορίας.

Ή ίσως επειδή είμαι τόσο κάθετη για το γεγονός πως δεν είμαι η Ani FaNelli, παρά μερικούς ασήμαντους παραλληλισμούς με τη δική μου ζωή: η Ani είναι 28 στο βιβλίο· ήμουν 28 όταν έγραψα το βιβλίο. Όπως και η Ani, μεγάλωσα στα προάστια και φοίτησα σε ένα μικρό ιδιωτικό γυμνάσιο όπου, περιβαλλόμενη από τους φιλόδοξους γόνους παλαιών οικογενειών της Ivy League, ήμουν λίγο έξω από τα νερά μου. Στην ενήλικη ζωή της, η Ani γράφει για το σεξ για το The Womens Magazine· ήμουν συντάκτρια στο Cosmopolitan για τα πρώτα πέντε χρόνια της καριέρας μου. (Επίσης, είναι αναφορά στο Bright Lights, Big City, το οποίο είναι ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία).

Ωστόσο, είναι σαν να αισθάνονται οι άνθρωποι μια βαθιά σύνδεση μεταξύ της Ani και εμένα, ειδικά εκείνων που ρωτούν για την αφιέρωση μου, η οποία γράφει:

Σε όλες τις TifAni FaNellis του κόσμου, ξέρω.

Σημαίνει ότι ξέρω πως είναι να μην ανήκεις, απαντώ υπεκφεύγοντας σε αναγνώστες, συνήθως γυναίκες των οποίων τα άλμπατρος μπορώ να αισθανθώ, όπως ακριβώς εκείνες το δικό μου (ΣτΜ: είναι αναφορά στο ποίημα Η Μπαλάντα του Γέρου Ναυτικού του Samuel Taylor Coleridge). Αυτό που δεν λέω είναι: Ξέρω πως είναι να κλείνεις και να υπομένεις, να μην έχεις άλλη επιλογή από το να προσποιείσαι πως είσαι εντάξει. Είμαι γνώστης των μεθόδων επιβίωσης.

Έχω περάσει τη προηγούμενη χρονιά πετώντας τέτοιες μαλακίες και τρέχοντας να κρυφτώ. Κρύβομαι επισημαίνοντας όλους τους τρόπους με τους οποίους η φανταστική μου πρωταγωνίστρια και εγώ διαφέρουμε. Η καταγωγή της Ani είναι Ιταλική, η δική μου είναι Γερμανική. Η Ani σχεδιάζει να παντρευτεί στο Ναντάκετ, εγώ παντρεύτηκα στο Νιου Τζέρσεϋ (που αν έχετε διαβάσει το βιβλίο, γνωρίζετε ότι δεν θα ταίριαζε στην Ani). Έτρεχα και κρυβόμουν και υπεξέφευγα επειδή φοβάμαι. Φοβάμαι πως οι άνθρωποι δεν θα πουν αυτό που μου συνέβη βιασμό, γιατί για πολύ καιρό κανείς δεν το έκανε. Όμως, καθώς ετοιμάζομαι για την περιοδεία της προώθησης της νέας έκδοσης του βιβλίου μου, και καθώς ετοιμάζομαι ψυχολογικά για τις γυναίκες που με ρωτούν με νευρικό, γενναίο τόνο, τι εννοώ με την αφιέρωσή μου, Τι ξέρω;, έχω φτάσει σε μια απλή, ισχυρή αποκάλυψη: όλοι το λένε βιασμό πλέον. Δεν υπάρχει λόγος να κρύβω το πρόσωπο μου. Δεν υπάρχει λόγος να μην πω τι ξέρω.

Ξέρω ότι πριν να είμαι αρκετά μεγάλη για να οδηγήσω, μου άρεσε το Ένα Αγόρι. Ξέρω ότι πήγα σε ένα πάρτι στο οποίο η αναλογία των αγοριών προς κορίτσια δεν ήταν υπέρ μου, όπου ήπια, φλέρταρα με το Ένα Αγόρι, μαγεύτηκα από το Ένα Αγόρι, ήπια λίγο περισσότερο, και ξεγλίστρησα από τον συνειδητό κόσμο. Ξέρω ότι βρέθηκα στο πάτωμα μιας κρεβατοκάμαρας, το κεφάλι Ενός Διαφορετικού Αγοριού ανάμεσα στα πόδια μου. Θυμάμαι το Ένα Διαφορετικό Αγόρι από μια αναλαμπή συνοχής νωρίτερα, να προσπαθεί να με βοηθήσει να περπατήσω όταν τα αναισθητοποιημένα πόδια μου με πρόδωσαν.

Ξέρω ότι ο πόνος είναι αυτό που με ξύπνησε στη συνέχεια. Ότι μου βαριανάσαινε, ξανά και ξανά, πριν καν ανοίξω τα μάτια μου. Αυτή τη φορά το Ένα Αγόρι ήταν εκεί, με τους ώμους του να είναι ψηλά και να πέφτει πάνω μου με ένα βασανιστικό ρυθμό. Έχασα τις αισθήσεις μου ξανά, όταν συνήρθα ήμουν στα γόνατα στο μπάνιο, κοιτάζοντας μια τουαλέτα γεμάτη αίμα. Ξέρω ότι ήμουν πολύ νέα για να καταλάβω. Νόμιζα πως μάλλον είχα κόψει τον εαυτό μου.

Ξέρω ότι μετά γεύθηκα κάτι αηδιαστικό και ότι μήνες αργότερα, ένα πρωί, όταν δεν μπορούσα πλέον να αντιμετωπίσω τους συνομήλικούς μου που γελούσαν κοροϊδευτικά, έκανα κοπάνα πρώτα μαθήματα της ημέρας. Περιπλανήθηκα στη πόλη, χαζεύοντας μπροστά σε ένα κινέζικο εστιατόριο που είχε μόλις βάλει καινούριους δίσκους με φαγητό. Έβαλα λαχανικά σε ένα πιάτο, και ακόμα κι αν ήταν 10 το πρωί και δεν είχα πεινούσα. Όπως και η Ani, κατάλαβα ότι το φαγητό μερικές φορές υποκαθιστά τη συμπόνια.

Ξέρω ότι δάγκωσα κάτι που πρέπει ένα κομμάτι καθαρού MSG (ΣτΜ: Όξινο γλουταμινικό νάτριο, ενισχυτικό γεύσης διαδεδομένο στην ασιατική κουζίνα). Εξερράγη στο στόμα μου, αλμυρό και απαίσιο. Πάγωσα, μια χαραμάδα μνήμης άνοιξε, συνειδητοποιώντας ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να περιγράψω αυτό που γεύτηκα εκείνο το βράδυ.

Το πρωί, ξέρω ότι είχα ξυπνήσει γυμνή. Υπήρξε μια αηδιαστική στιγμή που δεν είχα ιδέα πού ήμουν και με ποιον ήμουν, αλλά αν έπρεπε να είναι κάποιος, τουλάχιστον ας ήταν το Ένα Αγόρι. Παρακαλώ ας είναι το Ένα Αγόρι. Στη συνέχεια γύρισε. Δεν ήταν το Ένα Αγόρι. Ήταν Ένα Άλλο Αγόρι, Ένα Τρίτο Αγόρι, ένα που δεν μου άρεσε καθόλου ή που δεν το έβρισκα ούτε ελάχιστα ελκυστικό. Γέλασε με το πόσο κομμάτια ήταν, με το πόσο τρελό ήταν το πάρτι, πώς ο λόγος που δεν μπορούσα να βρω εσώρουχα μου ήταν επειδή ήταν στο κάτω πάτωμα. Είχα κόψει το χέρι μου πάνω σε ένα σπασμένο μπουκάλι, και είχα αφήσει ένα φονικό λεκέ από αίμα στον τοίχο καθώς σκόνταψα μπροστά σε όλους, φορόντας τίποτα από τη μέση και κάτω – γιατί είμαι τόσο ξέφρενη. Ξέρω ότι γέλασα γιατί το γέλιο ήταν ευκολότερο από το να φροντίσω την καρδιά μου, που έμοιαζε σαν καυτό κάρβουνο στο στήθος μου, που καίγονταν από ντροπή.

Ξέρω ότι επισκέφτηκα μια κλινική για να πάρω το χάπι της επόμενης ημέρας. Ξέρω ότι ήμουν 15 χρονών και λαχταρούσα καθοδήγηση και προστασία, για κάποιον να ξεπατήσει τη σίγαση από τη φωνή μου. Η γιατρός, μια γυναίκα, με άκουσε να περιγράφω τα γεγονότα εκείνης της νύχτας, 65 ώρες πριν – μόλις που τα κατάφερα! – και ξέρω ότι όταν ρώτησα αν αυτό που μου είχε συμβεί ήταν βιασμός μου είπε ότι δεν ήταν καταρτισμένη για να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση.

Ξέρω ότι οι συμμαθητές μου με έλεγαν μια πουτάνα. (Επιπλέον, μια καθηγήτρια, μια σκληρή ιδέα γυναίκας, την οποία μόλις περιέγραψα χρησιμοποιώντας παράθεση σε μια αναγνώριση του πώς επέλεξε να εξηγήσει το γραμματικό εργαλείο στην τάξη: «Για παράδειγμα, ‘Jessica, μια φτηνή αλήτισσα’). Κανένας δεν το είπε βιασμό. Μάλλον, όχι κανένας. Θα ήταν ασυνέπεια αν δεν ανέφερα τα δύο αγόρια που ήρθαν κοντά, που έφυγαν από το πάρτι νωρίς εκείνο το βράδυ. Ο ένας έβαλε το κεφάλι του στα χέρια του όταν έμαθε τι συνέβη και είπε ότι έπρεπε να μείνει. Αν είχε μείνει, δεν θα άφηνε να μου συμβεί αυτό. Ο άλλος μου είπε ότι υπάρχουν μερικά πράγματα στη ζωή που δεν πρέπει ποτέ να περιμένω πως θα συγχωρήσω. Ένα από αυτά τα αγόρια πέθανε πριν αποφοιτήσουμε από το λύκειο και το άλλο πριν αποφοιτήσω από το κολέγιο, και πρέπει να αναγνωρίσω ότι ήταν οι μόνοι που με παρηγόρησαν όταν αυτό δεν ήταν «εντάξει». Πρέπει να αναγνωρίσω τις υπέροχες μνήμες τους, κάτι το οποίο αξίζουν.

Τον είπα βιασμό, μια φορά. Σε μια μεθυσμένη λογομαχία με το Ένα Αγόρι. Την επόμενη μέρα, έντρομη πως το κοπάδι θα μπορούσε να με κυνηγήσει ακόμη πιο πεινασμένο (λίγες μέρες πριν είχαν γράψει μέσα στο ντουλάπι μου σκουπίδι πουτάνα), κάλεσα το Ένα Αγόρι και ζήτησα συγγνώμη. Ζήτησα συγγνώμη από το βιαστή μου επειδή τον είπα βιαστή. Τι πράγμα για να κουβαλάς μια ζωή.

Από εκεί και πέρα, υποτάχθηκα στην αφήγηση που μου είχαν καθορίσει. Ποιο ήταν το νόημα στο να υψώσω τη φωνή μου, όταν το μόνο που μου προσέφερε ήταν η μοναχική ηχώ της δικής μου φωνής; Όπως η Ani, ο μόνος τρόπος που είχα για να επιβιώσω ήταν να γελάω δυνατά με τα αστεία των βιαστών μου, να μιλήσω μαλακά στα κακιασμένα κορίτσια και να επικεντρωθώ στο να σκάψω τη σήραγγα διαφυγής μου από εκεί. Ξέρω ότι μόλις ήμουν ελεύθερη, είχα εμμονή με την επανεφεύρεση του εαυτού μου. Όχι επειδή δεν ήθελα κανέναν από το παρελθόν μου να με βρει, ακριβώς το αντίθετο, στην πραγματικότητα. Ήμουν σίγουρη ότι με τη σωστή γκαρνταρόμπα, μια λαμπερή δουλειά και ένα δαχτυλίδι στο δάχτυλό μου πριν από την ηλικία των 28 ετών, θα μπορούσα να υπερβώ τη φήμη μου. Πως αν οποιοσδήποτε από το παρελθόν μου μπορούσε να με δει τόσο συγκροτημένη, τόσο επιτυχημένη στη Νέα Υόρκη, τόσο κατασταλαγμένη, η φωνή μου θα άξιζε τελικά να ακουστεί.

Ξέρω ότι είμαι πολύ, πολύ θυμωμένη. Έμαθα στη θεραπεία ότι ο θυμός είναι ευκολότερος να τον αισθανθείς, ότι όταν είναι παρόν, είναι σχεδόν αδύνατο να βιώσεις άλλα, πιο οδυνηρά συναισθήματα. Ο θυμός μου είναι μονοξείδιο του άνθρακα, δεσμεύεται πάνω στον πόνο, την ταπείνωση και το τραύμα, καθιστώντας τα ανίσχυρα. Ποτέ δεν θα καταλάβεις όταν με συναντήσεις πόσο θυμωμένη είμαι. Όπως και η Ani, μερικές φορές αισθάνομαι σαν μια κουρδιστή κούκλα. Γύρνα το κλειδί μου και θα σου πω αυτό που θες να ακούσεις. Θα χαμογελάσω κατά παραγγελία. Ο θυμός μου είναι άοσμος, άχρωμος και άγευστος. Είναι εντελώς τοξικός.

Ξέρω ότι έκανα το λάθος να σκέφτομαι ότι η καλή ζωή είναι η καλύτερη εκδίκηση. Εκείνο που κατάλαβα, τελικά, ότι η εμφάνιση της καλής ζωής δεν είναι το ίδιο πράγμα με το να ζεις πραγματικά καλά. Και ακόμα κι αν είναι, η εκδίκηση δεν προσφέρει επούλωση. Η επούλωση θα έρθει όταν θα διώξω τη ντροπή, όταν απομακρύνω το πέπλο από την αλήθεια. Αν ήμουν θύμα του άλλου τρομακτικού εγκλήματος στο βιβλίο μου, θα μιλούσα ανοιχτά για αυτό. Δεν θα προσποιούμουν ότι δεν μου είχε συμβεί, πως δεν πονάω ακόμα για αυτό, πως δεν κλαίω ακόμα για αυτό. Γιατί θα πρέπει να είναι αλλιώς;

Προσπαθώ, αλλά έχω ξεχάσει να λέω την αλήθεια. Την ημέρα που έδειξα αυτό το δοκίμιο, μια γυναίκα με πλησίασε σε μια εκδήλωση βιβλίου στο Νιου Τζέρσεϋ. «Είπατε ότι κάνατε έρευνα για το βιβλίο σας», είπε. «Πήρατε συνέντευξη από θύμα βιασμού;».

Της είπα ότι είχα ερευνήσει το άλλο σημαντικό γεγονός στο βιβλίο μου.

«Τότε πώς…» σταμάτησε. «Θέλω να πω, ήταν τόσο πραγματικό. Αυτό που είπατε πως δεν φώναξε μέχρι να τελειώσει; Μέχρι να ξέρεις ότι είσαι ασφαλής;». Άρχισα να λέω από μέσα μου Ω! γαμώτο, ω! γαμώτο, ω! γαμώτο, την ίδια στιγμή που δάκρυα εμφανίστηκαν στα μάτια της. Έχω επίσης ξεμάθει στη συμπόνια. Έχω μάθει να προτιμώ μια οικονομική συσκευασία μπισκότων με σοκολάτα. «Επειδή σχεδόν μου συνέβη», είπε.

Γάμα το. «Κάτι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στην Ani, συνέβη και σε μένα», απάντησα για πρώτη φορά, και άρπαξε τον καρπό μου και το κράτησε σφιχτά, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια δακρυσμένη, ενώ χαμογελούσα πλατιά, επιμένοντας με μια ξένη ψιλή φωνή, «Είμαι καλά! Είναι εντάξει!».

Δεν είμαι καλά. Δεν είναι εντάξει. Αλλά είναι επιτέλους η αλήθεια, είναι αυτό που ξέρω και αυτό είναι μια αρχή.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Jessica Knoll: Τι Ξέρω

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s