Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα JSTOR Daily. Ο Benjamin Winterhalter είναι συντάκτης του JSTOR Daily, κείμενα του έχουν δημοσιευθεί σε Atalntic, Boston Globe και αλλού. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Γιατί ένας κορυφαίος αξιωματούχος της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών να γράψει επιστολή στον Economist  για τον James Bond;

Ναι, αλήθεια. στις 30 Σεπτεμβρίου 2017, ο Alex Younger, ο διευθυντής της Μυστικής Υπηρεσίας Πληροφοριών της Βρετανίας (SIS) έγραψε μια επιστολή στον αρχισυντάκτη του Economist λέγοντας πως «θα προτιμούσε σε κάθε περίπτωση το ήρεμο κουράγιο και ακεραιότητα του [τον κατάσκοπο-ήρωα του John Le Carré] George Smiley μπροστά στις κραυγαλέες συμπεριφορές του 007». Ο Younger -ο οποίος λειτουργεί με το κωδικό όνομα «C» – παραδέχτηκε πως στο τέλος οι αναγνώστες του περιοδικού θα πρέπει να κρίνουν οι ίδιοι «αν η λογοτεχνία κατασκοπείας της χώρας παρέχει έναν ακριβή οδηγό για την ίδια τη χώρα». Καυχήθηκε επίσης, αν δεν ήταν άκρως απόρρητες, οι ιστορίες των πραγματικών δράσεων των στελεχών της SIS θα ενέπνεαν αισθήματα υπέρμετρης εθνικής περηφάνιας.

Ο Younger έστειλε το γράμμα του ως απάντηση σε μια στήλη που ο Economist τύπωσε στις 9 Σεπτεμβρίου 2017, υπό την επίβλεψη του εκλιπόντος δημοσιογράφου Walter Bagelot. Ο αρθρογράφος έγραψε πως η βρετανική λογοτεχνία κατασκοπίας είναι η καλύτερη στο κόσμο· οφείλουν τη μοναδική τους ομορφιά στο γεγονός πως «η κατασκοπεία προσφέρει στη Βρετανία ένα μέσο ανάκτησης του μεγαλείου της, με το να διαπρέπει στην πιο εκλεπτυσμένη μορφή εξωτερικής πολιτικής. Ο Younger, ως εκπρόσωπος ο ίδιος της «σκιώδους κυβέρνησης» της Βρετανίας, ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να συμφωνήσει με την εξαιρετική χάρη του τμήματος με την οποία κάνει το έργο της η υπηρεσία του. Ωστόσο, κανένας δεν πρέπει να σκεφτεί πως η SIS εγκρίνει την αδίστακτη συμπεριφορά ενός κάποιου Bond, James Bond. Φυσικά όχι!

Είναι παράξενο, το λιγότερο, πως ένας ανώτερος αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών μπήκε στο κόπο να γράψει σε ένα διεθνώς αναγνωρισμένο οικονομικό περιοδικό για ένα πρόσωπο που δεν υπάρχει. Ο James Bond, ένας λογοτεχνικός χαρακτήρας κατασκόπου, δημιουργήθηκε το 1953 από το συγγραφέα και πρώην αξιωματικό πληροφοριών του ναυτικού Ian Fleming, με την πρώτη του εμφάνιση να είναι στο Casino Royale. Ο Fleming ήθελε ο Bond να είναι ένας «ιδιαίτερα βαρετός, συνηθισμένος άνθρωπος στον οποίο συνέβαιναν πράγματα», και επέλεξε το όνομα James Bond εξαιτίας της ανιαρότητας του, όπως είπε στο περιοδικό New Yorker το 1962.

Όχι μόνο ο Bond είναι βαρετός, ζει την ίδια ιστορία ξανά και ξανά. Όπως ο κριτικός κινηματογράφου και σκηνοθέτης τηλεοπτικών σποτ Drew Moniot σημείωνε σε ένα άρθρο του για το περιοδικό Journal of the University Film Association το 1976, η σειρά ταινιών του Bond οφείλει την επιτυχία της στην επαναλαμβανόμενη συνταγή τους. κάθε ταινία ακολουθεί την ίδια βασική δομή πλοκής – μια σκηνή πριν τους τίτλους αρχής, τίτλοι αρχής, εισαγωγική σκηνή δράσης, συνάντηση με τον/την M και τον Q, μετά ταξίδι σε κάποιο εξωτικό προορισμό για μια τρελή περιπέτεια – προσθέτοντας σε αυτή ότι τεχνολογικό, πολιτισμικό και στιλιστικό στοιχείο είναι της μόδας εκείνη τη χρονιά. Η ουσία όλων αυτών, εξηγεί ο Moniot, είναι να προσφέρει παρηγοριά με το να είναι ακριβώς το ίδιο, δείχνοντας «πως το υπάρχον κοινωνικό σύστημα μπορεί να ακόμη καθαριστεί παρά να απορριφθεί».

Σε μια ημιεπίσημη προσπάθεια να βάλει απόσταση μεταξύ του χαρακτήρα του Bond και την SIS, η επιστολή του Younger αντηχεί την διεισδυτική κριτική του χαρακτήρα του Bond από την κριτικό λογοτεχνίας Christine Berberich στο «Putting England Back On Top?» (στο Yearbook of English Studies, 2012). Το άρθρο της Berberich λέει πως, παρά την τεράστια δημοφιλία του Bond – στη προκειμένη περίπτωση, η πιο πρόσφατη ταινία του Bond, Spectre (2015), απέφεραν έσοδα παγκοσμίως ύψους 880 εκατομμυρίων δολαρίων – η απεικόνιση της Βρετανίας ως μιας κατασκοπευτικής υπερδύναμης αντιπροσωπεύει την απόλαυση μιας επικίνδυνης φαντασίας αέναης ηγεμονίας. Η Berberich γράφει:

«Στην ‘εθνικιστική φαντασία’ του Fleming, η Αγγλία πάντα έχει τον ηγετικό ρόλο. Η αντίληψη του ως προς τον πάντοτε κατακτητή, απόλυτα ανώτερο, και πάντοτε νικητή υπερκατάσκοπο θα μπορούσε, πιθανώς, να αναγνωστεί ως ένα απλό αποκύημα της φαντασίας του, μια ακίνδυνη φαντασία, αν δεν υπήρχε το εθνικιστικό του και, κατ’ επέκταση, ιδεολογικό του μήνυμα.

[…]

Τα μυθιστορήματα του Fleming, παρά τον ισχυρισμό του για το απολίτικο περιεχόμενο και μήνυμα τους, δεν είναι μόνο προϊόντα της εποχής τους, αλλά επίσης αναπόφευκτα η έκφραση του δημιουργού τους. σε αυτά μπορούμε να δούμε την προσωπική αμηχανία του Fleming για τους καιρούς που αλλάζουν: τη χειραφέτηση των γυναικών, για παράδειγμα, την οποία καλωσορίζει σε ένα καθαρά σεξουαλικό επίπεδο αλλά την οποία φοβάται για την επίπτωση που μπορεί να έχει συνολικά στη κοινωνία· και η ταχεία αποαποικιοποιήση, που έφερε την ελαχιστοποίηση το ρόλο της Βρετανίας στο κόσμο και την κατά κύριο λόγο λευκή Αγγλία του να αλλάζει σε μια πιο πολυπολιτισμική κοινωνία.»

Αυτό τα λέει λίγο πολύ όλα: Οι αντιλήψεις που απεικονίζονται στη σειρά του James Bond είναι εντελώς εκτός επαφής με την κοινωνική πραγματικότητα.

Έτσι, ο Bond, δίχως αμφιβολία η πιο επιδραστική περσόνα στη σύγχρονη βρετανική λογοτεχνία κατασκοπείας, μπορεί να προσφέρει κάποια ηθική κατεύθυνση, «έναν ακριβή οδηγό στην ίδια τη χώρα;». μιλώντας στη δυστυχία του Ian Fleming, του προσώπου, ίσως· σε κάθε άλλη περίπτωση, φυσικά όχι. σε ένα άρθρο με τίτλο «Σεξ, Σνομπισμός, και Σαδισμός» για την βρετανική έκδοση του New Statesman από το 1958, ο δημοσιογράφος paul Johnson αποκάλεσε το Dr. No του Fleming, το έκτο μυθιστόρημα με τον James Bond, «το πιο σιχαμένο βιβλίο που διάβασα ποτέ». Τα βιβλία του Bond, σημείωσε, είναι γεμάτα με πορνογραφική γλώσσα, δίνοντας έμφαση σε μια φανταχτερή, φτηνή σεξουαλικότητα ως τρόπο εξιδανίκευσης μιας ζωής που αναλώνεται σε δολοφονίες στο όνομα της Βασίλισσας και της Πατρίδας, της οποίες ο Fleming προσπαθεί να δικαιολογήσει με πρόχειρες χειρονομίες προς μια αόριστα ωφελιμιστική ηθική φιλοσοφία. Pussy Galore. Χτυπημένο, όχι ανακατεμένο. Και βιάσου, ανάθεμά σε, Βρετανικές ζωές κινδυνεύουν!

Οι θέσεις του Johnson αναπαράχθηκαν πολύ αργότερα από τον συγγραφέα και κριτικό λογοτεχνίας Chuck Klosterman, που ξεφούσκωσε το μύθο του Bond στο Esquire το 2006. Ο Klosterman λέει πως έχει δει μόνο μια ταινία με τον Bond, το Με το δάχτυλο στη σκανδάλη του 1987, και όμως, λέει, τις έχει δει όλες. Αυτό το φαινομενικό παράδοξο είναι δυνατό εξαιτίας της καθολικής απεύθυνσης του Bond, δηλαδή, του γεγονότος πως όλες οι ταινίες του Bond είναι βασικά οι ίδιες (όπως σημείωσε και ο Moniot)

Σύμφωνα με τον Klosterman, o James Bond ενσαρκώνει μια υπερεξειδικευμένη και όμως ευρέως κοινή αρρενωπή φαντασίωση απόλυτης απάθειας, το είδος του χαρακτηριστικού που κάποιος μπορεί να φανταστεί πως είναι απαραίτητο για να προχωρά κάποιος σε εν ψυχρώ δολοφονίες. Και το βασικό χαρακτηριστικό που ορίζει τον James Bond , η ψυχολογική οδός του χαρακτήρα προς την απόλυτη απάθεια, είναι ο κακοήθης μισογυνισμός του, «μια εκπληκτική συγχώνευση πρωτόγονης βίας με το Girls Gone Wild» που τον ωθεί να μιλά σε «όλες τις ελκυστικές γυναίκες σαν να ήταν πόρνες». Φυσικά αυτό είναι χαρακτηριστικό που πολλοί άνδρες (και κάποιες γυναίκες) βρίσκουν ακαταμάχητα γοητευτική. Το να είσαι Κορίτσι του Bond, έτσι, σημαίνει να αντιμετωπίζεσαι ως σεξουαλικό αντικείμενο, το να αναγκάζεσαι να αποδεχτείς μια κατάσταση που πλησιάζει τη δουλοκτησία στα χέρια ενός αφέντη του οποίου τα άτακτα σχόλια θα πλησιάζουν το εγκληματικό – όπως αφήνει να εννοηθεί ο χαρακτηρισμός.

Η καταδίκη του Bond από τον Alex Younger μπορεί να είναι λίγο υποκριτική με άλλα λόγια. Με το να στρέφει τους θεατές να αρνηθούν τα συναισθήματα και να ακολουθούν κοινές ανδρικές φαντασιώσεις για απεριόριστη σεξουαλική πρόσβαση, ο James Bond ουσιαστικά λειτουργεί σαν ένα είδος διαφήμισης για την βρετανική μυστική υπηρεσία – κυρίως επιδιώκοντας πολιτική στήριξη χωρίς να αποκλείει πρακτική κατάταξη – και είναι η πιο μακρά διαφήμιση αυτού του είδους.

Η Eon Productions έκανε πολλές προσπάθειες να διορθώσει την εικόνα του Bond ως αρχιμισογύνη, κάθε φορά με την επιλογή ενός νέου ηθοποιού για να υποδυθεί το χαρακτήρα. Στη ταινία του Bond το 1995, GoldenEye, την πρώτη που πρωταγωνιστεί ο Pierce Brosnan, η Eon προσέλαβε τη Judi Dench ως τη νέα Μ. Όταν συναντά τον Bond για πρώτη φορά , τον αποκαλεί «σεξιστή, μισογύνη δεινόσαυρο, απολίθωμα του ψυχρού πολέμου». Εκπνέουμε πιστεύοντας πως τα πράγματα θα είναι διαφορετικά αυτή τη φορά· θα εκσυγχρονίσουν επιτέλους την οπισθοδρομική νοοτροπία του Bond. Η ταινία προχωρά γρήγορα με όλη την φετιχοποιημένη σεξουαλική βία που έχουμε μάθει να περιμένουμε, σαν να είναι αναγνώριση του ότι το βαθιά προβληματικό περιεχόμενο της σειράς, είναι το ίδιο με την αλλαγή του.

Το ίδιο συνέβη όταν ο Daniel Craig πήρε το ρόλο στο Casino Royale (2006). Όταν συναντά για πρώτη φορά την Vesper Lynd (Eva Green), υπάλληλο του Υπουργείου Οικονομικών και κανονικό Κορίτσι του Bond, τον κατσαδιάζει για ώρα, τονίζοντας πως δεν είναι παρά ένας από τους πολλούς «απροσάρμοστους νεαρούς άνδρες» της MI6 «με εύκολα χαμόγελα και πανάκριβα ρολόγια». Συνεχίζει: «Έχοντας σε γνωρίσει μόλις, δεν θα έφτανα να σε χαρακτηρίσω ψυχρό κάθαρμα… αλλά δεν θα ήταν υπερβολή να φανταστώ πως θεωρείς τις γυναίκες ως αναλώσιμη ευχαρίστηση παρά ως ουσιαστική επιδίωξη». Η διάλεξη αυτή δεν είναι απλά η απόπειρα της Eon να κάνει το ίδιο κόλπο ξανά – διατηρώντας το μισογυνισμό αναγνωρίζοντας την ύπαρξη του. Η όλη συζήτηση έχει ένα παιχνιδιάρικο τόνο που καταλήγει σε μια παθιασμένη σχέση μεταξύ της Lynd και του 007. Ολοκληρώνει τον λόγο της ως Ενδυναμωμένο Κορίτσι του Bond με ένα σχόλιο για τον «τέλεια σχηματισμένο πισινό» του Bond.

Ο ερευνητής του τομέα της επικοινωνίας Robert Arnett, σε ένα άρθρο για το περιοδικό Film Criticism το 2009, εξετάζει την απόφαση της Eon να «επανεκκινήσει» τον Bond στην εποχή των υπερηρώων -πως αλλιώς – παρά παρουσιάζοντας τον Bond σαν ένα είδος υπερήρωα, που έκανε απαραίτητο το Casino Royale να κάνει μια προσπάθεια να μαλακώσει το μισογυνισμό. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Batman Begins (2005) του Christopher Nolan, γράφει ο Arnett, το Casino Royale «επίσης φέρνει μια πιο σκοτεινή εκδοχή του ήρωα από ότι έχει παρουσιαστεί σε ταινίες και υποθέτει ωριμότητα μέσα από αποτυπώσεις της ψυχολογικής αστάθειας του ήρωα (για παράδειγμα, ο Bond ξεκινά ως απαθής εκτελεστής και ανακτά μια αίσθηση του εαυτού του με την Vesper, αλλά μετά πληγώνεται από αυτό που μοιάζει με προδοσία»). Η ουσία αυτών των ψυχολογικών τεχνασμάτων, αναφέρει ο Arnett, δεν είναι στο να ανανεώσει τις βασικές αξίες του Bond, αλλά στο να προκαλέσει το ενδιαφέρον σε νέα, νεαρότερα κοινά. Πράγματι, το Casino Royale το 2006 συνεχίζει να περιλαμβάνει την διάσημη τελευταία ατάκα του Fleming, το ίδιο το πνεύμα του 1953: «Η δουλειά έγινε. Η σκύλα είναι νεκρή». Οι απόπειρες επαναπροσδιορισμού κρύβουν την θεμελιώδη άρνηση της σειράς για την γυναικεία αυτενέργεια.

Ωστόσο, μια ιδιαίτερα τραγική προσωπική ιστορία προφανώς κρύβεται κάτω από όλο αυτό το παραπλανημένο μίσος. Μπορείτε να κρίνετε μόνοι σας αν εξιλεώνει ένα ανοιχτά μισογυνιστικό προϊόν που χρησιμεύει και ως διαφήμιση για την βρετανική κατασκοπία: η έμπνευση του Fleming για την Vesper Lynd – και τα επόμενα Κορίτσια του Bond – ήταν η επί μακρόν ερωμένη του, Muriel Wright. Η Wright, ένα αριστοκρατικό μοντέλο και παίκτρια πόλο όταν άρχισε τη σχέση της με τον Fleming σε ηλικία 21 ετών, είχε μια εννιάχρονη ρομαντική σχέση με το συγγραφέα, που συχνά την απατούσε, αν και αυτή έκανε τα στραβά μάτια. Το Μάρτιο του 1944, η Wright, που υπηρετούσε ως φύλακας της αεράμυνας κατά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, σκοτώθηκε από τους Ναζί σε μια αεροπορική επιδρομή. Ο ίδιος ο Fleming αναγνώρισε τη σωρό της Wright, και κατακλύστηκε από ενοχές για τις απιστίες του. Ακόμη και με την επίγνωση αυτής της θλιβερής ιστορίας, είναι δύσκολο να νοιώσεις συμπάθεια για τον Fleming, που μοιάζει να πιστεύει πως μια ταιριαστή τιμή στη ζωή της Wright θα ήταν να την αναδημιουργήσει ως ένα σκληρό σεξουαλικό αντικείμενο για μαζική κατανάλωση.

Όμως, ίσως μια ολοκληρωτική απόρριψη του Fleming είναι πολύ βιαστικό· ίσως το χρωστάμε στους εαυτούς μας να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την θλίψη που μάλλον γέμιζε τη καρδιά του, αφήνοντας τον «τυφλωμένο από μια απαρηγόρητη οργή», για χρησιμοποιήσω τα λόγια της Μ της Judi Dench στο Quantum Solace (2008). Για να νιώσουμε κάποια συμπάθεια για τον Fleming, δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να σκοτώσουμε τη συμπάθεια μας για το αγαπημένο του δημιούργημα. Για ένα μακροχρόνια εθισμένο στον Bond όπως εγώ, θα πρέπει να είναι εύκολο: Χρόνια παρακολούθησης μας έχουν προετοιμάσει στο να μη νιώσουμε τίποτα κάνοντάς το.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s