Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Boston Review, Ιούνιος 2000. Ο Gáspár Miklós Tamás είναι ακαδημαϊκός και φιλόσοφος. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Έχω να δηλώσω ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η κυβέρνηση της χώρας μου, της Ουγγαρίας, είναι – μαζί με την περιφερειακή κυβέρνηση της Βαυαρίας (περιφερειακή με περισσότερες από μια έννοιες) – ο ισχυρότερος ξένος υποστηρικτής της Αυστρίας του Jörg Haider. Η δεξιά κυβέρνηση στη Βουδαπέστη, πέρα από τα άλλα αδικήματα, προσπαθεί να καταστείλει την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση, τιμωρώντας τις τοπικές αρχές διαφορετικής πολιτικής απόχρωσης από τη δική της, και δημιουργώντας και επιβάλλοντας ενεργητικά μια νέα κρατική ιδεολογία, με τη βοήθεια μερικών λούμπεν διανοούμενων της ακροδεξιάς, συμπεριλαμβανομένων μερικών φανερών νεοναζί. Συνεργάζεται με ένα ανοιχτά και βίαιο αντισημιτικό φασιστικό κόμμα που, δυστυχώς, αντιπροσωπεύεται στο κοινοβούλιο. Τα άτομα που δουλεύουν για το γραφείο του πρωθυπουργού ασπάζονται περισσότερο ή λιγότερο τον αναθεωρητισμό του Ολοκαυτώματος. Η ελεγχόμενη από την κυβέρνηση κρατική τηλεόραση προσφέρει βήμα σε ωμή ρατσιστική ρητορική εναντίον των Ρομά. Οι οπαδοί της πιο δημοφιλούς ποδοσφαιρικής ομάδας στη χώρα τραγουδάνε για το τραίνο που όπου να ‘ναι φεύγει για το Άουσβιτς.

Στο ισόγειο του Πανεπιστημίου Κεντρικής Ευρώπης στη Βουδαπέστη μπορείς να επισκεφτείς μια έκθεση που αφορά τα χρόνια της αναταραχής περίπου μια δεκαετία πριν. Εκεί μπορείς να δεις βίντεο που τραβήχτηκε παράνομα το 1988, και μπορείς να δεις τον τωρινό Ούγγρο πρωθυπουργό να με προστατεύει με το ίδιο του το σώμα από τα ρόπαλα της κομμουνιστικής αστυνομίας. Δέκα χρόνια αργότερα, το ίδιο πρόσωπο διόρισε ένα κομμουνιστή στρατηγό της αστυνομίας ως υπουργό εσωτερικών του. Οι πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ πρώην φίλων και εχθρών είναι συνήθως πικρές. Δεν είναι εξαίρεση. Είμαι ενεργό μέλος ενός αντιφασιστικού κινήματος που κάνει τα πρώτα του βήματα στην Ουγγαρία, ομιλητής σε συγκεντρώσεις και διαμαρτυρίες. Οι αντίπαλοί μας – σε προσωπικούς όρους – είναι πολύ κοντά για να είμαστε ήσυχοι. Έτσι, δεν μπορώ να θεωρήσω τον εαυτό μου ουδέτερο παρατηρητή.

Το φαινόμενο που θα αποκαλέσω μεταφασισμό δεν είναι μοναδικό στη κεντρική Ευρώπη. Το αντίθετο. Ναι βέβαια, η Γερμανία, η Αυστρία, και η Ουγγαρία είναι σημαντικές, για προφανείς σε όλους ιστορικούς λόγους· παρόμοιες φάσεις που επαναλαμβάνονται εδώ αντηχούν διαφορετικά. Πρόσφατα είδα πως το παλιό εργοστάσιο τούβλων στο τρίτο διαμέρισμα της Βουδαπέστης κατεδαφίζεται· μου είπαν πως θα χτίσουν μια κλειστή κοινότητα με βίλες στη θέση του. Το εργοστάσιο τούβλων βρίσκεται εκεί που περίμεναν οι Εβραίοι της Βουδαπέστης τη σειρά τους για να μεταφερθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι σα να χτίζεις τουριστικά διαμερίσματα στην Τρεμπλίνκα. Η επαγρύπνηση μας σε αυτή τη περιοχή του κόσμου είναι πιο απαραίτητη από οπουδήποτε αλλού, αφού η αθωότητα, με ιστορικούς όρους, δεν μπορεί να εικάζεται από πριν. Και όμως, ο μεταφασισμός είναι ένα σύμπλεγμα πολιτικών, πρακτικών, ρουτινών, και ιδεολογιών που μπορούν να παρατηρηθούν παντού στο σύγχρονο κόσμο· που δεν έχουν παρά ελάχιστα ή και κανένα κοινό με τη κληρονομιά του ναζισμού, πέρα από τη κεντρική Ευρώπη· που δεν είναι ολοκληρωτικές· που κάθε άλλο παρά επαναστατικές είναι· και που δεν βασίζονται σε βίαια μαζικά κινήματα και ανορθολογιστικές βολουνταριστικές φιλοσοφίες, ούτε παίζουν, ούτε ως αστείο, με τον αντικαπιταλισμό.

Γιατί ονομάζουμε όλο αυτό το σύμπλεγμα φαινομένων φασισμό, έστω και μέτα-;

Ο μεταφασισμός βρίσκει τη θέση του εύκολα στο νέο κόσμο του παγκόσμιου καπιταλισμού δίχως να αναστατώνει τις κυρίαρχες πολιτικές μορφές της δημοκρατίας των εκλογών και της κυβέρνησης των αντιπροσώπων. Κάνει αυτό που θεωρώ κεντρικό σε όλες τις μορφές του φασισμού, συμπεριλαμβανομένης της μετά-ολοκληρωτικής εκδοχής. Την δίχως Führer, την δίχως εξουσία του ενός κόμματος, την δίχως SS ή SA, ο μεταφασισμός αναστρέφει τη τάση του Διαφωτισμού να ενσωματώνει την ιδιότητα του πολίτη στην ανθρώπινη κατάσταση.

Πριν το Διαφωτισμό, η ιδιότητα του πολίτη ήταν προνόμιο, μια ανώτερη κατάσταση που περιορίζονταν από τη καταγωγή, τη τάξη, τη φυλή, το δόγμα, το φύλο, τη πολιτική συμμετοχή, την ηθική, το επάγγελμα, τα έθιμα, και διοικητικές αποφάσεις, για να μη πω για την ηλικία και την εκπαίδευση. Η ενεργητική συμμετοχή στη πολιτική κοινότητα ήταν μια επιθυμητή θέση, civis Romanus sum, η έκφραση μιας ορισμένης ευγένειας. Οι πολιτικές που έδιναν την ιδιότητα του πολίτη μπορούσαν να είναι γενναιόδωρες ή τσιγκούνικες, αλλά ο κανόνας ήταν πως ο βαθμός του πολίτη αποδίδονταν από την νόμιμα εγκατεστημένη εξουσία, σύμφωνα με τις ανάγκες. Ο χριστιανισμός, όπως και κάποιοι Στωικοί, προσπάθησε να υπερβεί αυτό το είδος περιορισμένου τύπου ιδιότητας του πολίτη θεωρώντας την δευτερεύουσα ή ασήμαντη όταν συγκρίνεται με μια εικονική κοινότητα των σωσμένων. Η ελευθερία από την αμαρτία ήταν σημαντικότερη από την ελευθερία από τη πόλη. Στη διάρκεια της μακράς, μεσαιωνικής απαξίωσης του πολιτικού, η αξίωση για ενεργή συμμετοχή στη πολιτική κοινότητα ξεπεράστηκε από την έκτακτη ανάγκη για δίκαιη διακυβέρνηση, και η πολιτική διάκριση περιορίστηκε στην πολεμική αρετή.

Μόλις η ιδιότητα του πολίτη εξισώθηκε με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η επέκτασή της σε όλες τις τάξεις, τα επαγγέλματα, τα δύο φύλα, σε όλες τις φυλές, τα δόγματα, και τις περιοχές ήταν απλά ζήτημα χρόνου. Η καθολική ψηφοφορία, η εθνική υπηρεσία, και η δημόσια παιδεία για όλους θα ακολουθούσαν. Επιπλέον, μόλις όλα τα ανθρώπινα όντα θεωρητικά ήταν έτοιμα να ανέβουν στον υψηλό βαθμό του πολίτη, η εθνική αλληλεγγύη μέσα στη νέα πολιτική κοινότητα της ισότητας απαίτησε την ενίσχυση της περιουσίας του Ανθρώπου, μια αξιοπρεπή υλική ύπαρξη για όλους, και η εξάρθρωση των υπολειμμάτων της προσωπικής υποταγής. Το κράτος, εκπροσωπώντας θεωρητικά τους πάντες, πείστηκε να αποδώσει όχι μόνο ένα ελάχιστο πλούτου στους περισσότερους ανθρώπους, αλλά επίσης ένα ελάχιστο ξεκούρασης, που κάποτε ήταν το αποκλειστικό δικαίωμα των πλούσιων κυρίων, ώστε να επιτρέψει σε όλους να διασκεδάσουν και να χαρούν τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού.

Για τους φιλελεύθερους, σοσιαλδημοκράτες, και άλλους συνολικά προοδευτικούς διαδόχους του Διαφωτισμού, η πρόοδος σήμαινε, έτσι, την καθολική ιδιότητα του πολίτη – δηλαδή, μια πρακτική ισότητα της πολιτικής συνθήκης, ένα πρακτικά ισότιμο δικαίωμα λόγου σε όλα τα δημόσια ζητήματα μιας δεδομένης κοινότητας – μαζί με την κοινωνική συνθήκη και ένα μοντέλο ορθολογικότητας που να μπορεί να τη κάνει πραγματικότητα. Για κάποιους, ο σοσιαλισμός έμοιαζε να είναι η ξεκάθαρη συνέχεια και μεγέθυνση του πλαισίου του Διαφωτισμού· για κάποιους, όπως ο Karl Marx, η ολοκλήρωση του εγχειρήματος απαιτούσε μια επανάσταση (που θα καταργούσε την συσσώρευση της υπεραξίας και το τέλος της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας). Αλλά για όλους τους έμοιαζε σχετικά προφανές πως η συγχώνευση της ανθρώπινης και της πολιτικής συνθήκης ήταν, απλώς, ηθική ανάγκη.

Οι βάρβαρες καταδίκες της αστικής κοινωνίας του 19ου αιώνα – η κοινή βάση, για ένα διάστημα, του πολιτιστικά προοδευτικού και πολιτικά ριζοσπαστικού – πήγαζαν από τη πεποίθηση πως η διεργασία, όπως ήταν, ήταν πλαστή, και πως η ατομική ελευθερία δεν ήταν αυτό που λέγονταν πως είναι, αλλά όχι από την άποψη που εκπροσωπείται από μερικές μοναχικές προσωπικότητες, πως το εγχείρημα ήταν άχρηστο. Δεν ήταν μόνο ο Nietzsche και ο Dostoevsky που φοβόντουσαν πως η αυξανόμενη ισότητα που μπορούσε να μεταμορφώσει του πάντες πάνω και κάτω από τις μεσαίες τάξεις σε αστούς βάρβαρους. Οι προοδευτικοί επαναστάτες, επίσης, ήθελαν ένα Νέο Άνδρα και μια Νέα Γυναίκα, ελεύθερους από εσωτερικούς δαίμονες καταστολής και κυριαρχίας: μια αστική κοινότητα που ταυτόχρονα ήταν η ανθρώπινη κοινότητα, χρειάζονταν μια νέα ηθική βασισμένη στο σεβασμό για όλα που ως τώρα εξαιρούνταν.

Αυτή η περιπέτεια έληξε με το φιάσκο του 1914. Ο φασισμός πρόσφερε την πιο αποφασιστική απάντηση στη κατάρρευση του Διαφωτισμού, ιδιαίτερα του δημοκρατικού σοσιαλισμού και της προοδευτικής κοινωνικής μεταρρύθμισης. Ο φασισμός, συνολικά, δεν ήταν συντηρητικός, ακόμη και αν ήταν αντεπαναστατικός: δεν επανάφερε την κληρονομική αριστοκρατία ή τη μοναρχία, παρά τις κάποιες ρομαντικές αντιδραστικές ρητορικές. Ήταν όμως ικανός να εξολοθρεύσει την καίρια ρυθμιστική (ή ελάχιστη) ιδέα  της σύγχρονης κοινωνίας, αυτή της καθολικής ιδιότητας του πολίτη. Μέχρι τότε, οι κυβερνήσεις θεωρούνταν πως αντιπροσώπευαν και προστάτευαν τους πάντες. Τα εθνικά ή κρατικά σύνορα όριζαν τη διαφορά μεταξύ φίλου και εχθρού· οι ξένοι μπορούσαν να είναι εχθροί, οι συμπολίτες όχι. Σύμφωνα με τον Carl Schmitt, τον νομικό θεωρητικό του φασισμού και πολιτικό θεολόγο του Τρίτου Ράιχ, ο κυβερνήτης δεν μπορούσε να αποφασίσει μέσω διατάγματος ποιος μπορούσε να είναι φίλος και ποιος να είναι εχθρός. Ο Schmitt είχε δίκιο σε ένα κρίσιμο σημείο: η ιδέα της καθολικής ιδιότητας του πολίτη περιέχει μια έμφυτη αντίφαση στο ότι ο κυρίαρχος θεσμός στη σύγχρονη κοινωνία, το εθνικό κράτος, είναι εξίσου οικουμενιστικός όσο και περιφερειακός (αφού είναι τοπικός) θεσμός. Ο φιλελεύθερος εθνικισμός (nationalism), αντίθετα από τον εθνικισμό (ethnicism) και το φασισμό, είναι περιορισμένος – αν προτιμάτε, μετριασμένος – οικουμενισμός. Ο φασισμός έβαλε τέλος σε αυτή την αναποφασιστικότητα: ο κυβερνήτης ήταν κριτής ποιος και ποιος δεν ανήκει στην πολιτική κοινότητα, και η ιδιότητα του πολίτη έγινε ζήτημα του δικού του άμεσου διατάγματος.

Η εχθρότητα προς την καθολική ιδιότητα του πολίτη είναι, πιστεύω, το βασικό χαρακτηριστικό του φασισμού. Και η απόρριψη ενός ακόμη και μετριασμένου οικουμενισμού είναι αυτό που βλέπουμε να επαναλαμβάνεται υπό δημοκρατικές  συνθήκες (δεν λέω καν υπό δημοκρατική μεταμφίεση). Ο μετά-ολοκληρωτικός φασισμός ανθεί υπό το ευρύχωρο κέλυφος του παγκόσμιου καπιταλισμού, και πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους.

Υπάρχει λογική στη ναζιστική διακήρυξη πως οι κομμουνιστές, οι Εβραίοι, οι ομοφυλόφιλοι, και οι πνευματικά ασθενείς είναι μη-πολίτες, και έτσι μη-άνθρωποι. (Ο διάσημος ιδεολόγος της Σιδηράς Φρουράς, ο μειλίχιος δοκιμιογράφος E.M.  Cioran, τόνισε την ίδια στιγμή αν κάποια άτομα είναι μη άνθρωποι και επιθυμούν να γίνουν μέλη της ανθρωπότητας (πχ. Εβραίοι) η αντίφαση μπορεί να μετριαστεί και να επιλυθεί με το βίαιο θάνατο τους, κατά προτίμηση, σύμφωνα με τον έντιμο τρόπο και με την πάντοτε επίκαιρη αισθητική, με το ίδιο τους χέρι).

Αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων, όπως τους έβλεπαν οι Ναζί, αντιπροσώπευαν σημαντικούς τύπους στο σχέδιο ενσωμάτωσης του Διαφωτισμού. Οι κομμουνιστές σήμαιναν τον επαναστατικό «κατώτερο» τύπο, τις μάζες που έφερε μαζί του, ακέφαλες και δίχως φιλοδοξίες, ο δίχως ρίζες οικουμενισμός, και που στη συνέχεια επαναστατούν ενάντια στη φυσική ιεραρχία· οι Εβραίοι, μια κοινότητα που επιβίωσε τον χριστιανικό μεσαίωνα δίχως δική της πολιτική εξουσία, καθοδηγούμενοι ουσιαστικά από μια μη εξαναγκαστική εξουσία, ο λαός της Βίβλου, εξ ορισμού όχι ένας λαός του πολέμου· οι ομοφυλόφιλοι, με την ανικανότητα τους ή απροθυμία τους να αναπαραχθούν, να κληροδοτήσουν, και να διαιωνιστούν, είναι μια ζωντανή άρνηση του υποτιθέμενου συνδέσμου μεταξύ φύσης και ιστορίας· οι πνευματικά ασθενείς, ακούγοντας φωνές που δεν μπορούμε να ακούσουμε οι υπόλοιποι – με άλλα λόγια, άνθρωποι των οποίων η αναγνώριση απαιτεί ηθική προσπάθεια και που δεν είναι πάντοτε («εκ φύσεως») δεδομένη, που μπορούν να ταιριάξουν μόνο με την ύπαρξη της ισότητας των άνισων.

Η επικίνδυνη διαφοροποίηση μεταξύ πολίτη και μη πολίτη δεν αποτελεί, φυσικά, φασιστική ανακάλυψη. Όπως σημειώνει ο Michael Mann στην πρωτοποριακή του μελέτη, η κλασική έκφραση «εμείς ο Λαός» δεν περιλαμβάνει τους μαύρους σκλάβους και τους «ερυθρόδερμους Ινδιάνους» (Αυτόχθονες Αμερικάνους), και ο εθνικός, τοπικός, ταξικός, και θρησκευτικός ορισμός «του λαού» έχουν οδηγήσει σε γενοκτονίες τόσο «εκεί έξω» (στις αποικίες) και μέσα στα εθνικά κράτη (η σφαγή των Αρμενίων που διαπράχτηκε από τους εκσυγχρονιστές Τούρκους εθνικιστές) υπό δημοκρατικές, ημιδημοκρατικές, ή αυταρχικές (αλλά όχι «απολυταρχικές») κυβερνήσεις. Αν η εθνική κυριαρχία είναι κεκτημένο του λαού, ο τοπικός ή ο δημογραφικός ορισμός τι και ποιος είναι ο λαός αποκτά αποφασιστική σημασία. Επιπλέον, η απόσυρση της νομιμοποίησης από τα κρατικά σοσιαλιστικά (κομμουνιστικά) και τα επαναστατικά εθνικιστικά («Τρίτος Κόσμος») καθεστώτα με τους ψευδο-Διαφωτιστικούς ορισμούς τους περί έθνους άφησαν μόνο φυλετικές, εθνικές, και θρησκευτικές (ή δογματικές) βάσεις για μια νομιμοποιημένη αξίωση ή τίτλο για τη «κρατική δημιουργία» (όπως στη Γιουγκοσλαβία, τη Τσεχοσλοβακία, την πρώην Σοβιετική Ένωση, την Αιθιοπία-Ερυθραία, το Σουδάν, κλπ).

Έτσι, παντού, από τη Λιθουανία ως τη Καλιφόρνια, οι μετανάστες και ακόμη και οι αυτόχθονες μειονότητες έχουν γίνει ο εχθρός και που είναι αναμενόμενο πως θα ανεχθούν την ελαχιστοποίηση και την αναστολή των πολιτικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων τους. η τάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μειώνει το έθνος-κράτος και να ενισχύει την περιφερειοποίηση (η οποία, κατ’ επέκταση, μπορεί να ενισχύει την εξουσία του κέντρου στις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο) καταφέρνει να εθνικοποιήσει την αντιπαλότητα και την ανισότητα μεταξύ των περιοχών (Βόρεια εναντίον Νότιας Ιταλίας, Καταλονία εναντίον Ανδαλουσίας. Νοτιοανατολική Αγγλία εναντίον Σκωτίας, Φλαμανδία εναντίον Βαλλωνίας, Βρεττάνη εναντίον Νορμανδίας). Η ταξική σύγκρουση, επίσης εθνικοποιείται και φυλετικοποιείται, μεταξύ της καθιερωμένης και εξασφαλισμένης εργατικής τάξης και της κατώτερης μέσης τάξης της μητρόπολης και των νέων μεταναστών της περιφέρειας, επίσης παρουσιάζεται σαν πρόβλημα ασφάλειας και εγκληματικότητας. Οι Ούγγροι και οι Σέρβοι εθνικιστές προσποιούνται πως το έθνος είναι οπουδήποτε πρόσωπα Ουγγρικής ή Σερβικής καταγωγής τυχαίνει να ζουν, ανεξάρτητα από την υπηκοότητα τους, με συνέπεια πολίτες του εθνικού κράτους τους που είναι εθνικά, φυλετικά, θρησκευτικά, ή πολιτιστικά «ξένοι» να μην ανήκουν στα αλήθεια στο κράτος αυτό.

Η αυξανόμενη απόπολιτικοποίηση του πλαισίου του έθνους (η μετατόπιση σε ένα πολιτιστικό ορισμό) οδηγεί στην αποδοχή της διάκρισης ως «φυσικής». Αυτός είναι ο λόγος που απαγγέλει μονότονα αρκετά ανοιχτά στα κοινοβούλια στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη, στην Ασία, και όλο και περισσότερο, στη «Δύση». Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς πως παντού οι επιθέσεις ενάντια στα συστήματα πρόνοιας και τις πολιτικές θετικής δράσης έχουν ένα σκοτεινό ρατσιστικό υπόβαθρο, συνοδευόμενες από αστυνομική βαρβαρότητα και αυτοδικία σε πολλές περιοχές. Ο σύνδεσμος, που κάποτε θεωρούνταν απαραίτητος και λογικός, μεταξύ της ιδιότητας του πολίτη, της ισότητας, και του τόπου μπορεί να χαθεί σε αυτό που ο θεωρητικός του Τρίτου Δρόμου, ο πρώην Μαρξιστής κοινωνιολόγος Anthony Giddens, αποκαλεί κοινωνία υπεύθυνων ριψοκίνδυνων.

Η πιο βαθιά προσπάθεια να αναλυθεί το φαινόμενο της πολιτικής εξαίρεσης είναι η «Ψυχολογική Δομή του Φασισμού» του George Bataille που βασίζεται στη διάκριση του συγγραφέα μεταξύ ομογένειας και ετερογένειας. Πιο απλά, η ομοιογενής κοινωνία είναι η κοινωνία της εργασίας, ανταλλαγής, χρησιμότητας, σεξουαλικής καταπίεσης, δικαιοσύνης, ηρεμίας, αναπαραγωγής· τι είναι ετερογενές: περιλαμβάνει οτιδήποτε προκύπτει από την μη παραγωγική σπατάλη (ιερά πράγματα τα ίδια σχηματίζουν κομμάτι του συνόλου). αυτό αποτελείται από τα πάντα που απορρίφθηκαν από την ομοιογενή κοινωνία ως απόβλητο ή ως ανώτερες υπερβατικές αξίες. Περιλαμβάνονται τα απορρίμματα που παράγονται από το ανθρώπινο σώμα και συγκεκριμένη ανάλογη ύλη (σκουπίδια, τρωκτικά, κλπ)· τα μέρη του σώματος· πρόσωπα, λέξεις, ή πράξεις που υπαινίσσονται ερωτική αξία· οι διάφορες ασυνείδητες διεργασίες όπως τα νεύρα και οι νευρώσεις· τα πολυάριθμα ύστερα στοιχεία ή κοινωνικές φόρμες που η ομοιογενής κοινωνία δεν είναι ικανή να αφομοιώσει (όχλοι, ο πολεμιστής, οι αριστοκρατικές και εξαθλιωμένες τάξεις, διάφοροι τύποι βίαιων ατόμων ή τουλάχιστον που αρνούνται το νόμο – τρελοί, ηγέτες, ποιητές, κλπ)· … βία, υπερβολή, ντελίριο, τρέλα χαρακτηρίζουν ετερογενή στοιχεία … συγκρινόμενη με τη καθημερινή ζωή, η ετερογενής ύπαρξη μπορεί να απεικονιστεί ως κάτι άλλο, ως ασύμμετρο, φορτίζοντας αυτές τις λέξεις με τη θετική αξία που έχουν στη συγκινησιακή εμπειρία.

Η κυρίαρχη εξουσία, σύμφωνα με τον Bataille (και τον Carl Schmitt), είναι απόλυτα ετερογενής στις μη σύγχρονες ιερές εκδοχές (βασιλιάδες που κυβερνούν Ελαίω Θεού). Η ετερογένεια στη καπιταλιστική κοινωνία είναι κρυμμένη, στην οποία ο κυβερνήτης υποτίθεται πως κυβερνά μέσω μιας απρόσωπης νομικής τάξης που εφαρμόζεται ισότιμα σε όλους. Η φασιστική δικτατορία έχει ως έργο να την ξεσκεπάσει ή να της βγάλει τη μάσκα. Αυτό εξηγεί το σύνδεσμο της φασιστικής δικτατορίας με τον εξαθλιωμένο, απείθαρχο, λούμπεν όχλο. Και αυτό ακριβώς είναι, θα πρόσθετα, που χάνεται στο μεταφασισμό. Η ανακατασκευή της ιερής κυριαρχίας με το φασισμό είναι, ωστόσο, ψευδής. Είναι ομογένεια που μασκαρεύτηκε ως ετερογένεια. Αυτό που έμεινε στην ομοιογενή σφαίρα στη μέση είναι ο αγνός αστός δίχως τον πολίτη, ο Julien Sorel εντελώς και ολοκληρωτικά αποστερημένος από τον Ναπολέοντα του, ο Lucien Leuwen (ΣτΜ: και οι δύο είναι ήρωες του συγγραφέα Stendhal) δίχως τον Danton του. Ο φασισμός, έχοντας θέσει τέλος στην αστική πραγμάτωση του Διαφωτισμού (δηλαδή, της ισότιμης καπιταλιστικής δημοκρατίας), μεταμορφώνει τον κοινωνικό αποκλεισμό των μη παραγωγικών (από ερημίτες και οραματιστές ποιητές ως άνεργους φτωχούς και ακατάβλητους επαναστάτες) στη φυσική τους εξαίρεση (δηλαδή, εξωνομικές συλλήψεις, πείνα, και θάνατο).

Το έργο του Bataille προέρχεται από την γαλλική αντικειμενιστική κοινωνιολογική παράδοση, από τον Durkeim, Mauss, και Halbwachs μέχρι τον Kojève στον Paul Veyne, όπου η πολιτική καταπίεση και εξαίρεση δεν μεταφράζονται με ηθικιστικούς και ψυχολογικούς, αλλά με ανθρωπολογικούς  όρους – ως ζήτημα καθιέρωσης ταυτότητας. Η επαναστατική κριτική του Bataille για την εξαίρεση του «ετερογενούς» – των «άχρηστων», ανθρώπων που δεν ήταν «υπεύθυνοι ριψοκίνδυνοι» – βασίζεται στη κατανόηση της κοινωνίας, της σεξουαλικότητας, και της θρησκείας, ένας συνδυασμός του Durkheim και του Marx, αν θέλετε, που μπορεί να προσφέρει μια εναλλακτική της τωρινής, ολοκληρωτικά καντιανή, αντίσταση στο μεταφασισμό. Η ηθικιστική μας κριτική, όσο δικαιολογημένη και αν είναι, κατά κανόνα αποκλείει τη κατανόηση του θέλγητρου του φαινομένου, και οδηγεί σε μια απλουστευτική περιφρόνηση για τους βάρβαρους, αστοιχείωτους ρατσιστές, τους κήρυκες μίσους, και τους δημαγωγούς, και μια μάλλον μη δημοκρατική άγνοια των ανθρώπων, των φόβων, και των επιθυμιών.

Μια εναλλακτική γραμμή επιχειρηματολογίας, που προϋποθέτει αυτή η παράδοση, ξεκινά με την παρατήρηση πως η κατάρρευση του κράτους πρόνοιας συχνά σημαίνει μια μετατόπιση στην εστίαση της αλληλεγγύης, της αδελφοσύνης, και του οίκτου. Αν δεν υπάρχει πρακτικά ισότιμη ιδιότητα πολίτη, η υλοποίηση αυτού του οποίου έπρεπε να είναι ο στόχος των έντιμων, προοδευτικών δημοκρατών και των δημοκρατών σοσιαλιστών, το πάθος της γενναιοδωρίας θα παραμείνει ανικανοποίητο. Ένα αίσθημα συντροφικότητας προς φίλους και συγγενείς ήταν πάντοτε το ισχυρότερο κίνητρο του αλτρουισμού. Ο αλτρουισμός αυτού του είδους, όταν είναι αποστερημένος μιας χειραφετικής, πολιτικής εστίασης θα βρει εύληπτα κριτήρια που προσφέρονται από το κυρίαρχο λόγο για να δημιουργήσει τι και ποιον επιθυμεί να υπηρετήσει. Αν η αστική πολιτική δεν μπορεί να το κάνει, το φυλετικό συναίσθημα ή συναισθήματα πολιτισμικής εγγύτητας θα το κάνει σίγουρα. Η ταυτότητα συνήθως περιγράφεται από το συναίσθημα και ότι είναι αντιληπτό ως απειλές. Εκείνος που θα τα ορίσει με αποτελεσματικό τρόπο κερδίζει. Κανένας δεν είναι καλύτερος στο να περιγράψει αυτό τον πανικό ταυτότητας από τον Bataille.

Ο μισότρελος πορνογράφος και ακροαριστερός εξτρεμιστής, όπως θεωρείται μυστικά ακόμη ο Bataille, πιστεύω πως δεν μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψιν από κοινωνικούς θεωρητικούς που σέβονται τον εαυτό τους, αλλά παραδόξως η θεωρία του προέρχεται από το αναγνωρισμένο τυπικό έργο πάνω στο Ναζισμό, γραμμένο από το σημαντικό νομικό γεράκι του γερμανικού συνδικαλιστικού κινήματος, που ευτυχώς ανακαλύφθηκε ξανά σήμερα ως μιας πρώτης τάξης μυαλό όπως ήταν. Αντίθετα από τις εντυπωσιακές θεωρίες πάνω στον ολοκληρωτισμό, ο σπουδαίος Ernst Fraenkel, συνοψίζοντας την σχολαστική μελέτη του της ναζιστικής νομοθεσίας και νομολογίας, γράφει πως:

«Στη σημερινή Γερμανία [γράφει μεταξύ 1937 και 1939], πολλοί άνθρωποι βρίσκουν την αυθαίρετη διακυβέρνηση του Τρίτου Ράιχ ανυπόφορη. Αυτοί οι ίδιοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν, ωστόσο, πως η ιδέα της «κοινότητας», όπως την αντιλαμβάνονται, είναι κάτι πραγματικά σπουδαίο. Εκείνοι που υιοθετούν αυτή την διχασμένη νοοτροπία προς τον Εθνικοσοσιαλισμό υποφέρουν από δυο βασικές παρανοήσεις:

  1. Η παρούσα γερμανική ιδεολογία του Gemeinschaft (κοινότητα) δεν είναι παρά μια μάσκα πίσω από την οποία κρύβεται η ακόμα υπάρχουσα καπιταλιστική δομή της κοινωνίας.
  2. Η ιδεολογική μάσκα (η κοινότητα) κρύβει επίσης το Προνομιακό Κράτος [ο Fraenkel διακρίνει μεταξύ του «κανονικού», αποκαλούμενου Κανονιστικού Κράτους που συμβάλει κυρίως στο αστικό δίκαιο και το ημι-απολυταρχικό κομματικό κράτος υποταγμένο στην αρχή του ηγέτη (Führerprinzip)] που λειτουργεί με αυθαίρετα μέτρα.

Η αντικατάσταση του Νομικού Κράτους (Rechtsstaat) με το Διπλό Κράτος δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα. Η ρίζα του κακού βρίσκεται στο ακριβές σημείο που οι αδιάλλακτοι εχθροί του Εθνικοσοσιαλισμού βρίσκουν έδαφος για θαυμασμό, κυρίως στην ιδεολογία της κοινότητας και στο μαχητικό καπιταλισμό που είναι η ίδια η ιδέα που η Κοινότητα υποτίθεται πως κρύβει. Πράγματι για τη διατήρηση του καπιταλισμού στη Γερμανία είναι αναγκαίο το αυταρχικό Διπλό Κράτος».

Η Αυτονομία του Κανονιστικού Κράτους («ομοιογενής κοινωνία») διατηρήθηκε στη Ναζιστική Γερμανία σε μια περιορισμένη έκταση, κυρίως σε ότι αφορούσε την προστασία της ιδιωτικής περιουσίας (την ιδιοκτησία των αποκαλούμενων Άριων φυσικά)· το Προνομιακό Κράτος κυριαρχούσε σε πιο στενά πολιτικά ζητήματα, τα προνόμια του Κόμματος, ο στρατός και οι παραστρατιωτικές οργανώσεις, η κουλτούρα, η ιδεολογία, και η προπαγάνδα. Το «διπλό κράτος» ήταν μια συνέπεια της κατά Schmitt επιλογής του κυβερνήτη τι ήταν νόμος και τι όχι. Στο πεδίο όμως που διατηρήθηκε για τον κανονικό καπιταλισμό, την οικονομία δεν υπήρχε διακυβέρνηση μέσω διαταγμάτων. Δεν είναι αλήθεια, έτσι, πως όλο το σύστημα της ναζιστικής ή φασιστικής διακυβέρνησης ήταν απόλυτα αυθαίρετο. Η μακάβρια συνάντηση του Κανονιστικού και του Προνομιακού φαίνεται από το γεγονός πως οι Γερμανικοί Αυτοκρατορικοί Σιδηρόδρομοι χρέωναν τα SS για τις φοβερές μεταφορές προς το Άουσβιτς με ειδικές εορταστικές εκπτώσεις, που συνηθίζονταν για πακέτα εκδρομών. Τους χρέωναν όμως!

Οι άνθρωποι μέσα στην δικαιοδοσία του Κανονιστικού Κράτους (η ομοιογενής κοινωνία του Bataille) απολάμβανε τη συνηθισμένη νομική προστασία, όσο σκληρή και αν ήταν. Ειδικοί κανόνες, ωστόσο, ίσχυαν σε εκείνους που ήταν στο πεδίο αρμοδιότητας του Προνομιακού Κράτους (ετερογενής κοινωνία) – τόσο οι ηγέτες του Ναζιστικού Κράτους, αξιωματούχοι, και μαχητικοί ακτιβιστές, κάτω και έξω από αυτόν. Πριν το φασισμό, φίλος και πολίτης, εχθρός και ξένος, ήταν συμπωματικές αντιλήψεις· καμιά κυβέρνηση δε σκέφτηκε να κηρύξει το πόλεμο συστηματικά σε αυτούς που κατοικούσαν στη περιοχή της, που ήταν μέλη (ακόμα και άνισα μέλη) του έθνους: ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ταυτόσημος με την έλλειψη μιας νόμιμα δημιουργημένης, αποτελεσματικής κυβέρνησης. Εμφύλιος πόλεμος από τα πάνω, που ξεσπά σε καιρό ειρήνης, ή αργότερα σε ξεκάθαρα μη επαναστατικές συνθήκες, στρέφει την κυριαρχία ενάντια στην επικυριαρχία του κράτους του υποκειμένου. Το βασικό όπλο σε αυτόν το μεθοδικό εμφύλιο πόλεμο, όπου το κράτος ως τέτοιο είναι αυτό των αντιμαχόμενων κομμάτων, είναι ο συνεχής επαναπροσδιορισμός της ιδιότητας του πολίτη από το Προνομιακό Κράτος.

Και αφού, χάρη στο Διαφωτισμό, η ιδιότητα του πολίτη (η ιδιότητα μέλους στην πολιτική κοινότητα), εθνικότητα, και ανθρωπότητα έχουν συγχωνευτεί συνθετικά, το να βρίσκεσαι έξω από την ιδιότητα του πολίτη σήμαινε, εντελώς κυριολεκτικά, την εξαίρεση από την ανθρωπότητα. Έτσι ο πολιτικός θάνατος αναγκαστικά ακολουθούνταν από φυσικό θάνατο, δηλαδή, βίαιο θάνατο, ή θάνατο απλά. Η φασιστική ή η ναζιστική γενοκτονία δεν ακολούθησε νομική καταδίκη (ούτε καν στην κουτσουρεμένη και επίπλαστη μορφή των δήθεν διοικητικών αποφάσεων των «δικών» της Τσεκά): ήταν η «κανονικοποίηση» μιας ηθικής απόφασης που θεωρούσε κάποιους τύπους ανθρώπινης συνθήκης κατώτερους. Και αφού δεν υπήρχε καμιά προστασία εκτός ορίων της ιδιότητας του πολίτη, η έλλειψη της ιδιότητας του πολίτη είχε γίνει η αιτία της παύσης της απαραίτητης προϋπόθεσης της ανθρώπινης συνθήκης – της ζωής.

Το να διαιρείς την πολιτική και ανθρώπινη κοινωνία στα δυο: αυτό είναι φασισμός.

Για αυτό η φράση πρέπει, αν και χαοτική, να αναγεννηθεί, επειδή η ουσιαστική εννοιολογική τεχνική πολιτικής, άρα και ανθρώπινης, εξαίρεσης έχει αναγεννηθεί, αυτή τη φορά όχι από ένα εσκεμμένα αντεπανασταστικό κίνημα, αλλά από συγκεκριμένες εξελίξεις που, πιθανώς, δεν επιθυμούσε κανένας και που αναζητούν επιτακτικά ένα όνομα. Το όνομα αυτό είναι μεταφασισμός.

Το ίδιο το φαινόμενο έχει γίνει μια συνένωση διάφορων πολιτικών διεργασιών. Επιτρέψτε μου να τις απαριθμήσω

Η Παρακμή της Κριτικής Κουλτούρας

Μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ το 1989, η σύγχρονη κοινωνία βίωσε μια τεράστια αλλαγή. Η κοινωνία των αστών, η φιλελεύθερη δημοκρατία, ο δημοκρατικός καπιταλισμός – πείτε το όπως θέλετε – ήταν πάντοτε ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα· αντίθετα από τα προηγούμενα καθεστώτα, ανέπτυξε μια αντίπαλη κουλτούρα, και μόνιμα αντιμετώπιζε δυνατούς αντιπάλους στα δεξιά (την συμμαχία του θρόνου και του βωμού) και την αριστερά (επαναστατικός σοσιαλισμός). Και οι δύο έχουν ξεπεραστεί, και αυτό έχει δημιουργήσει μια κρίση μέσα στη κουλτούρα του ύστερου μοντερνισμού. Η ίδια η ιδέα της ριζικής αλλαγής (ουτοπία και κριτική) έχει βγει από το λεξιλόγιο της ρητορικής , και ο πολιτικός ορίζοντας τώρα είναι γεμάτος με ότι είναι εκεί, με ότι προσφέρεται, που είναι ο καπιταλισμός. Στην επικρατούσα κοινωνική φαντασία, όλος ο ανθρώπινος κόσμος είναι μια «ομοιογενής κοινωνία» – μια κοινωνία των χρήσιμων, που παράγουν πλούτο, που αναπαράγονται, σταθερών, άθρησκων, και την ίδια στιγμή γεμάτα, ελεύθερα άτομα. Η ιδιότητα του πολίτη όλο και περισσότερο ορίζεται, απολίτικα, με όρους συμφερόντων που δεν είναι αντίθετα από το κοινό καλό, αλλά ενώνονται μέσα σε αυτό μέσω κατανόησης, ερμηνείας, επικοινωνίας, και εθελοντικών συμφωνιών βασισμένων βασισμένες σε κοινές υποθέσεις.

Σε αυτή την εικόνα, η υποχρέωση και ο εξαναγκασμός, η differentia specifica (ειδοποιός διαφορά) στη πολιτική, είναι ύποπτα απούσα. Η «πολιτική κοινωνία» – ένα νεφέλωμα εθελοντικών ομάδων όπου ο εξαναγκασμός και η κυριαρχία, εξ ανάγκης, δεν παίζουν σημαντικό ρόλο – έχει λεχθεί πως έχει κανιβαλίσει τη πολιτική και το κράτος. ένα επικίνδυνο αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης μπορεί να είναι πως η συνεχιζόμενη στήριξη του νόμου από τον εξαναγκασμό και κυριαρχία, ενώ κρίνεται in toto (πλήρως), δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής – αφού, αν δεν μπορεί να αιτιολογηθεί πλήρως, καμιά δικαιολόγηση, δηλαδή κανένας ηθικός έλεγχος, δεν θα αναζητηθεί. Ο μύθος, σύμφωνα με τον οποίο ο πυρήνας του ύστερου σύγχρονου καπιταλισμού, γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτός ως ζήτημα πολιτικών, και όχι πολιτικής.

Πριν το 1989, είχες ως δεδομένο ότι η πολιτική κουλτούρα του φιλελεύθερου δημοκρατικού συνταγματικού καπιταλισμού ήταν μια κριτική κουλτούρα, που ήταν πολύ συχνά σε σύγκρουση με το σύστημα, που κάποιες φορές με κακή πίστη και απρόθυμα, την συντηρούσε. Η απολογητική κουλτούρα ήταν για τις αρχαίες αυτοκρατορίες και ανελεύθερες δικτατορίες. Η πνευματική απόγνωση είναι σήμερα ανεξέλεγκτη. Δίχως όμως, μερικές φορές, με μόνο την έμμεση ουτοπία ως σκηνικό, η απόγνωση δεν φαίνεται να λειτουργεί. Ποιο είναι το νόημα του θεωρητικού αντικαπιταλισμού, αν δεν μπορεί ο πολιτικός αντικαπιταλισμός να ληφθεί σοβαρά υπόψιν;

Επίσης, υπάρχει μια απρόσμενη συνέπεια της απουσίας της κριτικής κουλτούρας που να είναι συνδεδεμένη με μια αντιθετική πολιτική. Ως ένας από τους σπουδαιότερους και πιο νηφάλιους διανοητές του εικοστού αιώνα, ο Seymour Martin Lipset, σημείωσε, ο φασισμός είναι ο εξτρεμισμός του κέντρου. Ο φασισμός έχει ελάχιστα να κάνει με τις παρελθοντολογικές φεουδαρχικές, αριστοκρατικές, μοναρχικές ιδέες, ήταν συνολικά αντικληρικός, εχθρικός προς την κομμουνιστική και σοσιαλιστική επανάσταση, και – όπως και οι φιλελεύθεροι από τους οποίους κληρονόμησε το εκλογικό σώμα – μισούσε τις μεγάλες εταιρείες, τα εργατικά σωματεία, και το κράτος κοινωνικής πρόνοιας. Ο Lipset είχε κλασικά δείξει πως οι εξτρεμισμοί της δεξιάς και της αριστεράς δεν ήταν με κανένα τρόπο αποκλειστικότητες: μερικοί μικροαστοί νοοτροπίες που υποπτεύονται τις μεγάλες εταιρείες και τη μεγάλη κυβέρνηση μπορούν να, και είχαν, εξελιχθούν σε ένα εξτρεμισμό που μπορούσε να αποδειχτεί θανάσιμος. Οι δεξιοί και κεντρώοι εξτρεμισμοί είχαν συνδυαστεί στον Ουγγρικό, Αυστριακό, Κροάτικο, Σλοβάκικο παραφασισμό (δανείστηκα τον όρο από τον Roger Griffin) μιας ψευδοχριστιανικής, κληρικαλιστικής, μοναρχικής απόχρωσης, αλλά ο εξτρεμισμός του κέντρου υπάρχει και υπήρχε, όπως αποδείχτηκε από τον Lipset μέσα από τις συνέχειες της εκλογικής γεωγραφίας.

Σήμερα δεν υπάρχει κάτι ιδιαίτερης αξίας στον πολιτικό ορίζοντα εκτός από το αστικό κέντρο, και έτσι ο εξτρεμισμός του είναι ο πιο πιθανός για να επανεμφανιστεί. (Ο Jörg Haider και το Κόμμα Ελευθερίας του είναι το καλύτερο παράδειγμα αυτού του πράγματος. Κομμάτια του λόγου του είναι φιλελεύθερα/νεοφιλελεύθερα, το ιδανικό του είναι ο μικροϊδιοκτήτης, προωθεί έντονα τη μικροαστική «δημοκρατία» των μετόχων και νοικοκύρηδων, και είναι σχετικά ελεύθερος από ρομαντικό-αντιδραστικό εθνικισμό ως διακριτό από τον επαρχιακό εγωισμό και ρατσισμό). Αυτό που σήμερα θεωρείται «δεξιό» στις Ηνωμένες Πολιτείες θα θεωρούνταν εξεγερτικό και θα καταστέλλονταν με ένοπλη βία από κάθε παραδοσιαρχικό καθεστώς της δεξιάς, ως ατομιστικό, αποκεντρωτικό και αντίθετο με το μονοπώλιο της εξαναγκαστικής εξουσίας της κυβέρνησης, το θεμέλιο κάθε συντηρητικού δόγματος. Οι συντηρητικοί είναι το κόμμα της τάξης, και απεχθάνονται τις εθνοφύλακές και τις αιρέσεις των πληβείων.

Η Παρακμή των Κρατών

Το τέλος των αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών κατά τη δεκαετία του 1960 και το τέλος των σταλινικών συστημάτων («κρατικού καπιταλισμού», «κρατικού σοσιαλισμού». «γραφειοκρατικού κολεκτιβισμού») στη δεκαετία του 1990 πυροδότησε μια διεργασία που δεν αντιμετωπίστηκε ξανά από την εποχή της εισβολής των Μογγόλων κατά το 13ο αιώνα: μια συνολική και εμφανώς μη αναστρέψιμη κατάρρευση των καθιερωμένων κρατών ως τέτοιων. Ενώ ο φιλάνθρωπος Δυτικός τύπος καθημερινά προειδοποιεί για απειλές δικτατοριών σε μακρινά μέρη, συνήθως αγνοεί την πραγματικότητα πίσω από τη σκληρή γλώσσα των ανίσχυρων ηγετών, δηλαδή που κανένας δεν είναι προετοιμασμένος για να τους υπακούσει.  Το παλιό, ετοιμόρροπο, και αντιπαθητικό εθνικό κράτος – ο μόνος θεσμός μέχρι σήμερα που ήταν ικανός να αποδώσει πολιτικά δικαιώματα, ένα ελάχιστο κοινωνικής βοήθειας, και κάποια προστασία από τους εκβιασμούς συμμοριών πειρατών και άπληστων, ανεύθυνων επιχειρηματικών ελίτ – έπαψε να υπάρχει ή και δεν υπήρξε ποτέ στη πλειοψηφία των φτωχότερων περιοχών του κόσμου. Στα περισσότερα μέρη της υποσαχάριας Αφρικής και στη πρώην Σοβιετική Ένωση όχι μόνο οι πρόσφυγες, αλλά όλος ο πληθυσμός μπορούσε να θεωρηθεί ανιθαγενής. Η επιστροφή, ύστερα από δεκαετίες μανιασμένης εκβιομηχάνισης (δείτε την τρομακτική ιστορία των υδροηλεκτρικών εργοστασίων παντού στο Τρίτο Κόσμο και το πρώην Ανατολικό μπλοκ), σε μια οικονομία επιβίωσης και «φυσικών» συναλλαγών στο μέσο μιας οικολογικής καταστροφής, όπου οι συμμορίες ληστών μοιάζουν να έχουν γίνει η μόνη αποτελεσματική μέθοδος κοινωνικής οργάνωσης, οδηγεί ακριβώς στο πουθενά. Οι άνθρωποι στην Αφρική και τη πρώην Σοβιετική Ευρασία πεθαίνουν όχι λόγω της υπερβολικής παρουσίας του κράτους, αλλά λόγω της απουσίας του.

Παραδοσιακά, οι απελευθερωτικοί αγώνες κάθε είδους έχουν κατευθυνθεί ενάντια στο θεμελιωμένο προνόμιο. Η ισότητα ήρθε εις βάρος των κυβερνώντων ομάδων: η κοσμικότητα περιόρισε την εξουσία των Πριγκήπων της Εκκλησίας, η κοινωνική νομοθεσία περιόρισε τα κέρδη των «πλούσιων συμφερόντων», η καθολική ψήφος κατάργησε την παραδοσιακή πολιτική τάξη της αριστοκρατίας των γαιοκτημόνων και τους ρασοφόρους ευγενείς, ο θρίαμβος της εμπορικής ποπ κουλτούρας έσπασε τα ιδεολογικά προνόμια της προοδευτικής ιντελιγκέντσιας, η οριζόντια κινητικότητα και ανάπτυξη των προαστίων σταμάτησε την εξουσία της κομματικής πολιτικής σε τοπικό επίπεδο, η αντισύλληψη και ο εμπορικός ηδονισμός διέλυσε την πατριαρχική εξουσία στην οικογένεια – κάτι χάθηκε, κάτι κερδήθηκε. Κάθε βήμα προς μια ευρύτερη ελευθερία περιέκοψε τα προνόμια κάποιου (πέρα από το κόπο της αλλαγής). Ήταν πιθανό να φανταστεί κάποιος την απελευθέρωση των εκτός νόμου εξαθλιωμένων κατώτερων τάξεων μέσα από οικονομικές, πολιτικές, και ηθικές σταυροφορίες: υπήρχε, χονδρικά μιλώντας, κάποιος για αποκτήσει παράτυπα κέρδη από αυτές. Και αυτά τα κέρδη μπορούσαν να αναδιανεμηθούν σε πιο αξιέπαινα τμήματα του πληθυσμού, προσφέροντας ως αντάλλαγμα για μεγαλύτερη κοινωνική αρμονία, πολιτική γαλήνη, και ασφάλεια στους αντιπαθείς, προνομιούχους ελίτ, δηλαδή μειώνοντας την ταξική εχθρότητα. Μην ξεχάσουμε όμως πως αν και η σοσιαλδημοκρατική συμφωνία έγινε ως αποτέλεσμα αιώνων σύγκρουσης και επώδυνων αποκηρύξεων από τα παραδοσιακά κυβερνώντα στρώματα. Ένας τέτοιος απελευθερωτικός αγώνας, βίαιος ή ειρηνικός, δεν είναι δυνατός για τους νέους κολασμένους της γης.

Κανένας δεν τους εκμεταλλεύεται. Δεν υπάρχει πλεονάζον κέρδος και υπεραξία για να αρπαχτεί. Δεν υπάρχει κοινωνική εξουσία για να μονοπωληθεί. Δεν υπάρχει κουλτούρα για να κυριαρχηθεί. Οι φτωχοί άνθρωποι των νέων ακρατικών κοινωνιών – από την «ομοιογενοποιητική» οπτική – είναι απόλυτα αχρείαστοι. Δεν τους εκμεταλλεύονται, τους παραμελούν. Δεν υπάρχει υπερβολική φορολόγηση, αφού δεν υπάρχουν εισοδήματα. Προνόμια δεν μπορούν να αναδιανεμηθούν προς μια μεγαλύτερη ισότητα αφού δεν υπάρχουν προνόμια, εκτός από τα προσωρινά που αποκτούνται, περιστασιακά, με τα όπλα.

Οι πεινασμένοι πληθυσμοί δεν έχουν άλλο τρόπο να βγουν από την μετά βίας ανθρώπινη τους συνθήκη από το να φύγουν. Το αποκαλούμενο κέντρο, αντί να εκμεταλλεύεται αυτή τη περιφέρεια της περιφέρειας, απλά προσπαθεί να κρατήσει μακριά τους ξένους και συχνά άλλης φυλής φτωχούς (το φαινόμενο κατ’ ευφημισμό ονομάζεται «δημογραφική πίεση») και δημιουργεί εκπληκτικούς φραγμούς στα σύνορα των πλούσιων κρατών, ενώ η διεθνής οικονομική μας γραφειοκρατία συμβουλεύει ακόμη μεγαλύτερη απορρύθμιση, οικονομική φιλελευθεροποίηση, λιγότερο κράτος και λιγότερη κυβέρνηση σε έθνη που δεν είχαν εξαρχής καθόλου, και κατά συνέπεια εξαφανίζονται. Οι «ανθρωπιστικοί πόλεμοι» δίνονται ώστε να αποτρέψουν τις μάζες των προσφύγων από το να έρθουν και να πλημμυρίσουν τα Δυτικά συστήματα πρόνοιας που έτσι και αλλιώς αποσυντίθενται.

Η ιδιότητα του πολίτη σε ένα λειτουργικό εθνικό κράτος είναι το ένα ασφαλές μέσο για επιβίωση στο σύγχρονο κόσμο. Τέτοια όμως ιδιότητα πολίτη είναι πλέον προνόμιο των πολύ λίγων. Η ενσωμάτωση του Διαφωτισμού της ιδιότητας του πολίτη στην απαραίτητα και «φυσική» πολιτική συνθήκη όλων των ανθρώπινων όντων έχει αναστραφεί. Η ιδιότητα του πολίτη σήμερα είναι το απόλυτα εξαιρετικό προνόμια των κατοίκων των ανθηρών καπιταλιστικών εθνικών κρατών, ενώ η πλειοψηφία του πληθυσμού του κόσμου δεν μπορεί να ξεκινήσει καν να οραματίζεται την πολιτική επιδίωξη, και έχει επίσης χάσει τη σχετική ασφάλεια της προ-κρατικής (φυλή, φατρία) ασφάλειας.

Η αποκοπή της ιδιότητας του πολίτη και της υποπολιτικής ανθρωπότητας είναι πλέον ολοκληρωμένη, το έργο του Διαφωτισμού έχει χαθεί αμετάκλητα. Ο μεταφασισμός δεν χρειάζεται να βάλει μη πολίτες σε φορτηγά τραίνα για να τους μεταφέρει στο θάνατο· αντίθετα, χρειάζεται μόνο να εμποδίσει τους νέους μη πολίτες από το ανέβουν σε οποιοδήποτε τραίνο που μπορεί να τους πάει στο χαρούμενο κόσμο των ξέχειλων σκουπιδοτενεκέδων που μπορούν να τους θρέψουν. Τα μεταφασιστικά κινήματα παντού, αλλά ιδιαίτερα στην Ευρώπη, είναι αντιμεταναστατευτικά κινήματα, βασισμένα στην «ομοιογενή» κοσμοθεωρία της παραγωγικής χρησιμότητας. Δεν προστατεύουν απλά φυλετικά και ταξικά προνόμια μέσα στο εθνικό κράτος (αν και το κάνουν και αυτό επίσης) αλλά προστατεύοντας την ιδιότητα του πολίτη μέσα στο πλούσιο εθνικό κράτος ενάντια στην πρακτικά καθολική ιδιότητα του πολίτη όλων των ανθρώπινων όντων, ανεξάρτητα από τη γεωγραφία, τη γλώσσα, τη φυλή, το δόγμα, και τις συνήθειες. Η παρούσα αντίληψη των «ανθρώπινων δικαιωμάτων» μπορεί να υπερασπιστεί τους ανθρώπους από την ανομία των τυράννων, αλλά δεν αποτελεί άμυνα έναντι της ανομίας της ανυπαρξίας νόμων.

Μορφές του Μεταφασισμού

Συχνά παραλείπεται πως ο σύγχρονος παγκόσμιος καπιταλισμός είναι η δεύτερη έκδοση του. Στον πριν το 1914 καπιταλισμό που δεν υπήρχε έλεγχος των νομισμάτων (ο κανόνας του χρυσού κλπ) και το ελεύθερο εμπόριο, ένας κόσμος δίχως βίζες και άδειες εργασίας, όταν οι εταιρείες προμήθευαν στρατιωτικές προμήθειες στους εχθρικούς στρατούς σε περίοδο πολέμου δίχως τη παραμικρή λέξη από τις κυβερνήσεις ή το τύπο, η ελεύθερη κυκλοφορία του κεφαλαίου και της εργασίας ήταν λίγο πολύ εξασφαλισμένη (ήταν ίσως, λιγότερο ίσος, αλλά πιο ελεύθερος κόσμος). Συγκριτικά, το πράγμα που ονομάζουμε «παγκοσμιοποίηση» είναι ένα μάλλον ταπεινό εγχείρημα, μια σταδιακή και δειλή καταστροφή των κρατιστικών και κατευθυνόμενων, εθνικών κρατών πρόνοιας που βασίστηκαν στην χειραφετική συμφωνία της παλιού τύπου σοσιαλδημοκρατίας της οποίας οι ψηφοφόροι (που ερμηνεύονται ως η ραχοκοκαλιά των σύγχρονων κρατών), η εργατική τάξη των παρηκμασμένων περιοχών, αποσυντίθεται. Η παγκοσμιοποίηση έχει απελευθερώσει τη ροή κεφαλαίων. Το κερδοσκοπικό κεφάλαιο πάει οπουδήποτε οι επενδύσεις μοιάζουν «λογικές», συνήθως μέρη όπου οι μισθοί είναι χαμηλοί και όπου δεν υπάρχουν μαχητικά εργατικά σωματεία ή οικολογικά κινήματα. Αντίθετα όμως από τον 19ο αιώνα, το εργατικό δυναμικό δεν απολαμβάνει τις ίδιες ελευθερίες. Spiritus flat ubi vult (το πνεύμα πετάει όπου θέλει), το κεφάλαιο πετάει όπου θέλει, αλλά η ελεύθερη κυκλοφορία του εργατικού δυναμικού περιορίζεται από ακόμη πιο άκαμπτους εθνικούς κανονισμούς. Η ροή είναι πάντοτε προς μια κατεύθυνση· το κεφάλαιο μπορεί να βελτιώσει τη θέση του, αλλά η εργασία – ιδιαίτερα η χαμηλής ποιότητας, χαμηλής έντασης εργατική τάξη στις φτωχές χώρες της περιφέρειας – δεν μπορεί, η απορρύθμιση του κεφαλαίου, εντατικοποίησε τον έλεγχο της εργασίας.

Αν το εργατικό δυναμικό κολλήσει στη περιφέρεια, θα αναγκαστεί να συμβιβαστεί με τα εργασιακά κάτεργα. Απόπειρες για αγώνες για μεγαλύτερους μισθούς και καλύτερες συνθήκες εργασίας δεν αντιμετωπίζονται με βία, απεργοσπάστες, ή στρατιωτικά πραξικοπήματα, αλλά με διακριτική φυγή κεφαλαίων και αποδοκιμασία από το διεθνή χρηματοπιστωτικό τομέα και τις διεθνείς και τοπικές του γραφειοκρατίες, οι οποίες θα έχουν την δυνατότητα να αποφασίσουν ποιος αξίζει τη βοήθεια και την ανακούφιση χρέους. Για να παραθέσω τα λόγια του Albert O. Hirschman, η φωνή (δηλαδή η διαμαρτυρία) είναι αδύνατη, ανούσια. Μόνο η φυγή, ή έξοδος, παραμένει, και είναι η δουλειά του μεταφασισμού να το αποτρέψει αυτό.

Υπό αυτές τα συνθήκες, είναι απλά λογικό που η Νέα Νεα Αριστερά έχει επανοικειοποιηθεί τη γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αντί της ταξικής πάλης. Αν ρίξεις μια ματιά στις Die Tageszeitung, Il Manifesto, Rouge, ή Socialist Worker, θα δεις πως κυρίως μιλάνε για πρόσφυγες, μετανάστες (νόμιμους ή μη, δίχως χαρτιά), καταληψίες, του άστεγους, τους Τσιγγάνους, και άλλα παρόμοια. Είναι μια τακτική που τους επιβλήθηκε από την αποσύνθεση της καθολικής ιδιότητας του πολίτη, από την ανεμπόδιστη παγκόσμια ροή κεφαλαίου, από την επίπτωση των νέων τεχνολογιών στους εργάτες και των καταναλωτών, και από τον αργό θάνατο του παγκόσμιου υποπρολεταριάτου. Επίσης πρέπει να αντιμετωπίσουν την επανεμφάνιση των ταξικών πολιτικών με τη νέα αμφίεση τους ως «τρίτου δρόμου» τύπου Tony Blair. Το νεοφιλελεύθερο κράτος έχει ακυρώσει τις υποχρεώσεις προς του «ετερογενείς», μη παραγωγικούς πληθυσμούς και ομάδες. Οι νεοβικτωριανές, παιδαγωγικές ιδέες της «ανταποδοτικής πρόνοιας», η οποία θεωρεί την ανεργία έμφυτα αμαρτωλή, η εξίσωση των αποδεκτών πρόνοιας με «εχθρούς του λαού», η αντικατάσταση της κοινωνικής βοήθειας με φορολογική πίστωση όπου οι άνθρωποι κάτω από το επίπεδο του φορολογούμενου δεν θεωρούνται άξιοι βοήθειας, η ενίσχυση εισοδήματος χορηγείται υπό όρους οικογενειακών και στεγαστικών πρακτικών που θεωρούνται σωστές από «ικανές αρχές», η αυξανόμενη φυλετικοποίηση, η εθνικοποίηση, και η σεξουαλικοποίηση των πολιτών δεύτερης κατηγορίας, η αντικατάσταση της κοινωνικής αλληλεγγύης με την εθνική ή την φυλετική αλληλεγγύη, η απροκάλυπτη αναγνώριση της ιδιότητας πολιτών δεύτερη κατηγορίας, η σιωπηρή αναγνώριση του ρόλου της αστυνομίας ως φυλετικής αμυντικής δύναμης, η αντικατάσταση της ιδέας της χειραφέτησης με την ιδέα των προνομίων (όπως η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον ΟΑΣΑ, ή τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου) που με αυθαιρεσία διανέμονται στους φτωχούς που αξίζουν, και η μεταμόρφωση των λογικών επιχειρημάτων εναντίον της μεγέθυνσης της ΕΕ σε ρατσιστική/εθνικιστική δημαγωγία – όλα αυτά κομμάτι της μεταφασιστικής στρατηγικής της αποκοπής της πολιτικής με την ανθρώπινη κοινότητα, μιας ανανεωμένης απόδοσης ή άρνησης της ιδιότητας του πολίτη σύμφωνα με φυλετικές, ταξικές, δογματικές, πολιτιστικές, εθνικές γραμμές.

Η επαναδημιουργία των δεύτερης κατηγορίας πολιτών – μια παγκόσμια υποκατώτερη τάξη έξω και οι «ετερογενείς», ανεξέλεγκτοι άχρηστοι στο εσωτερικό, με τα συμφέροντα της μιας κατηγορίας πολιτών δεύτερης κατηγορίας («εγχώριας») να παρουσιάζονται ως αντιθετικά με της άλλης («ξένης») – δίνει στο μεταφασισμό την χαμένη του λαϊκίστικη διάσταση. Δεν υπάρχει σκληρότερος εχθρός για το μετανάστη – «φιλοξενούμενο εργάτη» ή πρόσφυγα – από το παρωχημένο λούμπεν προλεταριάτο, που αντιπροσωπεύεται δημόσια από τον φανατικό, δεξιό εξτρεμιστή ποδοσφαιρικό χούλιγκαν. Οι «άξεστοι μπυρόβιοι» (lager louts) μπορεί να μη ξέρουν πως lager δεν σημαίνει απλά ένα φτηνό είδος ευρωπαϊκής μπύρας, αλλά και στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αλλά το υποσυνείδητο λογοπαίγνιο είναι, αν όχι συμβολικό, μεταφορικό.

Είμαστε έτσι αντιμέτωποι με ένα νέο είδος εξτρεμισμού του κέντρου. Αυτός ο νέος εξτρεμισμός, τον οποίο ονομάζω μεταφασισμό, δεν απειλεί, αντίθετα με το προκάτοχό του, τη φιλελεύθερη και δημοκρατική διακυβέρνηση μέσα στο πυρήνα του σώματος της «ομοιογενούς κοινωνίας». Μέσα στη κοινότητα κομμένη στα δυο, η ελευθερία, η ασφάλεια, η ευημερία είναι συνολικά αδιάθετες, τουλάχιστονμέσα στη παραγωγική και αναπαραγωγική πλειοψηφία που σε κάποιες πλούσιες χώρες περιλαμβάνει σχεδόν όλους τους λευκούς πολίτες. Οι «ετερογενείς», συνήθως φυλετικά ξένοι, οι μειονότητες δε διώκονται, απλά αγνοούνται και περιθωριοποιούνται, αναγκάζονται να ζουν μια ζωή εντελώς ξένη προς τη ζωή της πλειοψηφίας (η οποία φυσικά, μπορεί κάποιες φορές να να είναι ποιοτικά καλύτερη από την απόλυτη εργασιομανία, καταναλωτισμό, και εμμονές με τη υγεία της πλειοψηφίας). Τα ναρκωτικά, που κάποτε χρησιμοποιούνταν για να διευρύνουν και να ανυψώσουν την συνείδηση, τώρα χρησιμοποιούνται αγωνιωδώς για να κατευνάσουν εκείνους που η κοινωνία είναι απρόθυμη να βοηθήσει και να αναγνωρίσει ως συνανθρώπους. Η «Διονυσιακή» υποκουλτούρα του υποπρολεταριάτου επιδεινώνει ακόμη περισσότερο το διχασμό της κοινωνίας. Η πολιτική συμμετοχή των μη εχόντων δεν είναι καν προς συζήτηση, δίχως κάποια ανάγκη για τον περιορισμό του δικαιώματος του ψήφου. Πέρα από τον νεογέννητο και αδύναμο («νέο νέο») αριστερό ριζοσπαστισμό, το ίδιο απομονωμένο με τον αναρχοσυνδικαλισμό  κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, κανένας δεν προσπαθεί να τους εκπροσωπήσει. Τα εννοιολογικά εργαλεία που κάποτε προσφέρονταν από το δημοκρατικό και ελευθεριακό σοσιαλισμό λείπουν· και οι φιλελεύθεροι σήμερα είναι μαχητικοί αστοί εξτρεμιστές του κέντρου, υπερακαπιταλιστές κυβερνοπάνκ εχθρικοί σε κάθε έννοια αλληλεγγύης πέρα από το fluxus της παγκόσμιας αγοράς.

Ο μεταφασισμός δεν χρειάζεται τάγματα εφόδου και δικτάτορες. Είναι απόλυτα συμβατό με την αντι-Διαφωτιστική φιλελεύθερη δημοκρατία που αποκατέστησε την ιδιότητα του πολίτη ως παραχώρηση του κυβερνήτη αντί για οικουμενικό ανθρώπινο δικαίωμα. Ομολογώ πως του δίνω ένα χοντροκομμένο όνομα εδώ για τραβήξω μεγαλύτερη προσοχή στην κραυγαλέα του αδικία. Ο μεταφασισμός είναι ιστορικά συνεχής με τον απαίσιο προκάτοχό του μόνο τμηματικά. Φυσικά, η ο Κεντρικο- και ο Ανατολικοευρωπαϊκός αντισημιτισμός δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα , αλλά δεν είναι ιδιαίτερα κεντρικός. Από τη στιγμή που ο μεταφασισμός σπάνια αποτελεί κίνημα, παρά μια απλή κατάσταση, που τον διαχειρίζονται συχνά οι αποκαλούμενες κεντροαριστερές κυβερνήσεις, είναι δύσκολο να αναγνωριστεί επαρκώς. Οι μεταφασίστες δεν μιλάνε συνήθως για απόλυτη υποταγή και φυλετική αγνότητα, αλλά για την ψηφιακή λεωφόρο.

Όλοι γνωρίζουν την ενστικτώδη οργή που βιώνουν οι άνθρωποι όταν αντιμετωπίζουν μια κλειστή πόρτα. Τώρα δεκάδες εκατομμύρια πεινασμένων ανθρώπινων όντων στριφογυρίζουν το πόμολο. Οι πλούσιες χώρες επινοούν πιο εκλεπτυσμένα λουκέτα, ενώ ο θυμός τους για τους εισβολείς έξω από τη πόρτα επίσης μεγαλώνει. Κάποιος από το θυμό κατευθύνετε προς την αναγέννηση του ναζιστικού και φασιστικού Gedankengut («ο κρυμμένος θησαυρός των ιδεών»), και αυτό προκαλεί μια δικαιολογημένη απέχθεια. Ο μεταφασισμός όμως δεν περιορίζεται στις πρώην δυνάμεις του Άξονα και των πρόθυμων πρώην υποτελών τους, όσο αποκρουστικό και τρομακτικό και αν είναι αυτό το υποείδος. Οι Ανατολικοευρωπαίοι Τσιγγάνοι (Ρομά και Σίντι για να πω τα πολιτικά ορθώς ονόματα τους) διώκονται και από την αστυνομία και από το γενικό πληθυσμό, και προσπαθούν να ξεφύγουν προς την «ελεύθερη Δύση». Η αντίδραση της Δύσης είναι να εισαγάγει ταξιδιωτικούς περιορισμούς έναντι των συγκεκριμένων χωρών για να αποτρέψει τη μαζική εισροή προσφύγων, και με αυστηρότητα καλεί τις Ανατολικοευρωπαϊκές χώρες να σεβαστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο εγχώριος ρατσισμός υποκαθίσταται από τον παγκόσμιο φιλελευθερισμό, και τα δυο βασισμένα σε μια πολιτική δύναμη που με γρήγορους ρυθμούς φυλετικοποιείται.

Οι πολυπολιτισμικές αντιδράσεις είναι απελπισμένες ομολογίες ανικανότητας: μια αποδοχή της εθνικοποίησης της πολιτικής σφαίρας, αλλά με μια ανθρωπιστική και καλοήθη γεύση. Αυτές οι ομολογίες είναι παραχωρήσεις ήττας, προσπάθειες να εξανθρωπιστεί το απάνθρωπο. Το πεδίο έχει επιλεγεί από το μεταφασισμό, και οι φιλελεύθεροι προσπαθούν να τον πολεμήσουν στο αγαπημένο του πεδίο, την εθνικότητα. Αυτή είναι μια ιδιαίτερα δυσχερής θέση. Δίχως νέους τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος του παγκόσμιου καπιταλισμού, η μάχη σίγουρα θα χαθεί.

Το Διπλό Κράτος είναι ζωντανό και υγιές. Ένα Κανονιστικό Κράτος για τους βασικούς πληθυσμούς του καπιταλιστικού κέντρου, και ένα Προνομιακό Κράτος αυθαίρετων διαταγμάτων που αφορούν τους μη πολίτες για τους υπόλοιπους. Αντίθετα με το κλασικό, ολοκληρωτικό φασισμό, το Προνομιακό Κράτος είναι αμυδρά μόνο ορατό για τα υποκείμενα του Κανονιστικού Κράτους: την ουσιαστική ανθρώπινη και πολιτική κοινωνία με εκείνους που κρατούνται έξω και κάτω είναι ηθικά αόρατη. Η άρνηση της πολιτικής ιδιότητας βασισμένη όχι στην εκμετάλλευση, την καταπίεση, και την ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ των κατοίκων της «ομοιογενούς κοινωνίας», αλλά σε απλή εξαίρεση και απόσταση, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή, επειδή οι πνευματικές συνήθειες του απελευθερωτικού αγώνα για μια πιο δίκαιη αναδιανομή των αγαθών και της εξουσίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Το πρόβλημα δεν ότι το Κανονιστικό Κράτος γίνεται πιο αυταρχικό. Το πρόβλημα είναι ότι ανήκει σε λίγους.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “G. M. Tamás: Μεταφασισμός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s