Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην  ιστοσελίδα OpenDemocracy. Ο Mattias Gardell είναι καθηγητής Συγκριτικής Θρησκειολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

«Ως Ιππότης-Δικαστής λειτουργείς ως ένορκος, δικαστής και εκτελεστής εκ μέρους όλων των ελεύθερων ευρωπαίων, είναι καλύτερα να σκοτώσεις πάρα πολλούς παρά όχι αρκετούς… ο καιρός του διαλόγου τελείωσε… ο καιρός για ένοπλη αντίσταση έφτασε»

Anders Behring Breivik, «2083»

 

Η τρομοκρατικές επιθέσεις στο Όσλο δεν ήταν το ξέσπασμα μια παράλογης τρέλας, αλλά μια υπολογισμένη πράξη πολιτικής βίας. Το μακελειό ήταν μια εκδήλωση μιας συγκεκριμένης λογικής που μπορεί και πρέπει να εξηγηθεί, αν θέλουμε να αποφύγουμε την επανάληψη της. «Οι αιφνιδιαστικές μας επιθέσεις είναι θέατρο και το θέατρο θέλει παίζεται πάντοτε μπροστά σε κοινό», γράφει ο Breivik.

Ο αυτοανακηρυγμένος ιππότης έδωσε στον εαυτό του το θεατρικό όνομα Sigurd – ο Σταυροφόρος, και μέσα στη προετοιμασία του διένειμε το μανιφέστο του σε χιλιάδες παραλήπτες  στον ακροδεξιό ισλαμοφοβικό χώρο, ανάρτησε μια περίληψη των περιεχομένων του στο YouTube, και πρόσφερε στους δημοσιογράφους ανά την υφήλιο φωτογραφίες του σε γοητευτικές πόζες, φορώντας επίσημες στολές ή στολές μάχης με το έμβλημα «Κυνηγός Μαρξιστών»

Όταν ο Breivik βρέθηκε στις προδικαστικές ακροάσεις, ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένος. Οι εφημερίδες και τα τηλεοπτικά κανάλια με προθυμία δημοσίευαν τις προωθητικές του φωτογραφίες, το βίντεο του στο YouTube κατέβηκε χιλιάδες φορές, το μανιφέστο είχε ήδη μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των ολλανδικών, των φιλανδικών, των γαλλικών, των γερμανικών, των πολωνικών, των ρωσικών, και των σερβικών, και εκατοντάδες αντιισλαμικές ιστοσελίδες και χρήστες του διαδικτύου το διέδωσαν ακόμη περισσότερο. Έτσι, οι επιθέσεις έγιναν από ένα άνθρωπο που μοιράζεται ένα πιστεύω με το πολιτικό περιβάλλον του οποίου είναι προϊόν, ένα περιβάλλον που σκοπεύει να οδηγήσει σε ένα ακόμη πιο βίαιο μονοπάτι.

Ας μπούμε στον ιδεολογικό κόσμο του Breivik μελετώντας το εκτεταμένο του manifesto 2083, που πήρε το τίτλο του από τη χρονιά ως την οποία ο δράστης πιστεύει πως ο υπέρτατος του σκοπός θα έχει επιτευχθεί τελικά: μια μονοπολιτισμική χριστιανική Ευρώπη δίχως μουσουλμάνους και προδότες. Έχει επισημανθεί πως το έργο είναι κατά κύριο λόγο ένα συνονθύλευμα κειμένων, των οποίων οι αρχικοί συγγραφείς δεν αναφέρονται πάντοτε, πράγμα που είναι αλήθεια. δεν κάνει όμως το 2083 λιγότερο ενδιαφέρον, καθώς μας δίνει μια ευκαιρία να διερευνήσουμε τη βιβλιοθήκη του. Διαβάζοντας τι διαβάζει ο Breivik, βρίσκουμε την είσοδο στη σκέψη του.

Την επόμενη μέρα από την επίθεση, ο Hans Rustad – ιδρυτής του νορβηγικού αντιμουσουλμανικού φόρουμ document.no όπου ο Breivik συμμετείχε συχνά – αποκάλυψε πως «εκτεταμένα τμήματα» του 2083 ήταν αντιγραφή από το Μανιφέστου του Unabomber, που δημοσιεύτηκε το 1995 από τον αντιμοντερνιστή και επικριτή της τεχνολογίας Ted Kaczynski, που έκανε μια σειρά από 16 βομβιστικές επιθέσεις σε πανεπιστήμια και αεροπορικές εταιρίες. Καθώς η «αποκάλυψη» διαδίδονταν στο ειδησεογραφικό κόσμο, η κοινοβουλευτική πτέρυγα της αντιμουσουλμανικής σκηνής, που επιθυμεί ακόμη το δημοκρατικός της προσωπείο έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

Είναι όμως αλήθεια; Βασικά, όχι ακριβώς. Τρεις (3) από τις 1516 σελίδες του 2083 του Breivik είναι παρμένες από το Μανιφέστο του Unabomber, από ένα κομμάτι στο οποίο ο Kaczynski επιτίθεται στην «αριστερά». Το υπόλοιπο προέρχεται από αλλού. Κοιτώντας τις βασικές επιρροές του Breivik, τέσσερα ρεύματα σκέψης που τον επηρέασαν μπορούν να αναγνωριστούν: οι σύγχρονες ισλαμοφοβικές ιδεολογίες, οι πολιτισμικές νεοσυντηρητικές/νεοεθνικιστικές παραδόσεις, στοιχεία της σκέψης της Λευκής Υπεροχής, και αντιφεμινιστικής σκέψης, πλαισιωμένα όλα από ένα ιδιαίτερο ρομαντικό ιδανικό για τον άνδρα πολεμιστή.

Το μοτίβο είναι ισλαμοφοβικό. Στο σημείο αυτό ο Breivik, δανείζεται σε μεγάλο βαθμό από το υλικό που παρήγαγαν Αμερικάνοι αντιμουσουλμάνους συγγραφείς όπως ο Robert Spencer, ο Gregory M. Davis, ο Andrew Boston, και ο Daniel Pipes, η Βρετανίδα συνωμοσιολόγος Bat Ye’or (Gisèle Littman), ο Ολλανδός ακροδεξιός πολιτικός Geert Wilders, ο Φλαμανδός υπερεθνικιστής Koenraad Elst και ο παραγωγικός Νορβηγός αντιμουσουλμάνος συγγραφέας που γράφει με το ψευδώνυμο Fjordman, οι οποίοι έχουν συνεισφέρει όλοι τους ιδιαίτερα στην επιστροφή των αναδιαμορφωμένων φαιών κομμάτων στα Δυτικοευρωπαϊκά κοινοβούλια.

Χρησιμοποιώντας μια μανιχαϊκή πάλη μεταξύ των δυνάμεων του φωτός και του σκότους, ο Breivik υποστηρίζει πως ο δυτικός κόσμος για 1300 χρόνια έχει εγκλωβιστεί σε μια αποκαλυπτική σύγκρουση με το «Ισλάμ», που παρουσιάζεται ως ένα ζωντανό όν με μια διαβολική ικανότητα, που ασταμάτητα επιδιώκει την εξολόθρευση της χριστιανικής Ευρώπης, που εξυψώνεται ως το οχυρό της ελευθερίας του κόσμου. Οι μουσουλμάνοι, εμφανιζόμενοι ως ένα φανταστικό σύνολο που το αποδίδονται εγγενεί, αιώνια και διαβολικά χαρακτηριστικά. Έχουν σταδιακά αρχίσει να εποικίζουν τη Δύση. Μέσα από την συνεχή γέννηση παιδιών, έχουν κηρύξει ένα δημογραφικό πόλεμο που θα στρατιωτικοποιηθεί μόλις οι μουσουλμάνοι έχουν γίνει επαρκώς πολυάριθμοι. Οι εγκέφαλοι της συνωμοσίας του ισλαμικού κόσμου έχουν έρθει σε επαφή με συγκεκριμένες κατηγορίες δυτικών: πολιτικούς, ακαδημαϊκούς, διευθυντές πολυεθνικών, και δημοσιογράφων που παραπλανούν τους καλοκάγαθους ευρωπαϊκούς λαούς με τα λόγια τους για διάλογο, πολυπολιτισμικότητα, και ισότητα και χαρακτηρίζουν εκείνους που τολμούν να πουν την αλήθεια ως «ρατσιστές» και «ισλαμόφοβους».

Για να κάνει την αντίσταση δυνατή, η επιρροή των διανοούμενων προδοτών πρέπει να σπάσει. Εδώ ο Breivik χρησιμοποιεί κείμενα από το πολιτιστικό και συντηρητικό στρατόπεδο. Ευθυγραμμιζόμενος με το κύριο ρεύμα του παρόντος αντιακαδημαϊκού λαϊκισμού, ο Breivik στρέφεται κατά της «πολιτικής ορθότητας», της «πολυπολιτισμικότητας» και του «πολιτιστικού Μαρξισμού» και την υποτιθέμενη ηγεμονία του στα πανεπιστήμια.

Δίχως να φαίνεται πως έχει διαβάσει ποτέ ή κατανοήσει τις θεωρίες εκείνων στους οποίους επιτίθεται, ο Breivik αντιγράφει τον William S. Lind, διευθυντή του Κέντρου για τον Πολιτιστικό Συντηρητισμό στο Ίδρυμα του Ελεύθερου Κογκρέσου για να αποκηρύξει τα έργα σημαντικών στοχαστών, μεταξύ τους ο Freud, ο Marx, ο Gramsci, ο Adorno, ο Reich, ο Marcuse, ο Foucault και ο Derrida, και έχει μια ιδιαίτερη αντιπάθεια για τον Edward Said, τις μεταποικιακές σπουδές, τον μεταδομισμό και την queer θεωρία. Το υποδεικνυόμενο αντίδοτο είναι να εξοριστούν όλα από τα πανεπιστήμια, και με τον περιορισμό της ύλης σε συντηρητικούς στοχαστές αποκαθιστώντας την ευρωπαϊκή και τα επιτεύγματα του, συμπεριλαμβανομένων των ωφελειών της αποικιοκρατίας. Αυτό είναι ευκολότερο να ειπωθεί από το να γίνει όμως, καθώς η φανταστική εξουσία των διανοούμενων προδοτών είναι παντού και παντοδύναμη.

Η θέση του αδικημένου που επιτρέπει στον Breivik να προβεί σε μια «αντίσταση» ορίζεται με την υιοθέτηση δυο καινοτόμων συμπερασμάτων στα οποία κατέληξαν ακτιβιστές εντός του περιβάλλοντος της λευκής υπεροχής. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές αυτής του 1980, οι Αμερικάνοι λευκοί ρατσιστές υπέρμαχοι άρχισαν να κατανοούν πως είχαν χάσει τη μάχη για συνταγματική εξουσία.  Οι εχθροί της λευκής φυλής είχαν καταλάβει το κογκρέσο και είχαν καταργήσει τους φυλετικούς νόμους που προηγουμένως εξασφάλιζαν τα προνόμια των λευκών Αμερικανών. Ως εκ τούτου, ο 100% αμερικάνικος πατριωτισμός των τριών πρώτων κυμάτων της Κου Κλουξ Κλαν ήταν σίγουρα ξεπερασμένος. Η βία δεν έπρεπε πλέον να κατευθύνεται κυρίως εναντίον των μαύρων ή των νέων μεταναστών, αλλά στους προδότες της φυλής σε θέσεις εξουσίας. Όταν οι αστυνομικές αρχές και οι υπηρεσίες πληροφοριών μεταμορφώθηκαν από φίλοι σε εχθροί, η αντίσταση δεν μπορούσε πλέον να ακολουθεί το κλασικό μοντέλο, με οργανώσεις βασισμένες με κανονικά μέλη που μπορούσαν να είναι αντικείμενο διείσδυσης και παρακολούθησης. Αντίθετα, αναπτύχθηκε η στρατηγική της «ακέφαλης αντίστασης», με ένα τμήμα που παρέμεινε δημόσια νόμιμο για να προπαγανδίζει, και ένα μυστικό ένοπλο συνωμοτικών πυρήνων και εκτελεστών «μοναχικών λύκων», που ήταν οι ίσιοι υπεύθυνοι για τη χρηματοδότηση και την εκτέλεση των επιχειρήσεων.

Σημαντικό ρόλο για αυτή την εξέλιξη έπαιξαν οι πρώην ηγέτης της ΚΚΚ, Louis Beam, ο οντινιστής David Lane των οργανώσεων Silent Brotherhood και Wotanvolk, και ο William Pierce, συγγραφέας των λευκών ρατσιστικών μπεστ σέλλερ Turner Diaries και Hunter. Η αντίληψη αυτή διαδόθηκε σε όλο το παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον της λευκής υπεροχής, συμπεριλαμβανόμενης της Σουηδίας όπου ενέπνευσε (μεταξύ άλλων) τον Laser Man (Lasermannen), το ρατσιστή κατά συρροή δολοφόνο που στοίχειωνε τη Στοκχόλμη στις αρχές του 1990 και τον μιμητή του Laser Man 2, που πυροβόλησε μια σειρά από μουσουλμάνους μετανάστες ή που έμοιαζαν με μουσουλμάνους στο Μάλμο το 2009 και το 2010.

Τα κομμάτια του 2083 που σχετίζονται με οργανωτικά θέματα, τη στρατιωτική στρατηγική και προσφέρουν οδηγίες για την απόκτηση όπλων, τη κατασκευή βομβών, και το σχεδιασμό επιθέσεων είναι πλήρως ευθυγραμμισμένα με την οπτική της ακέφαλης αντίστασης.

 

Σε άλλα σημαντικά σημεία ο Breivik διαφωνεί με το χώρο της λευκής υπεροχής. Είναι ιδιαίτερα αμφίσημος πάνω στο φυλετικό ζήτημα, και το 2083 και κρατά αποστάσεις αλλά και υιοθετεί το ρατσισμό. Ο Breivik γράφει πως, αρχικά «δίστασα να συμπεριλάβω τη λέξη φυλή, λευκός ή εθνικότητα» καθώς είμαι «έπεισα τον εαυτό μου πρώτα και κύρια ήμουν εναντίον του Ισλάμ, και πως γράφοντας για χρώμα του δέρματος… απλά θα περιέπλεκε αυτή τη μάχη».

Ωστόσο, ως το τέλος, ο Breivik αποφάσισε να περιλάβει μεγάλα αποσπάσματα από το έντυπο του Βρετανικού Εθνικού Κόμματος (BNP), From Titans to Lemmings The suicide of the White Race. Σε ένα ζήτημα, η διάσταση με το χώρο της λευκής υπεροχής είναι οριστική. Ο Breivik δεν τρέφει καμιά εκτίμηση για τον αντισημιτισμό, και παροτρύνει τους πυρήνες ναζιστών μαχητικών ακτιβιστών να κρατήσουν το μίσος τους για τους μουσουλμάνους. Σε αυτό, ο Breivik υιοθετεί την φιλοϊσραηλινή δεξιά οπτική της EDL (English Defense League) και των Σουηδών Δημοκρατών (SD), θεωρώντας τους ισραηλινούς ακροδεξιούς πολιτικούς Avigor Lieberman και Benjamin Netanyahu ως φυσικούς συμμάχους στο πόλεμο εναντίον του Ισλάμ.

Ο φεμινισμός ως κίνημα για ισότητα και χειραφέτηση, εξόργιζε ιδιαίτερα τον Breivik. Χρησιμοποιώντας τυπικές πολιτιστικές συντηρητικές αντιλήψεις, ο Breivik επιτίθεται στο φεμινισμό ως μια ιδεολογία αντίθετη στη φύση που έχει υποσκάψει τις οικογενειακές αξίες και συνέβαλε στη Δυτική παρακμή. Γεννημένος το 1979, ο Breivik οραματίζεται με νοσταλγία έναν φανταστικό κόσμο της δεκαετίας του 1950, όταν οι άνδρες ήταν άνδρες, οι γυναίκες ήταν νοικοκυρές, τα παιδιά είχαν τρόπους, και όταν δεν υπήρχαν ούτε εγκληματικότητα και ούτε μουσουλμάνοι στις χώρες μας.

Οι φεμινίστριες προωθούν την πολυπολιτισμικότητα, την αγάπη για τους πρόσφυγες, και έχουν θηλυκοποιήσει τους δυτικούς άνδρες που έτσι έχουν χάσει την ικανότητα τους να πολεμούν. Αυτό διευκολύνει την μουσουλμανική προσπάθεια για τον εξισλαμισμό της Ευρώπης, που ο Breivik όπως οι συντηρητικές συγγραφείς Phyllis Chesler και η Melanie Phillips πιστεύουν θα οδηγήσει σε μια πραγματική (αντί φανταστικής) θηλυκής υποταγής. Αυτό ανοίγει την πόρτα για την είσοδο του άνδρα πολεμιστή-ήρωα.

Εμψυχωμένος από τις ηρωικές ιστορίες των σταυροφοριών, επικές ταινίες όπως οι 300, ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών, Τα Πάθη Του χριστού, τις σερβικές υπερεθνικιστικές αφηγήσεις των αιματοβαμμένων δραστηριοτήτων του Radovan Karadzic στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στη Βοσνία, και τα επιτεύγματα του στο World of Warcraft, ο Breivik αισθανόταν έτοιμος για μάχη.

Προερχόμενος από μια προνομιούχα οικογένεια, ο πατέρας του ήταν διπλωμάτης με έδρα στο Λονδίνο και το Παρίσι, και ο πατριός του αξιωματικός των ενόπλων δυνάμεων, ο Breivik μεγάλωσε στο Σκόγιεν, μια εύπορη περιοχή στο δυτικό Όσλο. Πήγε στο ίδιο δημοτικό όπως και τα παιδιά της βασιλικής οικογένειας, συνέχισε σε μια υψηλού κύρους σχολή οικονομικών, και ισχυρίζεται πως έγινε εκατομμυριούχος από επιτυχημένες επενδύσεις σε μετοχές και ψηφιακές επιχειρήσεις.

Ως λευκός, χριστιανός, ετεροφυλόφιλος άνδρας από μεγαλοαστική οικογένεια, ο Breivik πιστεύει πως έχει δικαιωματικά έχει εκ γενετής κάποια προνόμια που τώρα απειλούνται από κάθε είδους μειονότητα, ψευδαισθήσεις κοινωνικής ισότητας, και τη γενικότερη παρακμή της δυτικής κουλτούρας που έχουν ανοίξει τις πύλες της Ευρώπης στις στρατιές του δήθεν προαιώνιου εχθρού της, του Ισλάμ. Όπως και οι ριζοσπάστες συντηρητικοί φιλόσοφοι Julius Evola και ο νεότερος Ernst Jünger, ο Breivik είναι πεπεισμένος πως η δυτική αποσύνθεση μπορεί να θεραπευθεί μόνο με εξαγνιστική βία.

Το 2083 περιέχει δυο τελεσίγραφα. Πριν το 2020, οι Μουσουλμάνοι πρέπει να ασπαστούν το χριστιανισμό, να υιοθετήσουν χριστιανικά ονόματα, αν εγκαταλείψουν τις μη ευρωπαϊκές γλώσσες, και να ξεφορτωθούν τα ξενόφερτα έθιμα, ή να προετοιμαστούν για απέλαση και θάνατο. Οι ένοπλες δυνάμεις σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα πρέπει να πάρουν το πολιτικό έλεγχο μέσω πραξικοπημάτων, να κηρύξουν στρατιωτικό νόμο, να αναστείλουν το σύνταγμα, να εκτελέσουν όλους τους προδότες, να διώξουν όλους τους μουσουλμάνους και να απαγορεύσουν μόνιμα το Ισλάμ. Διαφορετικά, οι Ναΐτες Ιππότες «δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να πάρουν το ζήτημα στα δικά τους χέρια τους». Εντυπωσιακές επιθέσεις εναντίον προδοτών και μουσουλμάνων – όπως αυτές που έκανε ο Breivik στο κέντρο του Όσλο και στη κατασκήνωση νεολαίας στη Νήσο Ουτόγια – θα οδηγήσουν σε εμφύλιο πόλεμο. «Αθώοι άνθρωποι θα πεθάνουν, κατά χιλιάδες», αλλά «οι ανάγκες των πολλών θα υπερβαίνουν πάντοτε τις ανάγκες των λίγων».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s