Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα το Βήμα και συμπεριλαμβάνεται στον τόμο Πολιτικά 1975-1976 (Εκδ. Θεμέλιο, 1980). Ο Μάριος Πλωρίτης (1919-2006) ήταν δημοσιογράφος, κριτικός, μεταφραστής, λογοτέχνης, και θεατρικός σκηνοθέτης. 

 

*Έχει διατηρηθεί η γλώσσα και η ορθογραφία του συγγραφέα

«Το πιο ποταπό έγκλημα είναι να κάνεις έναν άλλον να υποφέρει, για να συντρίψεις τη θέληση-του… Τα βασανιστήρια είναι η πιο κατάφωρη άρνηση της ανθρώπινης υπόστασης, η έσχατη εξαθλίωση του ανθρώπινου όντας… Τα βασανιστήρια αποτελούν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας».

Έκθεση της «Διεθνούς Αμνηστίας» (1973),σελ. 22,27,29.

Λέγεται, και γράφεται, πως, απ’ την περασμένη Δευτέρα, κάθονται στο εδώλιο οι πιο αποτρόπαιοι απάνθρωποι που έδρασαν στην δικτατορική επταετία. Αλλά όχι: στο εδώλιο του Στρατοδικείου – εκεί προπάντων – κάθεται η ΙΔΙΑ Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ, στην πιο γυμνή, στυγνή και «συνεπή» όψη της. Χωρίς τη δικτατορία των «υπεράνθρωπων» δεν θα μπορούσε να οργιάσει, κι έτσι, ο εσμός των υπανθρώπων της Ασφάλειας και της ΕΣΑ -αλλά και χωρίς τη χορεία των βασανιστών δεν θα μπορούσε να επιζήσει η συμμορία των σφετεριστών. Οι λομπροζικές μορφές που «στολίζουν» την αίθουσα του Στρατοδικείου, προσωποποιούν το καθεστώς τόσο πιστά, όσο κι οι αγλαείς μορφές που «διανθίζουν» την αίθουσα του Εφετείου στον Κορυδαλλό. Ετούτες είναι αχώριστες από εκείνες, κι εκείνες ανύπαρκτες χωρίς ετούτες.

Τα βασανιστήρια κι οι βασανιστές δεν αποτελούσαν απλές μεθόδους και όργανα τού καθεστώτος. Ήταν η conditio sine qua non, η απαραίτητη προϋπόθεση της δικτατορίας, το βάθρο και το οξυγόνο της, το υπαρξιακό σύμβολο κι η «ιδανική» έκφανσή της. Δεν διαπράττανε απλή «κατάχρηση εξουσίας» και «παράνομη κατακράτηση» οι μανιακοί σαδιστές των βασάνων – εκφράζανε στο ακέραιο την εξουσία που είχαν καταχρασθεί οι στασιαστές, και την κατακρατούσαν παράνομα, και μανιακά την ασκούσαν. Τα άσημα (τότε) «παιδιά του λαού», που τυραννούσαν με τις πιο εωσφορικές μεθόδους εκατοντάδες συνανθρώπους-τους, για εβδομάδες και μήνες, στα άντρα της Μπουμπουλίνας, του ΕΑΤ και του ΚΕΣΑ, αποτελούν την «τέλεια» σύνοψη κι επιτομή των «διάσημων» εκείνων «παιδιών του λαού», που κατατυράννησαν, εφτάμισι χρόνια, ολόκληρο τον ελληνικό λαό, μεταβάλλοντας όλη την Ελλάδα σε ιδεατό άντρο βασανισμού κι εξευτελισμού και ταπείνωσης.

Το αλληλένδετο και αναπόσπαστο δικτατορίας και βασανιστηρίων διαπίστωσαν, άλλωστε, και διακήρυξαν διεθνείς οργανισμοί αδιάβλητου κύρους και αμεροληψίας. Η «Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων» του Συμβουλίου της Ευρώπης, ύστερα από δυο χρόνων έρευνες κι «ανακρίσεις», συμπέραινε στην έκθεσή της, που γεμίζει 1200 εφιαλτικές σελίδες:

«Η Επιτροπή δεν διατηρεί καμιάν αμφιβολία ότι βασανιστήρια έχουν επιβληθεί σε ωρισμένον αριθμό ατόμων… και επειδή είναι αναμφισβήτητη η «επανάληψη αυτών των πράξεων» και η «κρατική ανοχή» (κρίνει πως) η χρήση βασανιστηρίων στην Ελλάδα αποτελεί τρέχουσα διοικητική μέθοδο».

Νωρίτερα, οι απεσταλμένοι της «Διεθνούς Αμνηστίας» έγραφαν στην έκθεσή τους της 17.1.1968:

«..διαβεβαιώνουμε, με κάθε αντικειμενικότητα, ότι τα βασανιστήρια ασκούνται σκόπιμα και επίσημα, και έχουμε πεισθεί ότι αποτελούν μέθοδο, που χρησιμοποιείται εναντίον των Ελλήνων που θεωρούνται ύποπτοι ότι δρουν εναντίον της κυβερνήσεως».

Και στην τελική έκθεσή της (1973), η «Διεθνής Αμνηστία» τόνιζε και ξανατόνιζε πως η απριλιανή δικτατορία είναι

«ένα τυπικό στρατιωτικό καθεστώς που, για να κυβερνήσει, στηρίζεται στα βασανιστήρια»… πως «τα βασανιστήρια καθιερώθηκαν απ’ την πρώτη μέρα και έγιναν αναπόσπαστο μέρος του μηχανισμού καταπιέσεως των αντιπάλων»… πως «το καθεστώς αισθάνεται ότι είναι ακόμα αναγκασμένο να χρησιμοποιεί τα βασανιστήρια για να μπορεί να μείνει στην εξουσία».

Γιατί αυτός, βέβαια, είναι των βασανιστηρίων ο απώτερος σκοπός: να συντρίψουν τους λίγους, για να κυριαρχήσουν πάνω στους πολλούς. Βασανίζοντας τους πιο ενεργητικούς αντιπάλους-της, η δικτατορία δεν αποσκοπούσε μόνο ν’ αποσπάσει ομολογίες και πληροφορίες, δεν αποσκοπούσε μόνο να τους εξουθενώσει τη θέληση και την υπόσταση, «να τους εξοντώσει σαν ανθρώπινα όντα, να τους υποβιβάσει στο επίπεδο χαμερπούς ζώου», να μεταμορφώσει τον εχθρό-της σε καταδότη, να κάνει τον πολέμιό της περιφρονημένο πολέμιο των συμπολεμιστών του. Αποσκοπούσε, προπάντων, να εμποδίσει τις μυριάδες των παθητικών αντιπάλων

της να γίνουν αντίπαλοι ενεργητικοί, τρομοκρατώντας το σύνολο του πληθυσμού με τη διάδοση των βασανιστηρίων.

«Πήγαινε να πεις μετά όπου θέλεις πως σε βασανίσαμε» – έλεγε ο Χατζηζήσης στον σμήναρχο κ. Α. Μήνη – «θέλουμε να λέτε και θέλουμε να μαθαίνει ο κόσμος, για να μας τρέμει, ότι εδώ στην Ε.Σ.Α. βασανίζουμε».

Σημασία καμιά δεν έχει αν το θύμα είναι ένοχος ή αθώος, αν ξέρει ή δεν ξέρει κάτι. Με τα βασανιστήρια, θα μιλήσει και θα γίνει ένοχος.

«Αφού ξέρουμε πόση είναι η δύναμη των μυών και η ευαισθησία των νεύρων ενός αθώου, το πρόβλημα είναι να βρεις τον αναγκαίο βαθμό οδύνης που θα τον κάνει να ομολογήσει όποιο έγκλημα θέλεις», έγραφε πριν 210 χρόνια ο Βεκκαρίας. Και, στις μέρες μας, οι Νοτιοβιετναμέζοι βασανιστές έλεγαν με ζοφερό «χιούμορ»:

«Αν δεν είναι ένοχοι, βασανίστε τους ώσπου να γίνουν».

Κι όχι μόνο να γίνουν οι βασανιζόμενοι ένοχοι, αλλά να νιώσουν ενδεχόμενοι ένοχοι κι όλοι οι άλλοι, να συνειδητοποιήσουν όλοι πως είναι ύποπτοι ενοχής και υποψήφια αντικείμενα βασανισμού…

Μόνο που η τρομερή διαλεκτική της κόλασης και του τρόμου, περικλείνει μέσα-της τον ίδιο τον κολασμό της. Οι τρομαλέοι τύραννοι τρομοκρατούν για να επιβιώσουν, αλλά η τρομοκρατία ξαναγυρίζει απάνω τους, εξωθώντας τους σε ακόμα μεγαλύτερη τρομοκράτηση και βυθίζοντάς τους στον αβίωτο (γι’ αυτούς, προπάντων) φαύλο κύκλο του τρόμου, που τρέφεται απ’ τις σάρκες των άλλων – και τις δικές-του.

Έπειτα απ’ όλα αυτά – που οι Έλληνες τα ξέρουν τόσο καλύτερα απ’ τους ξένους, επειδή οι ξένοι «συνέπασχαν», ενώ οι Έλληνες έπασχαν – έπειτα απ’ όλα αυτά, αναρωτιόμαστε όλοι για τα «παράδοξα» των δικών, που άρχισαν εδώ κι ένα σχεδόν μήνα:

Σύμφωνα με ποια λογική και ηθική, από κάθε δίκη απουσιάζουν οι αναγκαίοι συγκατηγορούμενοι και, συχνά, οι κυριότεροι κατηγορούμενοι; Γιατί, απ’ τα εδώλια των «πρωταιτίων», λείπουν οι «συναίτιοι»… γιατί απ’ τα εδώλια των συνωμοτών του Φεβρουάριου, λείπουν οι αρχηγοί της συνωμοσίας… γιατί απ’ τα εδώλια των βασανιστών, λείπουν ο αρχιβασανιστής και οι προεξάρχοντες του καθεστώτος, που καθιερώσανε τα βασανιστήρια κι επιβιώσανε χάρη σ’ αυτά; Δίκιο, χίλιες φορές δίκιο, να τιμωρηθούν όσοι είχαν αποστολή-τους να διεκπεραιώνουν τις «βρώμικες δουλειές» της δικτατορίας. Αλλά τρισχίλιες φορές δίκιο, να τιμωρηθεί κι ολόκληρο το βρώμικο καθεστώς για το σύνολο των εγκλημάτων του, αρχίζοντας από εκείνους που όχι μόνο κίνησαν την εγκληματική μηχανή, αλλά και κούρδισαν και συντήρησαν όλες τις μηχανές εγκλημάτων της επταετίας, κι απολαύσανε τα ειδεχθή προϊόντα-τους…

Γιατί, λοιπόν, γίνεται το αντίθετο; Σε τι αποβλέπει η ταυτόχρονη διεξαγωγή των δικών, έτσι που κανένας να μη μπορεί να τις παρακολουθήσει στο σύνολο και στις λεπτομέρειές τους – μ’ όλο που αποτελούν την πιο διδακτική « αγωγή του πολίτη»; Και σε τι αποσκοπεί η σαλαμοποίηση των εγκλημάτων της δικτατορίας; Μήπως στη σαλατοποίηση των πάντων, έτσι που η μια δίκη να «πνίγει» την άλλη… το «στιγμιαίο» να παραμερίζει το «διαρκές»… οι κομπάρσοι να επισκιάζουν τους πρωταγωνιστές; και – προπάντων – οι εγκληματίες της επταετίας να «καλύπτουν» εγκλήματα που διαρκούν δεκαετίες ολόκληρες και αέναα γεννοβολούν εγκληματίες και κινηματίες, στασιαστές και βασανιστές, Εφιάλτες και πατραλοίες;

Ίσως, όμως τα «παράδοξα» αυτά να έχουν την εξήγησή τους σε μερικά άλλα, «παραδοξότερα».

Στον τομέα των βασανιστηρίων, λόγου χάρη. Εκατόν πενήντα χρόνια τώρα, απ’ το 1827, όλα τα ελληνικά Συντάγματα αναγράφουν στερεότυπα: «Αι βάσανοι απαγορεύονται». Αλλά στον Ποινικό Νόμο δεν υπάρχει καμιά διάταξη που να τιμωρεί αυτές τις απαγορευμένες βασάνους! Υπάρχουν, μόνο, άρθρα που κολάζουν τις «σωματικές βλάβες και κακώσεις». Πράγμα ολότελα διαφορετικό, φυσικά: γιατί η σωματική βλάβη είναι «στιγμιαία» (πάλι!) και περιστασιακή – ενώ τα βασανιστήρια είναι διαρκή και συστηματικά, προϋποθέτουν οργάνωση κι εκπαίδευση κι «επιστημονική» μέθοδο.

(Για τούτο κι ο Ποινικός Νόμος τιμωρεί με σχετικά ελαφρές ποινές τις σωματικές βλάβες. Κι αυτό, δίχως άλλο, εξηγεί – μαζί με άλλα – το απύθμενο θράσος των βασανιστών στο Στρατοδικείο: ξέροντας πόσο μικρές ποινές τους απειλούν, προσφέρουν στον εαυτό τους την «ηρωική» πολυτέλεια ν’ απειλούν εκείνοι τα θύματά τους, να τα βρίζουν, να τα προπηλακίζουν, να τα εξευτελίζουν (όπως «τότε»), με το μίσος και τη λύσσα του αγριμιού που πιάστηκε στο δόκανο, αλλά που ξέρει ότι δεν κινδυνεύει να χάσει παρά την άκρια της ουράς του… Ενώ αν ήξεραν πως η νομοθεσία μας τοποθετούσε (όπως η Γαλλική λ.χ.) το βασανιστή στην ίδια κατηγορία με τον δολοφόνο, θα είχαν, σίγουρα, παροπλίσει και τη «γενναιότητά» τους και την ιταμότητα και τη βορβορώδη χυδαιότητά τους. Και δεν θ’ αντιμετώπιζαν, ακόμα τώρα, τα θύματά-τους σαν «σκουλήκια που πρέπει να τα πατάς» και τους εαυτούς τους σαν τιμωρούς αγγέλους που «πρέπει να σκοτώνουν και να μην ελέγχονται»).

Ο Ποινικός μας Νόμος, όμως, «αγνοεί», παραδοξότατα, τα βασανιστήρια. Μ’ όλο που κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί πως οι μέθοδοι αυτές ήταν «άγνωστες» στους νομοθέτες μας – αφού και γνωστές ήταν στα Συντάγματά μας (μια και τις απαγορεύανε), και πασίγνωστες είναι στην Ιστορία. Η αρχαία Ελλάδα και η Ρώμη, οι ειδωλολάτρες που «εδίωκαν» τους χριστιανούς κι οι χριστιανοί που «εδίωκαν» τους ειδωλολάτρες, η Ιερή Εξέταση κι η αποικιοκρατία, η απολυταρχία κι ο ολοκληρωτισμός, οι δυτικές δημοκρατίες κι οι λαϊκές δημοκρατίες, χρησιμοποίησαν (και χρησιμοποιούν, αλίμονο!) τα βασανιστήρια σ’ όλη τους την κλίμακα, μ’ αποκορύφωμα τα τερατώδη θυσιαστήρια των χιτλερικών στρατοπέδων. Γιατί όσο πιο απολυταρχικό και κτηνώδες είναι ένα καθεστώς, τόσο πιο απόλυτη και κτηνώδη χρήση των βασανιστηρίων κάνει…

Ούτε κι η σύγχρονη Ελλάδα τα περιφρόνησε, άλλωστε. Στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, υπάρχουν λαϊκές γκραβούρες που εικονίζουν χωροφύλακες της οθωνικής εποχής να βασανίζουν «ατίθασους» πολίτες… Κι από τότε… Οι Ασφάλειες και τα Μακρονήσια κι οι «πρεσβείες» της Αεροπορίας και τόσοι άλλοι «Παρθενώνες», έγιναν «πεδία ασκήσεων» για τους Κάλιμπαν του σωματικού και ψυχικού βασανισμού.

Κι όμως: στο πείσμα της Ιστορίας και της ιστορίας μας, τα βασανιστήρια έμειναν «άγνωστα» στην ποινική μας νομοθεσία. Για δυο, τουλάχιστο, λόγους: Απ’ τη μια, επειδή τις «βασάνους», κατά κανόνα, τις ασκεί (ή τις επιτρέπει, που κάνει το ίδιο) η Πολιτεία. Και η Πολιτεία αποφεύγει να νομοθετεί εναντίον του εαυτού της.. Απ’ την άλλη, επειδή τα βασανιστήρια επιβάλλονταν σε (πραγματικούς ή υποθετικούς) εχθρούς της «καθεστηκυίας τάξεως» (κομμουνιστές και άλλους «δευτέρας τάξεως πολίτες»). Και η καθεστηκυία τάξις δεν είχε κανένα λόγο να προστατεύσει τους εχθρούς της απ’ τη δραστηριότητα των «φρουρών» της…

Τώρα, όμως, έγινε η «μεγάλη διαφοροποίηση»; απομονωμένη απ’ όλους, η απριλιανή δικτατορία στράφηκε εναντίον όλων και καταδίωξε, φυλάκισε, εξόρισε, βασάνισε, με την ίδια πανικόβλητη μανία, αριστερούς, κεντρώους και δεξιούς, «ερυθρόφρονες», ελευθερόφρονες κι «εθνικόφρονες». Και τότε μόνο, όταν το «δοκίμασαν» κι οι ίδιοι, «ανακάλυψαν» οι τελευταίοι εκείνο που «δεν έβλεπαν» ότι επιβάλλεται στους πρώτους. Τότε μόνο, φρύαξαν για ό,τι άλλοτε δέχονταν σαν «σωστό» ή ανέχονταν σαν «αναγκαίο κακό»…

Γι’ άλλη μια φορά, η ιστορική νομοτέλεια λειτούργησε ανελέητα: όταν «αγνοείς» (ή επωφελείσαι από) μεθόδους τυραννικές που ασκούνται πάνω σ’ άλλους, θα ‘ρθει ώρα που θα τις «γνωρίσεις» πάνω στον ίδιο τον εαυτό σου, και για όφελος άλλων…

Υπάρχουν, ωστόσο, δυο βασικές διαφορές ανάμεσα στα παλιότερα και στα δικτατορικά βασανιστήρια:

Πρώτα – πρώτα: ενώ, άλλοτε, οι βασανισμοί ήταν ένα μέσον που χρησιμοποιούσε εξαιρετικά το κράτος, σε ώρες οξύτητας της εσωτερικής πάλης – στην απριλιανή δικτατορία, αποτελούσαν τον απαράβατο κανόνα (μια και η «επανάστασις» βρισκόταν σε αδιάκοπη κι οξύτατη διάσταση με το σύνολο του λαού) και ταυτίζονταν απόλυτα μαζί της, όπως σημειώσαμε πιο πάνω, επειδή αποτελούσαν τον κυριότερο στυλοβάτη της.

Έπειτα: στην εποχή μας, τα βασανιστήρια επωφελήθηκαν, κι αυτά, από την τεχνική εξέλιξη και τελειοποιήθηκαν στο έπακρο, όπως όλα τ’ άλλα μέσα καταπίεσης και καταστροφής. «Τα βασανιστήρια. από χειροτεχνία που ήταν άλλοτε, έχουν αναχθεί σε τεχνολογία», λέει ένας Άγγλος μελετητής του «είδους», ο δρ. Timothy Sallis, του Εθνικού Νοσοκομείου του Λονδίνου.

Κι η «πολύτιμη» αυτή τελειότητα δεν μένει προνόμιο των «προηγμένων» μόνο χωρών. Ίσα-ίσα, αυτές φροντίζουν – με «Σχολές βασανιστηρίων» και με ειδικούς εκπαιδευτές, με πολύπλοκα όργανα και με σοφά «Εγχειρίδια» – να «μορφώνουν» τους υπανάπτυκτους στην ευγενή αυτή τέχνη. Φτάνει, φυσικά, οι υπανάπτυκτοι να είναι ενεργούμενα των «ανεπτυγμένων»… (Η έκθεση της «Διεθνούς Αμνηστίας» καταγράφει 64 χώρες – όλων των ηπείρων κι όλων των καθεστώτων – όπου απλώνεται αυτό το «καρκίνωμα των βασανιστηρίων» και δρα αυτή η «Διεθνής των βασανιστών», μεταλαμπαδεύοντας κι ανταλλάσσοντας εφόδια, γνώσεις και «γνώστες»).

Φυσικά, καμιά κυβέρνηση δεν παραδέχεται πως χρησιμοποιεί βασανιστήρια και κανένας βασανιστής δεν ομολογεί πως βασανίζει – άμα έρθει η ώρα να κριθεί, τουλάχιστο. Οι πρώτες επειδή «ντρέπονται» κι οι δεύτεροι επειδή τρέμουν. Έτσι, σήμερα, ο διάλογος γύρω στο οικτρό τούτο θέμα γίνεται ανάμεσα σε «πολέμιους των βασανιστηρίων και σε ψεύτες»…

Ο Παπαδόπουλος λ.χ. διατυμπάνιζε πως θα εκτελούσε με τα ίδια του τα χέρια, στην πλατεία Συντάγματος, όλους τους «αποδεδειγμένους βασανιστάς» (και, φυσικά, κανένας δεν «αποδείχθηκε» επί της βασιλείας του), ενώ ο ίδιος κι ο Παττακός έδιναν τον λόγο της τιμής- τους πως θ’ αυτοκτονούσαν αν γίνονταν βασανιστήρια (και, φυσικά, χαίρουν άκρας υγείας, οι πανέντιμοι).

Το «ίσο», σ’ αυτές τις μελοδραματικές κορώνες, τους κρατούσαν, άλλωστε, οι υπερατλαντικοί μαέστροι τους, που δεν έπαυαν να διαβεβαιώνουν πως οι κατηγορίες για βασανιστήρια είναι «επινοήσεις του Διεθνούς Τύπου», ενώ ο εδώ πρεσβευτής τους, Η. Tasca, έλεγε, τον Γενάρη 1972, στην Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων, πως «δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι η ελληνική κυβέρνηση ασκεί πολιτική βασανιστηρίων»…

Στάση απόλυτα δικαιολογημένη, βέβαια, αφού η Ελλάδα αποτελεί ένα απ’ τα προκεχωρημένα φυλάκια της αυτοκρατορίας τους, όπου η ικανότητα της «Μητέρας των Δημοκρατιών» να πατάσσει τους αντιπάλους της πρέπει ν’ αποδειχθεί με κάθε μέσο – έστω (και είθε) το πιο τυραννικό. Καθώς έλεγε, πριν εφτά χρόνια, ο Jean-Paul Sartre, σχολιάζοντας την απόφαση του «Δικαστηρίου Bertrand Russell», που δίκασε τα αμερικανικά εγκλήματα στο Βιετνάμ,

«… στο κάτω-κάτω, η Ελλάδα είναι κι αυτή χώρα αγροτική, μπήκε κι αυτή στο δικτατορικό ζυγό, η προειδοποίηση ισχύει και γι’ αυτήν: υποταγή ή πλήρης εξόντωση»…

Αλλά το άκρον άωτον του συνειδητού και πελώριου ψεύδους για ένα πελώριο κι ολοφάνερο έγκλημα, το έδωσε ο πιο απίθανος μάρτυρας στη δίκη της Νυρεμβέργης. Απίθανος, επειδή ήταν δικαστικός κι επειδή πήγε να καταθέσει υπέρ των Ες Ες. Στο δικαστήριο, μίλησε για τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως – που κανένας δεν αγνοεί την δαντική φρικαλεότητά τους και που ως κι ο κατηγορούμενος Baldur von Schirach (ο αρχηγός της χιτλερικής νεολαίας) ονόμασε «την πιο τερατώδη και σατανική σφαγή, στην παγκόσμια ιστορία». Αλλά ο εντιμότατος δικαστικός – που είχε επιθεωρήσει τα στρατόπεδα κατ’ εντολή του… Himmler – δεν δίστασε να τα περιγράφει έτσι, αρχίζοντας απ’ το Buchenwald:

«Το στρατόπεδο είχε θαυμάσια θέα. Τα κτίρια ήταν καθαρότατα και φρεσκοβαμμένα. Υπήρχαν πολλές πρασιές και λουλούδια… Οι κρατούμενοι ήταν υγιείς και καλοθρεμμένοι, και ζούσαν κανονική ζωή… Παρακολουθούσαν και οργάνωναν κινηματογραφικές προβολές, μουσικές παραστάσεις και αθλητικούς διαγωνισμούς… Είχαν στη διάθεσή-τους μια μεγάλη βιβλιοθήκη, καθώς και έναν οίκο ανοχής (sic). Όλα τα στρατόπεδα ήταν περίπου σαν το Buchenwald…».

Δεν αμφιβάλλουμε πως κάπως έτσι θα περιγράφουν τον ευαγή οίκον της ΕΣΑ, οι σημερινοί κατηγορούμενοι κι οι υπερασπιστές τους. Το μόνο περίεργο είναι πως ο λαμπρός εκείνος δικαστικός, που απεικόνιζε με τόσο λυρισμό την «ευγενή δραστηριότητα» και τις «αγαθές προαιρέσεις» της χιτλερικής ΕΣΑ, λεγόταν Morgen και όχι Schwarz-Pfeffer (Καραπιπέρης). Και το διόλου περίεργο, πως έμεινε ατιμώρητος, όπως κι ο ημεδαπός ομόλογός του…

Λέγαμε, στην αρχή, πως, στο εδώλιο του Στρατοδικείου, κάθεται η ίδια η δικτατορία. Αλλά, σε τέτοιες ώρες, βρίσκεται υπόδικος κι Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΜΑΣ. Όπως οι βασανιστές δεν θα μπορούσαν να δράσουν χωρίς τα καθεστώτα που τους στηρίζουν και τα στηρίζουν, έτσι και τα καθεστώτα των βασανιστηρίων δεν θα μπορούσαν ν’ «ανθίσουν» χωρίς την προστατευτική σκιά του πολιτισμού μας. Ύστερα από τόσους αιώνες «προόδου», ο περιβόητος αυτός πολιτισμός καταφεύγει, για να υπάρξει, σε βασανογόνα συστήματα, που αποτελούν την πιο γοερή άρνηση του Πολιτισμού. Και, γι’ αυτό το πελώριο αίσχος, κανένας δεν είναι αθώος. Είμαστε όλοι ένοχοι, είτε επειδή τα εφαρμόζουμε, είτε επειδή τα ανεχόμαστε, είτε επειδή δεν τα πολεμάμε ως την ολοκληρωτική εξαφάνισή-τους.

[17.8.1975]

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s