Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο  περιοδικό Russian Review, Vol. 56, No. 1 (Ιαν., 1997), διαθέσιμο στην ιστοσελίδα libcom.org. Ο  Jeffrey J. Rossman είναι αναπληρωτής καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας (πρώτης δημοσίευση στο provo.gr)

 

Τον Απρίλιο του 1932, ο Nikolai Shvernik, ο επικεφαλής του Κεντρικού Συμβουλίου της Ένωσης Εργατικών Συνδικάτων, ενημέρωσε το Stalin και τον Lazar Kaganovich πως οι Σοβιετικοί εργάτες εξεγείρονταν εναντίον των συσιτίων «λιμοκτονίας» που εφαρμόστηκαν από τη πρώτη του μήνα. Ο Shvernik δεν έδωσε λεπτομέρειες για το πιο σοβαρό επεισόδιο της αναταραχής – ένα κύμα απεργιών από περισσότερους δεκαέξι χιλιάδες εργάτες της κλωστοϋφαντουργίας στην Βιομηχανική Περιοχή του Ιβάνοβο (IPO) – επειδή ο ίδιος ο Kaganovich οργάνωσε την καταστολή των διαμαρτυριών. Αν και ο Stalin το ήξερε ήδη από τις αναφορές της OGPU (μυστική αστυνομία) πως οι πολιτικές του είχαν απογοητεύσει την εργατική τάξη, ο Shvernik τόνισε πως η πρόσφατη αναταραχή χαρακτηρίζονταν από πολιτικούς υπαινιγμούς: «Σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν, αντεπαναστατικά και τροτσκιστικά στοιχεία προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τις προσωρινές δυσκολίες στην εργατική τροφοδοσία».

Αν και οι απεργίες στην IPO δεν έγιναν ποτέ ευρύτερα γνωστές, χρησίμευσαν ως το υποκείμενο των ομιλιών στο εθνικό συνέδριο των συνδικάτων που πραγματοποιήθηκε εκείνο το μήνα στη Μόσχα. Στη διάρκεια εμφανίσεων μπροστά στους εκπροσώπους ο Shvernik γελοιοποίησε τους αξιωματούχους από τις πόλεις που πραγματοποιήθηκαν οι απεργίες, ο Ian Rudzutak, ο επικεφαλής της Επιτροπής Κεντρικού Ελέγχου του κόμματος, παραδέχτηκε πως οι εργάτες ήταν «ποτισμένοι με κακή διάθεση», και ο Kaganovich απέδωσε τη κρίση ηθικής στις «μικροαστικές» νοοτροπίες των νέων εργατών, την ύπαρξη «αστικών επιρροών» μεταξύ των έμπειρων εργατών, και την «υπονομευτική δράση» «ταξικά ξένων στοιχείων» που δήθεν είχαν εισχωρήσει στις Σοβιετικές επιχειρήσεις. Κυκλοφορώντας κρυφά μεταξύ των Κομμουνιστών το 1932, η πλατφόρμα του Riutin έλεγε πως το καθεστώς θα έπρεπε να ανατραπεί από τις μάζες αν ο Stalin  δεν απομακρύνονταν από την εξουσία και οι καταστροφικές του οικονομικές πολιτικές δεν εγκαταλείπονταν.

Αρκετοί ερευνητές μελέτησαν την εργατική αντίσταση υπό το Stalin, αλλά η μη πρόσβαση σε πηγές το έχουν κάνει δύσκολο για αυτούς να ανακατασκευάσουν τις εξεγέρσεις που διαμόρφωσαν τις μάχες για τη πολιτική και την εξουσία στη Μόσχα. Χρησιμοποιώντας νέες πηγές αρχείου, το παρόν άρθρο προσφέρει την πρώτη αφήγηση για μια από τις απεργίες που πραγματοποιήθηκαν τον Απρίλιο του 1932. Με την εστίαση κυρίως στην απεργία στο Τίκοβο, δεν χρησιμοποιώ  την ευκαιρία να προσφέρω μια αφήγηση της «μεγάλης εικόνας» των γεγονότων που επιτάχυναν τη μεταμόρφωση στις σχέσεις μεταξύ του σταλινικού καθεστώτος και της σοβιετικής κοινωνίας. Μια τέτοια αφήγηση είναι εξαιρετικά αναγκαία, αλλά ο πλούτος των πηγών απαιτεί να γραφεί ένα κεφάλαιο τη φορά. Ένα δράμα καθημερινών ανθρώπων που παλεύουν να ξεπεράσουν μια εξαιρετική κατάσταση, η εξέγερση στο Τίκοβο ωστόσο αποκαλύπτει πολλά για τη δυναμική της τάξης, του φύλου και των ταυτοτήτων στη σταλινική Ρωσία.

Το ηθικό των εργατών στη κλωστοϋφαντουργία στο Τίκοβο, μια από τις παλιότερες πόλεις με κλωστήρια στην IPO (πληθυσμός 24000) και το σημείο ενός τεράστιου συγκροτήματος υφαντουργίας, έπεφτε ήδη για μήνες. Ελλείψεις φαγητού, καυσίμων, και ακατέργαστου βαμβακιού, υποβάθμιση της παραγωγής κι των αμοιβών, αντιδημοφιλή μέτρα εντατικοποίησης της εργασίας, μη ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης, και η εισροή άπειρων εργατών δημιούργησαν μια εκρηκτική κατάσταση. Επιδεινώνοντας τη κρίση, εκατοντάδες οικογένειες αγροτών εγκατέλειψαν πρόσφατα τις συλλογικές φάρμες της περιοχής. Ένας γνωστός, ντόπιος συντάκτης εφημερίδας του Τίκοβο, ο Nikolai Kochnev, κατέγραψε τις ανησυχίες του σε ένα ημερολόγιο:

«31.03.32: ‘Έχουμε χτίσει τις βάσεις του σοσιαλισμού’ (από ένα διάγγελμα του TsK VKP(b)). Η αντίληψη είναι πολύ σχετική, επειδή δεν είναι εύκολο να κατανοήσεις που αρχίζει και που τελειώνει το θεμέλιο.

[Νωρίς] τον Απρίλιο του 1932: Η κατάσταση στη χώρα είναι πραγματικά τεταμένη. Δεν υπάρχει αρκετό ψωμί…. Για το ταξικό εχθρό, είναι εύκαιρο πεδίο για μάχη, για κουτσομπολιό…. Οι μικροαστοί (meshchanstvo) κάθε βαθμίδας αρχίζει να γκρινιάζει έντονα. Το είδος κάθε εργασίας άρχισε να θυμίζει την εποχή του κομμουνισμού του πολέμου. Μερικά σαμποτάζ έχουν αναφερθεί…. Οι εργατικές υποχρεώσεις έχουν θυμώσεις τους χωρικούς.»

Παρασκευή, 8 Απριλίου 1932

Ο «ταξικός εχθρός» άρχισε το έργο του εκείνη τη μέρα στο μηχανουργείο του εργοστασίου βαφής, όταν διαδόθηκε μεταξύ των εργατών πως οι μερίδες είχαν μειωθεί από 31 έως 47 τις εκατό. Οι (άνδρες) μηχανοδηγοί εξέφρασαν τη δυσαρέσκεια τους και στήριξαν την πρόταση ενός τεχνίτη (Kobakov) να καλέσουν ένα διαχειριστή. Ο απεσταλμένος τους επέστρεψε με εμπρηστικά νέα: ο διευθυντής του εργοστασίου (Novikov) αρνήθηκε την έκκληση για συζήτηση. Η δυσαρέσκεια για τη νέα πολιτική σύντομα έδωσε τη θέση της στα παράπονα για το πως αντιμετώπιζε η διεύθυνση τους εργάτες. Πληροφορημένος πως οι εργασίες στο μηχανουργείο είχαν σταματήσει εντελώς, ο Novikov εμφανίστηκε  – μαζί με τον κομματικό γραμματέας του κλωστηρίου (Bazarkin) –  για να αποκαταστήσει την τάξη, αλλά είδε πως εργάτες από τα τμήματα τελειώματος και συσκευασίας είχαν ήδη προσχωρήσει στη διαμαρτυρία. Όταν ρωτήθηκαν για τις μερίδες από μια ομάδα ογδόντα εργατών, ο Novikov άρχισε να κωλυσιεργεί: «Είναι κρατικό διάταγμα, και δεν υπάρχει τίποτα για να σας εξηγηθεί». Οι απεργοί επέμεναν, ωστόσο, να απαντήσει στις ερωτήσεις τους. στη διάρκεια των ανταλλαγών που ακολούθησαν, ο Gavril Chernov, ένας τριανταεφτάχρονος συναρμολογητής με δεκαοχτώ χρόνια εμπειρίας  στις μηχανές, καταφέρθηκε εναντίον της νέας πολιτικής: «Το ήξερα ‘ήδη από πριν πως το κόμμα  εκτελούσε μια λανθασμένη πολιτική, και πως η μείωση των μερίδων θα γινόταν με κάποιο άλλο τρόπο – μέσω περιορισμού των μερίδων το φθινόπωρο. Είναι αδύνατο για το εργάτη να δουλέψει με αυτό το επίπεδο μερίδων. Πράγματι είναι λιμοκτονία!». Ο Chernov επίσης μίλησε ενάντια στην μείωση των μερίδων των εξαρτωμένων (ΣτΜ: μέλη της οικογένειας που δεν μπορούσαν να εργαστούν), συγκρίνοντάς τες σαρκαστικά με τις γενναιόδωρες μερίδες που απολάμβαναν οι διευθυντές: «Ένα μέλος της οικογένειας δε μπορεί να ζήσει με τέσσερα κιλά [η ποσότητα ψωμιού που δινόταν στους εργάτες κάθε δέκα ημέρες]. Εσείς οι ίδιοι δε θα μπορούσατε να ζήσετε με τέσσερα κιλά». Αν και απογοητευμένοι με την απάντηση της διεύθυνσης, οι απεργοί επέστρεψαν τελικά στην εργασία τους.

Σάββατο, 9 Απριλίου

Το επόμενο πρωί οι εργάτες έφτασαν στο εργοστάσιο βαφής και εξέφρασαν ξανά τις ανησυχίες τους για τα νέα επίπεδα των μερίδων. Εκατόν είκοσι τέσσερις από αυτούς άφησαν τα εργαλεία τους στις 9:30 πμ σε στήριξη προς την έκκληση του Chernov και του Vasilii Shishkin – ένα τρανταεφτάχρονο συναρμολογητή με είκοσι χρόνια εμπειρίας – για μια αυθόρμητη συνέλευση. Τα μέλη από την επιτροπή του εργοστασίου (Fabkom) πήγαν στο σημείο, αλλά οι εξηγήσεις δεν ήταν ικανοποιητικές. Μάλλον, η άρνησή τους να συγκαλέσουν συνέλευση επιδείνωσε τις εντάσεις, όπως και η απάντηση ενός Κομμουνιστή επιστάτη: «Κανένα πρόβλημα, δεν θα τα τινάξετε κιόλας!». Το πάθος τους φούντωσε , οι εργάτες αιτήθηκαν να συγκαλέσει συνέλευση ο Novikov, αλλά έδειξαν τη θέλησή τους για συμβιβασμό δεχόμενοι να γίνει έξω από το κανονικό ωράριο εργασίας.

Αν και αρκετά ενήμεροι της εκρηκτικής κατάστασης στο ηθικό μεταξύ των εργατών, οι ηγέτες του Τίκοβο ένοιωσαν έκπληξη από τα γεγονότα της ημέρας. Στη μοναδική του καταγραφή στη διάρκεια της απεργίας , ο Kochnev παραδέχτηκε πως δεν θα πίστευε ποτέ τις φήμες που άκουγε αν δεν αντιμετώπιζε προσωπικά τις δυνάμεις που τις είχαν απελευθερώσει:

«09.04.1932: … Οι μερίδες για τους εργάτες μειώθηκαν, έτσι άρχισαν να κάνουν φασαρία. Το εργοστάσιο βαφής του Τίκοβο – είναι αδύνατο να το πιστέψω – έχει προχωρήσει σε απεργία. Ναι, ναι! … μια πραγματική ιταλική απεργία. Τι τρόμος. Το δέκατο πέμπτο χρόνο της επανάστασης, και ξαφνικά…. Απλά δε μπορεί. Αλλά;…

Περπάτησα στη πόλη σήμερα, εκνευρισμένος από τα νέα του τι είχε συμβεί. Η όψη μου ήταν σοβαρή και σφιγμένη. Κοντά στη κοοπερατίβα… ένας εργάτης που είχε πιει αρκετά με σταμάτησε και άρχισε να φωνάζει δυνατά στο αυτί μου: «Φίλε μου, πότε θα μας αφήσεις να φάμε, διάβολοι!».

Αν ο Konchev το βρήκε δύσκολο να αντιληφθεί τη τροπή των γεγονότων στο εργοστάσιο, θα πρέπει να έμεινε άναυδος με ότι ακολούθησε.

Κυριακή, 10 Απριλίου

Μόνο 130 εργάτες στη κλωστοποίηση και στην ύφανση – κυρίως Κομμουνιστές και Κομσομόλοι (ΣτΜ: μέλη της κομμουνιστικής νεολαίας) – παρουσιάστηκαν στις θέσεις τους το επόμενο πρωί. Ο Chernov έφτασε στο μηχανουργείο στις 7:30 το πρωί και συντάχθηκε με τον Shishkin και άλλους ενάντια κάμποσων μηχανικών που ήθελαν να εργαστούν. Σύντομα μια ομάδα γυναικών απεργών (στη κλωστοποίηση και στην ύφανση) παρενέβησαν: «Πραγματικά δε θέλετε να φάτε;», ρώτησαν δύσπιστα. Η συζήτηση έληξε, και ο Shishkin οδήγησε τους πάντες στο εργοστάσιο βαφής, όπου οι συζητήσεις για τη τροφοδοσία είχαν ήδη ξεκινήσει. Στο μεταξύ, ομάδες υφαντριών και λίγες κλώστριες και απογοητευμένοι κομμουνιστές χτένισαν το εργοστάσιο για όσους είχαν ξεμείνει, κάνοντας έκκληση σε όλους να απεργήσουν («Σταματήστε τη δουλειά! Όλοι οι εργάτες έφυγαν από το εργοστάσιο!»), σταματώντας με τη βία τις μηχανές, και προειδοποιώντας όσους ήταν στο ξετύλιγμα του βαμβακιού να «σταματήσουν τη δουλειά – και αν δε το κάνουν θα κατέληγαν με το κεφάλι μέσα στη μηχανή». Τα επίπεδα του εργοστασίου άδειασαν γρήγορα, και το πλήθος στην αυλή έφτασε περισσότερους τις δυο χιλιάδες.

Ενώ κινητοποιούσαν τους εργάτες, μερικοί απεργοί απείλησαν κομματικούς πιστούς. Για παράδειγμα, το μέλος της νεολαίας Malov ανέφερε πως μια ομάδα γυναικών υφαντριών προσπάθησαν να τον εκπαραθυρώσουν στο ποτάμι, και πως ξέφυγε από την εκδίκηση μόνο όταν αρκετοί Κομμουνιστές παρενέβησαν. Αν και τέτοια γεγονότα αποδόθηκαν στον Shishkin, είναι ξεκάθαρο πως οι εργάτες που επέβαλαν την απεργία γενικά δρούσαν με δική τους πρωτοβουλία.

Όταν ο Chernov έφτασε στην αυλή, μια γυναίκα καταδίκαζε δημόσια την απόδοση της κοοπερατίβας. Στη συνέχεια ο Shishkin κάλεσε τους απεργούς να μην απαιτήσουν τίποτα πέρα από καλύτερες μερίδες, να αντισταθούν στην πρόκληση (όπως στις απειλές της Fabkom να τους στερήσει συνολικά από τις μερίδες τους), και να προσέχουν την oGPU, που προσπάθησε να τον «διερευνήσουν» το προηγούμενο βράδυ ¨με την πρόφαση ότι είχε φτιάξει κλειδιά». Ακολουθήθηκε από τον Vakhrovskii, που είπε για τη δική του συνάντηση με τη μυστική αστυνομία και αιτιολόγησε τη στήριξη του για την απεργία με μια αναφορά στις ευθύνες του ως κεφαλή μιας οικογένειας: «Είναι αδύνατο για μια οικογένεια να επιβιώσει με τέσσερα κιλά ψωμιού. Έχω μεγάλη οικογένεια. Δεν θα έχουμε τίποτα για να ζήσουμε». Οι ομιλίες τους χειροκροτήθηκαν από το πλήθος, η αντίδραση όμως στους εκπροσώπους του κόμματος και του συνδικάτου που ήταν αντίθετα με την απεργία ήταν ανυπόμονη («Ψωμί… δώστε μας ψωμί, και μετά θα δουλέψουμε», «Ξεκουμπιστείτε από εδώ!») και εχθρική («Κάτω οι ανόητοι με τα μεγάλα στόματα!», «Σκούπισε τη μύτη σου, μυξιάρικο!», «Κάτω οι πόρνες!). ήταν φανερό πως οι αντίπαλοι της άμεσης δράσης στερούνταν της εξουσίας μέσα στη βάση.

Με ηγέτες τον Shishkin και τον Chernov, οι απεργοί έκαναν διαδήλωσαν προς το κέντρο της πόλης. Εκατοντάδες ενώθηκαν με την πορεία καθώς έκανε τη διαδρομή της μπροστά από τους μύλους και μέσα από τους δρόμους του Τίκοβου. Στο δρόμο, οι απεργοί σταμάτησαν να στη κοοπερατίβα και απαίτησαν ακρόαση με το διευθυντή της. έλειπε – ή κρυβόταν – έτσι πήγαν στο σοβιέτ της πόλης (gorsovet). Αν και τέσσερα μέλη του προεδρείου του, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου, υποστήριξαν την απεργία, ο αξιωματούχος που βγήκε στο μπαλκόνι επέμενε να γυρίσουν όλοι στη δουλειά τους. οι απεργοί απέρριψαν την απαίτηση, αλλά τελικά κατευθύνθηκαν στο σημείο που προτάθηκε για διαπραγματεύσεις: το θέατρο της πόλης.

Όταν έφτασαν στη πλατεία, το πλήθος ξεπερνούσε τις τέσσερις χιλιάδες. Αν και ικανοποιημένος που οι εργάτες έδειχναν μεγάλο βαθμό αλληλεγγύης, ο Shishkin ένοιωθε αμήχανα που πολλοί που δεν είχαν σχέση με το εργοστάσιο – «ανάπηροι, νοικοκυρές… κουλάκοι, και lishentsy [άτομα που είχαν στερηθεί τα πολιτικά τους δικαιώματα]» – είχαν ενωθεί με τους διαδηλωτές, είτε από περιέργεια ή είτε από συμπάθεια. Κράτησε τις ανησυχίες του για τον ίδιο, ωστόσο, αναμφίβολα αντιλαμβανόμενος πως τα επιπλέον κορμιά αύξαναν την δύναμη της εργατικής διαμαρτυρίας.

Στο μεταξύ, πολλοί παρατηρητές – συμπεριλαμβανομένων τεχνητών, ξυλουργοί, χωρικοί, και συνταξιούχοι – συμφωνούσαν πως «είναι πολύ δύσκολο για ένα εργάτη να ζήσει με μια τέτοια μερίδα», και αντέδρασαν με συμπάθεια στις ομιλίες των εργατών. Ο Andrian Lipin, ο σαραντενάχρονος επικεφαλής παραγωγής σε μια ένωση τσαγκάρηδων και που ήταν κριτικός για πολύ καιρό απέναντι στο καθεστώς, μοιράστηκε τη γνώμη του με τους συναδέλφους του: «Οι εργάτες απεργούν και έχουν δίκιο να το κάνουν. Με τα μέσα αυτά θα κερδίσουν το δίκιο τους». Αφού διακήρυξε πως «δεν πρέπει να υποφέρουμε άλλο» και βεβαιώνοντας πως οι διαδηλωτές «θέλουν οι εργάτες στα γειτονικά εργοστάσια… να απεργήσουν», απηύθυνε μια απειλή προ το πρόεδρο της ένωσης («Σύντομα θα έρθουμε να ζητήσουμε ψωμί από σένα») και έκανε έκκληση για αλληλεγγύη. Κεφαλή μιας μεγάλης οικογένειας, ο Lipin πέρασε πολλές ώρες στη πλατεία. Μπήκε στη διαδικασία μόνο μια φορά, ωστόσο, όταν μίλησε ενάντια της απαίτησης του gorsovet για εκλογή μιας απεργιακής επιτροπής. Μια τέτοια κίνηση, πίστευε, θα έκανε τους «ηγέτες» του κινήματος πιο ευάλωτους σε σύλληψη.

Γεμάτος ενδιαφέρον από αυτά που έχει δει ως εκείνη τη στιγμή, ο πενηνταπεντάχρονος συνταξιούχος Vasilii Khudiakov έφτασε στη πλατεία στις 11 το πρωί. Η συγκέντρωση ήταν σε εξέλιξη ήδη για κάμποση ώρα: ο Shishkin, ο Chernov και άλλοι αποκήρυξαν τις περικοπές («Είναι αδύνατο να ζήσουμε με τέτοιες μερίδες!»), ενώ μια υφάντρια και απεργός ακτιβίστρια με το όνομα Mokeeva επιτέθηκε στα προνόμια της διεύθυνσης («Πρέπει να τους κάνουμε να κρατήσουμε τις παλιές μερίδες και να περικόψουμε των στελεχών – γιατί τρώνε, ενώ εμείς λιμοκτονούμε!»). κατά διαστήματα και ανεπιτυχώς, οι αξιωματούχοι της πόλης προσπάθησαν να επαναφέρουν την τάξη. Σύντομα ο Khudiakov «προσέγγισε το βήμα»: «Ένας εργάτης… μου ζήτησε να μιλήσω», ανέφερε, «συμφώνησα, αλλά πρώτα… έμαθα ποιες ήταν οι απαιτήσεις των εργατών, και μου είπαν… πως ζητούσαν να κρατηθούν οι μερίδες του Μαρτίου, και τίποτα άλλο. Με αυτή τη οδηγία, μίλησα – όχι σαν ένας από τους εργάτες του μύλου, αλλά ως συνταξιούχος εργάτης που στήριζε τις απαιτήσεις των εργατών». Ο Khudiakov μετέφερε την ομιλία του στους ανακριτές:

«Έχουμε πάει από τη λενινιστική πείνα στη σταλινική πείνα. Δεν υπάρχει καμιά βελτίωση το 1932 σε σχέση με το 1919. Θεωρώ αυτή τη πολιτική του σοβιετικού καθεστώτος ουτοπική επειδή από στη μια άκρη του κράτους σκάβουμε χαρακώματα, αλλά εσωτερικά χάνουμε την εμπιστοσύνη των εργατών»… [Μετά] εξήγησα στους εργάτες τις αιτίες του λιμού του 1919 και τη προσέγγιση του λιμού του 1932, που προκλήθηκε από την ανεξέλεγκτη εξαγωγή… του ψωμιού, ανεπαρκή αποθήκευση, και την απουσία ενός συστήματος ελέγχου».

Οι μάρτυρες κατέθεσαν πως ο Khudiakov επίσης εξέφρασε μια σειρά από «αντισοβιετικές» δηλώσεις που ήταν κριτικές για τους ελίτ της χώρας και απέδωσε τις κακουχίες του λαού στις «ουτοπικές» τους πολιτικές:

«Πρέπει να μειώσουμε τις μερίδες του Κόκκινου Στρατού και της GPU, γιατί γίνονται πλαδαροί ενώ οι εργάτες πεινάνε… Οι Κομμουνιστές και η GPU ζουν καλά, κερδίζουν πολλά, και απολαμβάνουν καλές μερίδες.

Η νέα αστική τάξη – οι Κομμουνιστές – μένουν στα σπίτια των πρώην ιδιοκτητών των μύλων… Ζουν καλά, έχουν τα δικά τους αποκλειστικά μαγαζιά, αλλά όλοι οι άλλοι πεινούν.

Στη διάρκεια των τελευταίων τριάντα έξι χρόνων δεν έχω δει τους εργάτες του Τίκοβο να μένουν χωρίς ψωμί, αλλά τώρα έγινε και αυτό. Ο Lenin είναι σίγουρο πως δεν θα το επέτρεπε αυτό…. Αλλά τώρα δεν έχουμε ένα «Κομμουνιστικό» κόμμα, αλλά ένα είδος «ουτοπίας».

Αυτό το καθεστώς είναι «ουτοπία». Η εργατική τάξη εξαφανίζεται.

Δέκατο τέταρτο έτος της επανάστασης – και η πείνα συνεχίζεται.

Η πολιτική του Lenin (sic) και το σοβιετικό καθεστώς έχουν λάθος.

Πρέπει να κάνουμε μποϊκοτάζ στο σοβιετικό καθεστώς

Πρέπει να ανατρέψουμε το σοβιετικό καθεστώς…. Η βοήθεια προς τους εργάτες θα έρθει από έξω…. Όχι μόνο οι Σοβιετικοί αλλά και ξένοι μεταλλωρύχοι θα στηρίξουν τις απαιτήσεις μας επειδή… [κάποτε] πήγαν σε απεργία και κέρδισαν.

Αν το ψωμί δεν αυξηθεί και είναι να μείνουμε έτσι, τότε είναι καλύτερα να ξεφορτωθούμε την Σοβιετική εξουσία!»

Μη αντέχοντας τις αποκλίσεις στις πηγές, είναι ξεκάθαρο πως ο λόγος του Khudiakov ήταν διανθισμένος με γενναίες δόσεις αντισοβιετικής, αντικομμουνιστικής, αντισταλινικής, και ίσως αντιλενινιστικής ρητορικής. Αυτή, με τη σειρά της, πρέπει να τοποθετείται σε σχέση με την παραδοσιακή ανταπόκριση της εργατικής τάξης της Ρωσίας στις συζητήσεις αντιελιτιστικής χειραφέτησης. Πιο συγκεκριμένα, οι παρατηρήσεις του Khudiakov προκάλεσαν μια σειρά από αντιδράσεις που δείχνουν μερικές σημαντικές διαφοροποιήσεις στη πολιτική ταυτοτήτων στη πρώιμη σταλινική περίοδο.

Αν και κάποιοι έδειξαν συμπάθεια για τις απόψεις του Khudiakov, άλλοι δεν το έκαναν. Πράγματι, εκκλήσεις για ανατροπή της «σοβιετικής εξουσίας» – ένας όρος, που συμπωματικά, δεν ήταν συνώνυμος με την δικτατορία του Stalin  μέσα στο μυαλό κάθε εργάτη – ξεπέρασε τα όρια του δημόσια αποδεκτού λόγου. Μετά την απεργία, ο Khudiakov, παραδέχτηκε πως «οι εργάτες αντέδρασαν ζωηρά» στις παρατηρήσεις του· αυτό που αμέλησε να αναφέρει ήταν πως παρέδωσε το βήμα όταν κάποιοι στο πλήθος αντέδρασαν ηχηρά. Όσο για τους ηγέτες της απεργίας, οι περισσότεροι από τους οποίους γνώριζαν τον Khudiakov για χρόνια, ανησυχούσαν πως οι ομιλίες του θα προσέλκυαν «αντισοβιετικά» στοιχεία, θα άμβλυναν την εστίαση του λόγου της διαμαρτυρίας, και θα έδιναν στις αρχές ένα όπλο για να το χρησιμοποιήσουν εναντίον τους στη προπαγάνδα και στα δικαστήρια. Έτσι, ο Shishkin, ο Chernov, ο Anan’ev, και άλλοι αρνήθηκαν να στηρίξουν αυτά που αργότερα κατέθεσαν πως ήταν οι «απόλυτα αντεπαναστατικές» και «ξεκάθαρα αντισοβιετικές» παρατηρήσεις.

Όπως ήταν αναμενόμενο, τοπικοί αξιωματούχοι εκμεταλλευτήκαν τέτοια επεισόδια στις προσπάθειες τους να διαλύσουν την απεργία. Ο Κομμουνιστής διευθυντής της Τράπεζας Αποταμιεύσεων του Τίκοβο, για παράδειγμα, έλεγε πως η εξέγερση είχε γίνει το όχημα για ταξικούς εχθρούς όπως ο Khudiakov, ο «έμπορος» (torgovets). Στη γλώσσα της κοινωνικής ταυτότητας, οι επίσημοι βρήκαν ένα όπλο να χρησιμοποιήσουν εναντίον των ριζοσπαστών αντιπάλων τους. παρά τα δεκαπέντε χρόνια εργασίας σε ένα εργοστάσιο βαφής, μια δεκαετία απασχόλησης σαν φύλακας εργοστασίου, και σχεδόν τρεις δεκαετίες ανάμειξης με το εργατικό κίνημα, ο Khudiakov, μπορούσε να χαρακτηριστεί με το υβριστικό «έμπορος» εξαιτίας του πατέρα του – που ήταν ακόμη ζωντανός και λάμβανε εργατική σύνταξη – είχε ένα μπακάλικο όταν απολύθηκε από το μύλο το 1896 για απεργιακή δραστηριότητα, και γιατί ο ίδιος είχε εργαστεί σαν βοηθός όταν ήταν μικρός. Επιπλέον κάποιοι εργάτες πίστευαν πως η απασχόληση του Khudiakov ως φύλακας εργοστασίου τον απέκλειε από μέλος της τάξης τους. Μετά τη πραγματοποίηση της ριζοσπαστικής ομιλίας, ο Khudiakov θα στιγματίζονταν έτσι, ως byvshii chelovek – γέρικο μέλος των παλιών «εκμεταλλευτικών» τάξεων

Αν και ο τραπεζικός αξιωματούχος επίσης διώχτηκε από το βήμα, ο Khudiakov ήδη είχε υποσκάψει τη θέση του κάνοντας τέτοια προκλητικά, για να μη πω μη πρακτικά, σχόλια. Ο Vasilii Matiushkin, ένας σαρανταεννιάχρονος συναρμολογητής με τρεις δεκαετίες στη δουλειά, υποστήριξε την απεργία αλλά είχε αμφιβολίες για το ρόλο του Khudiakov – που, κατά την ανάκριση, μεγαλοποίησε – σε αυτή:

«Θεωρώ πως ο Khudiakov ήταν ο οργανωτής και ο εμπνευστής της απεργίας. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και ο ίδιος εμπορεύονταν μαζί με το πατέρα του. Ξέρω την οικογένεια του εδώ και τριάντα χρόνια, και αν και θεωρεί τον εαυτό του εργάτη, στη πραγματικότητα είναι έμπορος – αν δούλεψε, τότε αυτό ήταν μόνο ως φύλακας εργοστασίου. Σε όλες τις συνελεύσεις, όπου και αν γίνουν, ο Khudiakov, μιλά εναντίον των μέτρων του σοβιετικού καθεστώτος».

Ο E.V. Balashev, ένας σαρανταδυάχρονος αχθοφόρος και μαραγκός και πρώην Κομμουνιστής, επίσης υποστήριξε την απεργία, αλλά έσπευσε να απορρίψει τον ριζοσπάστη εκπρόσωπο της: «Δεν θα ακολουθήσουμε τον Khudiakov – δεν είναι ένας από εμάς». Ο Feodor Letkov, χειριστής συμπυκνωτή, κατέθεσε πως οι εργάτες υποστήριξαν το λόγο του [Balashev]”.

Λίγο μετά την ομιλία του Khudiakov, ο Gradusov απευθύνθηκε στο πλήθος: στήριξε το αίτημα των απεργών («Πρέπει να παλέψουμε οι σοβιετικοί οργανισμοί να διατηρήσουν τα συσίτια του Μαρτίου») και «κάλεσε τους εργάτες σε τάξη, προειδοποιώντας τους για τις συνέπειες» της πράξης τους. «Μίλησα με δική μου πρωτοβουλία εκ μέρους των εργατών του μύλου και των εργατών της πόλης». Ο Gradusov επίσης είπε στους ανακριτές πως σκόπευε να δράσει σαν παράγοντας μετριοπάθειας, και πως το πλήθος απέρριψε τις εκκλήσεις του για συμβιβασμό («Δεν θα κάνουν παραχωρήσεις> Δεν θα τερματίσουμε την απεργία, αλλά θα απεργήσουμε μέχρι τη Πρώτη του Μάη»). Από την άλλη, μάρτυρες είπαν πως η «μακρά ομιλία» του ήταν περισσότερο προκλητική παρά συμβιβαστική: σύμφωνα με μαρτυρίες, που είναι αμοιβαία επιβεβαιωμένες, ο Gradusov κάλεσε τους απεργούς να αντέξουν μέχρι οι απαιτήσεις του να ικανοποιηθούν· επιτέθηκε στο μέγεθος των μερίδων των διευθυντών· πρότεινε να γίνει έκκληση στη Μόσχα – και τους ξένους εργάτες – για βοήθεια· απαίτησε οι ηγέτες του Τίκοβο να απολυθούν· επανέλαβε τις «αντισοβιετικές θέσεις του Khudiakov»· και χρησιμοποίησε ένα από τα παλιά συνθήματα του καθεστώτος για να προκαλέσει συμπάθεια στο πλήθος («Τα παιδιά μας πρέπει να είναι λουλούδια στο μέλλον, αλλά μαραίνονται από τη πείνα»). Δίχως αμφιβολία, ήταν ομιλητής με επιρροή που είχε μεγαλύτερη αποδοχή από τον Khudiakov. Ακόμη και ο Kochev αναγνώρισε τις ικανότητες του: «Ο Gradusov είναι τρελός, αλλά αυτό το κάθαρμα ξέρει πως να φέρεται». Και όμως, οι προκλητικές του θέσεις και τα χρόνια εργασίας έξω από το μύλο (ως μέλος της Τσεκά αρχικά και, πιο πρόσφατα ως καθαριστής βόθρων) το έκαναν δύσκολο για κάποιους εργάτες να τον δουν ως «δικό τους». Ανησυχώντας για την κατεύθυνση που πήγαιναν οι ριζοσπάστες, αρκετοί επιφανείς απεργοί τους επέκριναν. Για παράδειγμα, ο Chernov κράτησε αποστάσεις από τις επιθέσεις του στα προνόμια συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων: «Δεν πρέπει να εφαρμόσουμε τα μέτρα του Κόκκινου Στρατού και της GPU στους εργάτες, επειδή έχουν περισσότερη δουλειά από εμάς».

Ο Anan’ev μετέφερε την αλληλεπίδραση μεταξύ του πλήθους και των ριζοσπαστών εκπροσώπων ως εξής:

«Στη κεφαλή των εργατών στο δρόμο ήταν ο Khudakov και ο Gradusov, που πριν την εμφάνιση του Shishkin ήθελαν, με τη χρήση των αντισοβιετικών ρητορειών, να στείλουν τους εργάτες σε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση…. Περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, ο Khudiakov και ο Gradusov ξεσήκωσαν τις μάζες. Μετά από τις ομιλίες τους, οι μάζες είχαν μια απείθαρχη αντισοβιετική προδιάθεση., και ιδιαίτερα μετά τις μεγάλες και σκληρές ομιλίες του Gradusov…. Ίσως οι ομιλίες τους να ήταν πιο πετυχημένες , αλλά η ουσιαστική μάζα των εργατών τους καταδίκασε για αυτό. Αναμφισβήτητα, το στρώμα των οπισθοδρομικών εργατών και το σύνολο του ακροατηρίου των πρόσφατα αφιχθέντων, εξωτερικών μη εργατών τους υποστήριξαν».

Η κατάθεση του Anan’ev δείχνει πολλά για τις προσπάθειες να διαμορφωθούν ερμηνείες της εξέγερσης και των επικρατούντων κατηγοριών κοινωνικής ταυτότητας. Σύντομα μετά τη λήξη των απεργιών στην IPO, μια μάχη για το νόημα άρχισε: όπου εμιγκρέδες, διπλωμάτες και διαδηλωτές  είδαν δυσαρέσκεια της εργατικής τάξης, οι επίσημοι κατασκόπευαν τις μηχανορραφίες των ταξικών εχθρών. Πιο σημαντικό, ο ανταγωνισμός ξέσπασε μέσα στην ίδια την σοβιετική γραφειοκρατία. Σε μια ανφορά που συντάχθηκε στις 22 Απριλίου του 1932 από την Επιτροπή Ελέγχου της IPO, οι όροι «απεργία» και «απεργιακό κίνημα», που είχαν θετική χροιά στη Μαρξιστική ρητορική, χρησιμοποιήθηκαν ελεύθερα. Όταν η αναφορά έφτασε στη Μόσχα, ωστόσο, ο Rudzutak ή κάποιος από τους βοηθούς του την αντικατέστησε με ουδέτερους ή υβριστικούς όρους. Για παράδειγμα, ο τίτλος του κειμένου άλλαξε («Υπόμνημα για τις απεργίες τα γεγονότα στην … [IPO]»), όπως και η τελευταία πρόταση της εισαγωγής της:

«Ως αποτέλεσμα των [καθυστερήσεων στην εξήγηση της νέας πολιτικής συσσιτίου στους εργάτες] και η ύπαρξη των μεγάλων ανεπαρκειών στις επιδόσεις των υπηρεσιών και κοοπερατιβών τροφοδοσίας, αρνητικές διαθέσεις εμφανίστηκαν μεταξύ συγκεκριμένου κομματιού των εργατών, και αυτές οι διαθέσεις χρησιμοποιήθηκαν από τροτσκιστές και ταξικά ξένων εχθρών, που κατόρθωσαν να θέσουν σημαντικές ομάδες οπισθοδρομικών εργατών υπό την επιρροή τους και να οργανώσουν ένα απεργιακό κίνημα μια επίθεση εναντίον του κόμματος και των Σοβιετικών οργανώσεων».

Οι συντακτικές αλλαγές στη Μόσχα δείχνουν τις αποστάσεις οπτικής που υπήρχαν μεταξύ του κέντρου και της περιφέρειας. Όχι πως η διαδικασία της πολιτικής μετάφρασης ήταν ξένη προς τις περιφερειακές  αρχές· εν τέλει, οι συγγραφείς της αναφοράς κατάλαβαν πως ήταν αναγκαίο να περιγράψει τους απεργιακούς ακτιβιστές της εργατικής τάξης ως «τροτσκιστές και ξένους ταξικά εχθρούς», και τους υποστηρικτές τους ως «οπισθοδρομικούς εργάτες». (Πόσα πολλά προβλήματα ανάλυσης αποφεύχθηκαν με τέτοιους ύπουλους χαρακτηρισμούς!). Αν η αναφορά έδειχνε ξεκάθαρα τη διαδικασία με την οποία η παρατηρούμενη κοινωνική πραγματικότητα – σε αυτή τη περίπτωση, ένα κύμα απεργιών – κωδικοποιούνταν από την επίσημη γραφειοκρατία σε μια γλώσσα που ήταν ασφαλής για (εσωτερική ή δημόσια) κατανάλωση, επίσης έδειχνε τη δυσκολία που είχε το καθεστώς να συμβιβαστεί με τα πρόσφατα γεγονότα: ήταν εργατικές απεργίες, ή επιθέσεις ταξικών εχθρών; (Μια ακόμη πιθανότητα – πως οι εργάτες είχαν γίνει ο ταξικός εχθρός – είχαν μορφοποιηθεί σε κάποιους διαδρόμους εξουσίας). Την ίδια στιγμή, η μαρτυρία του Anan’ev («το στρώμα των οπισθοδρομικών εργατών») δείχνει πως οι επίσημες ταξινομήσεις διέτρεχαν επίσης και τον λαϊκό ψυχισμό.

Τώρα για να μεταφράσουμε τις παρατηρήσεις του Anan’ev σε μια ανάλυση κοινωνικής υποστήριξης για τους ηγέτες της απεργίας. Ο Shishkin και ο Chernov αντιπροσώπευαν τη πλειοψηφία των διαδηλωτών που, από φόβο, εξάντληση, την εκτίμηση της ισορροπίας των δυνάμεων, ή η αποδοχή της σοβιετικής εξουσίας, ήθελαν να εστιάσουν αποκλειστικά σε οικονομικές απαιτήσεις (μεγαλύτερες μερίδες), ενώ ο Khudiakov και ο Gradusov εξέφραζαν τις απόψεις μιας μειοψηφίας της οποίας το μίσος προς την δικτατορία και τις πολιτικές της για εξαναγκαστική εκβιομηχάνιση, κολεκτιβοποίηση, αποκουλακοποίηση, απαλλοτριώσεις, πολιτικές διώξεις, στέρηση δικαιωμάτων, και ούτω καθεξής, τους προδιάθεσαν να δεχτούν πιο ριζοσπαστικές κριτικές. Οι πηγές δεν επιτρέπουν να προσδιορίσουμε ποιοι στήριζαν τον Shishkin από τη μια, και τον Khudiakov από την άλλη, αλλά υποδηλώνουν πως η πλειοψηφία των απεργών στήριζαν το πρώτο και οι υποστηρικτές του δεύτερου περιλάμβαναν ιδιαίτερα απογοητευμένους εργάτες, αγρότες σε συλλογικές φάρμες, πρώην υποστηρικτές μη μπολσεβίκικων κομμάτων, θυμωμένων αριστερών, lishentsy, byvshie liudi, συνταξιούχων, μητέρες των οποίων τα παιδιά πεινούσαν, και μέλη των άλλων δυσαρεστημένων ομάδων που κατοικούσαν στις πόλεις και στα χωριά της IPO.

Μετά την αντιπαράθεση που προκλήθηκε από τον Khudiakov και τον Gradusov, ο Anan’ev καταδίκασε την απόδοση της κοοπερατίβας και του εργατικού συνδικάτου και κάλεσε για μετριοπάθεια: «Πρέπει να ρυθμίσουμε την τροφοδοσία και την εργασιακή κατάσταση και να έρθουμε σε συμφωνία με τα τοπικά όργανα». Η επόμενη ομιλήτρια, η τριανταοχτάχρονη υπάλληλος του σωματείου Praskov’ia Maleeva, ήταν λιγότερο συμβιβαστική: «Αδέρφια (bratssy)… κοιτάξτε: τα παιδιά μας έχουν γεμίσει με ψείρες, η ζάχαρη έχει εξαφανιστεί, δεν υπάρχει κεχρί, και τα παιδιά κλαίνε από τη πείνα. Αδέρφια, μπορείτε να πείτε πως πρακτικά είναι φθίση». Κομμουνίστρια, πρώην κλώστρια, και πρώην ακτιβίστρια της εργατικού κινήματος, η Maleeva διαπίστωσε πως σε τέτοιες συνθήκες οι εργάτες «δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο» από το να απεργήσουν, και στο σημείο αυτό «το πλήθος χειροκρότησε». Ο Shishkin μίλησε σε μια προσπάθεια να στηρίξει την αποφασιστικότητα όλων: «Θα παλέψουμε να διατηρήσουμε τις παλιές μερίδες του Μαρτίου, αλλά «θα πάμε ή όχι πίσω στη δουλειά;». ένας χορός από φωνές – ή μάλλον, σύμφωνα με την μαρτυρία, γυναικείες φωνές (θυμηθείτε πως η πλειοψηφία των εργατών, και κατά συνέπεια των απεργών στο μύλο, ήταν γυναίκες) – απάντησαν: «Δε θα πάμε πίσω στη δουλειά!». Έχοντας καταστείλει την αναταραχή  που προκλήθηκε από τον Gradusov και τον Khudiakov και βρίσκοντας τις τοπικές αρχές απαθείς, ο Shishkin αρπάχτηκε από μια ιδέα που κυκλοφορούσε για αρκετό καιρό: «Δεν είμαστε σε συμφωνία με τις τοπικές οργανώσεις, έτσι ας στείλουμε ένα γράμμα στον Molotov στη πρωτεύουσα».

Οι εργάτες εξουσιοδότησαν μια επιτροπή να συντάξει μια επιστολή προς τον Molotov, τον επικεφαλής του Συμβουλίου των Λαϊκών Επιτρόπων (Sovnarkom). Δεν έγιναν εκλογές αλλά τα πιο δραστήρια πρόσωπα που συμμετείχαν στην απεργία – Shishkin, Gradusov, Khudiakov(!), Anan’ev, Mokeeva και κάποια Bagazhkova – στάλθηκαν στη Raikom (ΣτΜ: περιφερειακή επιτροπή). Ο Khudiakov πρότεινε να η επιτροπή να παρουσιάζεται ως επίσημη απεργιακή επιτροπή, αλλά αυτό απορρίφθηκε από τα άλλα μέλη της ως πολύ προκλητική. Σαν σε ένδειξη αντιποίνων οι αξιωματούχοι στη Raikom, αποκήρυξαν τον Khudiakov ως «πρώην έμπορο», «αντισοβιετικό άτομο», και «μη-εργάτη» που δεν είχε σχέση με τους εργάτες», και αρνήθηκε να διαπραγματευτεί παρουσία του. Αποκηρυγμένος, ο Khudiakov αποχώρησε για τη βάρδια του ως νυχτοφύλακας. Τίποτα δεν επιλύθηκε στις συζητήσεις που ακολούθησαν, και οι αξιωματούχοι προειδοποίησαν τους αντιπροσώπους πως θα ήταν υπεύθυνοι για κάθε επιπλέον αναταραχή. Αυτό φόβισε τον Gradusov, αλλά οι επίσημοι απέρριψαν το αίτημα του να αποχωρήσει. Στη συνέχεια ο Shishkin και οι συνάδελφοί του συνέταξαν μια έκκληση προς το Molotov: ζήτησαν την επαναφορά των συσσιτίων, ή εναλλακτικά, την αποστολή εκπροσώπων του Sovnarkom στο Τίκοβο για διαπραγματεύσεις. Παραδόξως, η Raikom ενέκρινε το κείμενο για αποστολή στη Μόσχα. Οι απεργοί ήταν ακόμη στη πλατεία όταν επέστρεψαν οι ηγέτες τους. Ο Gradusov διάβασε την έκκληση και πρόσθεσε προτάσεις των απλών εργατών, και ο Shishkin μάζεψε εξήντα ρούβλια για να πληρώσει για εσπευσμένη παράδοση. Μετά τη ψήφο για συνέχιση της απεργίας μέχρι να απαντήσει η Μόσχα, το πλήθος αποσύρθηκε. Τελικά, ο Shishkin και ο Gradusov παρέδωσαν το τηλεγράφημα στο ταχυδρομείο.

Τρίτη, 12 Απριλίου

Καθώς η νέα μέρα άρχισε, πλήθος Κομμουνιστών και Κομσομόλ και ελάχιστοι εργάτες εκτός κόμματος πάλευαν να κρατήσουν τις πιο κρίσιμες γραμμές παραγωγής του εργοστασίου λειτουργικές. Οι προσπάθειες τους δεν ήταν εντελώς επιτυχημένες. Από τη στιγμή που οι περισσότεροι ειδικευμένοι εργάτες συμμετείχαν στην απεργία, και αφού έτσι και αλλιώς η Τρίτη ήταν μέρα ρεπό για τους περισσότερους εργάτες έτσι και αλλιώς, οι μηχανές λειτουργούσαν δίχως αξιοπιστία και η ποιότητα της παραγωγής αντίστοιχα ήταν προβληματική. Οι απεργοσπάστες επίσης ήταν ευάλωτοι σε επιθετικότητα: μόλις έκλεισαν οι πόρτες και η λειτουργία άρχισε σε ένα τμήμα του εργοστασίου βαφής, όταν διακόσιες γυναίκες υφάντρες μπήκαν και σταμάτησαν την παραγωγή εντελώς.

Αν και οι απεργοί συχνά παρέμβαιναν στις δραστηριότητες όποιου τους αντιστέκονταν, δεν εμπόδισαν «ουσιαστικές» εργασίες από το να πραγματοποιηθούν. Για παράδειγμα, ο ηγέτης της απεργίας Chernov έλλειπε από πολλές ώρες ομιλιών για να διορθώσει καρότσια, «μιας και οι επισκευές γίνονταν στις μη εργάσιμες μέρες». Ήξερε πως τα καθήκοντά του αν δεν εκπληρώνονταν την Τρίτη (τεχνικά, «μέρα ρεπό»), τότε τα οχήματα δεν θα ήταν διαθέσιμα μόλις η απεργία θα έληγε – που με τη σειρά τους θα έθεταν ένα αδικαιολόγητο βάρος στους αχθοφόρους και θα μείωναν τα κέρδη εκείνων που το έργο απαιτούσε την σταθερή κυκλοφορία  προμηθειών. Η μη αμειβόμενη εργασία από συναρμολογητές που στήριζαν τη εργατική δραστηριότητα και η μη αντίθεση απέναντί τους έδειχνε ξεκάθαρα τον ηθικό κόσμο των απεργών: δεν ένοιωθαν τυφλή οργή, αλλά μια ιδιαίτερα στοχευμένη.

Στο μεταξύ, πολλές χιλιάδες απεργοί και εκατοντάδες αλληλέγγυοι συγκεντρώθηκαν στη πλατεία. Οι ομιλίες από τους ακτιβιστές απεργούς – Shishkin, Gradusov, Anan’ev, Mokeeva, Bagazhkova, Chernov (ο οποίος έφτασε αφού επισκεύασε τα καρότσια), τον τριανταδυάχρονο βοηθό χειριστή αργαλειού Ivan Semenov, και κάποιον Iakovlev – συνέχισαν μέχρι το απόγευμα. Ως συνήθως ο Shishkin μίλησε «πολύ καλά υπέρ των εργατών». Το μήνυμα του ήταν αυτό της μετριοπάθειας, κατευθυνόμενο προς εκείνους που σχεδόν είχαν πιαστεί στα χέρια με τους πιο επιθετικούς αντιπάλους τους: «Είναι αδύνατο να υπάρχεις με τέτοιες μερίδες, και έτσι πρέπει να απαιτήσουμε τις παλιές μερίδες του Μαρτίου από τη κυβέρνηση. Αλλά μη βρίζεται και χτυπιέστε με τους Κομσομολ». Αν ο κίνδυνος κρύβονταν στις αντιπαραθέσεις με τους «πραγματικούς πιστούς», ωστόσο, επίσης κρύβονταν στις επαφές με  τους byvshie liudi: «Έχουμε συγκεντρωθεί για να απαιτήσουμε ψωμί. Δεν πρέπει να υποκύψουμε στις προκλήσεις επειδή υπάρχουν στο πλήθος άνθρωποι που δεν είναι δικοί μας – και δεν ήμαστε εναντίον της σοβιετικής εξουσίας». Η επιφύλαξη του Shishkin συγκρίνονταν μόνο από την αποφασιστικότητα του για επικράτηση, που απεικονίζονταν στην απειλή του να επεκτείνει το κίνημα αν ήταν απαραίτητο: «Σύντροφοι, θα απεργήσουμε μέχρι να πετύχουμε αύξηση των μερίδων, και αν δεν πάρουμε καμιά απάντηση από τη πρωτεύουσα ως τις 13 του μήνα, τότε το πρωί στις 14 θα πάμε στο Ιβάνοβο για να λύσουμε αυτό το ζήτημα μαζί με τους εργάτες του Ιβάνοβο στο Παλάτι της εργασίας». Αγανακτισμένοι από την μη ύπαρξη απάντησης από τη Μόσχα (μια φήμη  ήταν πως οι εργαζόμενοι στο ταχυδρομείο είχαν αρνηθεί να στείλουν το τηλεγράφημα από φόβο για αποδοκιμασία), οι απεργοί εξουσιοδότησαν τον Shishkin να αρχίσει άμεσες ομιλίες με τον Molotov. Αν και οι τοπικοί αξιωματούχοι ενέκριναν τη πρόταση, τίποτα δεν προέκυψε από αυτό.

Ο Khudiakov εμφανίστηκε ξανά στη πλατεία στις 11 το πρωί και στήριξε τις εκκλήσεις για κλιμάκωση: «Ζούμε άσχημα για δεκαπέντε χρόνια τώρα». «Το καθεστώς δεν θα συμβιβαστεί με εμάς. Πρέπει να πάμε σε πορεία πείνας για να ζητήσουμε βοήθεια από τους εργάτες στο Ιβάνοβο». Κάποιοι διαμαρτυρήθηκαν όταν κατηγόρησε το καθεστώς («Κάτω η σοβιετική εξουσία!»), αλλά η αντίδραση ήταν πιο ήπια από πριν, αν και μόνο επειδή η διάθεση χαρακτηρίζονταν τώρα από αγανάκτηση παρά από ενθουσιασμό («Πολλές γυναίκες έκλαιγαν», θυμόνταν ένας μάρτυρας). Ο Gradusov απευθύνθηκε και αυτός στο πλήθος: «Στην ομιλία του, κατέθεσε ο Balasev, «ο Gradusov συμφώνησε με τον Khudiakov και προπαγάνδισε για μια πορεία πείνας και εξέφρασε μια σειρά από αντισοβιετικά συμπεράσματα. Επίσης απαίτησε  οι εργάτες του Τίκοβο να γράψουν ένα γράμμα στο εξωτερικό για τη κατάστασή τους». μια τολμηρή υπόσχεση ολοκλήρωσε τις δηλώσεις του Gradusov: «Θα παλέψουμε με εσάς στις πρώτες γραμμές μέχρι [επιτεύξεως] ολοκληρωτικής νίκης σε αυτά που απαιτούμε από τους κυβερνήτες της πόλης και της επαρχίας».

Αν και η παρουσία του ήταν πηγή ανησυχίας σε κάποιους χώρους, ο Khudiakov συνέχισε να παίζει ηγετικό ρόλο στη διαμαρτυρία. «»Σε ομιλίες από το βήμα», θυμήθηκε, «μίλησα με πολλά άτομα για τις μεθόδους απεργίας και τα συμβούλευσα να εκλέξουν μια αντιπροσωπεία για ένα ταξίδι στη πρωτεύουσα». H πρόταση του έγινε δεκτή, και ως αποτέλεσμα της ο Shishkin, ο Gradusov, η Mokeeva, ο Semenov, ένας εργάτης με το όνομα Prokor’ev, και ο ίδιος ο Khudiakov εκλέχθηκαν στο νέο σώμα. Μετά από πιο εμπρηστικές δηλώσεις, ωστόσο, ο Khudiakov αναγκάστηκε σιωπηρά να παραδώσει τη θέση του.

Οι κομματικά πιστοί ζήτησαν ξανά να λήξει η απεργία, αλλά τους επέπληξαν θυμωμένες γυναίκες απεργοί. Ακόμη και περιφερειακοί ηγέτες το έβρισκαν δύσκολο να κάνουν το μήνυμα τους να ακουστεί:  κάποιος που άρχισε να μιλά διακόπηκε από τον Stepan Andrianov, ένα πενηνταοχτάχρονο, άνεργο lishenets: «Για δεκαπέντε χρόνια, οι εργάτες ακούν τους λόγους σας. Τώρα τους έχουμε βαρεθεί, και οι άνθρωποι πεινάνε ακόμη και στη Μόσχα!». Μαρτυρώντας την αποφασιστικότητα τους, το πλήθος υποστήριξε τις προτάσεις για συνέχιση μέχρι να αυξηθούν οι μερίδες ή να φτάσει κάποιο νέο από το Sovnarkom. Μόνο μια μικρή ρωγμή εμφανίστηκε στο ενωμένο μέτωπο ενάντια στους αξιωματούχους, όταν ο Vakhrovskii προειδοποίησε κατά της κλιμάκωσης («Πρέπει να αποσυρθούμε από αυτό το κακό πράγμα, ‘την πορεία πείνας’»). Στο μεταξύ, αυθόρμητε συζητήσεις συνέχισαν να ξεσπούν σε όλη τη πόλη, καθώς οι πολίτες εξέφραζαν αλληλεγγύη προς τους απεργούς και φήμες διαδίδονταν για τις προσπάθειες των αρχών να περιορίσουν το απεργιακό κύμα που απλώνονταν στην IPO.

Ως τις 3 το απόγευμα, ένας αξιωματούχος της Obkom (ΣτΜ: περιφερειακού συμβουλίου, ένα επίπεδο πάνω από το raikom) έφτασε στο Τίκοβο με εκπροσώπους της Επιτροπής Ελέγχου της IPO και της επιθεώρησης Εργατών και Αγροτών, και κάλεσαν τους απεργούς να συγκεντρωθούν για συνομιλίες στη λέσχη τους. η πρόσκληση έγινε δεκτή, αλλά οπρόεδρος της Fabkom, περιόρισε την συμμετοχή σε όσους εργάζονταν εκείνη τη στιγμή στο μύλο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα εκατοντάδες διαδηλωτές, μεταξύ τους οι Gradusov και Khudiakov να αποκλειστούν. Ως υποχώρηση στους απλούς εργάτες αποκλείστηκαν επίσης και οι Κομσομολ από τη συνάντηση. Ο επικεφαλής της Fabkom προέδρευσε της συνέλευσης, που ξεκίνησε στις 4 το απόγευμα, ενώ ο Anan’ev εκτέλεσε χρέη γραμματέα. Αφού μίλησαν οι επίσημοι επί ώρα για τις κρίση φαγητού, ο Chernov, ο Semenov και αρκετές γυναίκες εργάτριες καταδίκασαν τις επιδόσεις των υπηρεσιών τροφοδοσίας της περιφέρεια και επέμεναν πως ήταν αδύνατο να επιβιώσουν με τις νέες μερίδες. Οι περιφερειακοί ηγέτες αντέδρασαν προτείνοντας μια επιτροπή από τους ηγέτες της απεργίας να σταλεί στη Μόσχα. Αυτό έγινε δεκτό και στο σημείο αυτό εξέλεξαν τον Shishkin, τον Gradusov, τον Chernov, την Mokeeva και αρκετούς άλλους να τους εκπροσωπήσουν. Ο Shishkin όμως που έφτασε αργά, έπεισε τους υποστηρικτές του να αποσύρουν τη ψήφο τους. Αν και είχε στηρίξει την ιδέα όταν την πρότεινε ο Khudiakov νωρίτερα εκείνη τη μέρα, τώρα φοβόνταν πως ήταν κομμάτι της στρατηγικής των επισήμων να απομακρύνουν τους ηγέτες της απεργίας από τη πόλη. Παράλληλα, ρώτησε ρητορικά πια εγγύηση υπήρχε πως η επιτροπή θα συναντούσε με ηγέτες της κυβέρνησης όταν ως εκείνη τη στιγμή δεν είχαν καν καταφέρει να απαντήσουν σε ένα επείγον τηλεγράφημα; Απολαμβάνοντας την επιρροή του, ο Shishkin ψιθύρισε κομπάζοντας στον Maksimov: «Οι εργάτες δεν σε ακούν, εγώ μπορώ να πείσω τις μάζες – και συ όχι». στρίβοντας το μαχαίρι, η συνέλευση αποφάσισε να συνεδριάσει ξανά στις 8 το πρωί και να συνεχιστεί η απεργία μέχρι φτάσουν οι εκπρόσωποι της Sovnarkom. Τελικά, μετά από πέντε ώρες συζήτησης, η διάσκεψη έληξε.

Τετάρτη, 13 Απριλίου

Το επόμενο πρωί ο Shishkin οδήγησε μια ομάδα εργατών από το εργοστάσιο στη πλατεία της πόλης, όπου αρκετές χιλιάδες περίμεναν την άφιξη του. Επειδή η αγορά των κολχόζ ήταν ανοιχτή και επειδή είχε αρχίσει να εμφανίζεται ανησυχία το πλήθος ήταν μικρότερο σε σχέση με τις προηγούμενες μέρες. Ο Shishkin άνοιξε τη συνάντηση: «Πρέπει να να έρθουμε σε συμφωνία. Δεν μπορούμε να καθόμαστε εδώ και να μη κάνουμε τίποτα… Τι θα κάνουμε μετά;». οι απεργοί απάντησαν με αποφασιστικότητα: «Δεν θα πάμε στη δουλειά μέχρι να είμαστε ικανοποιημένοι από τις μερίδες». «Αφού δεν θέλετε να επιστρέψετε στη δουλειά», συμφώνησε ο Shishkin, «θα συνεχίσουμε την απεργία».  Αφού αρκετές γυναίκες μίλησαν υπέρ των εργατικών απαιτήσεων, ο Gradusov τόνισε πως η περικοπή στις μερίδες θα οδηγούσε σε πτώση της αποδοτικότητας, της παραγωγικότητας, και των μισθών, κατέληξε με μια ελάχιστα κρυμμένη απειλή κλιμάκωσης: «Αν τα σοβιετικά όργανα δεν κάνουν υποχωρήσεις… τότε πρέπει να λάβουμε εμείς μερικά μέτρα». Ο Chernov ακολούθησε με μια αναφορά πως η διεύθυνση είχε κατασταλάξει σε μια μέθοδο αντιποίνων: όσοι δεν πήγαιναν άμεσα στο ταμεία του εργοστασίου, παραιτούνταν από τους μισθούς τους και ίσως και από τη δουλειά τους. επικαλούμενος όμως παρατηρήσεις που έκανε νωρίτερα ο Gradusov, ωστόσο δεν υπήρχε λόγος υποχώρησης: «Θα έχουμε χρόνο να πάρουμε[τα χρήματά μας], αλλά θα απεργήσουμε για όσο αυτοί αρνούνται να αυξήσουν τις μερίδες μας . σύντομα θα είναι 1η του Μάη, τα λουλούδια θα ανθίσουν, αλλά τα δικά μας λουλούδια – τα παιδιά – θα μαραζώσουν από την έλλειψη φαγητού». Ο Chernov στη συνέχεια ζήτησε να αποχωρήσει από την συνάντηση (στη διάρκεια της απουσίας του έγιναν ομιλίες από τον Khudiakov, τον Semenov, τοπικές και περιφερειακές αρχές, και άλλους) για να πάει να βοηθήσει τον Shishkin να μάθει ποια ήταν η μοίρα του τηλεγραφήματος. Το gorsovet δεν είχε καμμιά πληροφορία, αλλά οι εργαζόμενοι στο ταχυδρομείο επιβεβαίωσαν πως είχε σταλεί. Επιστρέφοντας στη πλατεία, ανέφεραν τα ευρήματά τους. ο Anan’ev προσπάθησε να απαλύνει την απογοήτευση του πλήθους κοινοποιώντας μια μικρή νίκη: η τιμή του φαγητού στη κοοπερατίβα και στο εστιατόριο είχε μειωθεί – στη περίπτωση του γάλατος κατά ένα σημαντικό 67%.

Τα άλλα καλά νέα ήταν πως η κοινή γνώμη συνέχισε να στηρίζει την απεργία. «Θεωρούσαμε τις απαιτήσεις των εργατών σωστές» ανέφερε ο πενηντατριάχρονος συνταξιούχος Ignati Matrosov, «και έμοιαζε αδύνατο να επιβιώσουν με τέτοιες μερίδες». Κατά συνέπεια, οι πολίτες άκουγαν με συμπάθεια τις εκκλήσεις της γυναίκας του Shishkin: «Ο άντρας μου υποφέρει για το λαό, έτσι πρέπει να εξασφαλίσετε πως δεν θα το βάλουν στη φυλακή». Τελικά, η λαϊκή αντιπάθεια προς τους αξιωματούχους κλιμακώθηκε στο βαθμό όπου οι απεργοί ακτιβιστές κέρδισαν στήριξη σε μια πρόταση να επιθεωρήσουν τα εργοστάσια με τη βία ώστε υφάντριες που φημολογούνταν πως λειτουργούσαν τους αργαλειούς ενάντια στη θέληση τους να «απελευθερωθούν». Οι προσπάθειες όμως μιας ομάδας απεργών να μπουν στο χώρο του εργοστασίου απέτυχε  ωστόσο, γιατί η διεύθυνση είχε  κλειδώσει τους χώρους.

Τέτοιες προκλήσεις συνέβαλαν στη ριζοσπαστικοποίηση της απεργίας. Αν και μια «πορεία πείνας» συζητιόνταν για ημέρες, κέρδισε την αποδοχή μόνο όταν ο Shishkin – και σε μικρότερο βαθμό, ο Gradusov και ο Khudiakov – την χρησιμοποίησε για να μετριάσει τις απογοητεύσεις στις 12-13 Απρίλη. «Αφού οι αρχές δεν θα έρθουν σε εμάς για συνάντηση», διακήρυξε, «θα πρέπει να κάνουμε μια πορεία πείνας μέχρι το Ιβάνοβο στους εργάτες και να ζητήσουμε… ψωμί». Στη διάρκεια του διαλόγου που ακολούθησε , πολλοί μίλησαν υπέρ της πρότασης για πορεία, αρκετοί εναντίον. Τελικά, ο Shishkin πρότεινε να γίνει ψηφοφορία, και στο σημείο αυτό «μια απόλυτη πλειοψηφία» έδειξε την έγκριση της. αν και οι διαδικασίες ήταν δημοκρατικές, ο Chernov θυμόνταν μια αμηχανία για τον τρόπο με τον οποίο λήφθηκε η απόφαση:

«Κάποιοι εργάτες στο πλήθος είπαν πως δεν χρειάζεται να κάνουμε πορεία πείνας, αλλά ο Shishkin έθεσε το ζήτημα σε ψηφοφορία και η πλειοψηφία αποφάσισε να πάει. Όχι μόνο οι εργάτες αλλά ολόκληρο το ακροατήριο… – ίσως και με τη συμμετοχή lishentsy – ψήφισε. Πιστεύω πως η πορεία πείνας πραγματοποιήθηκε ‘όχι με ευθύνη των εργατών, αλλά από τη πρωτοβουλία του Shishkin και του Gradusov που ξεσήκωσαν το πλήθος των εργατών όσο τίποτα άλλο.  Και αν κάποιος από αυτούς είχε πει στους εργάτες πως δεν χρειάζεται να πάμε σε πορεία πείνας, τότε είμαι σίγουρος πως η πορεία δεν θα είχε πραγματοποιηθεί».

Αν και προκλητική, η μαρτυρία του Chernov δεν πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν: έλειπε όταν συνέβησαν τα περισσότερα από αυτά τα γεγονότα, και υποτίμησε την αίσθηση απόγνωσης που είχε καταλάβει τους τους απλούς εργάτες ως την έκτη μέρα της αναταραχής. Φυσικά, ο Shishkin και ο Gradusov ήταν πειστικοί ρήτορες – αλλά η απόφαση λήφθηκε από το πλήθος που τους ακολουθούσε. Ενώ η συμμετοχή των lishentsy μπορεί να «νόθευσε» τη ψήφο, η επιρροή τους ήταν περιορισμένη επειδή οι εργάτες τους αντιμετώπιζαν με καχυποψία.

Έχοντας ψηφίσει να κάνουν πορεία ως το Ιβάνοβο, ο Gradusov είπε στο πλήθος («από συμπόνοια για τους εργάτες», ανέφερε) να πάρουν «ψωμί και νερό για το δρόμο» τότε, για να συμπεριλάβει εκείνους που είχαν οικογένειες, για να ενισχύσει την ηθική δύναμη της διαμαρτυρίας, και για να το κάνει πιο δύσκολο στις αρχές να καταφύγουν στη βία, ο Shishkin ζήτησε από όλους «να φέρουν τα παιδιά τους». Μέχρι αργά το απόγευμα, οι εργάτες συνεδρίαζαν. Κάποιοι πήγαν στην αγορά, άλλοι πέρασαν από το εργοστάσιο για να προπαγανδίσουν, αλλά οι περισσότεροι πήγαν σπίτι για να ετοιμαστούν για τη πορεία τριάντα χιλιομέτρων στην πρωτεύουσα της επαρχίας. Στο μεταξύ, φήμες για το σχέδιο έφτασαν στην OGPU, που προχώρησε στο πρώτο κύμα συλλήψεων – όπως συνήθιζε – μέσα στη νύχτα. Οι στόχοι ήταν ο πιο ριζοσπάστης ηγέτης της απεργίας (Khudiakov), ο συνταξιούχος Matrosov, ο lishenets Andrianov, και τρεις απογοητευμένοι τσαγκάρηδες που κάποια στιγμή είχαν δημόσια στηρίξει τις διαμαρτυρίες.

Η ψήφος υπέρ μιας «πορείας πείνας» σημάδεψε την κλιμάκωση της σύγκρουσης των εργατών με τις αρχές: με το να μεταφέρουν τη διαμαρτυρία τους στο δρόμο, απειλούσαν να ξεσηκώσουν την απογοητευμένη αγροτική τάξη· και επιλέγοντας το Ιβάνοβο ως προορισμό τους, απειλούσαν να προκαλέσουν γενική απεργία. Αν είναι αλήθεια, όπως δείχνουν οι αναφορές της Επιτροπής Ελέγχου της IPO, οι επίσημοι πίστευαν πως ο Shishkin σκόπευε να ενώσει αυτούς που τον ακολουθούσαν με απεργούς από άλλες βιομηχανικές πόλεις, έτσι η απόφαση για πορεία μάλλον εκλήφθηκε ως επικράτηση των ριζοσπαστών μέσα στο κίνημα. Πριν τη ψήφο, οι αρχές έδειξαν ελάχιστη θέληση για εκπλήρωση των απαιτήσεων των διαδηλωτών· μετά, οι ευκαιρίες για συμβιβασμό ελαττώθηκαν όπως αυξάνονταν η πιθανότητα βίας.

Η πορεία αποτελούσε μικρότερη απειλή από ότι φαντάζονταν, ωστόσο, μιας και οι υποστηρικτές της αντέδρασαν ψύχραιμα σε προτάσεις που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν μια ευρύτερη (αστική ή αγροτική) εξέγερση. Ο Shishkin θυμήθηκε τη προσωπική του διστακτικότητα να διευρύνει τη βάση της απεργίας για κοινωνική στήριξη:

«Ως αποτέλεσμα της απεργίας, τα εργοστάσια σταμάτησαν εντελώς. Και αν η πορεία είχε οργανωθεί παρά να προκύψει αυθόρμητα, τότε η  επιδείνωση [του κοινωνικού κλίματος] θα ήταν μεγαλύτερη, [αλλά δεν ήταν] επειδή οι συμμετέχοντες στη πορεία είχαν διαφορετικές γνώμες. Όταν οι εργάτες πρότειναν να γίνω ο επικεφαλής της πορείας, αρνήθηκα. Και αν ήθελα να πάρω μια θέση στη κεφαλή της πορείας, τότε κατά τη προσωπική μου άποψη θα έπρεπε να ενωθούμε – και μπορούσαμε να ενωθούμε – με τους απεργούς εργάτες στη τύρφη. Και ως αποτέλεσμα, το Ιβάνοβο να μείνει δίχως ηλεκτρικό ρεύμα. Υπήρχαν φωνές στο πλήθος για αυτό το θέμα, για την ένωση με τους εργάτες τύρφης και ακόμα και τους αγρότες , αλλά το πλήθος δεν έφτασε σε κάποια απόφαση».

Η επιθυμία του Shishkin να περιορίσει τη συμμετοχή των μη εργατών φαίνεται από τη προσεκτική του στάση απέναντι στη πορεία. Μπορεί να εκφοβίστηκε από τις συλλήψεις της OGPU (άλλαζε συχνά τα ρούχα του κατά την απεργία για να μπερδέψει τις αρχές). Όπως και να έχει, υπερίσχυσε: μη αποδεχόμενος τις εκκλήσεις των απλών εργατών για την κινητοποίηση άλλων κοινωνικών ομάδων, οι δηλωμένοι στόχοι της «πορείας πείνας» παρέμειναν η συνάντηση με τους εργάτες του Ιβάνοβο στο Παλάτι της Εργασίας και να τους κάνουν έκκληση για στήριξη.

 Τετάρτη, 14 Απριλίου – Κυριακή, Απριλίου

Τρεις χιλιάδες διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στη πλατεία την επόμενη ημέρα. Πολλές γυναίκες έφεραν τα παιδιά τους, και δάκρυα έτρεχαν καθώς φωνές γέμισαν τον πρωινό αέρα: «Δεν έχουμε τίποτα να φάμε!», «Πρέπει να πάμε στο Ιβάνοβο!». Στις 8 το πρωί, ο Shishkin ζήτησε τάξη: «Αφού αποφασίσαμε να πάμε, πάμε. Δεν υπάρχει κάτι για να περιμένουμε». «Όποιος θέλει να φάει, ας πάμε στο Ιβάνοβο». Μια γυναίκα ζήτησε την απελευθέρωση του Khudiakov, αλλά ο Shishkin που έβλεπε το ριζοσπάστη με περιφρόνηση, απέρριψε την έκκληση της: «Η σύλληψη του Khudiakov είναι δουλειά των αρχών, και οι εργάτες δε χρειάζεται να επέμβουν». Αισθανόμενος αμφιβολίες μεταξύ κάποιων, ο Vakhrovskii επανέλαβε την αντίθεσή του στο σχέδιο: «Δεν είναι απαραίτητο να πάμε σε πορεία πείνας. Πρέπει να περιμένουμε για αποτελέσματα». Το σχόλιο του ξεκίνησε μια νέα συζήτηση στην οποία ο Shsishkin ζήτησε επιμονή: «Λοιπόν, σύντροφοι; Δεν είχαμε καμιά απάντηση· έτσι, πρέπει να πάμε στο Ιβάνοβο. Διαφορετικά δε θα κερδίσουμε τίποτα». «Αφού ξεκίνησε η φασαρία και αρχίσαμε την απεργία, ας την πάμε ως το τέλος». Λέγοντας ότι είχε να πει, ο Shishkin έδωσε το βήμα σε άλλους, ανάμεσά τους και υπέρμαχους της πορείας όπως ο Anan’ev και ο Chernov. Πριν τη τελική ψηφοφορία, ωστόσο, είπε στους απεργούς να αποφασίσουν τη μοίρα τους: «Σύντροφοι, αρνούμαι να πάρω την ευθύνη… για την πορεία πείνας».

Στο τέλος, δεν ήταν ο διάλογος αλλά οι προκλήσεις των αξιωματούχων που εδραίωσαν την στήριξη για το εγχείρημα. Έχοντας αποκρούσει τις προσκλήσεις του Shishkin και μια εργάτριας να απευθυνθεί στο πλήθος, η Raikom απομονώθηκε ακόμη περισσότερο με το να αποκηρύξει τους απεργούς ως «αντεπαναστατικά στοιχεία» και με το να διατάξει μέλη της Κομσομολ να παρελάσουν τραγουδώντας και με σημαίες στη πόλη όσο ο διάλογος ήταν σε εξέλιξη. Αυτό είχε αποτέλεσμα τελικά, οι αναποφάσιστοι να στηρίξουν τις εκκλήσεις για καθυστέρηση. Αν δεν υπήρχαν αυτά τα λάθη στρατηγικής, είπε ο Gradusov, «οι εργατικές μάζες μάλλον δεν θα είχαν κάνει» εκείνη τη μέρα πορεία πείνας.

Στη συγκέντρωση οι απεργοί επιβεβαίωσαν το σχέδιο τους με ανάταση των χεριών. Στις 11 το πρωί, συγκεντρώθηκαν σε σειρές των έξι, που σύντομα αποδιοργανώθηκαν, και κατευθύνθηκαν στο πρώτο σημείο που είχε οριστεί για ξεκούραση (ένα ρυάκι στα δυτικά του Τίκοβο). Οι περισσότεροι αντιφρονούντες, όπως ο Vakhrovkii, αμέσως υπέκυψε στη κοινή γνώμη και ενώθηκε με την πορεία, αλλά άλλοι χρειάστηκε να πεισθούν: «Δεν αξίζει να μείνεις πίσω», είπαν ο απεργοί στον Andri Syrov-Shishkinov, ένα σαρανταενάχρονο υπάλληλο στο βαφείο. «Έχεις οικογένεια και… [πεινάνε]. Είναι απαραίτητο να μας στηρίξεις». Ο πενηντάχρονος εργάτης του κλωστηρίου P.E. Romanov υπέκυψε όταν οι απεργοί τον κατηγόρησαν πως «δεν στηρίζει τους εργάτες». Η υφάντρια Lavrent’eva θυμήθηκε την πρόσκληση των γειτόνων της: «Έλα μαζί με όλους τους άλλους στο Ιβάνοβο!». Ο ενθουσιασμός τους ήταν μεταδοτικός έτσι «πήγε να ζητήσει ψωμί, όπως όλοι οι άλλοι». Γιατί συμμετείχαν τόσοι πολλοί; Μερικοί πιστεύουν πως μια άμεση έκκληση στους εργάτες στο Ιβάνοβο, που απολάμβαναν ακόμη υψηλότερα επίπεδα μερίδων, ήταν η μόνη επιλογή που είχε απομείνει μετά από μια εβδομάδα αποτυχημένων διαμαρτυριών εκεί. Άλλοι πήγαν για να ικανοποιήσουν τη περιέργεια τους ή αίσθηση περιπέτειας, να συμμετάσχουν σε ένα γιορτινό ταξίδι, να επισκεφτούν αγαπημένους ή να αγοράσουν ψωμί στο Ιβάνοβο – ή απλά να απολαύσουν μια όμορφη ανοιξιάτική ημέρα.

Φυσικά, η εξέγερση στο Τίκοβο είχε σκιές λαϊκής γιορτής: ανατροπή των κοινωνικών ιεραρχιών, παραβάσεις των κωδικών δημόσια αποδεκτού λόγου και συμπεριφοράς, περιφρόνηση της επίσημης κουλτούρας, επικλήσεις του συμβολικού ρόλου του συλλογικού φαγητού και εργασίας, ακόμη και η κατάκτηση του φόβου. Από την άλλη, οι συμμετέχοντες συμμετείχαν σε μια σταλινική τραγωδία παρά σε μια ραμπελιανή κωμωδία. «Κάθε πράξη παγκόσμιας ιστορίας συνοδεύονταν από ένα χορό γέλιου» έγραψε ο Bakhtin. Θα προσθέταμε επίσης, και από ένα χορό κλάματος. Μεταξύ των χιλιάδων  διαδηλωτών ιδιαίτερα μεταξύ των πολλών γυναικών και παιδιών – υπήρχαν μερικοί ήχοι γέλιου, αλλά πολλοί πόνου.

Χωρίς να αποτελεί έκπληξη κάποιοι εργάτες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη πορεία: για παράδειγμα, από τους 1503 που ήταν στο πρόγραμμα να εργαστούν εκείνη τη μέρα, οι 628 (41.7%) παρουσιάστηκαν στις θέσεις τους. πολλοί από αυτούς ήταν πιστοί στο κόμμα, αλλά μερικοί ήταν απεργοί που εγκατέλειψαν το κίνημα όταν στράφηκε σε μια ριζοσπαστική – και πιθανώς επικίνδυνη – κατεύθυνση. Ο Malov, της Κομσομόλ, δεν είναι ακριβώς αξιόπιστος μάρτυρας, αλλά μάλλον έλεγε την αλήθεια όταν ανέφερε πως κάποιοι εργάτες καταδίκασαν την «τρέλα» των αντισοβιετικών δηλώσεων του Khudiakov και την πορεία του Shishkin στο Ιβάνοβο.

Αν και κάποιοι μάρτυρες τον απεικόνισαν ως υποκινητή της πορείας, ο Gradusov ανέφερε πως είχε αμφιβολίες ακόμη και όταν ξεκίνησε: «Βγήκα στο δρόμο με ανασφάλεια. Και σκέφτηκα: αυτή η πορεία είναι λάθος. Και την θεωρούσα όχι πορεία πείνας αλλά πορεία αυτοκτονίας [susanin]». Έχοντας επίγνωση πως η Raikom θα τον θεωρούσε υπεύθυνο για κάθε φασαρία στο δρόμο, «φοβόνταν τις συνέπειες που θα έρχονταν στο δρόμο», και μίλησε για την ανάγκη να υπάρχει τάξη. Αν και δίστασε να αναλάβει ηγετική θέση, ο Gradusov τελικά πείστηκε από υποστηρικτές του να πάρει θέση στη κεφαλή της πορείας δίπλα στον Shishkin. Έτσι οι εργάτες διατήρησαν τον έλεγχο σταθερά στα χέρια τον ηγετών τους. Αν και ο Shishkin περιστασιακά φώναζε σε αργόσχολους («Άντε! Πάμε! Μη μένετε πίσω!»), και αυτός χαμήλωσε το προφίλ του: «Όταν μετά τη δεύτερη ψηφοφορία περίπου δυο από τις τρεις χιλιάδες απεργούς αποφάσισαν να να οργανώσουν ‘πορεία πείνας’ στο Ιβάνοβο να απαιτήσουν οι μερίδες φαγητού να επιστρέψουν  στα επίπεδα του Μαρτίου, ένοιωσα συμπάθεια [αλληλεγγύη] για το πλήθος, δεν ήθελα να με δουν ως δειλό, και πήγα μαζί… αν και δεν πήρα μέρος ενεργά». Η ανησυχία του Shishkin να μη χάσει κύρος, δείχνει πως η πολιτιστική ερμηνεία της αρρενωπότητας – πως οι άνδρες πρέπει να δείχνουν κουράγιο και να προστατεύουν τα πιο «αδύναμα» μέλη της κοινότητας τους – μπορεί να συνέβαλαν στην απόφαση μερικών εργατών να κάνουν το δύσκολο ταξίδι.

Η πορεία αρκετών χιλιάδων απεργών περνώντας τα όρια της πόλης, συνάντησε ταξιδιώτες πάνω σε άλογα, άνοιξε τις γραμμές της σε αλληλέγγυους, και έκανε τη μοναδική της στάση της ημέρας σε ένα μικρό χωριό (Λιφάνοβο). Η καθυστέρηση ξεκίνησε από την ανάγκη για ξεκούραση, και από φήμες – που αποδείχτηκαν ψέματα – πως οι επίσημοι έρχονταν για να διαπραγματευτούν. Στη διάρκεια της διακοπής, δεκαεννιά νεαροί εργάτες που οδηγούνταν από τον Chernov και τον Vakhrovskii μπήκαν σε ένα πανδοχείο και απαίτησαν φαγητό από την σερβιτόρα: «Είμαστε σε πορεία πείνας προς το Ιβάνοβο… Πρέπει να μας δώσεις φαγητό. Στείλτε το λογαριασμό του φαγητού στη Raikom». Η υπηρέτρια της οποίας ο Παλιός Μπολσεβίκος προϊστάμενος στραβοκοίταζε τους διαδηλωτές  όταν πέρασαν νωρίτερα εκείνη τη μέρα, ετοίμασε φαγητό για τους απρόσκλητους επισκέπτες, τους οποίους αναγνώρισε. Ενενήντα λεπτά αργότερα η πορεία ξεκίνησε ξανά.

Ήταν μια δύσκολη υπόθεση. Εξαντλημένοι μετά από μήνες ελλείψεων και μια εβδομάδα διαμαρτυριών, όσοι συμμετείχαν αναλογίζονταν τις κακουχίες τους, έκλαιγαν ήσυχα, φρόντιζαν τα παιδιά, και πρόσεχαν για φασαρίες. Οι ηγέτες της πορείας επίσης ήταν ανήσυχοι: δεν κατέστρωναν σχέδια μόνοι τους, δεν τραγουδούσαν για να ανεβάσουν το ηθικό, ή να προπαγανδίσουν μεταξύ των χωρικών. Η πορεία όμως δεν στερούνταν πλήρως αυθορμητότητας. Για παράδειγμα, μια γυναίκα απεργός ανέβηκε σε μια πρόχειρη εξέδρα και εξήγησε το σκοπό της σε περίεργους περαστικούς: «Είναι πολύ δύσκολο για τους εργάτες να δουλέψουν. Πληρώνονται ελάχιστα. Πεινάμε και απαιτούμε τα προϊόντα να είναι φθηνά και σε επαρκείς ποσότητες». Αυτές οι απαιτήσεις έπεισαν μερικούς χωρικούς, ακόμη και παιδιά να συμμετάσχουν στη πορεία.

Σε κάποιο σημεία, πολλοί εργάτες εξέφρασαν δυσαρέσκεια προς τον Semen Dvorianchikov, τον πρώην ιδιοκτήτη μιας εμπορικής επιχείρησης και ενός βαφείου υφασμάτων: «Γιατί έρχεσαι lishenets; Εμείς πάμε για ψωμί. Δεν χρειαζόμαστε lishentsy». Ο ηλικιωμένος άνδρας αγνόησε τις παρατηρήσεις τους, που ήταν φευγαλέες, και δεν προκλήθηκε ξανά. Ωστόσο, ένας από τους οργανωτές της απεργίας ο Semenov κατέθεσε πως η παρουσία του Dvorianchikov ήταν απόδειξη «πως οι lishentsy και οι byvshie liudi  ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τους εργάτες για τους δικούς τους σκοπούς» – μια ανησυχία που μοιράζονταν επίσης ο Shishkin. Πρώην μέλη των «εκμεταλλευτικών μαζών», οι lishentsy έδιναν στη διαμαρτυρία πολιτικούς τόνους και έκαναν κάποιους εργάτες να αισθάνονται άβολα και, πιο σημαντικό, ένα θετικό αποτέλεσμα πιο απίθανο. Από την άλλη, απεργοί εξέφραζαν ακόμη μεγαλύτερη επιθετικότητα «ενάντια στους Κομμουνιστές που ήταν μαζί μας», πράγμα που ανάγκασε τον Gradusov να πάρει μέτρα υπέρ της ασφάλειας τους.

Υπήρξαν επίσης συγκρούσεις με την αστυνομία. Σε μια σιδηροδρομική διάβαση κοντά στο Τίκοβο, άνδρες της OGPU προσπάθησαν να σταματήσουν το πλήθος, αλλά υποχώρησαν μπροστά στο μέγεθος του πλήθους. Προσπάθειες για να συλληφθούν οι ηγέτες της απεργίας ακολούθησαν: με τη βοήθεια της Bagazhkova και άλλων, ο Shishkin απέκρουσε ένοπλους αξιωματικούς τέσσερις φορές. Παρά το φόβο και την εξάντληση, οι διαδηλωτές έφτασαν σε χωριά στη δυτική άκρη του Ιβάνοβο αργά το απόγευμα. Θα προχωρούσαν προς το Παλάτι της Εργασίας, αλλά ο δρόμος είχε κλείσει από Κομμουνιστές και Κομσομόλ (εργάτες και φοιτητές) που είχαν κινητοποιηθεί από τους περιφερειακούς ηγέτες για να τους εμποδίσουν να συνεχίσουν. Στη κεφαλή της αντιπροσωπίας ήταν ο Nikolai Kubiak, ο πρόεδρος της Διοικητικής Επιτροπής της IPO και Παλιός Μπολσεβίκος μέλος της Obkom και της κεντρικής επιτροπής του κόμματος. Με τη στήριξη της αστυνομίας, το επιτελείο του Kubiak προπαγάνδιζαν έντονα μεταξύ των εξαντλημένων διαδηλωτών και τους οδήγησαν σε ένα άδειο τραίνο που είχε επιταχθεί για τη περίσταση. Χρησιμοποιήθηκαν τεχνάσματα για τη σύλληψη των ηγετών της απεργίας: ο Gradusov μιλούσε με έναν από τους Κομμουνιστές του Ιβάνοβο όταν κάποιος φώναξε το όνομα του· γυρνώντας να δει ποιος ήταν αναγνωρίστηκε και τον συνέλαβαν. Αισθανόμενοι το κίνδυνο, οι Shishkin, Chernov, Vakhrovskii, Bagazkhova, και άλλοι αποκόπηκαν από το πλήθος, χτυπήθηκαν με την αστυνομία, και διέφυγαν στο δάσος. Στο μεταξύ ο Semenov ζήτησε από τους υποστηρικτές του να περάσουν μέσα από το οδόφραγμα και να συνεχίσουν προς το Παλάτι της Εργασίας· τον προστάτεψαν από τη σύλληψη, αλλά δεν κατάφεραν να υπερβούν την επίδειξη δύναμης και έτσι δεν ήταν σε θέση να ακολουθήσουν το κάλεσμα του. Επιπλέον ο Gradusov, μερικοί εργάτες που προσπάθησαν να πάνε στο Ιβάνοβο για προσωπικούς λόγους συλλαμβάνονταν άμεσα από την OGPU.

Το τραίνο μετέφερε τους επιβάτες του στο Τίκοβο και τους άφησαν. Στο μεταξύ, αρκετοί διαδηλωτές που επέστρεφαν στο πίσω με τα πόδια συνελήφθησαν στο Πελγκούσοβο  από έφιππους αξιωματικούς. Ο Shishkin και ο Chernov ήταν πιο τυχεροί. Αφού συζήτησαν τα γεγονότα της ημέρας, έπεσαν για ύπνο σε ένα αχυρώνα. Μια χωριάτισσα που τους λυπήθηκε τους ετοίμασε πρωϊνό και το επόμενο πρωί άκουσε τη συνταρακτική τους ιστορία. Φτάνοντας στο Τίκοβο στη 1 το μεσημέρι, συνάντησαν μια ομάδα γυναικών εργατριών κοντά στο περιφερειακό αρχηγείο της OGPU. Ο Chernov σταμάτησε για να πει την ιστορία του, ενώ ο Shishkin δημόσια χλεύασε τους διώκτες του: «Αν θέλουν να με συλλάβουν, ας έρθουν να με πάρουν! Αν όμως έρθουν τη νύχτα, τότε ας με σκοτώσουν – ή θα σκοτώσω εγώ κάποιον!». Στη συνέχεια πήγαν στην αυλή του εργοστασίου, όπου οι αρχές απαίτησαν από τους εργάτες να σταματήσουν άμεσα την απεργία. Καθώς ο Chernov πήρε ένα μαχαίρι για να κόψει τις μπότες του από τα επώδυνα πρησμένα πόδια του, ο ξεροκέφαλος Shishkin απευθύνθηκε στους υποστηρικτές του για τελευταία φορά: «Αφού δεν κάνουν εκείνοι υποχωρήσεις, τότε πρέπει να κάνουμε παραχωρήσεις εμείς». Συμφωνώντας διστακτικά, οι εργάτες ψήφισαν να ανακαλέσουν την απεργία· μέσα σε λίγες ώρες 2200 από αυτούς ήταν πίσω στα πόστα τους. στις 16 Απριλίου «η συντριπτική πλειοψηφία» των υπαλλήλων του εργοστασίου πήγαν για δουλειά, και την επόμενη ημέρα η διαμαρτυρία είχε «τελειώσει εντελώς».

Η OGPU στόχευσε τρεις ομάδες για σύλληψη και ανάκριση: τους ηγέτες της απεργίας, τους διαδηλωτές που επέστρεψαν με τα πόδια και όχι με το τραίνο στο Τίκοβο, και τα «ταξικά ξένα» στοιχεία(ιδιαίτερα πρώην και νυν lishentsy) που πήραν μέρος με οποιοδήποτε τρόπο στις διαδηλώσεις. Αν και κάποιες γυναίκες κρατήθηκαν για ανάκριση, καμιά δε φαίνεται να διώχθηκε – πράγμα που δεν αποτελεί έκπληξη αφού μη βίαιες γυναίκες απεργοί εκείνη την περίοδο σπάνια ήταν αντιμέτωπες με εγκληματικές κατηγορίες. Ποιο ήταν το τίμημα των στόχων της καταστολής για τα «εγκληματά» τους; Οι Shishkin και Khudiakov, που και οι δυο υπερασπίστηκαν την απεργία ως το τέλος, εκτοπίστηκαν στο Καζακστάν. Οι πιο πρόθυμοι να την καταδικάσουν εκ των υστέρων Gradusov και Chernov τους απαγορεύτηκε να ζουν στην IPO και σε άλλες κατοικημένες περιοχές εκεί. Ο lishenets Andrianov εξορίστηκε στο Νοβοροσίσκ, και τέσσερις απογοητευμένοι τσαγκάρηδες που είχαν την ατυχία να είναι απόγονοι byvshie liudi στάλθηκαν στα στρατόπεδα εργασίας στη Διώρυγα της Λευκής Θάλασσας. Όλες οι τιμωρίες είχαν διάρκεια τριών ετών. Μετά από μήνες συγκρούσεων για μισθούς, ελλείψεις τροφίμων, μέτρα εντατικοποίησης, και τις συνθήκες εργασίας και της καθημερινότητας, η εξέγερση στο Τίκοβο άρχισε αυθόρμητα στις 8 Απριλίου 1932 ως αποτέλεσμα των αποτυχιών των τοπικών αρχών να προετοιμάσουν το εργατικό δυναμικό για την εισαγωγή των μερίδων «λιμοκτονίας». Οι εργάτες, ιδιαίτερα εκείνοι με οικογένεια, το αντιλήφθηκαν σωστά ως απειλή για την επιβίωση τους, και εξοργίστηκαν όταν οι εκκλήσεις τους για συνομιλίες απορρίφθηκαν από τους ανωτέρους τους.

Ο Shishkin εξέφραζε την γνώμη της πλειοψηφίας και έγινε ο πιο σημαντικός ηγέτης της απεργίας. Με το να λέει συνεχώς πως η απεργία είχε μόνο ένα στόχο, λειτούργησε σαν φάρος για εκείνους που υποστήριζαν την Σοβιετική εξουσία αλλά δεν μπορούσαν να συμφιλιωθούν με τις παρούσες συνθήκες. Υπέρμαχος της μετριοπάθειας και της εγκράτειας, επιμήκυνε την απεργία κάνοντάς την βιώσιμη, ακόμη και καθώς πάλευε να μην πάρει ριζοσπαστική τροχιά από κάποιους. Ο Shishkin δεν υποχώρησε ποτέ από την άποψή του στο δικαίωμα των εργατών να αντισταθούν: «Πιστεύω πως η απεργία ήταν απαραίτητη και θεωρώ πως τέτοια απεργία είναι η μόνη σωστή μέθοδος μαζικής διαμαρτυρίας για τους εργάτες ενάντια στη μείωση των μερίδων», κατέθεσε. «Με δεδομένη τη κατάσταση που δημιουργήθηκε στο Τίκοβο ως αποτέλεσμα της μείωσης των μερίδων, πιστεύω πως η μόνη διέξοδος ήταν η απεργία». Χρησιμοποιώντας σαρκαστικά ένα όρο από τις πρόσφατα εγκαταλειμμένες  μισθολογικές πολιτικές, επίσης καταδίκασε την εμφανιζόμενη ιεραρχία στη τροφοδοσία: «Πιστεύω πως πρέπει να υπάρχει ένα επίπεδο (uravnilovka) στα, για να είμαι ακριβής, στα γαστρικά ζητήματα, στο βαθμό που όλοι δουλεύουν το ίδιο». Από την άποψη αυτή, ο Shishkin συμφώνησε με τον πιο ριζοσπάστη ηγέτη της απεργίας: «Είναι αδύνατο για τον εργάτη να επιβιώσει με τα τωρινά επίπεδα τροφοδοσίας», είπες τους ανακριτές o Khudiakov, «και θεωρώ τις διαφοροποιημένες τροφοδοσίες των εργατών εντελώς λάθος, αφού σύμφωνα με τις γαστρικές τους ανάγκες όλοι χρειάζονται το ίδιο. Επειδή ο Shishkin και ο Khudiakov συμφώνησαν πως οι πολιτικές του Stalin – περιλαμβανομένου του συνολικού προγράμματος αναγκαστικής βιομηχανοποίησης και κολεκτιβοποίησης – ήταν εσφαλμένο, διαφώνησαν πάνω στην ίδια τη νομιμοποίηση της ίδιας της «σοβιετικής εξουσίας». Μοναδικές βιογραφικές εμπειρίες και προσωπικές αφηγήσεις που διαμόρφωσαν την αφήγηση τους κατασκεύασαν τις διαφορετικές τους απόψεις: ο Khudiakov, συνδικαλιστής, για περισσότερο από τρεις δεκαετίες, δεν έχασε ποτέ τον ιδεαλισμό του που γεννούσε την απέχθεια του για τη σοβιετική διακυβέρνηση· ο Shishkin δεκαοχτώ χρόνια νεότερος και βετεράνος του θριάμβου του Κόκκινου Στρατού στον Εμφύλιο Πόλεμο, διατηρούσε τη πίστη του στο καθεστώς αν και είχε καταλήξει να πιστεύει πως κατά τη διάρκεια του Πρώτου Πενταετούς Πλάνου είχε προδώσει το λόγο ύπαρξης του.

Ο Shishkin έβαλε τη ζωή του σε κίνδυνο δυο φορές: πρώτα για την νεογέννητη δικτατορία του προλεταριάτου, και μετά για τους εργάτες που υπέφεραν υπό τον οικονομικό σταλινισμό. δεν έβλεπε κάποια αντίφαση, ωστόσο, αφού και στις δυο περιπτώσεις πολέμησε στο όνομα των εργατικών τάξεων εναντίων των εκμεταλλευτικών ελίτ. Κατά τον ίδιο, έκανε μικρό λάθος στον Παγκόσμιο Πόλεμο με το να συσχετιστεί προσωρινά με τον αναρχικό Nestor Makhno, και στο Τίκοβο με το να επιτρέψει στους αντιπάλους της σοβιετικής εξουσίας να κατακτήσουν θέσεις επιρροής μέσα στην εξέγερση της οποίας ο μόνος στόχος, πίστευε πως ήταν οικονομικός και όχι πολιτικός:

«Ως πρώην αξιωματικός του Κόκκινου Στρατού και έχοντας λάβει μέρος στον Εμφύλιο Πόλεμο, είμαι εργάτης από τη γέννηση μου και έχω μια ιστορία 21 ετών στο εργοστάσιο. Και το θεωρώ καθήκον μου προς το κράτος πως εγώ, στη κορύφωση της απεργίας όταν στεκόμουν κυριολεκτικά στη κεφαλή του πλήθους, να ζητήσω μόνο τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των εργατών (επειδή διαφωνώ  κάθετα με την κομματική πολιτική για την μείωση των μερίδων των εργατών), εκείνη τη στιγμή υπήρχαν εξωγενή άτομα στο πλήθος , όπως αντεπαναστατικές προσωπικότητες όπως ο Khudiakov. Έκαναν πολιτικά αιτήματα και γενικά εξέφρασαν απογοήτευση προς το σοβιετικό καθεστώς.

Θεωρώ λάθος μου πως κάναμε την απεργία μπροστά στα μάτια ολόκληρης της περιοχής – ιδιαίτερα, για παράδειγμα, την πορεία πείνας στο Ιβάνοβο. Και το πρόβλημα είναι ότι lishentsy και άλλα αντισοβιετικά άτομα χρησιμοποίησαν την απεργία για τη προπαγάνδα τους. πιστεύω πως έπρεπε να κάνουμε την απεργία μόνο με τις δυνάμεις των εργατών έτσι ώστε να μη συμμετέχουν άτομα από έξω. Παρά τις ανεπάρκειές μου, πρέπει να πω ξανά πως δεν είμαι αντεπαναστάτης.

Όσο για το χαρακτήρα μου, δεν συμφωνώ με την κοινωνική συνθήκη των εργατών. Ακόμη και έτσι όμως, έχοντας στο μυαλό μου  την απώλεια που προκάλεσε η απεργία στη κυβέρνηση, αποδέχομαι πρόθυμα το βάρος της τιμωρίας για τα εγκλήματα μου.  Δεν θέλω να θεωρηθώ όμως στασιαστής [buntovshchik], επειδή είμαι έτοιμος να υπερασπιστώ τη σοβιετική εξουσία κάθε στιγμή. Έτσι ζητώ από την OGPU να μη μου επιβάλλει βαριά τιμωρία».

Μη έχοντας την δυνατότητα να προωθήσουν τα παράπονά τους με νόμιμο τρόπο, υποστηρικτές και αντίπαλοι του καθεστώτος επεδίωξαν την μόνη δυνατή οδό δράσης: δημόσιες διαδηλώσεις ενάντια στη πολιτική που τους καταδίκαζε σε σταδιακή λιμοκτονία. Το ότι η απεργία εμφανίστηκε στον ορίζοντα της δράσης και ήταν πολύ καλά οργανωμένη δείχνει το βάθος της λαϊκής απογοήτευσης, αλλά χρωστά επίσης πολλά στην σπουδαία ιστορία του μαχητικού εργατικού κινήματος στο Ιβάνοβο. Οι παραδόσεις αντίστασης διατηρήθηκαν στη συλλογική μνήμη και τον επίσημο μύθο, που για πολλά χρόνια μετά την Επανάσταση τροφοδοτούσε τα εργοστάσια με πρότυπα λόγου και συμπεριφοράς που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά εναντίον προϊστάμενων αρχών.

Το λαϊκό ηθικό ήταν τόσο χαμηλό στο τέλος του Πρώτου Πενταετούς Πλάνου που η απεργία του Τίκοβο ήταν σε θέση να ξεπεράσει πολλά εμπόδια. Οι Shishkin, Gradusov, Khudiakov, Chernov, Semenov, Anan’ev, Mokeeva, Maleeva, και Bagazhkova οδήγησαν τους εργάτες από το ένα γεγονός στο άλλο παρά τις διαφορές  και την «καχυποψία» (όρος του Gradusov) που τους χώριζαν μεταξύ τους. Οι ηγέτες της απεργίας μιλούσαν στρατηγικά περιστασιακά, συχνά διαφωνούσαν όταν μιλούσαν, και δεν είχαν ποτέ προηγούμενη γνώση τι – πόσο μάλλον δυνατότητα έγκρισης – θα λέγονταν από τους πολλούς ομιλητές που απευθύνθηκαν στο πλήθος. Εν ολίγοις, η απεργία είχε μια αδύναμη δομή ηγεσίας που αναπτύχθηκε μέσα από τις απαιτήσεις των αρχών (που αναζητούσαν διαπραγματευτές και, τελικά, αποδιοπομπαίους τράγους) και τις ανάγκες των εργατών (που εξουσιοδότησαν τους πιο έμπιστους, εύγλωττους αναμεσά τους για να τους εκπροσωπήσουν).

Όσο για τα πρόσωπα των αρχών κάθε βαθμίδας, είχαν ελάχιστη επιρροή πάνω στους απεργούς. Μειοψηφώντας σε αναλογία εννιά προς έναν στο εργοστάσιο οι Κομμουνιστές απολάμβαναν προνόμια που τους έκαναν ευάλωτους στη περιφρόνηση από ένα εργατικό δυναμικό που τους έβλεπε ως αυτάρεσκους υποκριτές· συνετά, μόνο οι αυθεντικότεροι μεταξύ των πιστών διατήρησαν χαμηλό προφίλ στη διάρκεια της κρίσης. Είτε λόγω υποταγής στους ανωτέρους, την επιθυμία διατήρησης των προνομίων, ή από διαφωνία με τις επιλεγμένες μορφές διαμαρτυρίας, το 90% των μελών του κόμματος παρέμειναν στη δουλειά, ενώ σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι έκαναν απεργία. Η εργατική πειθαρχία όμως σημειώθηκε και μεταξύ των εκλεκτών, και έτσι περίπου 31 Κομμουνιστές και Κομσομολ συμμετείχαν στις διαδηλώσεις. Όχι πως αυτό τους προστάτεψε από την λαϊκή εχθρικότητα: ενώ τα κομματικά μέλη που καταδίκασαν την απεργία χτυπήθηκαν λεκτικά ή φυσικά, ακόμη και αυτοί που τάχθηκαν στο πλευρό των εργατών παρέμειναν ευάλωτοί στην κακομεταχείριση.

Μέλη του συνδικάτου του εργοστασίου μηχανών συγκομιδής ήταν πιο πιθανό να έχουν τις ίδιες ανησυχίες με τους απλούς εργάτες· κατά συνέπεια 170 από 477 μέλη (35.6%) από τους ενεργούς του σωματείου συμμετείχαν στην απεργία, όπως έκανε και η μισή Fabkom. Ενώ οι εκπρόσωποι του σωματείου απολάμβαναν μεγαλύτερο σεβασμό σε σχέση με τους Κομμουνιστές (οι κατηγορίες όπως είναι φυσικό επικαλύπτονταν), αυτό δε σημαίνει πως το ίδιο το σωματείο ήταν αντιληπτό ως όχημα για την υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων (λίγοι απεργοί ένιωσαν έκπληξη όταν ο πρόεδρος της Fabkom τάχθηκε με τη διεύθυνση). Οι περισσότεροι εκπρόσωποι ήξεραν πως η δουλειά τους ήταν να κρατάνε το εργατικό δυναμικό παθητικό και παραγωγικό· πολλοί προσπάθησαν έτσι να τραβήξουν τους εργάτες από τους δρόμους. Όσο για τη μειονότητα που στήριξε την απεργία, το έκαναν από συμπάθεια, φόβο για απώλεια κύρους, ή την επιθυμία να κρατήσουν υπό έλεγχο τα «αντισοβιετικά» στοιχεία.

Η εχθρότητα που ένιωθαν προς την διεύθυνση είναι τουλάχιστον δύσκολο να εκτιμηθεί. Αν και οι εργάτες ήταν θυμωμένοι με μια πολιτική που είχε σχεδιαστεί στη Μόσχα, δεν κατέβηκαν μαζικά σε απεργία μέχρι που η διεύθυνση με σκληρότητα απέρριψε τα αιτήματα τους. Πέρα από τη φυσική επίθεση που αποτελούσαν οι μειωμένες μερίδες, οι προσβολές από τους ανωτέρους τους ήταν πάρα πολύ για να το αντέξουν.

Τι μας λέει η απεργία στο Τίκοβο για την αποτελεσματικότητα εκείνων στην εξουσία; Αν το ερώτημα είναι αυτό του ελέγχου του κέντρου στη περιφέρεια, τότε είναι ξεκάθαρο πως κόμμα, κράτος και συνδικαλιστική οργάνωση εκπλήρωσαν το ρόλο τους ως «ιμάντες μετάδοσης» – αλλά αναποτελεσματικά. Εντολές από τη Μόσχα και το Ιβάνοβο να προετοιμάσουν το πληθυσμό για τις χαμηλότερες μερίδες αγνοήθηκαν επειδή τα τμήματα προπαγάνδας είχαν πέσει σε λήθαργο και οι κομματικοί πυρήνες σε διάλυση. Επιπλέον, οι αξιωματούχοι σε όλα τα επίπεδα έτρεμαν στη ιδέα να δημοσιοποιήσουν, πόσο μάλλον να υπερασπιστούν την νέα πολιτική μέσα στα εργοστάσια. Κατά συνέπεια, τα διατάγματα από πάνω εφαρμόζονταν παρασκηνιακά, οι φήμες έδωσαν τη θέση τους στο πανικό, και τίποτα δεν έγινε για να βελτιωθεί το ηθικό μέχρι που ήταν πολύ αργά.

Ενώ οι αξιωματούχοι δεν έχασαν ποτέ την εξουσία στο Τίκοβο (όπως έγινε στη Βιτσούγκα την ίδια εβδομάδα), αναγκάστηκαν να παραδώσουν το δημόσιο βήμα σε κατώτερες τάξεις και να περιμένουν την φθορά και τις συλλήψεις να βαρύνουν. Σε σύγκριση με άλλους σε θέσεις επιρροής, οι αξιωματικοί της OGPU ήταν αποτελεσματικοί, αν και βάναυσοι, και μπορούσαν να υπολογίζονται για να παράξουν αποτελέσματα όταν όλα τα άλλα απέτυχαν. Δεν είναι θαύμα πως το καθεστώς κατέληξε να βασίζεται έντονα πάνω τους.

Όχι πως πρέπει να αποδεχτούμε τις απόπειρες από το κέντρο να μεταφερθεί η ευθύνη για τις απεργίες στις τοπικές αρχές, που βρέθηκαν σε μια πραγματικά αδύνατη κατάσταση: μετά από μήνες εφαρμογής κρατικές πολιτικές που επιτίθονταν στην κοινωνία, ήξεραν πως οι περισσότερες κοινωνικές ομάδες ήταν αντίθετες στην σταλινική επανάσταση «από τα πάνω». Στις παραμονές της εξεγέρσεις, οι χωρικοί εγκατέλειπαν τις συλλογικές φάρμες, οι εργάτες σαμποτάραν τα μέτρα της εντατικοποίησης της εργασίας, και κριτική της «δικτατορίας του προλεταριάτου» και τις πολιτικές του ήταν διαδεδομένη στα πιο ζωντανά σημεία της ανεπίσημης κουλτούρας των εργατών: τα λουτρά και το καπνιστήριο. Στις πολωμένες συνθήκες που ίσχυαν στις επαρχίες το 1932, η απραξία ήταν η λογική αντίδραση για τους αξιωματούχους που είχαν παγιδευτεί μεταξύ αδύνατων διαταγμάτων και εξαγριωμένων κοινωνικές ομάδες.

Ο Kochnev χαρακτήρισε την κατάσταση λίγο μετά τη καταστολή των απεργιών στην IPO: «Τάξη απέναντι σε τάξη». Μια δεκαετία μπολσεβίκικης διακυβέρνησης και τέσσερα χρόνια σταλινικής δικτατορίας δημιούργησαν μια σχέση αμοιβαίας καχυποψίας και εχθρικότητας μεταξύ των παραγωγών υπεραξίας και των δικαιούχων της. ερμηνευτικοί φακοί που διαδόθηκαν από το ίδιο το καθεστώς παρουσίαζαν τις ουσιώδεις αντιθέσεις της κοινωνικής πραγματικότητας. Με λίγα λόγια, το Πρώτο Πενταετές Πλάνο (επανα)δημιούργησε στη περιοχή μια εργατική τάξη επίγνωση που ήταν έτοιμη να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της με μέσα παράνομης, συλλογικής δράσης.

Ο οικονομικός σταλινισμός και η συλλογική μνήμη αντίστασης ήταν οι κεντρομόλες δυνάμεις που ένωσαν τους εργάτες για μια εβδομάδα απεργιών ενάντια στην πολιτική τροφοδοσίας της Μόσχας.  Ποιες ήταν οι φυγόκεντρες δυνάμεις που τους διαίρεσαν; Οι εργάτες απασχολούσαν διαφορετικές θέσεις στο φάσμα της στήριξης προς το καθεστώς: αν κάποιοι χειροκροτούσαν τις αντισοβιετικές ομιλίες του Khudiakov και του Gradusov, άλλοι δεν το έκαναν. Κατά συνέπεια, οι διαφορές στις απόψεις για τη «σοβιετική εξουσία», από τη μια, και η δικτατορία του Stalin από την άλλη, είχαν επιπτώσεις στη βιωσιμότητα της συλλογικής δράσης.

Το φύλο επίσης επηρέασε τις απεργίες με βαθύ, αν και ασαφή τρόπο. Σε αυτά τα χρόνια, οι βιομηχανίες στις οποίες κυριαρχούσαν οι γυναίκες – όπως στη παραγωγή βαμβακερών υφασμάτων – ακούσια χρηματοδότησε τη κατασκευή των (ανδροκρατούμενων) βαρειών βιομηχανιών. Ωστόσο οι γυναίκες, κοινωνικοποιημένες να είναι οι βασικοί τροφοί των παιδιών στη Ρωσία, ένοιωσαν δυσανάλογα επιβαρυμένες από τις ελλείψεις φαγητού. Αν αυτό εξηγεί γιατί οι πιο σημαντικές απεργίες συνέβησαν σε μια περιοχή ελαφριάς, παρά βαριάς βιομηχανίας, το ίδιο και το γεγονός πως οι γυναίκες των χαμηλότερων τάξεων ήταν ακόμη πρόθυμες να εκμεταλλευτούν τα παλιά έμφυλα στερεότυπα – για παράδειγμα, πως ήταν θύματα των συναισθημάτων τους, προδιατεθειμένες για ατίθαση συμπεριφορά – που συνεχώς τις έκανε λιγότερο ευάλωτες στη καταστολή. Την ίδια στιγμή, οι γυναίκες συνέχισαν να καταλαμβάνουν ένα μικρό χώρο στη σκηνή της πολιτικής δράσης – η πλειοψηφία των απεργών ήταν γυναίκες, αλλά σχεδόν όλοι οι ηγέτες της απεργίας ήταν άνδρες – και αυτό ελάττωνε τη γοητεία που ασκούσε το κίνημα σε άλλες βιομηχανίες. Έτσι, οι πολιτισμικές δυναμικές του φύλου έκαναν την συλλογική δράση πιο πιθανή στην IPO ακόμη και περιόρισαν τις συνέπειες της αντίστασης.

Δυστυχώς, μια ενδελεχής συζήτηση των συνεπειών των γεγονότων του Απρίλη του 1932 είναι πέρα από τους στόχους του άρθρου αυτού. Για σύντομο χρονικό διάστημα, η εργατική αναταραχή ανάγκασε τη δικτατορία να μεταφέρει σημαντικούς πόρους από τη βαριά στην ελαφριά βιομηχανία και να πάρει μια σειρά από μέτρα (για παράδειγμα, την νομιμοποίηση των συλλογικών αγροτικών αγορών και την αύξηση των βιομηχανικών μισθών τον Μάιο και τον Οκτώβριο του 1932) που βελτίωσαν την τροφοδοσία των αστικών κέντρων και την αγοραστική δύναμη των εργατών. Τέτοιες παραχωρήσεις, με τη σειρά του, επέτρεψαν σε εκατοντάδες χιλιάδες  οικογένειες των χαμηλότερων τάξεων να επιβιώσουν κατά το Μεγάλο Λιμό. Οι εξεγέρσεις όμως επίσης επιδείνωσαν τη κρίση του ηθικού των πολιτών και επισπεύσαν την καταστολή της αντίστασης μέσα στα εργοστάσια και την απειθαρχία (για παράδειγμα, οι νόμοι του Αυγούστου και του Νοεμβρίου του 1932 αντίστοιχα, για την κλοπή σοσιαλιστικής περιουσίας και της «κοπάνας»). Η κληρονομιά των απεργιών, έτσι, είναι διφορούμενη.

Η μελέτη του κύματος απεργιών της IPO μπορεί να μας οδηγήσει να αναθεωρήσουμε  πολλές πτυχές της πρόσφατης ιστοριογραφίας. Πρώτα, η ιστορία της σοβιετικής εργατικής τάξης όταν στρέψουμε το βλέμμα μας μακριά από τη μικρή μειοψηφία – κυρίως νέοι, αστικοί άνδρες εργάτες που ήταν Κομσομολ ή Κομμουνιστές – που ευνοήθηκαν από τη σταλινική επανάσταση «από τα πάνω». Η εμπειρία αυτών των ατόμων έχεις διερευνηθεί από σοβιετικούς μελετητές και δυτικούς «ρεβιζιονιστές», που και οι δύο έτειναν να υπερβάλλουν την στήριξη της εργατικής τάξης προς το καθεστώς. Το γεγονός πως οι απεργοί της IPO έδιωξαν τις μαζορέτες των πολιτικών του καθεστώτος, ιδιαίτερα τους Κομσομολ, δείχνει την αξία της μελέτης άλλων στοιχείων του εργατικού δυναμικού, περιλαμβανομένων εκείνων που συμμετείχαν σε αυτά τα γεγονότα: γυναίκες, μη Κομμουνιστές, εργάτες με οικογένειες, και εκείνων που είχαν ακόμη ζωντανές μνήμες του προ-σοβιετικού εργατικού κινήματος και του αυτοκρατορικού καπιταλιστικού καθεστώτος. Δεύτερο, δεν πρέπει να υποθέσουμε πως οι πρωταγωνιστές στην αφήγηση των ρεβιζιονιστών, ιδιαίτερα οι άνδρες εργάτες που πολέμησαν στο Κόκκινο Στρατό στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, στήριζαν το οικονομικό πρόγραμμα του Stalin: πράγματι, ο Shishkin, ο Semenov, και πολλοί άλλοι απεργοί προέρχονταν από αυτή τη κατηγορία. Τρίτο, είναι καιρός οι μελετητές να δώσουν σοβαρή προσοχή στο φαινόμενο της αντίστασης της εργατικής τάξης υπό το Stalin. Παρά τους πρόσφατους ισχυρισμούς που έγιναν σε μια πρόσφατη μελέτη του Magnitostroi, ο εργατικός ενθουσιασμός ήταν μάλλον η εξαίρεση παρά ο κανόνας που ακολούθησαν την άνοδο του δικτάτορα στην εξουσία. Υποθέσεις περί της απουσίας της συλλογικής δράσης δεν είναι δεν είναι αξιόπιστες τώρα που έχουμε πρόσβαση σε πηγές που αναφέρουν απεργίες, εξεγέρσεις, και άλλες μορφές  αντίστασης της εργατικής τάξης στη διάρκεια της περιόδου μορφοποίησης της Σοβιετικής Ένωσης. Τέταρτο, η σημασία της τάξης ως βάση της κοινωνικής ταυτότητας στη μεσοπολεμική Ρωσία 1πρέπει να επανεκτιμηθεί. Οι εργάτες που συμμετείχαν στις απεργίες της IPO υπερβήκαν τις εναλλακτικές πηγές ταυτότητας και οργάνωσαν τους εαυτούς τους με ικανότητα και αποφασιστικότητα σε μια προσπάθεια να αναγκάσουν τις αρχές τις οποίες αντιλαμβάνονταν ως αυτούς που καρπώνονταν τη δουλειά τους, να αυξήσουν τις μερίδες τους. η γλώσσα και η εμπειρία της τάξης έκαναν τις διαμαρτυρίες πραγματικότητα, και πρέπει να έτσι να υπολογίσουμε τη πιθανότητα πως υπό συγκεκριμένες συνθήκες τα σοβιετικά εργοστάσια μπορούσαν να είναι λίκνα συνείδησης της εργατικής τάξης. Τέλος, ο ρόλος του φύλου στη διαμόρφωση της γεωγραφίας της αναταραχής δείχνει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα που μπορεί να μας επιτρέψει να αποκρυπτογραφήσουμε τις συγκεκριμένες κοινωνικές, πολιτικές, και συλλογιστικές συνθήκες στις οποίες η τάξη έγινε βάση για συλλογική δράση μεταξύ των σοβιετικών εργατών.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s