Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Modern & Contemporary France Vol. 8, #1, 2000. Ο Roger Griffin είναι καθηγητής σύγχρονης ιστορίας και πολιτικός θεωρητικός στο Πανεπιστήμιο Μπρούκς της Οξφόρδης. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. 

 

Οι εννοιολογικές βάσεις της μεταπολιτικής της Νέας Δεξιάς (Nouvelle Droite)

Ο ίδιος ο τίτλος του άρθρου αρκεί για να σηκωθούν οι τρίχες στο σβέρκο των μεταπολιτικών φρουρών φρουρούς της Γαλλικής Νέας Δεξιάς (ND) και των ευρωπαϊκών παραρτημάτων της, τα περισσότερα από τα οποία είναι κατηγορηματικά πως οι παραγωγικές διαγνώσεις των νόσων του σύγχρονου κόσμου δεν έχουν καμιά σχέση με το φασισμό. Ο ποιο σημαντικός εκπρόσωπος της, ο Alain de Benoist, έχει επανειλημμένως καταδικάσει το λεπενισμό, και σε μια επιστολή προς εμένα εξέφραζε την αγανάκτηση του όταν ένα δείγμα της κοσμοθεωρίας του από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 περιλήφθηκε στην ανθολογία μου με φασιστικά κείμενα, έλεγε: «Όχι μόνο γράφω βιβλία και άρθρα για περισσότερο από 25 χρόνια εναντίον σχεδόν κάθε ιδέας που συνδέεται ιστορικά με το φασισμό (ρατσισμό, αντισημιτισμό, Führerprinzip, ολοκληρωτισμό, ιμπεριαλισμό, αποικιοκρατία, κλπ.), αλλά αποκηρύσσω σταθερά το μύθο του Έθνους-Κράτους, και τις εθνι(κές)κιστικές εμμονές, κλπ.

Η προσοχή είναι επιτακτική ανάγκη όταν προσεγγίζουμε αυτό το ζήτημα, με δεδομένες το χορό φωνών από τις σελίδες του Telos (κάθε άλλο παρά δεξιό την εποχή της δημιουργίας του) που καταδίκασε την βιτριολική εκστρατεία κατά της ND από το γαλλικό τύπο το 1993. Το αποκορύφωμα  αυτής της εκστρατείας ήταν μια «Έκκληση για Εγρήγορση» που δημοσιεύτηκε στην Le Monde στις 13 Ιουλίου που υπογράφονταν από 40 διανοούμενους. Ακολουθήθηκε ένα χρόνο αργότερα από μια ανανεωμένη δήλωση που υποστηρίχθηκε με επιπλέον 1500 υπογραφές  που έστρεφαν την προσοχή «στην επάνοδο αντιδημοκρατικών ρευμάτων στη γαλλική και ευρωπαϊκή ακαδημαϊκή ζωή» (μια αδιαμφισβήτητη αναφορά στην ND), τα οποία «δημιουργούσαν τις συνθήκες για ένα νέο φασισμό». Ο Paul Piccone επιτέθηκε σε αυτές τις κατηγορίες  ως κομμάτι «ιεράς εξέτασης μακαρθικού τύπου»· ο Franco Sacchi έκρινε πως η ND φαίνεται «πως δεν έχει τίποτα κοινό με το παλιό κόσμο του νεοφασισμού»· και ο Mark Wegierski ήταν εξίσου πεπεισμένος πως «σε καμιά περίπτωση η ευρωπαϊκή Νέα Δεξιά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ‘νεοφασιστικό απομεινάρι’».

Ιδιαίτερα θλιβερό για κάποιον που εξωτερικό παρατηρητή που βλέπει αυτό το διάλογο, ήταν ή αυστηρή προειδοποίηση που προήλθε από τον ίδιο Pierre-André Taguieff, την σημαντικότερη αυθεντία πάνω στην Γαλλική Νέα Δεξιά, που όχι μόνο προσεκτικά περιέγραψε την γέννηση της ND από τα ρεύματα του γαλλικού νεοφασισμού, και τόνισε τις δομικές ομοιότητες της ιδεολογίας της ND στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 με την εκδοχή του νεοφασισμού που προωθούνταν στη δεκαετία του 1960 από τον Maurice Bardéche, που δεν διστάζει να κατηγορήσει την δήθεν αντιρατσιστική «διαφοροποίηση» της ND ως ένα περίπλοκο είδος ρατσισμού. Στο ειδικό τεύχος του Telos, ωστόσο είχε μόνο σκληρά λόγια για εκείνους που «δαιμονοποιούσαν» την Νέα Δεξιά ως απειλή για τη δημοκρατία, αναφερόμενος ιδιαίτερα στην έκκληση για επαγρύπνηση «ειπωμένη σε ξύλινη (νέο)αντιφασιστική γλώσσα που προήλθε από μυαλά είναι πάντοτε μικρά ή τυφλά και πάντοτε τεμπέλικα», και θυμίζει σε εκείνους ασχολούνται έντονα με την επάνοδο της ακροδεξιάς πως «ούτε ο ‘φασισμός’ ούτε ο ‘ρατσισμός’ θα επιστρέψει με τέτοιο τρόπο που να μπορούμε να τα αναγνωρίσουμε εύκολα».

Έτσι αισθάνεται πραγματικό φόβο οποιοσδήποτε ξεκινά, ακόμη και από τη σχετική ασφάλεια ενός αγγλόφωνου εντύπου, να διασχίσει αυτό που ξεκάθαρα αποτελεί ένα εννοιολογικό και πολιτικό ναρκοπέδιο. Αναμφίβολα αυτό που θα ακολουθήσει θα προκαλέσει την οργή (είτε προσποιητή είτε πραγματική) των Νεοδεξιών κάθε απόχρωσης, και θα προκαλέσει την διαφωνία ακόμη και «ουδέτερων» πολιτικών επιστημόνων. Δίχως δισταγμό, αυτό το άρθρο μιλά για την ανάγκη αποδοχής ενός συγκεκριμένου ορισμού για το γενικό φασισμό, του οποίου η εμπειρική βάση είναι  τα κείμενα ενός αυτοπροσδιορισμένου φασίστα ιδεολόγου, υποστηρίζει το συμπέρασμα του Taguieff και πως οι κεντρικές ιδεολογικές υποθέσεις που συμμετείχαν στη γέννηση της ND ήταν πράγματι φασιστικές. Επιπλέον, και αντίθετα με την ανάλυση του, δείχνει πως αυτές οι υποθέσεις  συνεχίζουν να επηρεάζουν την πολιτιστική της παραγωγή, ανεξάρτητα πόσο απομακρυσμένες είναι από τις αξίες του μεσοπολεμικού φασισμού και ναζισμού είναι μεγάλο κομμάτι της ηθικής της και οι άμεσοι πολιτική της στόχοι όχι μόνο μοιάζουν, αλλά είναι πραγματικά. Πράγματι, αυτό που πρέπει να φανεί είναι πως τονίζοντας ακριβώς τις σημαντικές διαφορές μεταξύ του μεσοπολεμικού και του μεταπολεμικού πλαισίου στο οποίο έπρεπε να λειτουργεί ο φασισμός, που είναι δυνατό να αναγνωρίσει τη κεντρική σημασία της τελευταίας φάσης της σκέψης της Νέας Δεξιάς (και την επιτυχημένη κάλυψη της συνεχιζόμενης φασιστικής ατζέντας) μια στάση στην οποία έχει δοθεί ελάχιστη προσοχή από «ορθόδοξους» πολιτικούς αναλυτές, είτε είναι μαρξιστές ή «φιλελεύθεροι», δηλαδή την απολιτεία

Ο κεντρικός επαναστατικός μύθος του φασισμού κι η αλλαγή του ιστορικού πλαισίου της υλοποίησης του

Παρά την εμφάνιση στη δεκαετία του 1990 μιας μερικής συναίνεσης που αντιμετωπίζει το φασισμό ως μια επαναστατική μορφή του εθνικισμού, ο όρος είναι ακόμη ιδιαίτερα επίμαχος και η εφαρμογή της στα μεταπολεμικά φαινόμενα περιπλέκεται από εννοιολογικές δυσκολίες και συγχύσεις.

Ο ιδανικός ορισμός του φασισμού που έχω προτείνει, αναγνωρίζει ως το «αναφαίρετο πυρήνα» του ένα αποκλειστικό ιδεολογικό στοιχείο, που μπορεί να φανεί με εμπειρικό τρόπο πως αποτελεί κοινό παρονομαστή όχι μόνο των πολλών εκδοχών της σκέψης και της θεωρίας που αποτελούν το Φασισμό, αλλά και σε ένα αριθμό άλλων κινημάτων της άκρας δεξιάς τόσο μεσοπολεμικά όσο και μεταπολεμικά, Ευρωπαϊκά και εξω-Ευρωπαϊκά, και ενός καθεστώτος, του Τρίτου Ράιχ. Το θεμελιώδες αυτό στοιχείο, ή «μυθικός πυρήνας», έχει μορφοποιηθεί ως σύνθεση δυο συστατικών. Το πρώτο, ο «λαϊκίστικος υπερεθνικισμός», είναι μια ιδιαίτερα ελαστική ιδέα που αγκαλιάζει ένα ευρύ φάσμα οργανικών και ως εκ τούτου αντιατομικιστικών, αντιορθολογιστικών, αντιφιλελεύθερων, και πάνω από όλα, αντιχειραφετικών αντιοικουμενιστικών αντιλήψεις του εθνικού-κράτους ή της εθνικής κοινότητας ως μια πρωταρχική μονάδα της κοινωνικής, πολιτιστικής, και πολιτικής πραγματικότητας. Επιπλέον μπορεί να αγκαλιάσει ομοσπονδιακές, ιμπεριαλιστικές, διε-εθνικές ή υπερ-εθνικές (αλλά όχι διεθνείς ή οικουμενικές) μορφές συμμαχιών μεταξύ «λαών» ή εθνών. Το δεύτερο συστατικό είναι ο μύθος της «παλιγγενεσίας», ή αναγέννησης, που δείχνει ειδικά  το όραμα μια διαδικασίας αναγέννησης ή αναζωογόνησης που προορίζεται να δώσει ένα τέλος στη διαδικασία της παρακμής, της αποσύνθεσης, ή διάλυσης, και η οποία μπορεί να αποδεχτεί μια μεγάλη ποικιλία διαγνώσεων των αιτιών της παρακμής και τις πηγές της ανανέωσης.

Ο «παλιγγενετικός υπερεθνικισμός» στον οποίο καταλήγει είναι βαθιά αντιορθολογιστικός και μυθικός στην ορμή του, επιδιώκοντας να εμπνεύσει επαναστατική δράση παρά μια στατική περισυλλογή, και ως τέτοια είναι ιδιαίτερα ετερόκλητος και συνθετικός στη τάση του να απορροφήσει στοιχεία από ένα μεγάλο αριθμό από πιθανώς αντιφατικές ιδεολογίες και ιστορικά φαινόμενα. Εν συντομία, υπάρχουν πολλές εκδοχές του φασισμού, και (όπως έδειξε ο Taguieff) είναι ιδιαίτερα παραπλανητικό να χρησιμοποιηθεί ένα συγκεκριμένο ιστορικό παράδειγμα (πχ Φασισμός, Ναζισμός) ως καλούπι με το οποίο εκτιμάμε τα φασιστικά γνωρίσματα ενός συγκεκριμένου φαινομένου, ιδιαίτερα στη μεταπολεμική εποχή. Από αυτή τη πλευρά είναι δυνατό να αντιληφθούμε εσφαλμένα την ίδια την ιδέα του φασισμού ως μια κυρίως πολιτική ιδέα, και αντίθετα πρέπει να προσεγγιστεί ως μια «κοσμοθεωρία» με βαθιές πολιτικές και ιμπεριαλιστικές, αλλά με εξίσου βαθιές κοινωνικές και πολιτισμικές επιπτώσεις.

Ο λιτός μας ιδεολογικός ορισμός επιτρέπει τις εξωτερικές μορφές του φασισμού που υιοθετήθηκαν από τον «ουσιαστικά υπαρκτό φασισμό» στην περίοδο του μεσοπολέμου μπορεί να ιδωθεί ως προετοιμασμένη σε εξαιρετικό βαθμό από την εμφάνιση του εθνικισμού του 19ου αιώνα, την είσοδο των μαζών στην ιστορική σκηνή, την επιτυχία της Ρωσικής Επανάστασης, αλλά πάνω από όλα, τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, που εθνικοποίησε, στρατιωτικοποίησε, και έκανε τις μάζες ομοιόμορφες σε μια δίχως προηγούμενο κλίμακα. Επίσης κανονικοποίησε μια σειρά από ιδέες που περιφρονούσαν το Διαφωτισμό συνολικά και τη θετικιστική παράδοση: την εξύμνηση του μύθου, του ενστίκτου, και της βίας ως φορείς επαναστατικής αλλαγής, την κυκλική αντίληψη της ιστορίας, την παρακμή και την επαπειλούμενη κατάρρευση του Δυτικού πολιτισμού, την ασημαντότητα του ατόμου και την σπουδαιότητα της υπέρ-ατομιστικής κοινότητας μπροστά την ιστορία, την ανάγκη για κάθε λαό να έχει δυνατούς ηγέτες και υγιείς, νεαρούς, ενεργητικούς πληθυσμούς για να επιβιώσουν στη σύγκρουση λαών και αυτοκρατοριών, το δικαίωμα του κράτους να παρεμβαίνει σε κάθε σφαίρα της κοινωνίας. Σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά που τονίζονται στις λίστες του ορισμού του φασισμού που είναι τόσο κοινοί στις εγκυκλοπαίδειες και στις κοινωνικές επιστήμες, φαίνεται να είναι «τυχαία», εξαρτώμενοι από τον τρόπο που το όραμα της απόλυτης πολιτικο-πολιτιστικής ανανέωσης του «λαού» έγινε αντιληπτό στις μοναδικές συνθήκες της Ευρώπης του μεσοπολέμου.

Ο μεταπολεμικός φασισμός αποκλείστηκε το δημόσιο χώρο στη κομμουνιστική ανατολή. Στην Δύση έπρεπε να αλλάξει ριζικά για να προσαρμοστεί στο βαθιά αλλαγμένο κλίμα που πολύ γρήγορα κυριάρχησε στις καπιταλιστικές δημοκρατίες. Η γενικευμένη αίσθηση της επικείμενης κοινωνικο-πολιτιστικής διάλυσης και οι προοπτικές ανανέωσης σε μια «νέα τάξη» είχαν εξανεμιστεί. Θα ήταν η εποχή του Ψυχρού Πολέμου, αποαποικιοποίησης, μαζικής μετανάστευσης, καταναλωτισμού, χαλαρότητας, τηλεόρασης, βιντεοπαιχνιδιών, διαφημίσεων, προσωπικών υπολογιστών, και κινητών τηλεφώνων. Τα χαρισματικά μαζικά κινήματα αυτού που κατέληξε να γίνει γνωστό ως «φασισμός» είχε γεννηθεί αρχικά από ένα ευρύ φάσμα ριζοσπαστικών δεξιών στοιχείων στη κρίση των δεκαετιών του 1920 και του 1930. Ο μεταπολεμικός φασισμός ενσάρκωνε ακόμη την επιθυμία για εθνική\εθνοτική αναγέννηση, με ένα πνεύμα που αντιμετωπίζει τον ανθρωπισμό του Διαφωτισμού και τις «αιώνιες αρχές του 1789» ως πηγή, όχι προόδου, αλλά αποσύνθεσης. Τώρα όμως ο «φασισμός» όχι μόνο έχασε την μαζική του βάση, αλλά αποσυντέθηκε στα τρία βασικά του συστατικά: «σεβαστά» δεξιά δημοκρατικά κόμματα με αντιδημοκρατικές, ανελεύθερα βαθύτερα νοήματα· μικρές ενώσεις βίαιων ακτιβιστών και αυτοπροσδιοριζόμενων επιτελείων που τρέφουν και μερικές φορές εκτελούν επαναστατικές φαντασίες· διασκορπισμένους διανοούμενους και καλλιτέχνες που απορρίπτουν τον ακτιβισμό και περιορίζονται σε ένα «καθαρά» πολιτιστικό και θεωρητικό ρόλο ως συνεργάτες σε λέσχες μελέτης και περιοδικά.

Για να χωρέσουν οι δυο τελευταίες εκφράσεις του φασισμού, μυριάδες οργανώσεις, ομάδες, και μορφώματα έχουν κάνει την εμφάνιση τους, πολλά είναι ιδιαίτερα εφήμερα, αντιπροσωπεύοντας αναρίθμητες διαλέκτους επαναστατικού υπερ-εθνικισμού που τώρα δεν μπορούν να βρουν ένα Mussolini ή ένα Hitler ικανούς να τους ενώσει σε μια εθνική lingua franca. Είναι μέσα σε αυτό βαθιά αλλαγμένο πλαίσιο που δύο θεωρητικές διαγνώσεις της τωρινής κατάστασης της Δύσης πήραν σπουδαία σημασία για τη στρατηγική που υιοθετήθηκε από μερικούς διανοούμενους  για να κρατήσουν ζωντανό ένα υπερεθνικιστικό όραμα παλιγγενεσίας ενάντια στο ρεύμα της μεταπολεμικής ιστορίας. Για να είμαι πιο ακριβής, είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που ένας Γερμανός και ένας Ιταλός διανοούμενος πρόσφεραν δυο συμπληρωματικούς αναλύσεις των πιθανοτήτων για απόλυτη πολιτιστική αναγέννηση στον απόηχο της ήττας του Άξονα, που θα είχαν σημαντική επίπτωση σε αυτό που στην Γαλλία κατέληξε να γίνει γνωστό ως Nouvelle Droite.

Armin Mohler: η μεταπολιτική της Συντηρητικής Επανάστασης στην μεσοβασιλεία

Η πρώτη ανάλυση που θα μελετηθεί είναι αυτή που αναπτύχθηκε αμέσως μετά το 2ο ΠΠ από ένα νεαρό Γερμανό φοιτητή, τον Armin Mohler, και δημοσιεύτηκε το 1950 υπό το τίτλο Η Συντηρητική Επανάσταση στην Γερμανία 1918-1932. Ξεκινώντας ως διδακτορική διατριβή υπό την επίβλεψη του φιλοσόφου Karl Jaspers, το βιβλίο του Mohler κατέληξε να πάρει τη μορφή αναλυτικού καταλόγου των διάφορων βασικών ρευμάτων και πολλών εκατοντάδων συγγραφέων που αποτελούσαν το κύμα της αντιδημοκρατικής σκέψης στη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Τα παρουσιάζει συλλογικά σαν συστατικά της «Συντηρητικής Επανάστασης». Ήταν εμφανές πως δεν ήταν ένα απλό διδακτορικό. Ο Mohler δεν έκρυβε πως σκοπός του ήταν να συμβάλει άμεσα στην υλοποίηση της Συντηρητικής Επανάστασης (δηλαδή της ευρωπαϊκής επανάστασης που ήταν αναγκαία εξαιτίας της ήττας του Hitler από τις εκφυλισμένες δυνάμεις του φιλελεύθερου και του κομμουνιστικού ιμπεριαλισμού): ο υπότιτλος του είναι «ένα εγχειρίδιο», και η μεγάλη εισαγωγή του το κάνει απόλυτα σαφές πως είχε γεννηθεί ως ιδέα σαν οδηγίες επιβίωσης για εκείνους που δεν θέλουν να χάσουν το πνευματικό τους προσανατολισμό στην σύγχρονη εποχή. Σημαντικό ρόλο στην αντίληψη που στηρίζει την πλατιά έρευνα του Mohler είναι η υπόθεση πως η αλλαγή δεν είναι πια κοντά:

«Η παλιά δομή της Δύσης ως σύνθεσης της κλασικής κουλτούρας, του Χριστιανισμού, και των παρορμήσεων των ανθρώπων που μπαίνουν στην ιστορία για πρώτη φορά έχει αποσυντεθεί. Μια νέα ενότητα, ωστόσο δεν έχει φανεί. Βρισκόμαστε σε αυτή την μεταβατική περίοδο, αυτή τη «μεσοβασιλεία», η οποία αφήνει το σημάδι της σε κάθε πνευματική δραστηριότητα. Η Συντηρητική Επανάσταση είναι προσαρμοσμένη σε αυτή, και την ίδια στιγμή αναγνωρίζει τον εαυτό της σαν μια απόπειρα να την ανατρέψει».

Δεν χρειάζεται πολύς χρόνος για την συνειδητοποίηση πως η κοσμοθεωρία που είναι ενσωματωμένη στην Συντηρητική Επανάσταση είναι, με τους όρους του ιδανικού μας ορισμού, πως αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από μη ναζιστικές εκδοχές του γερμανικού φασισμού. Όχι μόνο το εννοιολογικό πλαίσιο του ίδιου του Mohler αναγνωρίζει τον Ναζισμό ως αναπόσπαστο κομμάτι της Συντηρητικής Επανάστασης, αν και σε στρεβλή μορφή, αλλά στη καρδιά αυτής της Επανάστασης βρίσκεται η εικόνα μιας αναγέννησης που έχει τις ρίζες της σε ένα ιδιαίτερο  εθνικό/εθνοτικό τρόπο αίσθησης και ύπαρξης. Με άλλα λόγια, ο Mohler εσκεμμένα προσπάθησε με το βιβλίο του να ενώσει διασκορπισμένους Γερμανούς συγγραφείς με μεγάλο φάσμα αντιβαϊμαρικών, αντιδημοκρατικών και αντιδιαφωτιστικών χροιών σκέψης στην εικόνα ενός μοναδικού «κινήματος». Η Συντηρητική Επανάσταση που κατέληξε είναι ουσιαστικά ένα ουτοπικό κατασκεύασμα: όχι ένας «ιδανικός ορισμός» που δημιουργήθηκε τεχνητά ως ένας ευρετικός μηχανισμός για να αυξήσει τη γνώση, αλλά ένας σορελιανός μύθος που έχει γεννηθεί για να εμπνεύσει πίστη και (εν τέλει) δράση.

Η πρακτική επίπτωση της σύνθεσης του Mohler, ανεξάρτητα πόσο αγνοείται στους ακαδημαϊκούς κύκλους, ήταν πως συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία ενός εντελώς νέου μεταπολεμικού φασιστικού διαλόγου, που φαινομενικά περιορίζεται αποκλειστικά σε πολιτισμικά  θέματα και ωστόσο προσφέρει σε εκείνους που έχουν φασιστικές αντιλήψεις μια εκλεπτυσμένη στρατηγική για να παραμείνουν πιστοί στις αρχές τους. τώρα που η επανάσταση από τη Δεξιά, που φαινόταν τόσο κοντά μεταξύ των πολέμων, έχει αναβληθεί επ’ αόριστο και οι δυνάμεις  της μηδενιστικής μοντερνικότητας έχουν εδραιωθεί ξανά, τους λέει πως οι συνθήκες δεν είναι ώριμες πλέον για τις άμεσες επιθέσεις στα οχυρά της κρατικής εξουσίας, ιδιαίτερα εκείνες που πραγματοποιούνταν από ναζιστικού παραστρατιωτικές ελίτ, για μαζικά κινήματα, και για δημαγωγούς  που σε κάθε περίπτωση ήταν συμπτώματα της διαστρέβλωσης του «γερμανικού» ή «θετικού» (δηλαδή παλιγγενετικού) μηδενισμού. Αντίθετα είναι εποχή για στοχαστές και οραματιστές να προετοιμάσουν με εντατικό τρόπο το έδαφος για την μεταμόρφωση πρώτα της πολιτιστικής, και στη συνέχεια της πολιτικής εξουσίας η οποία θα συμβεί αυθόρμητα μόλις η τωρινή εποχή της παρακμής όπως, σαν μια ανίατη ασθένεια, ολοκληρώσει τη διαδρομή της.

Julius Evola: η Θέση της Παράδοσης και ο Ρόλος της Απολιτείας

Η άλλη μορφή του οποίου η αντίδραση στην ήττα των δυνάμεων του Άξονα είχε μεγάλη επίδραση στον μεταπολεμικό φασισμό είναι ο Julius Evola.  Εκεί όμως που ο βασικός προσανατολισμός του μυθικού σχεδίου του Mohler ήταν «νομιναλιστική» κατά το πνεύμα του Nietzsche και του Jünger, η φιλοσοφία της ιστορίας που συνέθεσε ο Evola για να βρει την πνευματική διαφυγή από την «ερημιά» του 1920, ήταν επηρεασμένη από ένα μεγάλο ταξίδι μέσα από το δυτικό αποκρυφισμό και τον ανατολικό μυστικισμό· αυτό έδωσε στον πεσιμισμό του για την σύγχρονη ιστορία μια ιδιαίτερη ιδεαλιστική ποιότητα. Η απόρριψη της παρακμής του σύγχρονου κόσμου εστιάζονταν όχι στην έλλειψη του ηρωικού βιταλισμού ή «ενεργού μηδενισμού», αλλά (και εδώ η επιρροή του Γάλλου αποκρυφιστή René Guénon είναι εξίσου ισχυρή με του Spengler και του Nietzsche) στον (κυριολεκτικά) ψυχοφθόρο καταναλωτισμό, την εκκοσμίκευση, και τον ορθολογισμό. Αυτό το απέδωσε  στη προοδευτική διάβρωση – που διαρκεί για πάνω από 2000 χρόνια, εκτός από σύντομες ανακουφίσεις, όπως η γκιμπελιανή φάση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή αναλαμπές στο σκοτάδι όπως οι Ναΐτες Ιππότες – των ριζών της Ευρώπης στην πρωταρχική «Παράδοση».

Η Παράδοση είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που ο Karl Popper αποκαλούσε «ιστορικισμό». Για τον Evola, το χαρακτηριστικό του γνώρισμα μιας «Παραδοσιακής» κοινωνίας ήταν πως όλοι οι θεσμοί και ο πολιτισμός της διαχέονταν από τη πίστη σε μια ιερή, μεταφυσική τάξη, και κυβερνούνταν από μια κυρίαρχη ελίτ που αποτελούνταν από πολεμιστές και ιερείς, έτσι ώστε το προσωρινό και το αιώνιο να αλληλοεπιδρούν συνεχώς. Ένα ακόμη από τα χαρακτηριστικά αυτών των «υγειών» κοινωνιών είναι πως γενούν μια ασκητική μιλιταριστική ηθική στην οποία τα χαρακτηριστικά του πολεμιστή και του ιερέα συγχωνεύονται (πχ. ο σπαρτανισμός, το bushido των Σαμουράι, και οι αρχές των kshatriya, της κάστας πολεμιστών του Ινδουισμού). Η πίστη του Evola στη κυκλική παρακμή και αναγέννηση των πολιτισμών σημαίνει πως έβλεπε την παρακμή του σύγχρονου κόσμου, τα συμπτώματα της οποίας ήταν τα ίδια για εκείνον με αυτά του Mohler (εκκοσμίκευση, ατομικισμός, ορθολογισμός, η άνοδος των μαζών, ο εξαμερικανισμός κλπ), ως το σημάδι πως βρισκόμαστε σε αυτό που οι ινδουιστές αποκαλούν «Kali yuga», «η μαύρη εποχή», που εντέλει θα δώσει τη θέση της σε μια νέα χρυσή εποχή όπου οι Παραδοσιακές δυνάμεις  θα επανεγκατασταθούν ως η βάση του κράτους, της κοινωνίας, και του πολιτισμού. Για μια περίοδο ο Evola ξεκάθαρα πίστευε πως η προσπάθεια του Mussolini να υπερβεί την εποχή του «δημο-φιλελευθερισμού» ήταν ριζοσπαστική και αρκετά σοβαρή για να αποτελεί το όχιμα της Παραδοσιοακρατικής αναγέννησης της Δύσης, και σε μια σταθερή παραγωγή βιβλίων και άρθρων  στο φασιστικό τύπο διεξήγαγε τη δική του πνευματική εκστρατεία για να καθιερώσει τη κοσμοθεωρία του ως την ιδεολογική βάση του Φασισμού (έτρεφε ιδιαίτερη αντιπάθεια για τον τζεντιλεανισμό) (ΣτΜ: το τις φιλοσοφικές και πολιτικές θέσεις του Giovanni Gentile, που έμεινε γνωστός ως ο «φιλόσοφος του φασισμού»).

Ωστόσο, ο Evola δεν είχε καμιά δυσκολία να μιλα για την ήττα των ευρωπαϊκών δυνάμεων του Άξονα. Και τα δύο καθεστώτα είχαν κάνει υπερβολικές υποχωρήσεις στις δυνάμεις την εκφυλιστικής μοντερνικότητας, με άλλα λόγια στην «εποχή των μαζών». Κατά συνέπεια το βρήκαν αδύνατο να δημιουργήσουν ένα οργανικό, ιεραρχικό, ανελέητα υπερ-ατομικό κράτος βασισμένο, όχι πάνω σε ένα στενό εθνικισμό, αλλά στις αιώνιες πνευματικές αρχές που θα κουβαλά μια νέα αριστοκρατική κάστα και μια νέα τάξη πολεμιστών εμποτισμένη με την αίσθηση καθήκοντος για να ιδρύσουν μια νέα αυτοκρατορική κουλτούρα που θα αγκαλιάζει τις άριες φυλές. Ο πρώτος λεπτομερής απολογισμός της ζημιάς που είχαν επιφέρει στο εγχείρημα αυτό οι Σύμμαχοι ήταν το Gli uomini e le Rovine (Ο Άνθρωπος στα Ερείπια, 1953), που επίσης στήριζε τη προοπτική πως μια νέα τάξη μπορούσε να έρθει στην Ιταλία μέσα στα «ερείπια» του σύγχρονου κόσμου μέσα από την επιστράτευση όλων των πνευματικά αριστοκρατών και μιλιταριστικών δυνάμεων της Δεξιάς.

Καθώς η μεταπολεμική Ιταλία προχώρησε ακόμα περισσότερο στην εποχή της πολιτικής σταθερότητας και του «οικονομικού θαύματος», έτσι και ο πεσιμισμός του Evola για τις προοπτικές έστω για «σωτηρία οτιδήποτε μπορούσε να σωθεί» βάθαινε. Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι όλο και ισχνότερες προοπτικές της επικείμενης αλλαγής τον έριξαν στα βάθη της πολιτιστικής απελπισίας που είχε εμπνεύσει τον Mohler να διατυπώσει τη θεωρία της μεσοβασιλείας πάνω από μια δεκαετία νωρίτερα. Το αποτέλεσμα ήταν το Cavalcare la Tigre (Ιππεύοντας τη Τίγρη) που εκδόθηκε το 1951, το Παραδοσιακρατικό αντίστοιχο με την «Εγκύκλιο των Λαθών» του Πίου του Θ’ το 1854, κατηγορώντας κάθε πτυχή του του φιλελεύθερου «μηδενισμού» του οποίου η κακοήθης κυριαρχία πάνω στον «σύγχρονο κόσμο» έχει πλέον αγκαλιάσει νέα φαινόμενα όπως ο υπαρξισμός, η νεανική κουλτούρα, τα ναρκωτικά, και η «σύγχρονη μουσική». Ο άνθρωπος της Παράδοσης πλέον δεν έχει δικές του δομές ή σκοπούς στους οποίους να ανήκει. Το ισοπεδωτικό αποτέλεσμα των «αθάνατων αρχών του 1789» έχει κατεβάσει το κόσμο στη χυδαιότητα, την μετριότητα και τον βαρβαρισμό, και τα μέσα για την «διόρθωση» της κατάστασης είναι ανύπαρκτα.

Σε μια τέτοια κατάσταση ο φυσικός αριστοκράτης, ο Παραδοσιακός άνθρωπος (όπως εννοεί τη λέξη άνθρωπος ο Evola σημαίνει άνδρας) δεν έχει καμιά επιλογή από το να καλλιεργήσει την «αδιαφορία», την αποσύνδεση από όλα όσα σήμερα αποτελούν την «πολιτική». Έτσι η αρχή του ήταν αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες ήξεραν ως απολιτεία. Αυτή η βαθιά αποσύνδεση από ένα κόσμο που δεν περιέχει απολύτως τίποτα «άξιο του πραγματικού εαυτού κάποιου», δεν σημαίνει απαραίτητα «πρακτική αποχή», δηλαδή την αποκήρυξη της πολιτικής ή ακόμη και πράξεων βίας, εφόσον γίνεται με πνεύμα «αγάπης για την ίδια τη πράξη» για να καλλιεργήσει «απρόσωπη τελειότητα» (αν και προσθέτει, «κάποιος θα μπορούσε βέβαια να είναι λαθρέμπορος όπλων ή και να συμμετέχει σε εμπόριο λευκής σαρκός»!). ότι ο Evola δεν εγκατέλειψε την κυκλική αντιμετώπιση της ιστορίας, ωστόσο, αφήνεται να εννοηθεί στο τίτλο του βιβλίου. Με την απόσυρση στην ησυχαστική ή ακτιβιστική απολιτεία «ο άνθρωπος της Παράδοσης» ή ο «διαφοροποιημένος άνθρωπος» (αντίθετα από εκείνους που θεωρητικά έχουν ομογενοποιηθεί από τις ισοπεδωτικές δυνάμεις της δημοκρατίας), δεν αρνείται απλά  να υποταχθεί στο σύγχρονο κόσμο, αλλά ουσιαστικά επιταχύνει την κατάρρευση του : «ιππεύει την τίγρη» γνωρίζοντας πως, ακόμη και είναι μετά την ζωή του, κάποια μέρα θα τελειώσει και ο κύκλος θα αρχίσει ξανά.

Μεταπολιτική ή απολιτεία;

Το μυθικό σχέδιο του Mohler, γεννημένο στα τέλη της δεκαετίας του 1940, της Συντηρητικής Επανάστασης, με τους υπομύθους του της μεσοβασιλείας, του σφαιρικού χρόνου, την κυριαρχία της Weltanschauung (Ευρεία κοσμοθεωρία), και της στρατηγικής της απόσυρσης στη μεταπολιτική, συγγενεύει στενά με το μυθικό σχέδιο του Evola για την Παράδοση, με τους υπομύθους του κυκλικού χρόνου, την κυριαρχία μιας «κοσμοθεωρίας», και (από τις αρχές της δεκαετίας του 1960)την υποχώρηση στην απολιτεία. Μπορούν να αντιμετωπιστούν σαν δυο διάλεκτοι του ίδιου «μεταπολιτικού» διαλόγου, που επιτρέπει στον ιδιαίτερα περιθωριοποιημένο ή απομονωμένο φασίστα διανοούμενο να αισθάνεται κομμάτι μια «φανταστικής κοινότητας» από «πολεμιστές ενάντια στο σύγχρονο κόσμο». Τόσο οι μολεριανοί όσο και οι εβολιανοί μπορούν να φανταστούν τους εαυτούς τους ως κάποιους που ανήκουν σε μια αόρατη κοινότητα, μια πνευματική ελίτ, μια κρυφή αδελφότητα τα μέλη της οποίας έχουν μια συγκεκριμένη νοοτροπία και κοσμοθεωρία. Ο ρόλος της, μακριά από τα αδιάφορα «σύγχρονα ζητήματα» ενός εκφυλισμένου κόσμου, είναι να είναι ο θεματοφύλακας «υψηλών», αιώνιων αξιών των οποίων η ώρα θα ξημερώσει στο τέλος αυτής της σκοτεινής νύχτας της δυτικής ψυχής.

«Η διεθνής των ελεύθερων και κυρίαρχων πνευμάτων αποτελεί μια Αδελφότητα, αλλά μια Αδελφότητα που είναι ξεκομμένη τόσο από το κόσμο όσο και από τον εαυτό της. μια Αδελφότητα που υπάρχει μυστικά – το απολύτως αντίθετο από μια μυστική Αδελφότητα – που μπορεί να υπάρχει μόνο στα βάθη του είναι». «Όσο πιο κοντά φτάνει ένας κύκλος στο τέλος του, τόσο πιο κοντά είμαστε στην αρχή ενός νέου κύκλου. Τίποτα δεν θυμίζει τόσο πολύ την αυγή όσο το σούρουπο: μόνο η φρεσκάδα του αέρα μπορεί να μας πει ποιο είναι από τα δυο είναι». Η Ευρωπαϊκή επανάσταση – βασικά είναι μια πνευματική και γνωστική επανάσταση – πρέπει να δημιουργήσει το δικό της όραμα για το κόσμο, την δική της γλώσσα, το ίδιο της το αντικείμενο ακόμη». Όμως οι λέξεις αυτές δεν έχουν γραφεί από τον Mohler ή τον Evola, αλλά γράφηκαν τον Απρίλιο του 1979 από τον ηγέτη της Γαλλικής Νέας Δεξιάς, Alain de Benoist.

 

Η πολιτική της μεταπολιτικής της Nouvelle Droite

Πρέπει να λάβουμε υπόψιν τώρα πόσα πολλά χρωστάει στην ιδέα της Συντηρητικής Επανάστασης του Mohler η Γαλλική Νέα Δεξιά για την ιδιαίτερα παλιγγενετική «μεταπολιτική» φάση που τυποποιείται σε τέτοιες διατυπώσεις. Θα συνεχίσουμε στη συνέχεια πως ακόμη και οι πιο φαινομενικά απολιτικές, πεσιμιστικές, και αντιφασιστικές  εκδόσεις του είδους που εκδίδονται από κάποια παρακλάδια της Ευρωπαϊκής Νέας Δεξιάς από το 1980 αποκαλύπτουν, μόλις ιδωθούν υπό το φως της μολεριανής μεταπολιτικής και της εβολιανής απολιτείας, τα αδιαμφισβήτητα γνωρίσματα της νεοφασιστικής αντίληψης του σύγχρονου κόσμου που θα είχε δραστικές πολιτικές και ανθρώπινες συνέπειες αν ποτέ γίνονταν απόπειρα να μετατραπεί από πνευματική σε υλική πραγματικότητα.

Αυτό δεν γίνεται για να δείξει πως οι συντάκτες και οι συγγραφείς των εκδόσεων της Νέας Δεξιάς δεν παίρνουν ειλικρινά αποστάσεις από το Φασισμό και το Ναζισμό, που βλέπουν ως ιστορικά τυχαίες και γενικά κακοσχεδιασμένες απόπειρες να εφαρμόσουν ένα αντιχειραφετικό («υπερανθρωπιστικό»), αντιδιαφωτιστικό (μυθικό), και αντιγραμμικό (κυκλικό) όραμα του κόσμου. Αυτό που εννοεί, όμως, είναι πως απελπισμένοι ισχυρισμοί από μέλη της Νέας Δεξιάς ότι έχουν αφιερώσει μια ολόκληρη ακαδημαϊκή ζωή στο να πολεμάνε «σχεδόν όλες τις ιδέες που ιστορικά συνδέονται με το φασισμό» είναι εξίσου παραπλανητικό όσο ο ισχυρισμοί πως ο Evola «έγραψε μια πολύ ενδιαφέρουσα κριτική ανάλυση του εθνικισμού και αντιστάθηκε άγρια σε κάθε μορφή βιολογικού ρατσισμού».

Όσο για την ακαδημαϊκή βιομηχανία η οποία αναπτύχθηκε γύρω από την ND, τα δεδομένα που έχουν συγκεντρωθεί εδώ αθροιστικά δείχνουν πως εκείνοι που απλουστευτικά την κατηγορούν ως φασιστική απειλή προς τη δημοκρατία ή πως συμμαχεί με ρατσιστικά ή νεοφασιστικά κόμματα σίγουρα χρειάζεται να κάνουν λίγο περισσότερη έρευνα πριν προχωρήσουν σε δημοσίευση. Με τον ίδιο τρόπο εκείνοι που απορρίπτουν ολοκληρωτικά αυτές τις κατηγορίες ή βλέπουν πως η σύγχρονη ND δεν ανήκει πια στην «στο χώρο της άκρας δεξιάς» τα ευρήματα μας να τους κάνουν να αναθεωρήσουν τη θέση τους. είναι έτσι απαραίτητο να στρέψουμε τη προσοχή μας στο καταληκτικό αυτού του άρθρου στην ίδια την ND, εστιάζοντας, όχι στη δημόσια αρένα των υποθέσεων κι αντι-υποθέσεων, αλλά σε κάτι που πολύ συχνά μένει έξω από τις συνεντεύξεις με την υποθετική άκρα Δεξιά, δηλαδή οι δηλώσεις που είναι τυπωμένες στις ίδιες τις εκδόσεις τους.

Η εμφάνιση της ND ως διαδόχου της Συντηρητικής Επανάστασης

Έχει τεκμηριωθεί στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου ότι ο Mohler και ο Evola παρουσίασαν δυο διακριτές αλλά συμπληρωματικά εννοιολογικά πλαίσια (αν και θα προτιμούσαν τους όρους «Weltanschauung» ή «visione del mondo») μέσα από τα οποία προσαρμόζουν τις βασικές αξίες του φασισμού στο εχθρικό μεταπολεμικό περιβάλλον.

Με την εξύμνηση της προτεραιότητας του πολιτισμού σε σχέση με την πολιτική ως βάση για μια επανάσταση στο πνεύμα του «δεξιού γκραμσισμού», και με την ταύτιση «πνευματικά» με την Παράδοση και την Συντηρητική Επανάσταση παρά με το πρόγραμμα κάποιου πολιτικού κόμματος ή τρομοκρατικής οργάνωσης, οι δεξιοί διανοούμενοι που επιθυμούσαν την μεταμόρφωση ολόκληρο το «σύστημα» μπορούσαν να καταφύγουν στη μεταπολιτική με καθαρή συνείδηση. Όχι μόνο ήταν ασφαλείς γνωρίζοντας πως είχαν αποφύγει να σφραγιστούν με τις σημάδια του φασισμού με την τυπική χρήση του όρου βασισμένη σε μεσοπολεμικά εξωτερικά χαρακτηριστικά, όπως ο παραμιλιταρισμός και η λατρεία του ηγέτη, μπορούσαν όμως να αισθάνονται πως έκαναν ουσιαστικά πολύ πιο σημαντική δουλειά σε σχέση με οποιοδήποτε ακτιβιστή εντός ή εκτός των δημοκρατικών πολιτικών προετοιμάζοντας  το έδαφος «πολιτιστικά» για την ριζοσπαστική ρήξη με την παράδοση του Διαφωτισμού, αναγκαία για την αναγέννηση της κοινωνίας και του πολιτισμού.

Ο Pierre-André Taguieff έχει καταγράψει προσεκτικά τη διαδικασία με την οποία αυτή η αποκλειστικά μεταπολιτική, ευρωπαϊστική, και φαινομενικά (και σε αρκετές περιπτώσεις πραγματικά) αντι-ναζιστική/φασιστική προσέγγιση στην επιδίωξη της επαναστατικής ατζέντας του φασισμού, έπαιξε καθοριστικό ρόλο της φύσης αυτού που έμεινε γνωστό ως Nouvelle Droite. Δείχνει πως η προϊστορία της ξεκίνησε ως αντίδραση στη βαθιά κρίση μέσα στο γαλλικό φασισμό στον απόηχο του Πολέμου της Αλγερίας που οδήγησε στην έκκληση, κυρίως από τον Dominique Venner στο άρθρο του «Pour une critique positive» (1962), για ένα γαλλικό υπερεθνικισμό που θα βασίζεται σε ένα ευρωπαϊστικό πλαίσιο και εφοδιασμένο με ένα νέο ιδεολογικό σκεπτικό. Με τη σειρά του ήταν επηρεασμένος από το Qu’est-ce que le fascisme? (1961) του Maurice Bardèche, που εξυμνούσε την απόπειρα του φασισμού να δημιουργήσει ένα νέο τύπο κοινωνίας σε διάφορα ευρωπαϊκά κράτη την περίοδο του μεσοπολέμου, και αναγνώριζε ως βασική του αποστολή στην μεταπολεμική περίοδο την απελευθέρωση της Ευρώπης από την επιζήμια επιρροή των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, ένα σχέδιο που όπως ισχυρίζεται ήδη είχε εμφανιστεί κατά τη τελευταία φάση του πολέμου. Ο Taguieff δείχνει πως από το 1962 ως το 1971 τα κείμενα εκείνων που θα αποτελούσαν τον πυρήνα της ND και του Groupement de recherche et d’études pour la civilisation européenne (GRECE, Κέντρο για την έρευνα και τη μελέτη του ευρωπαϊκού πολιτισμού) – ιδιαίτερα ο ίδιος ο Alain de Benoist – αγκαλιάζουν τον ευρωπαϊσμό, ακόμη όμως στο πνεύμα του βιολογικού αριανισμού που σχετίζεται με το ιδιαίτερα ναζιστικό «Μήνυμα της Ουψάλα» και το έντυπο της Europe Action (1962-1967). Είναι μεταξύ 1972 και 1979 που η ND εμφανίζεται κανονικά όταν ο βιολογικός ντετερμινισμός αντικαθίσταται από ένα πολιτιστικό διάλογο του οποίου τα βασικά θέματα είναι η απόρριψη της χειραφέτησης (εκφραζόμενη με όρους μιας νιτσεϊκής επίθεσης στον Ιουδαιοχριστιανισμό και τον ανθρωπισμό του Διαφωτισμού), και με την άποψη πως η αναγέννηση της Ευρώπης θα έρθει μέσα από την αναγέννηση των «Ινδοευρωπαϊκών αξιών». Μια σημαντική στιγμή σε αυτή τη διαδικασία ήταν η δημιουργία της δεξαμενής σκέψης GRECE το 1968 για να αναπτύξει τα εννοιολογικά εργαλεία για την επερχόμενη μεταμόρφωση, καταλήγοντας στην έκδοση το 1978 μιας ανθολογίας βασικών άρθρων με τον σημαντικό τίτλο Dix ans de combat culturel pour une renaissance. Ήταν εκείνη τη περίοδο που ο de Benoist ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τις θεωρίες του Mohler. Έχοντας γράψει βιβλία  πάνω στους Ινδοευρωπαίους (1966), τη Ροδεσία (1967), και τη Γκεστάπο (1971), δημοσίευσε τώρα το Morale et politique de Nietzsche (1974) και θα αφιέρωνε ένα ακόμη στο Moeller van den Bruck or the Conservative Revolution.

Το Μάρτιο του 1978 ένας δεξιός δημοσιογράφος, ο Gilbert Comte, δημοσίευσε στη Le Monde μια σειρά από άρθρα υπό το τίτλο «Une Nouvelle Droite?» και η φράση καθιερώθηκε γρήγορα. Σύντομα η ND ήταν στο επίκεντρο ενός καταιγισμού άρθρων στο «σοβαρό» τύπο που κορυφώθηκε το 1979. Σε αυτό το σημείο ήταν που ο Taguieff εντοπίζει την αρχή μιας νέας ιδεολογικής φάσης (1979-1983), όταν η ND εξέλιξε το δόγμα του «διαφορετισμού» και ενός ριζοσπαστικού σχετικισμού που απορρίπτει την ιδέα κάθε φυσικής πολιτιστικής ή φυλετικής ανωτερότητας. Αυτή, ακολουθήθηκε από μια Τρίτη φάση, από το 1984-1987, όταν η έμφαση μετατοπίστηκε για να συμπεριλάβει τον τριτοκοσμισμό, την αναγέννηση του ιερού, και της αποστολής να διατηρηθούν όλες οι κουλτούρες ζωντανές. Είναι στη διάρκεια των 15 ετών έντονης ιδεολογικής δραστηριότητας της ND μεταξύ 1972 και 1987 που η διάγνωση του Mohler για το μεταπολεμικό κόσμο έγινε σημαντική για την ανάπτυξη ενός νέου φασιστικού λόγου στη Γαλλία. Τόσο ο μύθος μιας «συντηρητικής επανάστασης» που είχε διακοπεί και αναβληθεί μέχρι την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, και η έμφαση του στη διαρκή επικαιρότητα της κατανόησης της τωρινής φάσης της ιστορίας μέσα από συγγραφείς όπως ο Ernst Jünger, o Martin Heidegger και ο Carl Schmitt, είχε γίνει τώρα απόλυτα κεντρική  σε μια σταυροφορία ενάντια στα αποκαλούμενα συστατικά της «υπαρκτής» μοντερνικότητας. Τα βασικά συστατικά που ξεχωρίζουν για επίθεση είναι «η «μηχανιστική» δημοκρατία, τα «καθολικά» ανθρώπινα δικαιώματα, η τεχνοκρατία, η χειραφέτηση, η παγκοσμιοποίηση, ο υλισμός, ο ατομικισμός, η αμερικανοποίηση και η σοβιετικοποίηση του κόσμου, η παρακμή της Ευρώπης σε πνευματική έρημο. Αυτά θα καταπολεμηθούν με την επανεμφύτευση του πολιτισμού της Ευρώπης στην δήθεν κεντρική ρίζα μιας προχριστιανικής, ινδοευρωπαϊκής (άριας) κοσμολογίας, που υπερβαίνει τη διχοτόμηση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, χρησιμοποιεί την «σφαιρική» αντίληψη της ιστορίας, και διαδίδει την αντίληψη μεταξύ των πνευματικών επαναστατών που έχουν επιβιώσει με τον ιδεαλισμό και το όραμα τους άθικτα, που ζουν σε μια μεσοβασιλεία με πεπερασμένη διάρκεια.

Σε αυτή φάση είναι που οι διανοούμενοι της ND αρχίζουν να «ανακαλύπτουν» τον Evola, χάρη στην διαθεσιμότητα μεταφράσεων σημαντικών έργων όπως το Les hommes au milieu des ruines και το Chevaucher le tigre.  Αυτό συνέβαλε στην αυξανόμενη σημασία θεμάτων όπως ένας αντιμοντέρνος και «πνευματικός» ιμπεριαλισμός, το οργανικό κράτος, το ιερό, η θεωρία των πολιτισμών ως οργανικών ζωικών μορφών, και η συκοφάντηση της μαζικής δημοκρατίας και πολιτισμού στο όνομα ηρωικών μιλιταριστικών αξιών. Η επίδραση του Evola επίσης ενίσχυσε την ιδέα πως κάθε πραγματικό «όραμα του κόσμου» είναι απαραίτητα ριζωμένη σε ένα υπόστρωμα πρωταρχικής (παγανιστικής) σοφίας (μια εκδοχή της «Παράδοσης») που μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο από εκείνους που είναι πνευματικά συντονισμένοι μαζί της: παραμένει αδιαφανής σε απλά ακαδημαϊκά εκπαιδευμένα μυαλά ή εκείνων που έχουν υποστεί τη πλύση εγκεφάλου των κλισέ του «μονοκοσμισμού».

Η μεταπολιτική του Alain de Benoist

Δυο ανθολογίες με κριτικές, άρθρα, δοκίμια και διαλέξεις του Alain de Benoist δημιουργήθηκαν μεταξύ του 1970 και του 1979, Vu de droite και Les Idées à l’endroit, εκδόθηκαν λίγο πριν και αμέσως μετά τα γαλλικά μέσα και η «ορθόδοξη» διανόηση άρχισε να αναγνωρίζει την ύπαρξη της ND ως μια νέα πολιτική και πολιτιστική δύναμη, επιβεβαιώνουν πως στη διάρκεια της δεκαετίας ο πιο επιδραστικός στοχαστής της ήταν ιδιαίτερα ενεργός στη διάχυση του νέου λόγου. Συντονισμένη με τη μεταβασιλεία, ήταν αποκλειστικά μεταπολιτική που απάντησε εξαιρετικά στο αρχικό κάλεσμα του Venner για μια δραστική ανανέωση της ξεπερασμένης μεταφασιστικής ορθοδοξίας η ρίζες της οποίας στον ναζισμό του μεσοπολέμου ήταν πολύ φανερές και οι οποίες είχαν αποδειχτεί πως είχαν ελάχιστη δυνατότητα κινητοποίησης στο μεταπολεμικό κλίμα. Η νέα μεταπολιτική Weltanschauung μετέφραζε ακούραστα τον «παλιγγενετικό υπερεθνικισμό» σε μια νέα επαναστατική ανάλυση και στρατηγική  που ήταν πειστική στο να κάνει τις κατηγορίες  για «φασισμό» να φαίνονται ύποπτες, υστερικές, και παραπληροφορημένες. Σε απόλυτη αντίθεση με τα (επίδοξα) χαρισματικά ομοιόμορφα κινήματα που προσπάθησαν να καταλάβουν δια της εφόδου τα οχυρά της κρατικής εξουσίας στην Ευρώπη του μεσοπολέμου χρησιμοποιώντας ένα συνδυασμό εκλογικής και παραστρατιωτικής δύναμης, η επίθεση της θα ήταν αποκλειστικά πολιτιστική και δημοσιοσχετίστικη. Αυτό που πλέον θεωρούνταν το βασικό όπλο σε ένα πόλεμο φθοράς ενάντια στις δυνάμεις τις οποίες ο φασισμός του μεσοπολέμου προσπάθησε να καταστρέψει, ήταν  η συχνή εμφάνιση σε σοβαρές εφημερίδες και τον ακαδημαϊκό τύπο των διατριβών πάνω σε ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων που σχετίζονταν με τις πολιτικές, τις κοινωνικές, τις ανθρωπολογικές, τις φιλοσοφικές, τις επιστημονικές, τις ηθικές και μεταφυσικές υποθέσεις που είτε υποστήριζαν την «Δύση» στη τωρινή της μορφή ή επέτρεπαν τον οραματισμό μιας άλλης που βασίζονταν σε μια «αντιχειραφετική», «αντιυλιστική», «αντιοικουμενική», αντιατομιστική» κοσμοθεωρία.

Ο βασικός μύθος που πρόσφερε ενότητα στο χείμαρρο της ετεροκλητότητας που εξαπέλυσε αυτή η στρατηγική, ήταν αυτός της επικείμενης μεταμόρφωσης της Ευρώπης σε μια ομοσπονδιακή αυτοκρατορία, της πνευματικότητας και της κεντρικής ταυτότητας μέσα από την αναγέννηση των παγανιστικών ριζών και των εθνικών πολιτισμών της. στη νέα της μορφή θα χειραφετούνταν επιτέλους από τις ξένες αξίες της Σοβιετικής Ένωσης και των ΗΠΑ, όπως και από τον εκφυλισμένο οικονομισμό που προωθούνταν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα παράγοντα της παγκοσμιοποίησης και της ισοπέδωσης, της οποίας το σχέδιο ενσωμάτωσης με τους όρους της ND είναι βαθιά «αντιευρωπαϊκό» και έτσι εκφυλιστικό. Τα βασικά συστατικά της νέας Ευρώπης δεν θα ήταν έθνη-κράτη, αν και θα συνέχιζαν να υπάρχουν, αλλά μάλλον ομοιογενείς περιοχές ή έθνη, δεξαμενές αυθεντικών αξιών, ριζώματος και κοινότητας, οι οποίες θα λειτουργούσαν ως το προπύργιο ενάντια και στον καπιταλιστικό και στον κομμουνιστικό μονοκοσμισμό και υλισμό, και ικανές να συμμετάσχουν «οργανικά» στο επικό ιστορικό πεπρωμένο που επιφυλάσσεται για την αναγεννημένη Ευρώπη.

Το Vu de droite εκδόθηκε το 1979 από τον εκδοτικό της ίδιας της ND, τον Copernic, και συγκέντρωσε υπό διάφορες ενότητες μια συλλογή από 120 δοκίμια και κριτικές του de Benoist που είχαν γραφεί στη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας. Κέρδισε αμέσως το ζηλευτό βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας. Οι σημειώσεις στο κάλυμμα του βιβλίου είναι αποκαλυπτικά ειλικρινείς. Το βιβλίο είναι το τεράστιο πανόραμα των «ιδεών που καθοδηγούν τον κόσμο». Για τον Alain de Benoist η πολιτιστική επανάσταση προετοιμάζει την πολιτική επανάσταση των ημερών μας…. Με αυτό το σημαντικό βιβλίο, ο Alain de Benoist καθιερώθηκε ως ο πιο ξεκάθαρος αντιπρόσωπος της Νέας Δεξιάς και της «συντηρητικής επανάστασης». Ένα στοιχείο του βιβλίου είναι ο έντονος συγκρητισμός, που περιλαμβάνει ινδοευρωπαϊκούς πολιτισμούς, τη φιλοσοφία του πολιτισμού, τη κοσμολογία, τη βιολογική επιστήμη, τη ψυχολογία, την παιδαγωγική, τα πολιτικά συστήματα και θεωρία, τη θεολογία, διαλόγους πάνω στις ιδεολογίες και την επιστημολογία, όπως και την αξιολόγηση μεμονωμένων στοχαστών και συγγραφέων, και οπτικές πάνω στη Γαλλία και το σύγχρονο κόσμο.

Η εισαγωγή τονίζει πως ο στόχος του βιβλίου  ήταν να αφυπνίσει μια συγκεκριμένη «ευαισθησία» και να ανοίξει το πολιτισμό σε ένα «τρίτο τρόπο» με τον οποίο θα μπορούσε να ξεφύγει από τις στείρες κριτικές αναλύσεις του στάτους κβο, της οποίες πρόσφερε και η Μαρξιστική Αριστερά και η παραδοσιακή Δεξιά, θέτοντας έτσι τα θεμέλια για μια «Νέα Δεξιά». Οι όροι με τους οποίους εκφράζεται αυτός ο στόχος κάνει ξεκάθαρες τις επιρροές της Συντηρητικής Επανάστασης. Μας λέει πως η βασική απειλή σήμερα είναι η «προοδευτική εξαφάνιση της ποικιλομορφίας του κόσμου», η ελαχιστοποίηση όλων των πολιτισμών σε ένα παγκόσμιο πολιτισμό βασισμένο μόνο σε ότι είναι «κοινό». Ζούμε στην «φυλακισμένη κοινωνία» που ιδρύθηκε στην Γιάλτα (δηλαδή, που κυριαρχείται από τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ), που χαρακτηρίζεται από μια έλλειψη θάρρους, την έλλειψη της θέλησης να επιλυθεί η κρίση που ήταν πάντοτε η συνθήκη της ανθρωπότητας. Αυτό που είναι απαραίτητο είναι «ένας νέος λόγος, που να ανταποκρίνεται με τον νέο τρόπο ύπαρξης στο κόσμο, μια νέα μορφή ανθρωπότητας». Η βασική σύγκρουση είναι μεταξύ διαφορετικών τρόπων αντίληψης του κόσμου: οικουμενικός και πολυμορφικός, αντιχειραφετικός και χειραφετικός, οργανικός και μηχανικός. Ο de Benoist παραθέτει τη δήλωση του Ernst Jünger: «Δεν υπάρχει αυθεντική δημιουργία, αλλά είναι δυνατό κάθε εποχή να παίρνει φωτιά με το δικό της τρόπο», σχολιάζοντας «πιστεύω ακόμη πως είμαστε σε θέσει να ‘πάρουμε φωτιά’».

Η «νέα» Νέα Δεξιά;

Τώρα βρισκόμαστε στο σημείο όπου μπορούμε να αξιολογήσουμε τη θέση του Taguieff πως η μεταπολιτική του  Alain de Benoist από το 1988 δεν ανήκει πλέον στην «ακροδεξιό χώρο». Μια πηγή στοιχείων προέρχεται από κείμενα που δημοσιεύτηκαν στην κάποτε αριστερή επιθεώρηση πολιτικών επιστημών Telos, η οποία μοιάζει να αποδέχεται την αποστασιοποίηση του από οποιοδήποτε εξτρεμισμό της Δεξιάς. Ωστόσο στο «Η Ιδέα της Αυτοκρατορίας» που δημοσιεύτηκε σε ένα ειδικό τεύχος για τη Νέα Δεξιά το 1994 τον βλέπουμε να προβλέπει τον ερχομό μιας ¨νέας παγκόσμιας τάξης»,  που θα είναι υπό το λάβαρο του «ανθρώπου-μηχανή», του ανθρώπου-υπολογιστή», ή «μιας διαφοροποιημένης οργάνωσης ζωντανών ανθρώπων». Ρωτά: «θα υποβαθμιστεί η γη σε κάτι ομογενές εξαιτίας των τάσεων αποπολιτισμικοποίησης και αποπροσωποίησης, των οποίων ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός είναι ο πιο κυνικός και αλαζόνας φορέας;». Η λύση που προτείνει είναι η δυνατότητα οι Ευρωπαίοι να γίνουν «πολίτες μιας ιδέας στην αυτοκρατορική παράδοση», παραθέτοντας συγκεκριμένα τον Evola. Σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή αυτοκρατορία θα έχει ένας φεντεραλισμός, ο οποίος θα εξυπηρετεί την διαφοροποιητική αρχή του σεβασμού για την ταυτότητα των άλλων, επιτρέποντας έτσι σε κάθε ομάδα να υπερασπίζεται την ίδια του την ταυτότητα «ενάντια σε ένα παγκόσμιο σύστημα που προσπαθεί να την καταστρέψει». Το συμπέρασμα του de Benoist πως είναι «απαραίτητο να επιβάλλουμε την αυτοκρατορική αρχή», αν και μεταπολιτική (και έτσι από φυσικού της  νεφελώδη) για τον τρόπο και την χρονική κλίμακα για την πραγματοποίηση της, είναι ακόμη βαθιά ριζωμένη στον τυπικό νεοφασισμό της ND.

Ακόμη και στις τρεις συνεντεύξεις του de Benoist που δημοσιεύτηκαν στο ίδιο τεύχος, υπάρχουν αδιαμφησβήτητες αναφορές στον ελάχιστα απολίτικο μύθο του Mohler για την «μεσοβασιλεία». Αν και κοπιάζει να πείσει για την απόσταση του από τον φασισμό του μεσοπολέμου, το λεπενισμό, το νεοναζισμό, και τον ευρασιανισμό της ανοιχτά φασιστικής Ρωσικής Νέας Δεξιάς, κάποια από τα σχόλια του μοιάζουν γνώριμα. Ένα είναι μια φευγαλέα αναφορά στη συνέντευξη του με την Le Monde (Μάιος 1992) στο γεγονός πως ζούμε σε μια «μεταβατική περίοδο». Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα σχόλια του πάνω στον ίδιο τον Armin Mohler, σε μια συνέντευξη που δημοσιέυτηκε αρχικά στο περιοδικό της Γερμανικής Νέας Δεξιάς Junge Freiheit και στο Diorama letterario (κανένα από τα οποία δεν είναι ιδεολογικά μαζί με το Telos!).

Τρία χρόνια αργότερα το Telos, το προσωπικό του οποίου αισθάνθηκε πως ο de Benoist είχε περάσει το ιδεολογικό τεστ, δημοσίευσε το άρθρο του «Αντιμετωπίζοντας την Παγκοσμιοποίηση», μια διαρκή επίθεση ενάντια σε αυτό που θεωρεί ως μια μορφή πολιτιστικού απολυταρχισμού σε πλανητική κλίμακα. Η εμπορευματοποίηση του παγκόσμιου πολιτισμού που προωθείται από τον αμερικάνικο καπιταλισμό αποστερεί τους λαούς από «μια αντίληψη του κόσμου» και δημιουργεί μια αντίδραση με τη μορφή ξενοφοβίας, ρατσισμού, και αλυτρωτισμού. Η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και η οικουμενικότητα συμβολισμών μέσα από «το CNN, τα τζιν, την Coca Cola» λειτουργούν σαν ένα παλιρροϊκό κύμα που σβήνει τις διαφορές και τις αξίες. Η μοναδική άμυνα ενάντια στην ομογενοποίηση και την απώλεια της ταυτότητας που φέρνει αυτή, είναι η δημιουργία μιας «πραγματικά κυρίαρχης Ευρώπης», και «γενικότερα, η περιφερειοποίηση μιας σειρά από ηπειρωτικών συνόλων». Το άρθρο είναι ένα εκλεπτυσμένο, ακαδημαϊκό, εμπεριστατωμένο δοκίμιο. Δεν υπάρχει πουθενά κάποια εσχατολογική ρητορική  για μια επικείμενη «νέα τάξη», καμιά αναφορά σε σφαιρικό χρόνο ή κύκλους που ολοκληρώνονται, καμιά συγκεκριμένη αναφορά στην Συντηρητική Επανάσταση. Ωστόσο επιβεβαιώνει πως, μακριά από το να αρνηθεί το κεντρικό φασιστικό όραμα του κόσμου, ο de Benoist υποκινείται ακόμη από την θέληση να αποκαλύψει την πνευματική χρεοκοπία του κυρίαρχου συστήματος με μια άποψη που προετοιμάζει την μεταμόρφωση του. Η διαφορά είναι πως το κάνει εδώ με μια απόλυτα αναλυτική μέθοδο που αποφεύγει το δημοσιογραφικό δηλητήριο για την σύγχρονη παρακμή ή εκρήξεις φαντασίας για μια νέα εποχή και ένα νέο άνθρωπο που θα εμφανιστεί μέσα από ένα απρόσμενο κλυδωνισμό στον «σφαιρικό» χρόνο. Για κάθε σκοπό και πρόθεση, είναι ένα «μετριοπαθές» κείμενο σοβαρής πολιτικής ανάλυσης. Παρόλα αυτά, κάθε απόπειρα να μετατραπεί σε πρακτικές πολιτικές προτάσεις τη «μεταπολιτική» (με άλλα λόγια, βολικά ουτοπικη) αντίληψη μιας «κυρίαρχης Ευρώπης» με τις πολιτιστικά αναζωογονημένες περιοχές που χρησιμεύουν ως οχυρά ενάντια στην «παγκοσμιοποίηση των συμβόλων» σύντομα θα αποκάλυπτε πόσο πολύ ακροδεξιά είναι.

Δημοσιεύοντας de Benoist, το Telos μοιάζει να αποδέχεται στο έπακρο τους ισχυρισμούς της ND πως είναι πέρα από την Αριστερά και τη Δεξιά. Αυτό είναι τουλάχιστον προβληματικό, μιας και αυτό που περιγράφεται σε βιβλία όπως το Vu de droite είναι η οικειοποίηση της Αριστερά και του Κέντρου από αυτό που είναι ακόμη, με τους όρους της ιστορικής της ρίζας και πολιτικού της περιεχομένου, η άκρα Δεξιά. Παρεμπίπτοντος, όταν στοχαστές της ND όπως ο Alain de Benoist και ο Pierre Krebs μιλούν για υπέρβαση της διχοτόμησης της Αριστεράς/Δεξιάς, ακολουθούν τα βήματα του Mohler, που βλέπει το σπρώξιμο προς  μια σύνθεση της Αριστεράς και της Δεξιάς ως αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης της Συντηρητικής Επανάστασης του μεσοπολέμου. (Αναμφισβήτητα αυτό είναι γιατί το βιβλίο του Zeev Sternhell πάνω στο γαλλικό φασισμό Ούτε Δεξιά, ούτε Αριστερά είναι αντικείμενο ενδιαφέροντος για τους διανοούμενους της ND από τη στιγμή της έκδοσής του). Η σύνθεση στοιχείων που πάρθηκαν από την Αριστερά και τη Δεξιά του πολιτικού φάσματος, ιστορικά ήταν πάντοτε χαρακτηριστικό του φασισμού. Ωστόσο όταν οδηγεί άρθρα της ND να δημοσιεύονται σε αριστερά έντυπα ή αριστεροί θεωρητικοί να δημοσιεύουν σε έντυπα της ND, αυτή η σύγχυση Αριστεράς και Δεξιάς μπορεί να γίνει αντιληπτή ως ένα εντυπωσιακό ταχυδακτυλουργικό κόλπο από πλευράς ND που καλύπτει την ακροδεξιά της ταυτότητα.

Η ένταση μεταξύ μεταπολιτικής και απολιτείας στα σύγχρονα έντυπα της ND

Με δεδομένη την διατήρηση των κύριων στοιχείων της κοσμολογίας της Συντηρητικής Επανάστασης με λιγότερο εσχατολογικό ύφος στη δεκαετία του 1970, δεν αποτελεί ιδιαίτερη έκπληξη που τα έντυπα της ND φαίνεται πως καταλαμβάνουν ακόμη σήμερα ένα «ακραία δεξιό χώρο». Αν λάβουμε υπόψιν το πιο έύκολα προσβάσιμο περιοδικό της ND, Eléments (pour la civilisation européenne), στη συντακτική ομάδα του οποίου βρίσκεται ακόμη ο Alain de Benoist (με το ψευδώνυμο Robert de Herte), για παράδειγμα, σύντομα  γίνεται αντιληπτό πως όλα του θέματα αφιερώνονται σε θέματα που είναι σημαντικά με το ζήτημα της μεταπολιτικής επανάστασης: πχ «γαλλική και ευρωπαϊκή περιφερειοποίηση» (τ, 12)· «η Συντηρητική Επανάσταση και ο ‘δεξιός γκραμσισμός’» (τ. 20)· «ινδοευρωπαϊκές σπουδές» (τ. 21-22)· «η Επιστροφή των Θεών» (τ. 27)· «το Δικαίωμα στη Διαφορά» (τ. 33)· «ας τελειώνουμε με την Δυτικό πολιτισμό» (τ. 34)· «η Παγίδα των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων» (τ. 37)· «Nietzsche ή Σωκράτης» (τ. 45)· «Τριτοκοσμισμός και ο αγώνας των λαών» (τ. 48/9)· «Ευρωπαϊκοί μύθοι» (τ. 51)· «Φιλελευθερισμός, ο εχρός των λαών» (τ. 68)· «η νέα Αμερικάνικη τάξη» (τ. 69)· «Κίνδυνος: ΗΠΑ» )τ. 70)· «Παγανισμός» (τ. 89).

Όσο σε πιο πρόσφατα τεύχη (τ. 90, Νοέμβριος 1997) για την «αφύπνιση της Ασίας» εξυμνούσε την Ιαπωνία, (όπου μας πληροφορεί, πως κάθε άτομο υπάρχει ως κομμάτι ενός συλλογικού πεπρωμένου και πανάρχαιες παραδόσεις διατηρούνται παράλληλα με τον σύγχρονο τρόπο ζωής)· μελέτησε τη φυλετική ετερογένεια της Κίνας (και τη Ναζιστική φυλετική υγιεινή)· και παρουσίασε ένα πρόσφατο βιβλίο πάνω στον Spengler, το LEurope ou le Déclin de l’Occident, ένα φόρο τιμής στην οργανική του αντίληψη της κουλτούρας, αλλά επιτίθεται το νατουραλιστικό του σφάλμα που οδηγεί στο ντετερμινισμό. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι ένα άρθρο για τον «Evola τον αφυπνιστή», που λέει πως το έργο του «είναι ένα αναγκαίο φως στη μέση στο ενός κόσμου στο σκοτάδι». Το ίδιο τεύχος διαφημίζει το Dossier H: Julius Evola, μια συλλογή δοκιμίων από συγγραφείς όπως ο de Benoist, ο Raymond Abellio, ο Gotfried Benn, ο Charles Champetier (αρχισυντάκτης του Eléments του Mircea Eliade), και ο Rene Guénon. Το βασικό θέμα του τεύχους 92 είναι η επίθεση στον ολοκληρωτισμό του Ναζισμού και του Σταλινισμού, το οποίο είναι απόλυτα σύμφωνο με την επίθεση του Mohler στον Hitler ως ο «Stalin» της Γερμανικής Επανάστασης. Το πιο αποκαλυπτικό άρθρο στο παρόν πλαίσιο, ωστόσο, είναι για τον πρώην διανοούμενο του GRECE, Guillaume Faye, η εισαγωγή του οποίου μιλά για το τέλος του αιώνα μας και κλείνει με τη φράση «Καλωσορίσατε στη μεσοβασιλεία». Κατά την άποψη ο σκοπός «δεξαμενών σκέψης» όπως η GRECE είναι να «δημιουργήσουν πόρους για την ‘μετά το χάος’ εποχή», δηλαδή την νέα εποχή.

Τότε τί γίνεται με το Krisis, την επιθεώρηση του ίδιου του Alain de Benoist, και που η δημιουργία της το 1988 σηματοδότησε για τον Taguieff την απομάκρυνση του από τον ακροδεξιό χώρο; Υπό το φως της προηγούμενης συζήτησης, αξίζει να αναφερθεί η «παρουσίαση» στο πρώτο τεύχος από τον ίδιο τον de Benoist:

«Σήμερα υπάρχουν μόνο απίθανες απόψεις. Η κοινωνία είναι ταυτόχρονα ομοιογενής και χαοτική. Ο δυτικός κόσμος περνά μια διαδικασία πνευματικής ένδειας, και αυτή η άφθονη ένδεια που τώρα απειλεί να διαχυθεί σε όλο το κόσμο. Η έννοια της παρακμής χρησιμοποιείται πολύ συχνά για να περιγραφεί αυτή η κατάσταση. Η τελική φάση, αυτή η φάση  της γενικευμένης αποσύνδεσης και διάλυσης, είναι επίσης και φάση καρποφορίας. Είναι η καρποφορία μιας παρατεταμένης διαδικασίας λήθης. Η λησμονιά των ριζών, η λησμονιά της ιστορίας, η λησμονιά ως τέλος και εγκατάλειψη. Ο Stavrogrin στους Δαιμονισμένους του Dostoievsky αφαιρεί την ίδια του τη ζωή έχοντας βιώσει το μέγεθος της ίδιας του της δύναμης δίχως να γνωρίζει για πιο σκοπό να την χρησιμοποιήσει. […] Είναι η μεσοβασιλεία».

Το απόσπασμα αυτό δεν αφήνει αμφιβολία πως ο de Benoist, αποφεύγοντάς από το να ενδώσει στη πολιτιστική απόγνωση, έμεινε αμετακίνητα πιστός στο όραμα της Συντηρητικής Επανάστασης για το κόσμο και το όνειρο να οδηγήσει στην ολοκλήρωση της την εποχή του μηδενισμού. Ωστόσο, αν πάρουμε το τεύχος για το «Μέλλον» (τ. 20-21, 1997) ως δείγμα του τι προσφέρει το νέο έντυπο με σαφείς όρους, αυτό που ξεχωρίζει είναι το γεγονός πως δεν υπάρχει κάποια ανοιχτή αναφορά στην κοσμολογία της Συντηρητικής Επανάστασης ή σε κάποιον από τους βασικούς θεωρητικούς της. αντίθετα έχουμε δοκίμια  από σημαντικούς επιστήμονες, στους τομείς τους, με τα πιο αδιαμφησβήτητα μη φασιστικά διαπιστευτήρια: ο Thomas Molner, καθηγητής θρησκευτικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, ο Jaques Dupâquier (δημογράφος, αλλά και πρώην μέλος της αντίστασης και πρώην κομμουνιστής) πάνω στις πληθυσμιακές τάσεις, ο Jacob Segal (ανοσολόγος και που επέζησε από το Άουσβιστς, και συγγραφέας ενός κειμένου πάνω στη ιατρική των Ναζί) για το AIDS, ο Edward Goldsmith (υπέρμαχος της θεωρίας της «Γαίας» του Lovejoy) για την επερχόμενη οικολογική κρίση. Υπάρχει ακόμη ένα κείμενο από το Θαυμαστό Νέο Κόσμο του Aldus Huxley. Βρισκόμαστε με απόλυτη βεβαιότητα έτη φωτός μακριά από το κόσμο του Europe Action, ή ακόμη και του Les Idées à l’endroit.

Ωστόσο κάποιος που είναι εξοικειωμένος με τη άποψη της ND για το κόσμο, τα σημάδια της ιδεολογικής συγγένειας και συνέχειας με την Συντηρητική Επανάσταση είναι ολοκάθαρα. Ο τίτλος του περιοδικού εκφράσει την άποψη πως η εποχή μας είναι σε κρίση, ένα επαναλαμβανόμενο σημείο για την ND (πχ στην εισαγωγή του Vu de droite), και η Κραυγή του Munch που κοσμεί το εξώφυλλο έχει επιλεγεί ξεκάθαρα ως έμβλημα της ψυχικής αγωνίας του «σύγχρονου ανθρώπου» σε ένα κόσμο «χάους» και «ερειπίων». Επιπλέον, τα θέματα που απασχολούν τους μη φασίστες ειδικούς  είναι όλα καλά τεκμηριωμένα στο λόγο της ND: η αρνητική πλευρά της «κοινωνίας της πληροφορίας» και το απρόσωπο της εποχής της επικοινωνίας, η όλο και μεγαλύτερη οικολογική και δημογραφική κρίση, η ακυβερνησία της Γαλλίας, οι ολοκληρωτικοί τρόμοι του Σταλινισμού (σε απευθείας σύγκριση με το Ναζισμό), η «αλλότητα» του Ισλαμικού κόσμου.

Δυο ζεύγη άρθρων είναι ιδιαίτερα γεμάτα με παραδοσιακούς συσχετισμούς της ND. Το πρώτο, για τις ΗΠΑ στο «τέλος της χιλιετίας», καταλήγει στο συμπέρασμα πως η τωρινή της φιλοδοξία είναι «να κατακτήσει το πλανήτη για το δικό της όφελος ώστε να αποτρέψει κάθε σύγκρουση με άλλη δύναμη. Με τα μάτια της σταθερά προσηλωμένα στο στόχο αυτό, ελάχιστα δίνει σημασία στην εγγενή ευθραυστότητα των αυτοκρατορικών κατασκευών». Το δεύτερο αναρωτιέται αν το μέλλον θα είναι αμερικάνικο. Η απάντηση είναι πως «μόνο ένας συνδυασμός από εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες μαζί με την εμφάνιση νέων πιθανών αντιπάλων θα μπορούσαν πρακτικά να καταφέρουν κάποιο χτύπημα στην αμερικάνικη ηγεμονία», και πως μια σοβαρή αμφισβήτηση προς αυτή θα εμφανιστεί πού αργότερα από ότι πολλοί παρατηρητές «πιστεύουν, φοβούνται ή ελπίζουν». Το δεύτερο ζευγάρι άρθρων είναι πάνω στην παρακμή της σύγχρονης τέχνης. Το ένα είναι η καυστική επίθεση, από τον Claude Karnoouth (αυθεντία πάνω στη σύγχρονη Ρουμανία και συγγραφέα ενός βιβλίου με τίτλο Goodbye to Difference: Essays on Late Modernity) του πως η «πλανητική λατρεία του χρήματος» έχει συνδυαστεί με «την πανταχού παρούσα νέα μορφή του κομφορμισμού» (που έρχεται σε αντίθεση «με την φαινομενική απεραντοσύνη της αισθητικής ελευθερίας») για να οδηγήσει στην οικουμενική εμπορευματοποίηση του πολιτισμού και την επακόλουθη καταστροφή της αυθεντικής τέχνης. Το δεύτερο, από τον Κώστα Μαυράκη, λέκτορα φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιου του Παρισιού (VIII) και αυθεντία πάνω στον Τροτσκισμό και το Μαοϊσμό, βλέπει την παρούσα κρίση στην τέχνη ως αντανάκλαση της κρίσης της κοινωνίας, αλλά αφήνει να εννοηθεί πως η σύγχρονη «βαρβαρότητα» στην αισθητική είναι απλά μια φάση, που υπόσχεται να εξηγήσει σε ένα άλλο κείμενο πως οι συνθήκες  για την «ανανέωση της τέχνης» μπορούν να δημιουργηθούν.

Η στρατηγική του Krisis πρέπει να είναι πλέον ξεκάθαρη. Στοχεύει στην δημοσίευση άρθρων από άτομα, κατά προτίμηση από σημαντικούς ειδικούς στα πεδία τους, πολλοί από τους οποίους είναι όσο πιο μακριά γίνεται από τον χώρο της ακροδεξιάς, αλλά η ανάλυση των οποίων  με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ταιριάζουν με την διάγνωση της ND για την παρακμή της μεσοβασιλείας. Η λογική πίσω από την δημοσίευση του αποσπάσματος από το Θαυμαστό Νέο Κόσμο είναι τώρα εμφανής. Η «Δύση» είναι μια δυστοπική, και μοχθηρά απολυταρχική κοινωνία που απαιτεί μια επείγουσα ανανέωση που μπορεί να ξεκινήσει μόνο όταν η ηγεμονική αντίληψη του κόσμου μεταμορφωθεί. Έτσι δεν αποτελεί σύμπτωση που στην σελίδα 80 συναντάμε μια διαφήμιση για το Empire intérieur του de Benoist που εκδόθηκε το 1996, το οποίο είναι χτισμένο πάνω στο άρθρο που αναφέρθηκε νωρίτερα και δημοσιεύτηκε στο Telos. Μιλά για μια νέα Ευρώπη, που θα είναι ριζωμένη σε αυθεντικά ευρωπαϊκές (μη ιουδαιοχριστιανικές) ιδέες και κουλτούρα, και αναδιοργανωμένης σύμφωνα με την φεντεραλιστική αρχή της Αυτοκρατορίας. Αυτό θα εξασφαλίσει την ζωτικότητα και ποικιλομορφία των μοναδικών εθνών της, και έτσι θα την κάνει ικανή να αντισταθεί στις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης του αμερικάνικου πολιτισμού. Τονίζει πως η βάση για αυτή την  επαναστατική μεταμόρφωση είναι η υλοποίηση της αλήθειας της εικόνας του Evola για το imperium (αυτοκρατορία), είναι πρώτα και κύρια μια ηθική, εσωτερική δύναμη, ένας μύθος, που δεν μπορεί να μπερδευτεί με τις σύγχρονες διαστρεβλώσεις που έχουν κυριαρχήσει από την διάλυση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. «Η επιστροφή στην καθαρότητα του μύθου σημαίνει για τον άνθρωπο την εμπειρία μιας επανάστασης που όμοια της δεν έχει εμφανιστεί ποτέ πριν». Είναι ένα βιβλίο που δείχνει πως ο de Benoist είναι βαθιά επηρεασμένος ακόμα από τον Armin Mohler και από τον Julius Evola, ακόμα λαχταρά μια ριζικά διαφορετική ευρωπαϊκή, και έτσι παγκόσμια τάξη, εκπληρώνοντας ακόμη το ρόλο του ως σύγχρονο πολεμιστή της πένας παρά του ξίφους.

 

Συμπέρασμα: η αποκήρυξη της «μεσοβασιλείας» ως προϋπόθεση ένταξης στον κοινωνικά φιλελεύθερο χώρο

Το Krisis δεν σηματοδοτεί την απομάκρυνση του de Benoist από τον ακροδεξιό χώρο. Αντίθετα, εκδιδόμενο σε συνεργασία με το Centre National du Livre (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου) και περιέχοντας διαφημίσεις για το Telos, μπορεί να ιδωθεί σαν το απόγειο της επιτυχίας της κανονικοποίησης της διάγνωσης της ND για τη σύγχρονη εποχή μέσα στο προοδευτικό χώρο, και μετατρέποντας τους κοινωνικούς επιστήμονες και στοχαστές έξω από αυτής σε ανυποψίαστα φερέφωνα των ιδεών της. Αν η κοινωνικοπολιτιστική ανάλυση του Krisis γίνει ο κανόνας (αντί να είναι αποδεκτή από ένα περιορισμένο αναγνωστικό κοινό), τότε  η ND θα έχει επιτύχει το στόχο τους  να μεταμορφώσει την κυρίαρχη πολιτιστική ηγεμονία, και να καταλάβει τα «εργαστήρια της σκέψεις». Όπως έχουν τα πράγματα, ο βαθιά απαισιόδοξος γενικότερος τόνος της έκδοσης του Krisis πιστεύουμε πως δείχνει πως απομακρύνθηκε από μια μεταπολιτική που διατηρούσε τις παλιγγεντικές προσδοκίες που εκφράζονταν σε αποσπάσματα της Συντηρητικής Επανάστασης  του Mohler. Από το ίδιο στοιχείο, ακόμη και αν δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στις ιδέες του Evola, συνειδητά ή όχι, έχει μετακινηθεί φανερά προς την αποδοχή του στωικισμού της απολιτείας που προωθεί ο ύστερος Evola, που δείχνει πως το μόνο που μπορούν να κάνουν όλοι οι «αφυπνισμένοι» στη διάρκεια της kali yuga/μεσοβασιλείας είναι να κρατήσουν τη πίστη τους και να παραμείνουν πιστοί στο όραμα τους, δίχως να ελπίζουν πως θα πραγματοποιηθεί στη διάρκεια της ζωής τους.

Το συμπέρασμα που μπορεί να βγει από την ανάλυση μας, είναι πως η ιδεολογία (συγνώμη, «το όραμα για το κόσμο») της «νέας», Νέας Δεξιάς της δεκαετίας του 1990, όπως εκφράζεται στην κριτική της σύγχρονης κοινωνίας που περιέχεται στο Eléments, δείχνει μια ένταση μεταξύ του οπτιμισμού της δεκαετίας του 1970 και του 1980, και μιας νέας διάθεσης παραίτησης στην πιθανότητα πως η δημιουργία της νέας τάξης έχει αναβληθεί για το απώτερο μέλλον. Παρόλα αυτά, ο μηδενισμός που προκαλεί το κυρίαρχο «σύστημα» στην ND συνεχίζει να είναι, σύμφωνα με τους όρους του Mohler, «θετικός», «Γερμανικός», και, με τους όρους του ιδανικού μας ορισμού τουλάχιστον, «φασιστικός».

Το «Μπαντ Γοδεσμπεργκ» (ΣτΜ: αναφορά στην πόλη που το 1959 το SPD αποφάσισε την δημιουργία του νέου του πολιτικού προγράμματος, που σηματοδότησε την απομάκρυνση του από τις μαρξιστικές του ρίζες) της Νέας Δεξιάς θα ήταν η επίσημη αποκήρυξη του ίδιου της μεσοβασιλείας. Αυτό θα σήμαινε την αναγνώριση πως η «αναγέννηση της ιστορίας» δεν έχει απλά αναβληθεί επ’ αόριστο, αλλά είναι ένας ουτοπικός μύθος, και ως εκ τούτου την αποδοχή πως κάθε αλλαγή  στο παρόν παγκόσμιο σύστημα  μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα από μια πολύπλοκη διαδικασία που είναι συνυφασμένη με τον «δικό μας» ιστορικό χρόνο, όχι μέσα από μια δραματική υπέρβαση σε κάποιον ποιοτικά διαφορετικό χρόνο που θα ανοίξει μετά από μια μαγική «αναστροφή» ή εποχιακό «σημείο καμπής» όταν η ανθρωπότητα θα φτάσει τελικά σε ένα απόκρυφο «Σημείο Μηδέν» στην εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού. Μόνο μετά από αδιαμφησβήτητες αποκηρύξεις μιας κοσμοθεωρίας που ο ιδανικός μας ορισμός κατηγοριοποιεί ως εκδοχές μιας φασιστικής φιλοσοφίας της ιστορίας θα ήταν ίσως σε θέση δώσει κάποια αξία σε αγανακτισμένους ισχυρισμούς για χρόνια συγγραφής βιβλίων και άρθρων «ενάντια σε σχεδόν όλες τις ιδέες που συνδέονται ιστορικά με το φασισμό». Εκτός και αν αποδείξεις δείξουν το αντίθετο, αυτού του  είδους οι αρνήσεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από σοφιστείες, ή αυτό που οι υπαρξιστές (δηλαδή, οι ακόλουθοι αυτού που ο Mohler έχει αποκαλέσει «γαλλικό» αντίθετα από το «γερμανικό» μηδενισμό) ονόμαζαν «κακή πίστη».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s