Απόσπασμα από το βιβλίο Explaining Hitler: The Search for the Origins of His Evil (Da Capo Press, 1998 & 2014). Ο Ron Rosenbaum είναι δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

 

Το κόμμα του Hitler την αποκαλούσε η Δηλητηριασμένη Κουζίνα. Ήταν το συνηθισμένο επίθετο για την εφημερίδα νέμεση του, τον διαρκώς δηλητηριασμένο αγκάθι στο πλευρό του, την Münchener Post. Η διαρκής μάχη μεταξύ του Hitler και των θαρραλέων δημοσιογράφων και συντακτών της Post είναι ένα από τα μεγαλύτερα άγνωστα δράματα στην ιστορία της δημοσιογραφίας – και ένα ξεχασμένο αρχικό κεφάλαιο στην προσπάθεια της εξήγησης του Adolf Hitler.

Οι δημοσιογράφοι της Münchener Post ήταν οι πρώτοι που εστίασαν την κριτική τους προσοχή στον Hitler, από την πρώτη κιόλας στιγμή που το παράξενο φάσμα του πρόβαλε από τα πίσω δωμάτια των μπυραριών και πέρασε στους δρόμους του Μονάχου στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Ήταν οι πρώτοι που ασχολήθηκαν μαζί του, οι πρώτοι που αποκάλυψαν την ύποπτη κρυμμένη πλευρά του κόμματός του, την δολοφονική εγκληματική συμπεριφορά κρυμμένη πίσω από την πρόφαση πως ήταν πολιτικό κόμμα. Ήταν οι πρώτοι που προσπάθησαν να προειδοποιήσουν το κόσμο για το κίνδυνο του άγριου κτήνους που κατευθύνονταν προς το Βερολίνο.

Το δράμα όμως του αγώνα τους σε γενικές γραμμές παραμένει άγνωστο σε γενικές γραμμές. Οι αποκαλύψεις που δημοσίευαν εμφανίζονται, αν γίνει ποτέ, σε ξεχασμένες υποσημειώσεις· τα ονόματα εκείνων που ρισκάρισαν τις ζωές τους για να μεταφέρουν και να δημοσιεύσουν αυτά τα άρθρα σπάνια εμφανίζονται ακόμη και εκεί. Η πλήρης ιστορία τους δεν έχει ειπωθεί ουσιαστικά, ακόμη και στη Γερμανία, ή ίσως ειδικά στη Γερμανία, όπου είναι πιο βολικό για την εθνική αυτοεκτίμηση να πιστεύει πως κανένας δεν ήξερε ποιος πραγματικά ήταν ο Hitler μέχρι πολύ αργά, μέχρι μετά το 1933, όταν είχε πάρα πολύ μεγάλη εξουσία (ή έτσι λέγονταν) για να του αντισταθεί οποιοσδήποτε.

Οι αρθρογράφοι της Post όμως γνώριζαν, και δημοσίευαν την αλήθεια για όσους ενδιαφέρονταν να την δουν. Ενώ η αντίθεση τους στο Hitler γεννήθηκε αρχικά για λόγους ιδεολογίας (η Post ιδρύθηκε και χρηματοδοτούνταν από το Βαυαρικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα), η μάχη τους με το Hitler έγινε ιδιαίτερα προσωπική. Κατέληξαν να γνωρίζουν τον Hitler με ένα τρόπο που ελάχιστοι κατάφεραν να τον γνωρίσουν· τον γνώριζαν αυτό και τον εσωτερικό του κύκλο ως κοντινούς εχθρούς, παλεύοντας μαζί τους από κοντινή απόσταση στους δρόμους, τις δικαστικές αίθουσες, στις μπυραρίες, κάνοντας επιθέσεις στον Hitler με ένα συνδυασμό ερευνητικού ζήλου του τύπου της Washington Post και ταμπλόιντ λούστρου του είδους της New York Post και μια ιδιαίτερη αλήτικη, έξυπνη αιχμή που ήταν ιδιαίτερο γνώρισμα της Münchener Post.

Η μάχη τους με τον Hitler κράτησε δώδεκα χρόνια και γέννησε μερικές από τις πιο κοφτερές, διεισδυτικότερες ματιές στο χαρακτήρα του, το μυαλό και τη μέθοδο του, τότε και μετά. Μεγάλο μέρος του έργου τους έχει ξεχαστεί, αλλά ελάχιστο από αυτό έχει ξεπεραστεί. Και όπως υποδηλώνει το όνομα Δηλητηριώδης Κουζίνα, κατάφεραν να ενοχλήσουν τον Hitler.

Η Δηλητηριώδης Κουζίνα: Ας σταθούμε για λίγο στο επίθετο αυτό. Ως μεταφορά, η ουσιαστική του σημασία είχε μάλλον σκοπό να μεταφέρει την αντίληψη μια κουζίνας που «μαγείρευε» δηλητηριώδεις λιβέλους, επιθετική δημοσιογραφία. Το «δηλητήριο» όμως δεν ήταν μια λέξη που ο Hitler χρησιμοποιούσε με ελαφρότητα – την κρατούσε για τα ότι μισούσε πιο βαθιά. Στη τελευταία του διαθήκη, στα τελευταία λόγια που απηύθυνε στο κόσμο πριν αυτοκτονήσει στο καταφύγιο του στο Βερολίνο, παρότρυνε το γερμανικό λαό πάνω από όλα τα άλλα να μη σταματήσει ποτέ «τον αγώνα ενάντια στους Εβραίους, τους αιώνιους δηλητηριαστείς του κόσμου».

Ο τελευταίος χαρακτηρισμός του Hitler για τους Εβραίους: «δηλητηριαστές». Είναι επίθετο με μεσαιωνικές ρίζες στις κατηγορίες του δηλητηριασμού των πηγαδιών που χρησιμοποιούνταν για να προκαλέσουν πογκρόμ στην δοκιμαζόμενη από πανδημίες Κεντρική Ευρώπη. «Δηλητήριο» και «δηλητηρίαση» όμως είναι περισσότερο φορτισμένες λέξεις από αυτό· το «δηλητήριο» όμως συχνά έπαιρνε μια φυλετική, σεξουαλική σημασία όταν αναφέρονταν στους Εβραίους, όπως στη «δηλητηρίαση του αίματος»: την σεξουαλική επιμιξία, την μόλυνση, την νόθευση, και την προσβολή της Άριας αγνότητας. Το εβραϊκό αίμα για τον Hitler ήταν ένα σεξουαλικό μεταδιδόμενο νόσημα. Είναι δύσκολο να σκεφτώ μια άλλη λέξη στο λεξιλόγιο του που να πλαισιώνονταν με μίσος και απέχθεια.

Και το μίσος του Hitler για τη Δηλητηριώδη Κουζίνα ήταν σχεδόν ισοδύναμο στην αυτοκαταστροφική μανία με το μίσος που είχε για τους «αιώνιους δηλητηριαστές». Μπορεί να ειπωθεί (και έχει ειπωθεί από τους J.P. Stern, Lucy Dawidowicz, και άλλους) πως ο Hitler υπονόμευσε τις πιθανότητές του να κρατήσει το ανατολικό μέτωπο το 1944 ενάντια στο Κόκκινο Στρατό όταν επέμενε να αποσύρει τραίνα από τις μαχόμενες δυνάμεις του  ώστε να τα χρησιμοποιήσει για να επιταχύνει την παράδοση των Εβραίων στο Άουσβιτς και σε άλλα στρατόπεδα θανάτου, όπου χρησιμοποιούσε δηλητηριώδη αέρια για να δηλητηριάσει τους «δηλητηριαστές».

Με τον ίδιο τρόπο, στο κρίσιμο σημείο της απόπειράς πραξικοπήματος του το Νοέμβριο του 1923, τη στιγμή που ο Hitler χρειάζονταν να κινητοποιήσει την μέγιστη ένοπλη υποστήριξη για την πορεία του προς το κυβερνητικό κέντρο, η δυνατότερη και πιο φανατική πιστή ακολουθία του Hitler – η Stosstrupp Hitler (η προσωπική σωματοφυλακή του Hitler που εξελίχθηκε στα SS) – είχε σταλεί αντίθετα στον αριθμό 19 της Αλτχάιμερ Έκ, το κτίριο που στέγαζε την Münchener Post, όπου πέρασαν κρίσιμες ώρες καταστρέφοντας και λεηλατώντας και διαλύοντας τα γραφεία και τα πιεστήρια της Δηλητηριώδους Κουζίνας. Σε αυτό που μοιάζει σαν μια πρώιμη εκδοχή της τακτικής της άρνησης που ο Hitler θα χρησιμοποιούσε για να κρατήσει αποστάσεις από τη διαταγή του πογκρόμ της Νύχτας των Κρυστάλλων (και την ίδια την Τελική Λύση), αργότερα ανέφερε πως ένιωσε έκπληξη, έκπληξη με την επίθεση στην Δηλητηριώδη Κουζίνα από την προσωπική του σωματοφυλακή.

Σε εκείνη τη περίπτωση, η Δηλητηριώδης Κουζίνα ξαναφτιάχτηκε και ξαναρίχτηκε στην μάχη. Δέκα χρόνια όμως αργότερα, το Μάρτιο του 1933, τη στιγμή που η ναζιστική κατάληψη της Βαυαρίας ολοκληρώθηκε, ένα άγριο απόσπασμα από μπράβους της SA όρμησε στο κτίριο με τα γραφεία της Münchener Post, καταστρέφοντας το εντελώς, πετώντας τελάρα με σπασμένα τυπογραφικά στοιχεία στο δρόμο, και σέρνοντας αρθρογράφους και συντάκτες στη φυλακή.

Αυτή η άγρια επίθεση είναι μια διεστραμμένη απόδειξη το πόσο ενοχλητική ήταν η Post για τον Hitler από την αρχή της. ήξεραν πως να τον εκνευρίσουν, να τον τσιγκλήσουν. Τον είχαν καταλάβει πολύ βαθιά: με τη ν έννοια πως είχαν δει μέσα του, πίσω από το προσωπείο, με ένα τρόπο που ελάχιστοι άλλοι το είχαν κάνει ή θα έκαναν. Είχαν δει τον Hitler πίσω από το Hitler, και – πιστεύω – ήξερε πως ήξεραν. Σε γενικές γραμμές η εικόνα τους για το Hitler έχει χαθεί ή ξεχαστεί μέσα στην ιστορία, είναι όμως ακόμη εδώ, είναι ακόμη δυνατή η ανάκτηση της, ή τουλάχιστον να πάρουμε μια γεύση, στις εύθραυστες σελίδες των τευχών της Münchener Post που σαπίζουν στα αρχεία του Μονάχου, κάποιες φευγαλέες αλήθειες για τον Hitler του Μονάχου που σε γενικές γραμμές έχουν εξαφανιστεί λόγω της μεταπολεμικής εστίασης στον Hitler του Βερολίνου, στον Hitler του Άουσβιτς.

Η μάχη μεταξύ του Hitler και της Δηλητηριώδους Κουζίνας άρχισε ήδη από το 1921, πριν ο Hitler κατορθώσει να εδραιώσει τον έλεγχο του μέσα στο ανερχόμενο ναζιστικό κόμμα. Τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς, η Post βρήκε ένα τρόπο να προκαλέσει στο Hitler μεγάλη αμηχανία, αρκετή ώστε να προκαλέσει αντίδραση και να καταλήξουν στα δικαστήρια. Είχαν πάρει το κείμενο μιας άγριας επίθεσης στον Hitler από μια αντίπαλη φράξια μέσα στο ναζιστικό κόμμα.

Η δηλητηριώδης πολεμική, με τίτλο «Adolf Hitler, προδότης», κυκλοφορούσε ιδιωτικά μέχρι που η Post την έκανε προσβάσιμη σε όλους. Και βρήκε το στόχο, και γεννώντας αυτά που θα γίνονταν επίμονα ερωτήματα  για τον Hitler και σταθερά θέματα γύρω από την έρευνα της Münchener Post: την ξενικότητα του Hitler, την παραξενιά του, τόσο της προέλευσης και της προσωπικότητας του, οι μυστήριες πηγές στήριξης («Τι δουλειά κάνει για να ζει;», ρωτούσε το φυλλάδιο), και, πιο επιθετικά, το ερώτημα της πιθανής εβραϊκότητας του ή κάποιας υπόγειας σχέσης με του Εβραίους. Στην ξαφνική αρπαγή δικτατορικών εξουσιών στο κόμμα, στη δολοπλόκα διχαστική προσωπικότητα του, όπως ισχυρίζονταν οι ανώνυμοι ναζιστές συγγραφείς του φυλλαδίου του επιθετικού φυλλαδίου, ο Hitler δεν εξυπηρετούσε απλά «εβραϊκά συμφέροντα» αλλά δρούσε ο ίδιος «σαν πραγματικός Εβραίος» ο ίδιος.

Η απάντηση του Hitler ήταν τυπικά διπλή, νόμιμη και παράνομη: ναζιστικές απειλές κατά της ζωής προς τους αρθρογράφους της Post  την νύχτα· τη μέρα, τους πήγαινε στα δικαστήρια, μηνύοντας τους για λίβελο και απάτη, εκμεταλλευόμενος το δεξιό εθνικιστικό δικαστικό σώμα της Βαυαρίας, όπως θα έκανε επανειλημμένως στο δωδεκαετή αγώνα που ακολούθησε.

Όταν εκδικάστηκε η μήνυση για λίβελο αργότερα εκείνη τη χρονιά, ο Hitler ξεδιάντροπα κατηγόρησε την Post για κατασκευή, πλαστογράφηση του επιθετικού φυλλαδίου που προέρχονταν μέσα από το ίδιο το κόμμα του. Η απόφαση, όπως θα γινόταν συνήθως, ήταν εναντίον της Post, και ένα πρόστιμο εξακοσίων μάρκων επιβλήθηκε. Ο τίτλος της ιστορίας στην Post για την απόφαση όρισε απόλυτα την μάχη στην επική μονομαχία που θα ακολουθούσε:

HITLER GEGEN DIE Münchener Post

Ο Hitler εναντίον της Münchener Post. Ήταν ένας άδικος, άνισος αγώνας. Ήταν μια μικρή ομάδα από άοπλους γραφιάδες που τα έβαλαν με ένα καλά χρηματοδοτούμενο στρατό από μπράβους. Αλλά με πολλούς τρόπους έκαναν τη ζωή του μίζερη. Ο Hitler «δεν έχει μυστικά από εμάς» περηφανεύονταν. Και στη διάρκεια του ιδιαίτερου, εφιαλτικού ύστατου αγώνα που έδωσαν στα τελευταία χρόνια της ανόδου του Hitler στην εξουσία, κατάφεραν να βρουν ένα τρόπο να εξασφαλίζουν και να δημοσιεύουν το ένα καταδικαστικό κείμενο μετά το άλλο, συχνά εσωτερικά έγγραφα και αλλήλογραφία του εσωτερικού κύκλου του Hitler που τον συνέδεαν τον ίδιο και τα τσιράκια του με σεξουαλικά σκάνδαλα, οικονομική διαφθορά, και σειρά πολιτικών δολοφονιών. Είχαν μάτια παντού: αν ο Hitler πήγαινε στο Βερολίνο και ξόδευε σε πολυτέλειες, το επόμενο πρωί η Post θα είχε δημοσιεύσει το λογαριασμό του ξενοδοχείου με την επιτιμητική κεφαλίδα «Πως ζει ο Hitler». Πιο σκοτεινός ήταν ένας άλλος αθροιστικός λογαριασμός του Hitler που δημοσίευαν: τον αυξανόμενο αριθμό πολιτικών δολοφονιών που αποδίδονταν στο Κόμμα του Hitler», όπως προτιμούσαν να αποκαλούν την εθνικοσοσιαλιστική συμμορία.

Το «Κόμμα του Hitler»: η επαναλαμβανόμενη χρήση του όρου ήταν μια αδιάκοπη υπενθύμιση στους αναγνώστες τους πως τα εγκλήματα μελών του ναζιστικού κόμματος που ανέφεραν ήταν ευθύνη ενός ανθρώπου, πως το κόμμα ανέφεραν ήταν ένα λιγότερο σοβαρό, βασισμένο στην ιδεολογία κίνημα όσο ένα όργανο στην υπηρεσία της εγκληματικής παθολογίας ατόμου.

Στο άρθρο της Post από το 1932 για το απόσπασμα θανάτου μέσα στο κόμμα του Hitler, γνωστό ως «Πυρήνας G», μια ιστορία που πήραν στη συνέχεια εφημερίδες σε ολόκληρο το κόσμο (και σύντομα δυστυχώς ξεχάστηκε), οι αρθρογράφοι της Münchener Post περιέλαβαν μια αναφορά από τον ίδιο τον Adolf Hitler για τη προσωπική του ευθύνη για τις πράξεις του κόμματός του, μια παρατήρηση που είχε αναφορές πέρα από μόνο αυτό το σκάνδαλο: «Τίποτα δε γίνεται στο κίνημα δίχως τη γνώση μου, δίχως την έγκριση μου», καυχιόνταν ο Hitler. «Επιπλέον, τίποτα δε γίνεται δίχως την εντολή μου».

Το ναζιστικό κόμμα και τα εγκλήματά του ήταν η προσωπική ευθύνη του Hitler, επέμενε σταθερά η Δηλητηριώδης Κουζίνα. Και δεν είχαν κανένα δισταγμό να κάνουν τις επιθέσεις τους εναντίον στο Hitler ανελέητα προσωπικές δεν επέτρεψαν ποτέ, για παράδειγμα, στο Hitler ή στους οπαδούς του, να ξεχάσουν την βουτιά του Hitler μπροστά στα εχθρικά πυρά, στη κορυφαία στιγμή της απόπειρας πραξικοπήματος το Νοέμβριο του 1923, στη πορεία προς τη Πλατεία Οντεόν του Μονάχου. Μόλις τα πιστά στη κυβέρνηση στρατεύματα πυροβόλησαν προς τον όχλο του, ο Hitler ξάπλωσε στο δρόμο και χρησιμοποίησε τα πτώματα των συντρόφων του για να κρυφτεί από τις σφαίρες. Υπάρχουν αντικρουόμενες  ερμηνείες της βουτιάς: Κάποιοι λένε πως ο Hitler εσκεμμένα ή όχι σπρώχτηκε έξω από τη γραμμή πυρός από το πιάσιμο ενός συντρόφου του που έπεφτε, άλλοι λένε πως ήταν το ένστικτο του βετεράνου στρατιώτη να πέσει κάτω όταν έπεφταν οι σφαίρες. Είναι όμως αλήθεια πως ο βασικός σύμμαχος του Hittler, ο Στρατηγός Erich Ludendorff, σήκωσε τον εαυτό του και περπάτησε  κατευθείαν προς τα εχθρικά πυρά μετά την πρώτη βολή, ενώ ο Hitler, υποφέροντας από εξαρθρωμένο ώμο κουλουριάστηκε πονώντας πριν τον μεταφέρουν για να κρυφτεί.

Για την Post όμως σέρνονταν στη κοιλιά του πάντοτε, ένα πλάσμα εξίσου δειλό και επικίνδυνα ερπετοειδές. Μελετώντας τα τελευταία τεύχη της Post από τον αγώνα ενάντια στο Hitler, είδα ένα σκίτσο που δημοσιεύτηκε το Νοέμβριο του 1932. Ήταν μια στιγμή σπαραχτικά ψεύτικων ελπίδων. Μετά από άνοδο για δυο χρόνια, το εκλογικό ποσοστό του Hitler στις τελευταίες ελεύθερες εθνικές εκλογές, αυτές της 7ης Νοεμβρίου, έπεσαν κατακόρυφα. Υπήρχαν εκείνοι, ακόμη και μέσα στη Post, που πίστευαν πως η απειλή του Hitler επιτέλους απομακρύνονταν, πέρα από πραξικόπημα. Το σκίτσο έδειχνε ένα Hitler να έχει πεταχτεί έξω από τους ψηφοφόρους και να προσγειώνεται άτσαλα στο πεζοδρόμιο. Η πρόωρα εορταστική λεζάντα έγραφε:

ΕΦΑΓΕ ΤΑ ΜΟΥΤΡΑ ΤΟΥ ΞΑΝΑ!

Υπάρχει κάτι στο να βλέπεις αυτό το σκίτσο που με έκανε να καταλάβω τη χαρά και τη τραγωδία του αγώνα της Münchener Post. Φαίνονταν πάντοτε να είναι μια ιστορία ακόμη, μια αποκάλυψη ακόμη μακριά από το να τελειώσουν το φίδι. Μια φορά φάνηκε να είναι μια ιστορία μακριά από το να τον οδηγήσουν στην αυτοκτονία. Την περίοδο του θανάτου της Geli Raubal, τα ερωτηματικά που έθεσε η Post γύρω από τη φύση της σχέσης του Hitler με την γοητευτική του ανιψιά και για το ρόλο του στο θάνατό της και την υποψία πως η μύτη της είχε σπάσει σε ένα καυγά, έφεραν τον Hitler στο σημείο να θέλει να αυτοκτονήσει. Σύμφωνα με το δικηγόρο του Hitler, τον Hans Frank, τον οποίο έστειλε για να απειλήσει την Post με μήνυση γύρω από την κάλυψη του θανάτου της Geli Raubal, ο Hitler παραπονιόταν πως «δεν μπορούσε πια να κοιτάξει κάποια εφημερίδα, η τρομερή εκστρατεία λάσπης θα τον σκότωνε».

Δυστυχώς, δεν το έκανε: Στο τέλος, στους δεκαέξι μήνες που ακολούθησαν το θάνατο της Geli, καθώς η στοχευμένη μάχη τους με τον Hitler και το κόμμα του έφτασε στο αποκορύφωμα της, βρίσκονταν μια ιστορία μακριά από το να τον ρίξουν στις 30 Ιανουαρίου 1933, όταν πλέον ήταν πολύ αργά.

Υπήρχαν και άλλοι δημοσιογράφοι που συμμετείχαν στον ίδιο αγώνα. ήταν ο Konrad Heiden, ο ανταποκριτής της Frankfurter Zeitung στο Μόναχο, που ίδρυσε ένα αντιναζιστιστικό δημοσιογραφικό συνδικάτο στο Βερολίνο, και ο Rudolf Olden, ο ανταποκριτής στο Μόναχο για εφημερίδες του Βερολίνου, και οι δύο απέδρασαν και έγραψαν αρνητικά βιβλία για τον Hitler για να προειδοποιήσουν τη Δύση. Και ήταν και ο Fritz Gerlich της Der Gerade Weg, που δεν δραπέτευσε.

Αλλά οι δημοσιογράφοι της Münchener Post – άτομα όπως οι Martin Gruber, Erhard Auer, Edmund Goldschagg, Julius Zerfass, μεταξύ άλλων – ήταν στα χαρακώματα κάθε μέρα, απέναντι στον Hitler, αντιμετωπίζοντας τους μπράβους του και τις απειλές τους, δοκιμάζοντας την δύναμη της αλήθειας για να καταπολεμήσουν το κακό, και καταλήγοντας να έχουν μια μοίρα σαν της Κασσάνδρας, ανακαλύπτοντας τα όρια της. Ηττήθηκαν, αλλά υπάρχουν πολλά περισσότερα στη κληρονομιά τους πέρα από τον ηρωισμό που επέδειξαν (αν και αυτό από μόνο του απαιτεί μεγαλύτερη αναγνώριση  από ότι πήραν από τους σύγχρονους διαδόχους τους μεταξύ των Γερμανών δημοσιογράφων). Άφησαν πίσω τους επίσης και μια εικόνα του Hitler, μια συνεκτική εξήγηση, μια οπτική του που είχε αγνοηθεί, σε μεγάλο μέρος, από την ιστορία και τη συζήτηση γύρω από το ποιος ήταν ο Hitler. Μια οπτική την οποία δεν είχαν ποτέ την πολυτέλεια να περιγράψουν σε έκταση, αλλά που προκύπτει ξεκάθαρα από τη καθημερινή βουτιά στην καθημερινή τους κάλυψη του Hitler και του κόμματός του.

Τα δυο δύσκολα, εφιαλτικά τελευταία χρόνια στην Post κυριάρχησε η κάλυψη μιας σειράς από διαδοχικά, εκρηκτικά, στενά συνδεδεμένα με το κόμμα του Hitler σκάνδαλα που ξεκινούσαν από σχετικά ασήμαντες συνομωσίες σεξουαλικού εκβιασμού, που όταν αποκαλύφθηκε από την Post, οδήγησε σε κλιμακούμενες αποκαλύψεις πολύ πιο σοβαρών και φονικών σκανδάλων του κόμματος του Hitler: πρώτα η αποκάλυψη του «Πυρήνα G», η μυστική ομάδα θανάτου του κόμματος του Hitler, που πιάστηκε επ’ αυτοφώρω να προσπαθεί να εκτελέσει τα κομματικά στελέχη που τους είχαν προκαλέσει αμηχανία στο αρχικό σκάνδαλο σεξουαλικού εκβιασμού. Αυτό οδήγησε σε μια ακόμα πιο τρομακτική και δυστυχώς προφητική αποκάλυψη: τα μυστικά σχέδια του κόμματος του Hitler για λουτρό αίματος, την σφαγή των πολιτικών τους αντιπάλων μόλις ανέβαιναν στην εξουσία, την μαζική εξόντωση σε εμβρυϊκό στάδιο ώστε να την δουν όλοι.

Έριξαν μια φευγαλέα ματιά μέσα από ένα σπασμένο καθρέφτη, στη σκιά της Τελικής Λύσης. Πρακτικά, αποκάλυψαν τον μοιραίο χιτλερικό ευφημισμό για την γενοκτονία – endlösung, η τελική λύση – στα πλαίσια της μοίρας των Εβραίων, ήδη από τις 9 Δεκεμβρίου του 1931, σε μια ανατριχιαστική και προφητική ανταπόκριση με τίτλο «Οι Εβραίοι στο Τρίτο Ράιχ».

Περισσότερο από ένα χρόνο πριν έρθει στην εξουσία ο Hitler, η Post δημοσίευσε πως είχε ανακαλύψει ένα «μυστικό σχέδιο» από μια εσωτερική πηγή στα SA του Hitler. Ένα μυστικό σχέδιο στο οποίο το κόμμα του Hitler είχε «σχεδιάσει τις ειδικές εντολές για τη λύση του εβραϊκού ζητήματος μόλις έπαιρναν την εξουσία, οδηγίες που ήταν άκρως απόρρητες. Έχουν απαγορεύσει την συζήτηση τους δημόσια από φόβο για τις επιπτώσεις τους στην εξωτερική πολιτική».

Αυτό που ακολουθούσε ήταν μια πολύ λεπτομερής λίστα ενός πλήθους αντιεβραϊκών μέτρων  που προοιώνιζαν την εκπληκτική ακρίβεια κάθε διαδοχικό στάδιο των απαγορεύσεων και των διώξεων που το ναζιστικό κόμμα θα θεσμοθετούσε εναντίον των Εβραίων την περίοδο μεταξύ 1933 και 1939. Και τότε η Post άφησε επιπλέον στοιχεία: Μιλούσε για μια περαιτέρω «τελική λύση».

Η λίστα με τις προβλεπόμενες απαγορεύσεις μοιάζει πλέον οικεία: απομάκρυνση των Εβραίων από τα δικαστήρια, από τις δημόσιες υπηρεσίες, τα πανεπιστήμια· αστυνομική παρακολούθηση, περιλαμβανομένων αδειών κατοικίας και ταυτοτήτων· κατάσχεση των εβραϊκών επιχειρήσεων και ιδιοκτησιών· κράτηση και απέλαση των «ανεπιθύμητων» Εβραίων· νόμους τύπου Νυρεμβέργης ενάντια στους μικτούς γάμους και σεξουαλικές και κοινωνικές επαφές.

Όλα αυτά οδηγούσαν σε μια επιπλέον «τελική λύση» πέρα από αυτά: «για την τελική λύση του εβραϊκού ζητήματος προτείνεται να χρησιμοποιηθούν οι Εβραίοι της Γερμανίας ως σκλάβοι για παροχή εργασίας ή για την καλλιέργεια των γερμανικών βάλτων υπό την διεύθυνση μιας ειδικής υπηρεσίας των SS».

Κάποιος μπορεί να αισθανθεί μια ανατριχίλα διαβάζοντας αυτό: ο διαχωρισμός της ενίσχυσης νομικών και πολιτικών περιορισμών και κάτι πέρα από αυτό – μια τελική λύση που περιλαμβάνει την φυσική απομάκρυνση των Εβραίων από τη γερμανική κοινωνία για μια χειρότερη μοίρα στους βάλτους» στα χέρια των SS. Αυτή η αναφορά στη τελική λύση στους βάλτους φέρνει μαζί της μια προφητική ηχώ του απαίσιου ευφημιστικού αστεϊσμού για την Τελική Λύση που οι Hitler, Himmler και Heydrich θα αντάλλασσαν μεταξύ τους όπως καταγράφηκε στους «Λόγους στο Δείπνο» του Hitler (ΣτΜ: Tischgespräche im Führerhauptquartier): Δεν είναι τρομερή η «φήμη» πως εξοντώνουμε Εβραίους όταν απλά τους «παρκάρουμε» στους βάλτους της Ρωσίας.

Είχαν επίγνωση οι αρθρογράφοι της Münchener Post πως αυτοί οι βάλτοι θα γίνονταν ευφημισμοί για τους μαζικούς τάφους που έρχονταν; Κάποιος μπορεί μόνο να υποθέσει τι υπέθεσαν πως κρύβονταν κάτω από τους βάλτους της «τελικής λύσης» που ανέφεραν το 1931. (Μια έρευνα σε εφημερίδες στη Γερμανία και το εξωτερικό εκείνη την περίοδο δείχνει πως καμιά εφημερίδα δεν θεώρησε αυτή την προφητική αναφορά σε μια «τελική λύση» άξια για περεταίρω έρευνα). Στην αλληλουχία όμως των αποκαλύψεων και των ερευνών τους, στην καταγραφή της αλυσίδας  των φόνων που διαπράχτηκαν από το κόμμα του Hitler, η Münchener Post άφησαν ελάχιστα μυστικά γύρω από την δολοφονική φύση και σκοπό του κόμματος. Το αντιμετώπισαν ως μια δολοφονική επιχείρηση κάτω από το προσωπείο ενός πολιτικού κόμματος.

Η έμφαση στην τυπική εγκληματικότητα του κόμματος του Hitler είναι το σήμα κατατεθέν της οπτικής των αρθρογράφων της Münchener Post: Ήταν, ουσιαστικά, ικανοί αστυνομικοί δημοσιογράφοι που κάλυπταν μια ιστορία ανθρωποκτονίας που είχε την μεταμφίεση πολιτικής. Το σημείο αυτό τονίστηκε ζωηρά σε μια συζήτηση που είχα με τον γιο ενός από τους ικανότερους μάγειρες στην Δηλητηριώδη Κουζίνα, ο βασικός πολιτικός τους δημοσιογράφος, «το Αηδόνι της Πρωσίας». Αηδόνι της Πρωσίας ήταν το παρατσούκλι που είχαν δώσει στον Edmund Goldschagg οι συνάδερφοι του στην Münchener Post, ένας από τα πιο ορατά άτομα στο πόλεμο εναντίον του Hitler – Πρώσος γιατί είχε έρθει στην Post το 1928 μετά από μια μακρά περίοδο σε μια εφημερίδα του Βερολίνου και Αηδόνι επειδή ήταν γνωστός για τον εξωστρεφή, χαρούμενο, συχνά μουσικό τρόπο χρήσης των λέξεων, τον τρόπο με τον οποίο φώτιζε την κουζίνα της Post στο Café Heck με το κέφι και τα τραγούδια του.

Όταν μίλησα στον Rolf, τον γιο του Goldschagg στο Μόναχο, διαπίστωσα πως αγνοούσε τις λεπτομέρειες των πιο δραματικών συγκρούσεων του πατέρα του με τον Hitler. Είχαν συμβεί, πράγματι, πριν την γέννηση του Rolf. Το γεγονός πως ο περιορισμένης κυκλοφορίας τόμος που ο Rolf έβγαλε για τον πατέρα του ασχολήθηκε μόλις για λίγο περισσότερο από ένα κεφάλαιο με τον αγώνα του πριν το 1933. Εν μέρει αυτό οφείλεται στο γεγονός πως η ζωή του πατέρα του μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Hitler ήταν συναρπαστική – και επίσης πολύ ηρωική. Μετά το κλείσιμο της Post το Αηδόνι της Πρωσίας συνελήφθη και στρατολογήθηκε στο στρατό. Μετά όμως την αποπομπή του για τις πολιτικές του απόψεις, πήγε στο Φράιμπουργκ, όπου, παρά το ό ίδιος θεωρούνταν ύποπτος, διακινδύνευσε τη ζωή του φιλοξενώντας μια Εβραία γυναίκα για ένα χρόνο μέχρι να καταφέρει να διαφύγει στην Ελβετία. Τη συνέχεια έγινε ένας από τους ιδρυτές αυτού που θα γινόταν γνωστό ως η ισχυρή νοτιογερμανική καθημερινή εφημερίδα Süddeutsche Zeitung.

Εν μέρει, η άγνοια λεπτομερειών του γιου για την αντιχιτλερική δημοσιογραφία του πατέρα μπορεί να οφείλετε λόγω της απόστασης στο χαρακτήρα του από ζωντανό, σοσιαλιστή αντιχιτλερικό ακτιβιστή που ήταν ο πατέρας του. Ο γιος όμως του Αηδονιού της Πρωσίας έκανε ένα αξιοσημείωτο, καθοριστικό σχόλιο όσον αφορά την αντίληψη  του πατέρα του για τον Hitler. Του έκανα μια ερώτηση που κάνω σε πολλούς επιζώντες και χρονικογράφους της χιτλερικής περιόδου: Πίστευε πως η μοχθηρία του Hitler μπορούσε να εξηγηθεί από κάποια παράνοια ή ψυχιατρική βλάβη;

«Όχι», επέμενε ο γιός, με περισσότερο πάθος  από όσο είχε δείξει σε κάθε άλλο σχόλιο για την Δηλητηριώδη Κουζίνα, «ο πατέρας μου δεν πίστευε πως ο Hitler ήταν τρελός. Αναφέρονταν σε εκείνον πάντοτε ως πολιτικό εγκληματία».

Όχι εγκληματικό πολιτικό: πολιτικό εγκληματία. Όταν την πρωτάκουσα, πίστευα πως η φράση ηχεί σαν αποστειρωμένη μαρξιστική ρητορική. Αφού όμως πέρασα αρκετό χρόνο στα αρχεία με τα παλιά αντίτυπα, ήταν ξεκάθαρο πως η Post δεν ήταν δέσμια της μαρξιστικής ορθοδοξίας· στη πράξη ήταν αντικομμουνιστική και περιφρονούσε την αστυνομική τρομοκρατία που μασκαρεύονταν ως μαρξισμός στην Σοβιετική Ένωση, μια περιφρόνηση που φαίνεται από το χλευαστικό όνομα που έδωσαν στην ομάδα θανάτου που αποκάλυψαν στο εσωτερικό του Ναζιστικού Κόμματος: «Η Τσεκά στο Φαιό Σπίτι», η Τσεκά ήταν το ανεπίσημο, κάποια στιγμή, της τρομερής μυστικής αστυνομίας των Σοβιετικών. Η Post ήταν περισσότερο φιλελεύθερη και φιλολαϊκή από ότι μαρξιστική.

Στην πράξη, αφού βυθίστικα στη κάλυψη που έκαναν στον Hitler και το χιτλερικό κόμμα, κατάλαβα πως το «πολιτικός εγκληματίας» δεν ήταν ένας κενός χαρακτηρισμός αλλά μια προσεκτικά σχεδιασμένη περίλεψη μιας μεγαλύτερης εικόνας: η μοχθηρία του Hitler δεν προέρχονταν από κάποια κακοήθη ανώτερη πίστη  ή ιδέα, από μια ιδεολογία που πέρασε στο έγκλημα και στο φόνο για να επιτύχει το σκοπό της· η μοχθηρία του προέρχονταν, μάλλον από την ίδια του την εγκληματικότητα που είχε τυλίξει σε πολιτικό μανδύα.

Μπορείς να το δεις αυτό στην εφημερίδα μέρα με τη μέρα, όχι τόσο στα μεγάλα σκάνδαλα, στα γεγονότα που γίνονταν πρωτοσέλιδα, αλλά στην ημερήσια καταγραφή φόνων. «Φόνος από Απόσπασμα Θανάτου στη Θουριγγία», «Φαιός Φόνος στη Στουτγάρδη», «Δολοφονία από τα SA στο Χάλλε», «Φαιός Τρόμος στο Μαγδεβούργο», «Ναζιστικοί Φόνοι στο Λίππε». Σπάνια περνούσε κάποιο τεύχος σε εκείνα τα δυο τελευταία χρόνια δίχως μια και συνήθως δυο, τρεις ή και τέσσερις σύντομες αναφορές στους εν ψυχρώ φόνο πολιτικών αντιπάλων από μέλη του χιτλερικού κόμματος. Συνολικά αυτό που αντιλαμβάνεται κάποιος είναι η συστηματική εξόντωση των καλύτερων και πιο γενναίων, των πιο ανελέητων αντιπάλων του χιτλερικού κόμματος καθώς βρίσκονταν πυροβολημένοι ή χτυπημένοι μέχρι θανάτου με ρόπαλα, ή καθώς ανακαλύπτονταν μαχαιρωμένα, στραγγαλισμένα, πνιγμένα πτώματα, ή απλά δεν βρίσκονταν ποτέ. Συχνά ακολουθούσαν αναφορές πως το ένα ή το άλλο δικαστήριο επέτρεψε στους δολοφόνους να κυκλοφορούν ελεύθεροι ή να δικάζονται σε ποινές που αντιστοιχούσαν σε μικροκλοπές.

Διαβάζοντας το απελπισμένο καθημερινό προσκλητήριο δολοφονηθέντων της Post προσθέτει μια διάσταση που λείπει από την εξιστόρηση της ανόδου του Hitler, που έχει χαθεί από μερικές σπουδαίες μεταπολεμικές εξηγήσεις, που τείνει να υποθέτει κάτι το απόλυτα αναπόφευκτο στην άνοδο στην εξουσία του Hitler – οικονομικές συνθήκες, το ψυχικό τραύμα μιας γενιάς, ο χριστιανικός αντισημιτισμός, ο φόβος της νεωτερικότητας, οι τεχνικές μαζικής προπαγάνδας, οι δαδοφορίες της Νυρεμβέργης, η χειραγώγηση των συναισθηματικών συμβόλων, τα υπνωτισμένα πλήθη, η ρητορική, και, πάνω από όλα, η ιδεολογία.

Όλα αυτά μπορεί να βοηθούν στο να εξηγηθεί η γοητεία που ασκούσε ο Hitler, αλλά δεν εξηγούν κατ’ ανάγκη την επιτυχία του Hitler. Όπως πρώτος έδειξε ο Alan Bullock, o Hitler έφτασε εξίσου κοντά στο να αποτύχει στο κυνήγι του για την κατάκτηση της εξουσίας όσο και στο να πετύχει· αυτό που λείπει από τις μεγαλύτερες εξηγήσεις είναι αυτό που κάποιος μπορεί να δει στο πεδίο, τρόπος του λέγειν, την υφή του καθημερινού τρόμου που είναι εμφανής στις σελίδες της Münchener Post, η συστηματική, βήμα-βήμα σφαγή των πιο ικανών πολιτικών αντιπάλων του Hitler, δολοφονημένους από το κόμμα του, των πολιτικών εγκληματιών.

Υπάρχουν δύο άλλα όμως εγκλήματα που βγαίνουν από τον δυσώδη ιστό πολιτικής εγκληματικότητας που αποκάλυψε η Post, δύο τύποι εγκλημάτων που, αν και λιγότερο βίαια και αιματηρά από ότι ο φόνος, εμφανίζονται αθροιστικά στις σελίδες της Post ως τα περίεργα, μεταφορικά χαρακτηριστικά εγκλήματα του Hitler του Μονάχου και του χιτλερικού κόμματος: εκβιασμός και παραχάραξης.

Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να πάρουμε μια αίσθηση για την εικόνα που είχε η Δηλητηριώδης Κουζίνα για το χιτλερικό κόμμα είναι να δούμε από κοντά ένα από τα εμβληματικά σκάνδαλα εκβιασμού που αποκάλυψε και ύστερα να συνεχίσουμε στις ρίζες της ενασχόλησης της με την παραχάραξη, όχι απλά μικρής κλίμακας πλαστογραφίας εγγράφων, αλλά την συνολική παραχάραξη της ιστορίας της ίδιας από το χιτλερικό κόμμα.

Ξεκίνησε, η διετής τελική διαρκής μάχη μεταξύ του Hitler και της Δηλητηριώδους Κουζίνας, με το φύλλο της 22ης Ιουνίου 1931 και έναν σαρδόνιο πηχυαίο τίτλο που έλεγε

ΘΕΡΜΗ ΑΔΕΛΦΙΚΗ ΑΓΑΠΗ ΣΤΟ ΦΑΙΟ ΣΠΙΤΙ

που ακολουθούνταν από τον υπότιτλο: Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΟ ΤΡΙΤΟ ΡΑΪΧ.

Αυτό που ακολούθησε ήταν μια βουτιά στη δυσώδη καρδιά της κουλτούρας εκβιασμού του χιτλερικού κόμματος, μια ανθηρή εγκληματική υποκουλτούρα που παραμόνευε τον ίδιο τον εαυτό του, που είχε εξυψώσει την εκβιαστική επιστολή σε μαύρη τέχνη.

Η εστίαση της προσοχής της ιστορίας είναι ένα τεχνικό αριστούργημα ενός εκβιαστικού μηνύματος προς τον αρχηγό των SA, Ernst Röhm υπό την μορφή μιας έρευνας  που πραγματοποιούνταν εκ μέρους του Röhm από τον αποστολέα του μηνύματος, για ένα άλλο εκβιασμό εναντίον του Röhm. Εδώ εντοπίζουμε το χαρακτηριστικό σύνδρομο των συνωμοσιών εκβιασμού του χιτλερικού κόμματος: Κάθε εκβιασμός, φέρνει ένα δίδυμο παρασιτικό εκβιασμό που τρέφεται από αυτό. Είναι μια χομπσιανή εικόνα αρπακτικών που κατασπαράζουν αρπακτικά σε μια ζούγκλα εγκληματικότητας. Αυτή περιλαμβάνει και μια τύπου Γουότεργκεϊτ διάρρηξη για την ανάκτηση ιδιαίτερα ντροπιαστικής πορνογραφικής αλληλογραφίας που προκάλεσε τον αρχικό εκβιασμό.

Πριν όμως παρουσιάσουν την εντυπωσιακή αναφορά στην «Σεξουαλική Ζωή στο Τρίτο Ράιχ», η Münchener Post όρισε προσεκτικά τα δικά της φαινομενικά ηθικά κίνητρα για να φέρει στο φως αυτό το χυδαίο υλικό. Η επιγραφή που ανοίγει το άρθρο προέρχεται από τον θεωρητικό του Ναζιστικού Κόμματος, Gregor Strasser που επιτύθονταν στα αριστερά κόμματα που επιθυμούσαν την κατάργηση την διαβόητη παράγραφο 175 του Συντάγματος της Βαϊμάρης, την πρόβλεψη που έκανε τις ομοφυλοφιλικές πράξεις σοβαρά εγκλήματα. «Αλλά», ξεκινά το άρθρο, «κάθε έξυπνο πρόσωπο ξέρει, ιδιαίτερα ο Gregor Strasser, πως μέσα στο χιτλερικό κόμμα η πιο έκλυτη ακολασία που αναφέρεται στο άρθρο 175 είναι διαδεδομένη».

«Τώρα», συνέχισε, «ο Hitler κάνει τον Röhm [που πέρασε πολλά χρόνιασε ημιεπίσημη εξορία στην Βολιβία ώστε προηγούμενα σεξουαλικά σκάνδαλα να καταλαγιάσουν] τον βασικό του διοικητή, [το οποίο] είναι σα να εμπιστεύεται τη γάτα να φυλάει τα ποντίκια». Η Münchener Post όμως δεν, και παίρνει κάθε δυνατό μέτρο για να το κάνει ξεκάθαρο, καταδικάζει την ομοφυλοφιλία αλλά αντίθετα την «αηδιαστική υποκρισία που επιδεικνύει το Ναζιστικό Κόμμα – προς τα έξω ηθική καταδίκη ενώ μέσα στις δικές τους γραμμές οι πιο αδιάντροπες πρακτικές… κυριαρχούν». Για το λόγο αυτό «αισθανόμαστε την ανάγκη να αποκηρύξουμε τα τρομερά γεγονότα μέσα στο χιτλερικό κόμμα. Έτσι στο παρόν φύλλο δημοσιεύουμε μία αναφορά από τον υπεύθυνο τύπου των Ναζί, Δρ. Meyer στο Ρέγκενσμπουργκ, που στάλθηκε στον Röhm στο Μόναχο…. Αυτή η αναφορά είναι ταυτόχρονα επιστολή επιβεβαίωσης [δράσεων που πραγματοποιήθηκαν], και την ίδια στιγμή είναι και επιστολή εκβιασμού που απευθύνεται στον ανώτερο διοικητή, χρησιμοποιώντας τα ίδια του τα λόγια για τις δικές του παράνομες ομοφυλοφιλικές δραστηριότητες – με άλλα λόγια για να κερδίσει επιπλέον προαγωγή [ο αποστολέας της αποστολής] πάνω από άλλους στο κόμμα».

Το γράμμα του Δρ. Meyer είναι ένα υπέροχα ύπουλο έργο τέχνης. Οι ταλαντούχοι αλήτες και ποιητές την περίοδο της Αποκατάστασης κάποτε είχαν περιγραφεί ως «ένας όχλος κυρίων που γράφουν καλά» στα τέλη του 17ου αιώνα. Ο Meyer ήταν ένας από τον όχλο των μορφωμένων μπράβων του εσωτερικού κύκλου μέσα στο κόμμα του Hitler, που έγραφε κείμενα εκβιασμών πολύ καλά.

Το γράμμα του Meyer στον Röhm που αποκτήθηκε και δημοσιεύτηκε στο σύνολό του από την Post, ξεκινά με μια επιδεικτικά λεπτομερή καταγραφή της προηγούμενης συνάντησης του με το Röhm, μια καταγραφή που θα ήταν αχρείαστη αν δεν ήθελε να δείξει το πιθανό του πλεονέκτημα απέναντι στον Röhm σε γραπτή μορφή. Ήταν μια νύχτα, θυμάται, στην οποία ο καλολαδωμένος αρχηγός των SA ήταν περήφανος για την επιστροφή του στην ηγεσία του ιδιωτικού στρατού του Hitler. Μας παρουσιάζει τον Röhm να αστειεύεται καγχάζοντας πως η «ομοφυλοφιλία ήταν κάτι άγνωστο [στη Βολιβία] μέχρι που [εκείνος] έφτασε, αλλά [ο ίδιος] εργάστηκε να παράξει γρήγορα και διαρκείς αλλαγές σε αυτή τη κατάσταση».

Τότε, σύμφωνα με την «υπενθύμιση» του Meyer στον Röhm, ο αρχηγός των SA ανέθεσε στον Meyer να παρέμβει σε μια υπόθεση εκβιασμού εναντίον του, που είναι η αρχή της αποστολής κατασκοπίας και διάρρηξης που ο Meyer στη συνέχεια περιγράφει – εμφανώς για ενημέρωση του Röhm, αλλά κυρίως για να δείξει τα στοιχεία που έχει εις βάρος του.

Ο Meyer συνεχίζει παίρνοντάς μας μαζί του σε ένα ταξίδι στον υπόκοσμο του Röhm καθώς προσπαθεί να εντοπίσει την προέλευση του εκβιαστή του Röhm. Πρώτη στάση είναι η φωλιά αμαρτίας που παρουσιάζεται ως τα γραφεία κάποιου Δρ. Heimsoth, μια προσωπικότητα βγαλμένη από τα βιβλία του Raymond Chandler. «Ανέφερες», υπενθυμίζει σχολαστικά και αχρείαστα ο Meyer στον Rohm πως, «ακούσια επισκεφτήκατε κάποια μπαρ για ομοφυλόφιλους μαζί με τον Δρ. Heimsoth για να γνωρίσετε κάποια ομοφυλόφιλα αγόρια. Έχετε πάει επίσης στο γραφείο του Δρ. Heimsoth αρκετές φορές και είχατε την ευκαιρία να δείτε την «καλλιτεχνικά πολύτιμη» συλλογή από ομοερωτικές φωτογραφίες. Μου τονίσατε ιδιαίτερα το γεγονός πως ο Δρ. Heimsoth έχει κάποιες επιστολές σας για τις οποίες αισθάνεστε ιδιαίτερη αγωνία για να ανακτήσετε».

Είναι χρήσιμο να αναλογιστούμε, καθώς συνοδεύουμε τον διορισμένο από τον Rohm συμβιβαστή του εκβιασμού στο γραφείο του εκβιαστή γιατρού, τι αντίκτυπο θα είχε αν ήταν μια αμερικάνικη εφημερίδα που δημοσίευε τα αποτελέσματα μια έρευνα στον βασικό σύμβουλο ενός ομοφοβικού Αμερικάνου υποψήφιου προέδρου.

Στο γραφείο του γιατρού, ο Meyer κατηγορεί τον Heimsoth πως ήταν η πηγή των προηγούμενων σκανδαλωθηρηκών άρθρων για το κόμμα του Hitler που εμφανίστηκαν στην Münchener Post. Ο Heimsoth παραμένει ψύχραιμος και διαβάζει στον Meyer την δική του ελάχιστα καλυμμένη επιστολή εκβιασμού στον Rohm «ζητώντας την οργάνωση μιας υπηρεσίας τύπου και την παροχή πόρων για την χρηματοδότηση της» – μια επιστολή εκβιασμού μέσα σε μια επιστολή εκβιασμού.

«Τον καθησύχασα», διαβεβαιώνει ο Meyer ύπουλα τον Rohm, «και του ζήτησα να αναλογιστεί πως σας απασχολεί αποκλειστικά η υπόθεση Stennes» (μια εσωτερική ανταρσία στα SA). Αυτό δεν ικανοποιεί τον ανυπόμονο Rohm. Όταν ο Meyer επέστρεψε με άδεια χέρια, δίχως το πακέτο με τις ερωτικές επιστολές του Rohm στο γιατρό, ο Rohm του λέει πως οι επιστολές «πρέπει να ανακτηθούν πάση θυσία και εσείς [ο Rohm – συνεχίζει σχολαστικά να υπενθυμίζει στον Rohm γεγονότα που δεν χρειάζεται να υπενθυμίσει] μου ζητήσατε να κανονίσω την ‘πληρωμή’». Συνεχίζει υποδαυλίζοντας ακόμη περισσότερο την παράνοια του Rohm λέγοντάς του πως «κατά τη γνώμη μου [υπάρχουν] σχέσεις μεταξύ του Δρ. Heimsoth και του Δρ. Strasser», αναφερόμενος στον Otto Strasser, αποστάτη του χιτλερικού κόμματος και αντίπαλο πλέον (και αδερφό του Gregor Strasser).

Μη θέλοντας να παραμελήσει κάθε πιθανότητα αμηχανίας που αυτή η επιστολή θα προκαλούσε στον Rohm αν δημοσιοποιούνταν (δηλαδή αν ο Rohm δεν τον πλήρωνε), o Meyer τότε αναφέρει κάποιες από τις πικρόχολες κατηγορίες του Rohm για τον Goebbels. Τότε φτάνει στη διάρρηξη: «Το δωμάτιο στην Οδό Μπάιροτερ στο οποίο ο Δρ. Heimsoth έχει το γραφείο του και φυλά τις επιστολές μπορεί να ανοίξει δίχως πολλές δυσκολίες από έναν επιδέξιο κλειδαρά μετά τις εφτά το απόγευμα», γράφει.

Ο πονηρός Meyer, προφανώς δεν θέλει να ενοχοποιήσει τον εαυτό του – και ίσως επειδή θέλει να κάνει τον Rohm να αναρωτιέται ποιος έχει τώρα τα γράμματα στη κατοχή του – αφήνει ασαφές το αν προχώρησε και πραγματοποίησε την διάρρηξη. Αυτός ο κυκεώνας από διαρρήξεις, εκβιασμών, αντεκβιασμών, και πρωτευόντων, δευτερευόντων και τριτευόντων απειλών εκβιασμού, δείχνει έναν ιστό στον οποίο εμπλέκεται ο αρχηγός του επιτελείου του Hitler όπως τα φίδια τον Λαοκόωντα – και που περιγράφεται στο σύνολο του με τα ίδια τα λόγια του «φίλου» του Rohm, Δρ. Meyer, στα πρωτοσέλιδα μιας εφημερίδας του Μονάχου.

Ο Rohm και χιτλερικό κόμμα απάντησαν την επόμενη μέρα ισχυριζόμενοι πως η επιστολή του Meyer ήταν πλαστή και ψεύτικη. Στην περίπλοκη νομική διαδικασία που κράτησε στη συνέχεια για πολλούς μήνες, φάνηκε πως ο Meyer έγραψε πράγματι το γράμμα, πως δεν το έστειλε μάλλον απευθείας στον Rohm αλλά το χρησιμοποίησε για να εκβιάσει τον αρχηγό των SA απειλώντας τον πως θα το δώσει στην Münchener Post, που τελικά και έκανε. Στο τέλος, οχτώ μήνες αργότερα, ο Rohm απέσυρε τις κατηγορίες εναντίον της Münchener Post για την επιστολή και συμφώνησε να πληρώσει το σύνολο των εξόδων της νομικής διαδικασίας και των εξόδων του εκδότη της Münchener Post, Martin Gruber.

Οι επιπτώσεις της ιστορίας πήγαν πέρα από τα δικαστήρια. Φανέρωσε και προκάλεσε την επιπλέον μεγέθυνση του σχίσματος μέσα στο κόμμα, μεταξύ του Rohm και των εκβιαστών εχθρών του· οδήγησε στη δημιουργία του αποσπάσματος θανάτου «Cell G.», το οποίο πρόσφερε εντυπωσιακό υλικό για μια άλλη αποκάλυψη της Post και τελικά έφερε τον οχετό των φόνων, της πορνείας, και του εκβιασμού στο κατώφλι του Hitler: «Τίποτα δεν γίνεται στο κίνημα δίχως την εντολή μου», όπως υπενθύμιζε η Post στο λαό του Μονάχου και σε ένα κόσμο που δεν άκουγε.

Αυτό που είναι αποκαλυπτικό γύρω από αυτά τα σκάνδαλα δεν είναι τόσο τα συγκεκριμένα παραπτώματα, όσο η κουλτούρα εκβιασμού που ανοίγει ένα παράθυρο σε ένα βάλτο ένοχων ντροπών, σε ένα ιστό μυστικών, εξαναγκαστικών δεσμών με τον Hitler στη μέση του. Αυτό είναι το ανείπωτο συμπέρασμα: ο Hitler δεν μπορεί να δράσει, δεν μπορεί να εκκαθαρίσει τους μολυσματικούς πρωταγωνιστές αυτής της χυδαίας φάρσας, επειδή και ο ίδιος είναι πιασμένος στον ιστό. Όλοι τους έχουν κάτι και για αυτόν.

Αναλογιστείτε το σχόλιο της εβδομαδιαίας βαυαρικής εφημερίδας Die Fanfare για την σχέση του Hitler με τους εκβιασμούς μέσα στο κόμμα του. Το Σεπτέμβριο του 1931 (τρεις μήνες αφού ξέσπασε το σκάνδαλο), σε ένα άρθρο γνώμης που ασχολούνταν με τις φήμες για την διεστραμμένη φύση της σχέσης του Hitler με την Geli Raubal, που ξέσπασαν στον απόηχο της μυστήριας αυτοκτονίας της, η Die Fanfare έγραφε πως «οι ηγέτες των κατώτερων βαθμίδων ξέρουν τόσα πολλά για τον ανώτατο ηγέτη τους που ο Hitler, τρόπος του λέγειν, είναι όμηρος τους και έτσι ανίκανος να παρέμβει και να προχωρήσει σε εκκαθάριση του κόμματος αν τα ηγετικά στελέχη του κόμματος μετέχουν σε σκοτεινά ζητήματα».

Εδώ έχουμε την απόλυτη εικόνα του Hitler του Μονάχου: ο Hitler ως Λαοκόωντας, σφιχτά μπλεγμένου σε περίπλοκες συνωμοσίες εκβιασμών, ανίκανος να απελευθερώσει τον εαυτό του από την ίδια του ανάμειξη σε «σκοτεινές υποθέσεις».

Αφιέρωσα μεγάλη προσοχή στην υφή της συνειδητοποίησης στην οποία ο Hitler ήταν μπλεγμένος επειδή πιστεύω πως υπάρχει κάτι πιο σοβαρό από την κίτρινη σκανδαλοθηρία  στην επίμονη προσοχή των δημοσιογράφων της Münchener Post στην αλληλουχία των σκανδάλων εκβιασμού που ταλάνιζαν το κόμμα του Hitler. Κατέληξα στο ότι ανακάλυψαν μέσα σε αυτά μια καθοριστική αλήθεια για το κόμμα και το κίνημα που δημιούργησε ο Hitler, μια αλήθεια που πήγαζε από κάτι ουσιαστικό για τον ίδιο τον Hitler. Είναι  ο Hitler που βλέπουμε μπλεγμένο στις μικρολεπτομέρειες των διαπραγματεύσεων του εκβιασμού με το μαύρο πρόβατο μεταξύ των ανιψιών του (ΣτΜ: αναφέρεται στον William Patrick Hitler, τον γιό του μεγαλύτερου αδελφού του), το Hitler που βλέπουμε μπλεγμένο σε ίντριγκες και δολοπλοκίες που προέκυψαν από τη σχέση του με την ανιψιά του, Geli Raubal, το Hitler για τον οποίο ο εκβιασμός είχε γίνει κάτι περισσότερο από δεύτερη φύση, μια πτυχή της κύριας φύσης του, η καθοριστική του σχέση με το κόσμο.

Ενώ ο όρος «εκβιασμός» χρησιμοποιείται πιο συχνά σήμερα για να περιγράψει μια απειλή για αποκάλυψη ντροπιαστικών μυστικών, μια απειλή για πρόκληση βλάβης, μέσα από την αποκάλυψη, άυλων ιδιοτήτων όπως η φήμη και η εικόνα, εδώ μιλάω για εκβιασμό στην αυθεντική του, με την πιο ευρεία έννοια του «κάθε όφελος που προέρχεται από εκφοβισμό ή πίεση» (όπως τον ορίζει το λεξικό της Οξφόρδης), που περιλαμβάνει την απειλή φυσικής και οικονομικής βλάβης όπως και της εικόνας. Η ουσία  της εκβιαστικής σχέσης είναι η απειλή βλάβης στο μέλλον για την απόκτηση συμμόρφωσης στο παρόν. Και μια αλήθεια για τον Hitler, την οποία οι δημοσιογράφοι της Münchener Post κατάφεραν να εντοπίσουν πρώτοι μέσα από τα άρθρα τους, ήταν ο τρόπος που αντιλαμβάνονταν τον κόσμο, το τρόπο που ανέβηκε στην εξουσία – το τρόπο με τον οποίο θα χειραγωγούσε ηγέτες και έθνη – με την νοοτροπία και τη μέθοδο, με την κερδισμένη με σκληρή δουλειά εμπειρία, και την κριτική τέχνη του εκβιαστή δολοπλόκου.

Ήταν σημαντική σε κάθε βήμα της της ανόδου του στην εξουσία. Στους τελευταίους, θερμούς μήνες της λυσσαλέας φραξιονιστικής εσωτερικής διαμάχης, του πολέμου στους δρόμους, των πολιτικών δολοφονιών, και των κυνικών συμφωνιών που οδήγησαν στην απόκτηση της θέσης του καγκελαρίου στις 30 Ιανουαρίου 1933, πολλοί (όχι όλοι) ιστορικοί πιστεύουν πως οι εκβιασμοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην επισφράγιση της συμφωνίας. Ιδιαίτερα στην κάμψη της διστακτικότητας του προέδρου του Ράιχ Hindenburg – που περιφρονητικά αποκαλούσε τον Hitler, «εκείνος ο δεκανέας από τη Βοημία» – να διορίσει τον Hitler στην καγκελαρία.

Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν πως μια μυστική συνάντηση μεταξύ του Hitler και του γιου του προέδρου Hindenburg, προσωπικού γραμματέα, και αρμόδιο για ίντριγκες, Oskar von Hindenburg, κατέληξε σε μια σημαντική αλλαγή στην αντίληψη του σεβάσμιου αλλά και όλο και πιο εξασθενημένου ογδοντάρη προέδρου. Πολλοί πίστευαν πως η κρυφή απειλή που κρέμονταν πάνω από τα κεφάλια των Hindeburg ήταν η δύναμη του Ναζιστικού Κόμματος να στηρίξει ή να τελειώσει την κοινοβουλευτική έρευνα  στο σκάνδαλο της «Ανατολικής Βοήθειας»  (κατηγορίες για μεγάλης κλίμακας, διεφθαρμένη κακοδιαχείριση κυβερνητικών επιδοτήσεων για τους αριστοκράτες αλλά χρεοκοπημένους ευγενείς γαιοκτήμονες στην Ανατολική Πρωσία, που ανάμεσα τους περιλάμβαναν, ως δικαιούχους, τους Hindenburg). Φημολογούνταν ευρέως  πως το σκάνδαλο μπορούσε να φτάσει ψηλά μέχρι τον Hindenburg και τους στενότερους συμμάχους του και οικονομικούς προστάτες του μεταξύ των γαιοκτημόνων. Το Ναζιστικό Κόμμα αρχικά είχε στηρίξει την κοινοβουλευτική έρευνα του Ράιχσταγκ για τη διαφθορά – άλλωστε ο Hindenburg ήταν ό βασικός αντίπαλος του Hitler σε ένα σκληρό αγώνα για την προεδρία. Έπειτα όμως από την συνάντηση με τον Oskar von Hindenburg και αφού ο Hitler πήρε την εξουσία με τις ευλογίες του Hindenburg, η έρευνα για την Ανατολική Βοήθεια έκλεισε εντελώς.

Και αργότερα, στις αρχές του 1938, σε μια κρίσιμη στιγμή στην εκστρατεία για την απόκτηση της δυνατότητας από τον Hitler για απόλυτο εσωτερικό έλεγχο της Γερμανίας, μια κρίσιμη στιγμή επίσης στην εκστρατεία για την απόκτηση πλεονεκτήματος στην εξωτερική μάχη για τον έλεγχο του χάρτη της Ευρώπης, δυο χυδαία επεισόδια εκβιασμού έκανα όλη τη διαφορά. Τον Ιανουάριο του 1938, πριν επιβάλλει την Προσάρτηση (Anschluss) της Αυστρίας, πριν κάνει την τελική εκβιαστική κίνηση προς την Τσεχοσλοβακία, και πριν τον εκβιασμό τους Βρετανούς και τους Γάλλους σε παράδοση στις διαπραγματεύσεις ειρήνης στο Μόναχο, ο Hitler χρειάζονταν πρώτα να εδραιώσει τον προσωπικό του έλεγχο στον γερμανικό στρατό, του οποίου οι σχετικά συντηρητικοί αξιωματικοί ήταν απρόθυμοι να στηρίξουν τις απειλές του Hitler το 1936 για ανακατάληψη της Ρηνανίας (τότε η ακινησία του γαλλικού στρατού επέτρεψε την μπλόφα του Hitler να επιτύχει στη μπλόφα του). Το συντηρητικό Γενικό Επιτελείο πείσθηκε πως οι φιλοδοξίες του Hitler για την Αυστρία και την Τσεχοσλοβακία θα ξεκινούσαν ένα πόλεμο που δεν μπορούσαν να κερδίσουν. Συγκεκριμένα, η αντίσταση των δυο ανώτερων διοικητών του γερμανικού στρατού, οι στρατηγοί Blomberg και Fritsch, έκαναν τον Hitler να αισθάνεται αγανάκτηση, γιατί δίχως την πειστική απειλή ή μπλόφα στρατιωτικής εισβολής , δεν μπορούσε να κάνει τον εκβιασμό του να σταθεί ακόμη και με πολιτικούς που πίστευαν στην ειρήνη με κάθε κόστος.

Ο Hitler και οι υποτακτικοί του είχαν μια αρχετυπική χιτλερική λύση στο πρόβλημα: σεξουαλικό εκβιασμό. Δυο σοκαριστικές, διαδοχικές εκβιαστικές δολοπλοκίες που προφανώς σχεδιάστηκαν για λογαριασμό του Hitler από τον Reinhard Heydrich. Πρώτα, πορνογραφικές φωτογραφίες της νέας νεαρής συζύγου του στρατηγού Blomberg που έδειχναν το πρόσφατο παρελθόν της στον σεξουαλικό υπόκοσμο, ανασύρθηκαν και παρουσιάστηκαν στον Blomberg. Παραιτήθηκε για να μην έρθει αντιμέτωπος με σκάνδαλο. Και στη συνέχεια ένας άνδρας ομοφυλόφιλος συνοδός γνωστός ως ο «Βαυαρός Joe» εμφανίστηκε για να κάνει κρυφές καταγγελίες στις στρατιωτικές αρχές πως είχε δει τον στρατηγό Fritsch, τον δεύτερο πιο υψηλόβαθμο αξιωματικό στο στρατό, να πληρώνει για τις υπηρεσίες εκδιδόμενων αγοριών στα καταγώγια του Βερολίνου. Αν και αυτή η κατηγορία (αντίθετα από τις φωτογραφίες της συζύγου του στρατηγού Blomberg) φαίνονταν κατασκευασμένη από την εμφάνιση της. Ο στρατηγός Fritsch, είτε από το φόβο ενός σκανδάλου ή από κάτι πραγματικό που είχε να κρύψει, παραιτήθηκε αμέσως και εκείνος. Αφήνοντας τον Hitler ελεύθερο να διορίσει τις μαριονέτες του, στρατηγούς Brauchitsch και Reichenau να αντικαθιστώντας τους και να προχωρήσει με τον επιτυχημένο εκβιασμό της Αυστρίας και της Τσεχοσλοβακίας και την αρπαγή τους από τους Σύμμαχους προστάτες του δίχως να χρειαστεί να ρίξει ούτε ένα πυροβολισμό.

Θα μπορούσε να πει κάποιος πως ο εκβιασμός ήταν σημαντικός για τον έλεγχο του αιχμάλωτου εβραϊκού πληθυσμού κατά τη περίοδο μεταξύ 1933 και την εισβολή στη Πολωνία το 1939. Τους πρώτους μήνες μετά την κατάληψη της εξουσίας τον Ιανουάριο του 1933, όταν τα αντισημιτικά ξεσπάσματα και μποϋκοτάζ από την SA, οδήγησε μερικές ομάδες στη παγκόσμια Εβραϊκή κοινότητα να πιέσουν  για ένα παγκόσμιο μποϋκοτάζ των γερμανικών αγαθών. Ο Hitler κατάφερε επιδέξια να υπονομεύσει την ενότητα και την δύναμη της εξωτερικής απειλής με το να απειλήσει με την αύξηση της βαρβαρότητας της εσωτερικής καταστολής των Εβραίων αν οι Γερμανοί Εβραίοι δεν προσπαθούσαν να πείσουν τους ομοεθνείς τους στο εξωτερικό να σταματήσουν το μποϋκοτάζ. Απείλησε, με άλλα λόγια, να κρατήσει τους «δικούς του» Εβραίους όμηρους για να ελέγξει τη συμπεριφορά των ξένων Εβραίων, ουσιαστικά εκβιάζοντας και τους δυο σε σχετική παράλυση. Και εκβίασε εκείνα τα ελάχιστα μη εβραϊκά έθνη και πολιτικούς που μίλησαν ανοιχτά εναντίον του σφιξίματος της θηλιάς στο λαιμό των Γερμανών Εβραίων απειλώντας τους πως θα τους απελάσει όλους και θα τους αφήσει στη πόρτα των εθνών των οποίων πολιτικοί και κάτοικοι ήταν απλά (στο ελάχιστο) πρόθυμοι να δείξουν κάποιο ενδιαφέρον από ασφαλή απόσταση – και φυσικά που δεν ήταν έτοιμοι να τους καλωσορίσουν ως πρόσφυγες.

Ίσως έπρεπε να σημειώσω πως δεν ισχυρίζομαι πως οι εκβιασμοί και οι πλαστογραφίες είναι τα χειρότερα εγκλήματα του Hitler, πως συγκρίνονται με τους κατά συρροή πολιτικούς φόνους που το κόμμα του πραγματοποίησε στο Μόναχο και αλλού στην Γερμανία της Βαϊμάρης ή την μαζική εξόντωση που θα πραγματοποιούσε μετά το 1939. Μάλλον, πως ήταν κατά κάποιο τρόπο χαρακτηριστικά εγκλήματα, γνωρίσματα κάτι που είναι ουσιώδες για το ψυχισμό του Hitler, που δείχνει κάποιες από τις αλήθειες για το μυαλό και τη μέθοδό του. Και πέρα από αυτό, έχω την αίσθηση πως με την εστίαση τους σε αυτά τα συγκεκριμένα εγκλήματα οι δημοσιογράφοι της Δηλητηριώδους Κουζίνας αντιλαμβάνονταν πως ο εκβιασμός και η πλαστογραφία ήταν ουσιαστικά βοηθητικά εγκλήματα, αυτά που έκαναν τα μεγαλύτερα εγκλήματα δυνατά.

Νομίζω πως αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην εμονική τους ενασχόληση με την παραχάραξη – την παραχάραξη όχι τόσο του νομίσματος αλλά της ιστορίας, του παρελθόντος – ενάντια στους «πολιτικούς παραχαράκτες», όπως αποκαλούσαν διστακτικά τον Hitler και το κόμμα του. Ήταν κάτι που άρχισα να αντιλαμβάνομαι καλύτερα, αυτή την εμμονή με την παραχάραξη, αφού πέρασα μερικές επώδυνες μέρες κοιτώντας μικροφίλμ από τις τελευταίες εννιά εβδομάδες της ζωής της Münchener Post και βιώνοντας μαζί με τους δημοσιογράφους της Δηλητηριώδους Κουζίνας, μέρα με τη μέρα, εκείνες τις άρρωστες τελευταίες εβδομάδες που άρχισαν με το Hitler να μοιάζει με πολιτικό που παράκμαζε (που ακόμη υπέφερε από την εκλογική αποτυχία του Νοεμβρίου). Μέχρι την τελευταία εβδομάδα – πραγματικά, την τελευταία μέρα – του Ιανουαρίου, όταν μια σκευωρία μεταξύ διεφθαρμένων και ηλίθιων δεξιών πολιτικών ηγετών, διάσπασης της αριστεράς, και ελιγμούς αμοραλιστών δολοπλόκων όπως ο Franz von Papen με την συγκατάθεση των Hindenburg έφερε ξαφνικά και απρόσμενα τον Hitler στην εξουσία. Πέρασα τις απελπισμένες τελευταίες πέντε εβδομάδες μετά την άνοδο του Hitler στην εξουσία όταν η Post  συνέχισε να πολεμά απελπισμένα ενάντια στο επερχόμενο σκοτάδι, μέχρι τις 9 Μαρτίου, όταν οι Ναζί απαγόρεψαν τις τελευταίες αντιπολιτευτικές εφημερίδες που εκδίδονταν ακόμη, και έδωσαν τα γραφεία της Münchener Post  στα SA για να τα λεηλατήσουν και καταστρέψουν.

Ήθελα, μάλλον άστοχα, να προσπαθήσω να συλλάβω πως ήταν η εμπειρία αυτών των τελευταίων εβδομάδων μέσα από τα μάτια εκείνων των τραγικών αυτοπτών μαρτύρων. Λέω άστοχα γιατί παρά την μικρή ή μεγάλη απόσταση, μέσα από την εικόνα του μικροφίλμ, ήταν εφιαλτική εμπειρία να υποφέρω με τους ηρωικούς αρθρογράφους της Post την σοκαριστική, συντριπτική συνειδητοποίηση πως παρά τις μεγάλες προσπάθειες τους, οι θυσίες τους, τα χρόνια του αγώνα εναντίον του Hitler, την σάτιρα, τις αποκαλύψεις, τα εγκλήματα, τους θανάτους που του απέδωσαν, ο Hitler είχε κερδίσει – και όλα όσα απειλούσε θα γίνονταν σύντομα τρομακτική αλήθεια.

Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κάποιος στις εφημερίδες από τις πρώτες δυο εβδομάδες του Ιανουαρίου του 1933 είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ρυθμός των πολιτικών φόνων αυξάνονται με δραματικό τρόπο. Κάτω το πηχυαίο τίτλο που εξέπεμπε την αισιοδοξία της νέας χρονιάς στο τεύχος της 3ης Ιανουαρίου – «Είναι το καθήκον μας να νικήσουμε το Hitler τη νέα χρονιά» – οι εσωτερικές σελίδες της εφημερίδας καταγράφουν το ζοφερό και αυξανόμενο κόστος: «Λιντσάρισμα στη Βουλή» (για τη δολοφονία ενός σοσιαλιστή βοηθού στο Ράιχσταγκ), «Αστυνομία και Λιντσαρίσματα» (για την επιεική αντιμετώπιση των δολοφόνων των ναζιστικών αποσπασμάτων θανάτου), «Λιντσάρισμα στην Φρανκφούρτη», «Λιντσάρισμα στη Θουριγγία», και η λίστα συνεχίζεται, και για να καταγράψουν την έκτασή του εγκαινίασαν ένα εβδομαδιαίο «απολογισμό πολιτικών δολοφονιών».

Αυτοί οι φόνοι – πολιτικές εκτελέσεις στη πραγματικότητα – έγιναν πολύ συχνά, πολύ γρήγοροι, πολύ απαίσιοι για να τους περιγράψει με λεπτομέρεια η Post. Αντίθετα, μου έκανε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο επέλεξαν να εστιάσουν στη συνεχιζόμενη καταγραφή ενός μοναδικού φόνου ιδιαίτερα, για να τονίσουν τις λεηλασίες των ταγμάτων εφόδου που είχαν αποφασίσει να αποκαλούν, με κατανοητή επιμονή, «τα φονικά κτήνη του Hitler».

Παραξενεύτηκα στην αρχή γιατί επέλεξαν  αυτή την υπόθεση, την υπόθεση Hentze, για έντονη κάλυψη· ήταν ανωμαλία υπό την έννοια πως το θύμα δεν ήταν αντιχιτλερικός ακτιβιστής, όπως ήταν τόσοι πολλοί από το καθημερινό απολογισμό θυμάτων των λιντσαρισμάτων, αλλά αντίθετα ένας έφηβος νεοσύλλεκτος των SA με το όνομα Herbert Hentsch που δολοφονήθηκε από μπράβους των SA για κάποια υποτιθέμενη παρέκκλιση από την κομματική πειθαρχία – δολοφονήθηκε, έγραφε η Post, από εκτελεστές που «φώναζαν ‘Heil Hitler’» καθώς τον χτυπούσαν μέχρι θανάτου.

«Τι Πήγες Και Έκανες Hitler ήταν η επικεφαλίδα για ένα ακόλουθο ρεπορτάζ για το φόνο του Hentsch, το θρηνητικό ερώτημα της επικεφαλίδας προέρχονταν από τη θλιμμένη μητέρα του δολοφονημένου παιδιού.

Τι πήγες και έκανες Hitler: ενσωματωμένο σε αυτό το ερώτημα είναι, πιστεύω, ο ευρύτερος λόγος για την έντονη εστίαση σε αυτή τη συγκεκριμένη υπόθεση. Ο αφελής νέος που παρασύρθηκε από τη προπαγάνδα του Hitler ώστε να γίνει οπαδός του και στη συνέχεια ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τα «δολοφονικά κτήνη» με τα οποία συντάχθηκε – είναι ένα υποκατάστατο, ο νεαρός Hentsch, για ολόκληρη τη Γερμανία, για όλους τους Γερμανούς που πίστεψαν το ψέμα του Hitler, και ένα είδος προάγγελο της καταστροφής που θα υποφέρουν η Γερμανία και οι Γερμανοί επειδή γοητεύτηκαν από και απελευθέρωσαν το μεγαλύτερο δολοφονικό κτήνος, τον ίδιο τον Hitler.

Στο μεταξύ, με κάθε εβδομάδα που περνά, ο αριθμός των φόνων συνεχίζει να κάνει τρομακτικά άλματα, οι αναφορές μεμονωμένων λιντσαρισμάτων δίνουν τη θέση τους σε αυξανόμενο αριθμό πολλαπλών φόνων ή «λουτρών αίματος». 23 Ιανουαρίου: «Λουτρό αίματος στη Δρέσδη». 26 Ιανουαρίου: «!9 Νεκροί από Πυροβολισμούς σε Τρομερό Πολιτικό Λουτρό Αίματος». Οι συστηματικές εκτελέσεις κλιμακώνονται σε μαζικές δολοφονίες όσο ο Hitler έρχεται πιο κοντά στην εξουσία. Ο Hitler παίρνει την εξουσία και οι σοσιαλιστικές εφημερίδες του Βερολίνου αντιμετωπίζουν προσωρινή απαγόρευση. Η Münchener Post  όμως με γενναιότητα, με θράσος συνεχίζει. Συχνά ξεχνιέται, αυτό το παράδοξο γεμάτο τρόμο ιντερλούδιο μεταξύ της ανόδου του Hitler στην εξουσία στις 30 Ιανουαρίου και την φωτιά του Ράιχσταγκ στις 27 Φεβρουαρίου και οι εσπευσμένες πρόωρες εκλογές στις αρχές του Μαρτίου του έδωσαν την αδιαμφησβήτητη εξουσία ενός führer για να απαγορέψει την αντιπολίτευση και τον αντιπολιτευτικό τύπο εντελώς. Αυτές οι τελευταίες εβδομάδες όταν κυβερνούσε ο Hitler αλλά εκδίδονταν ακόμη ο αντιπολιτευτικός τύπος έδωσε στο κόσμο μια εικόνα του τι επιφυλάσσονταν για την Γερμανία, για ολόκληρη την Ευρώπη.

Μια εβδομάδα εξουσίας του Hitler, ο εβδομαδιαίος απολογισμός πολιτικών δολοφονιών της Münchener Post: δεκαοχτώ νεκροί, τριάντα τέσσερις βαριά τραυματισμένοι σε επιθέσεις των αποσπασμάτων θανάτου. 9 Φεβρουαρίου: «Τα Χέρια του Ναζιστικού Κόμματος Στάζουν Αίμα». 10 Φεβρουαρίου: «Η Γερμανία Υπό το Καθεστώς του Hitler: Πολιτικές Δολοφονίες και Τρόμος». Καθώς οι φονικές μέρες περνούσαν, η ρητορική γίνονταν πιο έντονη, πιο βυθισμένη στο τρόμο: «Η Αιματοβαμμένη Ενοχή του Ναζιστικού Κόμματος», «Η Γερμανία Σήμερα: Ούτε Μέρα Δίχως Θάνατο», «Βάρβαρος Τρόμος στους Δρόμους του Μονάχου», «Εγκληματίες και Φονιάδες στην Εξουσία». «Άνθρωποι Αφήνονται να Εκφοβιστούν», «Αιματηρές Υποθέσεις την Κυριακή».

Τα πρωτοσέλιδα, οι φόνοι, δημιούργησαν ένα σχεδόν αφόρητο κρεσέντο μέχρι που ξαφνικά κάτι παράξενο συνέβη σε τρία φύλλα ξεκινώντας από τις 13 Φεβρουαρίου. Ξαφνικά, οι φόνοι δεν βρίσκονται πια στο πρωτοσέλιδο, το χρονικό του απελπισμένου αγώνα των κατεσταλμένων αντιπολιτευτικών κομμάτων στο Ράιχσταγκ υποβαθμίζεται, και η Münchener Post  αφιερώνει τις σελίδες της σε αυτό που μοιάζει αρχικά ως η δονκιχωτική αν όχι άκαιρη βουτιά στο παρελθόν με ένα τεράστιο κομμάτι σε τρεις συνέχειες με τίτλο ΟΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ: ΤΙ ΔΕΝ ΛΕΕΙ Ο HITLER ΣΤΟΥΣ ΑΚΡΟΑΤΕΣ ΤΟΥ.

Στην επιφάνεια του ήταν, ένα απίστευτα λεπτομερές μάθημα ιστορίας, μια απάντηση στους επανειλημμένους εκδικητικούς κομπασμούς του πλέον Καγκελάριου Hitler, πως είχε έρθει στην εξουσία για να επανορθώσει την προδοσία της Γερμανίας από τους «Εγκληματίες του Νοέμβρη», τους πολιτικούς που υπέγραψαν την ανακωχή/παράδοση το Νοέμβρη του 1918. Το κείμενο ήταν πράγματι ένα λεπτομερές, βαθύ, διδακτικό μάθημα ιστορίας, αλλά ήταν κάτι περισσότερο από αυτό: Ήταν μια γενικευμένη μετωπική επίθεση σε αυτό που ήταν ο πρώτος, και κατά κάποιο τρόπο η πιο διαβολική περίπτωση ναζιστικού ιστορικού αναθεωρητισμού: ο μύθος της πισώπλατης μαχαιριάς.

Φυσικά, ο μύθος ήταν ψέματα· οι γερμανικοί στρατοί κατέρρεαν το Νοέμβριο του 1918, τα σύνορα της Γερμανίας ήταν έτοιμα να καταληφθούν, οι στρατηγοί που αργότερα ισχυρίστηκαν πως ήταν στο χείλος της νίκης πριν μαχαιρωθούν πισώπλατα ανυπομονούσαν να τους σώσουν από την συντριβή οι πολιτικοί, να κάνουν κάποια συμφωνία που θα τους επέτρεπε να επιτρέψουν πίσω μπροστά από τους στρατιωτες τους αντί να τρέχουν πίσω τους. οι Γερμανοί ανάγκασαν τους πολιτικούς να κάνουν την συμφωνία για να σώσουν το κύρος τους για τους ίδιους, και μετά γύρισαν και μαχαίρωσαν πισώπλατα τους πολιτικούς με το να λένε πως προδόθηκαν.

Ήταν προφανώς ψέμα, αλλά ήταν το ψέμα που έφερε τον Hitler στην εξουσία. Κάτι περισσότερο από αυτό· δεν ήταν απλά ένα ψέμα που εκμεταλλεύτηκε ο Hitler, ήταν ένα ψέμα  που με κάποιο πολύ ιδιαίτερο δημιούργησε τον Hitler, τον έκανε αυτό που ήταν. Τον Νοέμβριο του 1918, όπως θυμάστε, ήταν στο στρατιωτικό νοσοκομείο στο Πάσεβαλκ, όπου ο Hitler βίωσε ένα είδος μεταμορφωτικού οράματος ή παραίσθησης. Ήταν μια στιγμή που του άλλαξε τη ζωή, μια μεταμόρφωση που του προκάλεσε η είδηση της παράδοσης του γερμανικού στρατού – μια παράδοση που, κάνει ξεκάθαρο στην δική του αφήγηση της στιγμής στο Ο Αγών Μου και αλλού, συνοδεύονταν από την αηδιαστική αίσθηση πως η παράδοση το Νοέμβριο ήταν μια προδοσία, ένα ξεπούλημα, μια πισώπλατη μαχαιριά. Εκείνη τη στιγμή απόλυτης κατάρρευσης (προσωπικής και εθνικής), απόλυτης απόγνωσης, και στα οραματικά (ή παραισθησιακά) καλέσματα, ο Hitler συνέλαβε την αποστολή και το μύθο που θα τον έφερνε στην εξουσία δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Και έτσι για τους δημοσιογράφους της Münchener Post,  τους πνευματικούς διάδοχους των σοσιαλιστών Εγκληματιών του Νοέμβρη, ο μύθος της πισώπλατης μαχαιριάς δεν ήταν απλά μια αναθεωρητική διαστρέβλωση, μια ιστορική σκευωρία, ήταν το ψέμα που έκανε τον Hitler, Hitler. Και ψέμα για αυτούς τους ίδιους.

Πιστεύω ήταν μια οξεία αίσθηση της σπουδαιότητας αυτού του ψέματος για την τραγωδία που εξελίσσονταν τριγύρω τους στις εβδομάδες που ακολούθησαν την ανάληψη της θέσης του καγκελάριου από τον Hitler, που οδήγησαν την Δηλητηριώδη Κουζίνα να εγκαταλείψει για τρία ολόκληρα φύλλα την ημερήσια καταγραφή του τρόμου, για να επιστρέψουν στο 1918, σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί η πρωταρχική σκηνή του εγκλήματος, το ψέμα της αυτοδημιουργίας του Hitler. Είναι ένα ψέμα που πολεμούσαν από την αρχή, για το οποίο έκαναν πραγματικό πόλεμο το 1924. Η αίσθηση μου για την απελπισμένη σημασία που έδωσαν στην επανάληψη της μάχης γύρω από το ψέμα για τη μαχαιριά στη πλάτη τον Φεβρουάριο του 1933 μεγάλωσε χάρη στην ανακάλυψη που έκανα, αρκετές μέρες νωρίτερα, στα υπόγεια του Ιδρύματος για τη Σύγχρονη Ιστορία (Institut für Zeitgeschichte), το γερμανικό αρχείο για την διατήρηση της ιστορικής μνήμης της ναζιστικής περιόδου: τα πρακτικά της επικής δίκης της «Απάτης της Πισώπλατης Μαχαιριάς» το 1924, μια ανακάλυψη που έκανε δυνατή την αβέβαιη ταύτιση της σκληρής, παθιασμένης φωνής πίσω από την ανυπόγραφη σειρά τγια τους Εγκληματίες του Νοέμβρη, τον Φεβρουάριο του 1933.

Τα τελευταία χρόνια πριν την κατάληψη της εξουσίας από το Hitler, καθώς ο αριθμός των νεκρών της πολιτικής αντιπολίτευσης αυξάνονταν, οι περισσότερες ιστορίες της Münchener Post δημοσιεύονταν δίχως υπογραφές, για να κάνουν την ευθύνη συλλογική και να προστατέψουν μεμονωμένους δημοσιογράφους από την στοχοποίηση για αντίποινα από τα αποσπάσματα θανάτου. Τα άρθρα του Φεβρουαρίου για τους «Εγκληματίες του Νοέμβρη» ήταν και αυτά ανυπόγραφα επίσης, αλλά νομίζω πως αναγνώρισα την ιδιαίτερη, εξοργισμένη, και λόγια γλώσσα του συντάκτη από τα πρακτικά της δίκης για την Πισώπλατη Μαχαιριά, την πρώτη σκληρή μάχη που η Δηλητηριώδης Κουζίνα έδωσε ενάντια στο χαρακτηριστικό ψέμα του Hitler.

Ήταν ένας πόλεμος που προκλήθηκε εσκεμμένα, σχεδόν παράτολμα, όταν ένας δεξιός συγγραφέας φυλλαδίων με το όνομα Nikolaus Cossman εξέδωσε μια αναθεωρητική ανάλυση των γεγονότων του Νοέμβρη του 1918, μια προσπάθεια να δώσει στο μύθο της πισώπλατης μαχαιριάς ένα φύλο συκής με τη μορφή ακαδημαϊκής εγκυρότητας. Ο Cossman είχε δημιουργήσει μια δηλητηριώδη θεωρία συνωμοσίας κατηγορώντας κάποιους από τους πολιτικούς που υπέγραψαν την ανακωχή του Νοέμβρη ότι πληρώνονταν από την γαλλική μυστική υπηρεσία, αφήνοντας να εννοηθεί πως πληρώθηκαν για να γίνουν προδότες.

Η Münchener Post απάντησε με μια ισοπεδωτική επίθεση στην έρευνα αλλά και στον ίδιο τον Cossman με ένα τρόπο τόσο άγριο και προσωπικό που έμοιαζε προσχεδιασμένος ώστε να προκαλέσει μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση. Η επίθεση είχε συνταχθεί από τον πολιτικό συντάκτη της Post, Martin Gruber, που αποκάλεσε τον Cossman «πολιτικό δηλητηριαστή», ένα ιδιαίτερα φορτισμένο επίθετο με το οποίο η Post έστρεφε την αφήγηση της «δηλητηρίασης του πηγαδιού» των Ναζί εναντίον τους. Ενώ γκρέμιζε κοροϊδευτικά την έρευνα του Cossman, ο Gruber επέμενε πως ο Cossman δεν ήταν απλά παραπλανημένος: «Αν ήταν απλά ανόητος, τα γραπτά του θα αρκούσαν για να τον γελοιοποιήσουν, αλλά είναι χειρότερος από ηλίθιος», ήταν διαβολικός, και με πολύ συγκεκριμένο τρόπο – ως «παραχαράκτης της ιστορίας». Ο Gruber προχώρησε πιο πέρα από το να χαρακτηρίσει τον Cossman παραχαράκτη, τον συνέδεσε με μια από τις πιο διαβολικές και καταστροφικές πλαστογραφίες  που κατασκευάστηκαν ποτέ: Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, τα πλαστά πρακτικά μιας συνάντησης μυστικής παγκόσμιας εβραϊκής σκευωρίας (κατασκευασμένη από την τσαρική μυστική αστυνομία) που ήταν η βίβλος του αντισημιτισμού από το 1905. Ένα πλαστογραφημένο έγγραφο που κατάφερε να έχει παγκόσμια διανομή χάρη στην διάδοση τους από τον Henry Ford.  Ο Παγκόσμιος Εβραίος, ήταν μια πλαστογραφία που σημάδεψε ανεξίτηλα την αντίληψη του ίδιου του Hitler για τους Εβραίους. Μια πλαστογραφία που ένας ιστορικός αποκάλεσε «εγγύηση για γενοκτονία», που άνοιξε το δρόμο για την ανάδειξη του Hitler και της μαζικής εξόντωσης που ακολούθησε.

Αν τα Πρωτόκολλα  ήταν η εγγύηση για γενοκτονία, το ψέμα για την πισώπλατη μαχαιριά ήταν η τοπική δικαιολόγηση στη Γερμανία: οι Εβραίοι και τα εβραϊκά οικονομικά συμφέροντα ήταν πίσω από τη μαχαιριά στην χιτλερική εκδοχή του μύθου. Ήδη από το 1924, η ρητορική του Gruber εναντίον της παραχάραξης του Cossman, μοιάζει να υποκινείται από μια επίγνωση των απαίσιων μελλοντικών επιπτώσεων της παραχάραξης της ιστορίας. Επιτίθεται εναντίον του Cossman ως «εκφυλισμένου ακαδημαϊκού απατεώνα, που πουλάει πλαστά κατασκευάσματα», ένας παραχαράκτης της ιστορίας που «πρέπει, όχι να κρεμαστεί, αλλά να κλειστεί σε άσυλο για παράφρονες». Μέρος της προσωπικής επίθεσης στον Gruber είναι ξεκάθαρα σχεδιασμένη για να αναγκάσει τον Cossman να κάνει μήνυση για λίβελο και να δώσει στον Gruber ένα δημόσιο δικαστικό βήμα για να πολεμήσει την απάτη της πισώπλατης μαχαιριάς. Η έμφαση όμως στην πλαστογραφία και την παραχάραξη, για τη σύνδεση με τα Πρωτόκολλα, που επαναλαμβάνονταν στην παθιασμένη ομιλία του Gruber στο δικαστήριο κατά τη δίκη, προέρχεται από μια σοβαρή πολιτική ανάλυση των επικίνδυνων συνεπειών του να επιτραπεί η παραχάραξη της ιστορίας για την δικαιολόγηση του φόνου.

Η δίκη για συκοφαντική δυσφήμιση για λίγο είχε συνεπάρει το κοινό σε εθνικό επίπεδο το 1924, αν και πλέον έχει σχεδόν ξεχαστεί. Περνώντας τις 2500 σελίδες των πρακτικών της δίκης σε μικροφίλμ, κατάφερα να εντοπίσω την τελική αγόρευση του Martin Gruber στο δικαστήριο, μια μακρά, εύγλωττη, καυστική και συναισθηματική έκκληση που έδειχνε πως ήταν ένας άνθρωπος που είχε εμμονή, που είχε σχεδόν τρελαθεί από την μάχη του με την Λερναία Ύδρα του ψέματος που αντιμετώπιζε. Ως την τελευταία στιγμή της δίκης, προσπαθούσε απεγνωσμένα να παρουσιάσει νέες αποδείξεις, απομνημονεύματα και ημερολόγια νεκρών στρατηγών που είχε ανακαλύψει, για να καταρρίψει τα ψεύδη και τις πλαστογραφίες για του Εγκληματίες του Νοέμβρη. Πρακτικά έπρεπε να τον σύρουν έξω από την αίθουσα, φωνάζοντας και κλοτσώντας, πριν σταματήσει, πριν πάψει την ουσιαστικά απεγνωσμένη του προσπάθεια να γυρίσει πίσω την παλίρροια της πλαστογράφησης της ιστορίας. Κέρδισε την υπόθεση στις αποδείξεις, αλλά έχασε στην απόφαση των δεξιών εθνικιστών που βρίσκονταν στην έδρα ως δικαστές. (Ακόμη και αυτοί όμως επέβαλαν ένα ασήμαντο πρόστιμο συν τα δικαστικά έξοδα). Τίποτα όμως δεν κατόρθωσε να τον φιμώσει για το θέμα αυτό.

Και με έχοντας μια τελευταία ευκαιρία το 1933, καθώς τελείωνε ο χρόνος, ακόμη και όταν είχε τελειώσει, να καταφέρει ένα τελευταίο χτύπημα εναντίον του Hitler, ο Gruber, τότε αρχισυντάκτης της Post, παραμέρισε κάθε άλλη κάλυψη για να στραφεί κατά της πλαστής σκευωρίας που πλέον είχε πάρει τη θέση της ως επίσημη κρατική αλήθεια του νέου Τρίτου Ράιχ. Ο Gruber επιτέθηκε στον Hitler προσωπικά αυτή τη φορά, ως «πολιτικό παραχαράκτη», ένα πλαστογράφο του παρελθόντος, ένα δολοφόνο της ιστορικής αλήθειας.

Αισθάνομαι βαθιά ταραχή από το καταδικασμένο πάθος του Martin Gruber, τη φωνή της Δηλητηριασμένης Κουζίνας, κάνοντας μια τελευταία απελπισμένη έκκληση ενάντια στον δηλητηριαστή της ιστορίας. Και έπιασα τον εαυτό μου  να σκέφτομαι πιο βαθιά για το πόσο στενά συνδεδεμένη ήταν η πλαστογραφία ως καθοριστικό στοιχείο του νου και της μεθόδου του Hitler.

Μου θύμισε τη δυστυχώς αγνοημένη άποψη για την προέλευση της ανόδου του Hitler με την οποία ένας άλλος δημοσιογράφος από το Μόναχο, ο Konrad Heiden άνοιξε την σημαντική, αλλά δυστυχώς εκτός κυκλοφορίας του 1944, βιογραφία του Hitler που έγραψε με τίτλο Der Führer. Ήταν μια άποψη που έμοιαζε, την πρώτη φορά που τη διάβασα, λίγο υπερβολική και μελοδραματικά γραμμένη, αλλά μια άποψη που η εστίαση της Münchener Post πάνω στη παραχάραξη με έκανε να ξανασκεφτώ: μια εντελώς απροσδόκητη εικόνα της σχέσης μεταξύ του Adolf Hitler και το πιο μοχθηρό πλαστογράφημα του αιώνα, Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών.

Ο Heiden παρακολουθούσε τον Hitler και το χιτλερικό κόμμα από το 1921, όταν άρχισε να πηγαίνει στις συγκεντρώσεις τους για να κάνει ρεπορτάζ για λογαριασμό μιας φοιτητικής σοσιαλιστικής εφημερίδας και στη συνέχεια για την Frankfurter Zeitung. Ήταν τόσο οικείος στο κόμμα του Hitler, που λέγεται πως ο ίδιος ο Hitler δεν ξεκινούσε μια ομιλία του αν δεν έβλεπε πρώτα τον Heiden εκεί για να την καταγράψει και να κάνει ρεπορτάζ, ανεξάρτητα πόσο εχθρική κάλυψη μπορεί να έκανε. Καθώς περνούσε ο καιρός, υπήρχε λιγότερη ευθυμία και οικειότητα στη σχέση, και με απειλές θανάτου να τον ακολουθούν ο Heiden αναγκάστηκε να δραπετεύσει πέρα από τα γαλλικά σύνορα αφού πήρε την εξουσία το 1933.

Αυτό που μου έκανε πάντοτε εντύπωση διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας την βιογραφία του Hitler που έγραψε στην εξορία ο Heiden ήταν η το μελοδραματικό εισαγωγικό κομμάτι, μια δραματική αναπαράσταση της στιγμής που το 1917, ο Heiden φαντάζεται ένα σκοτεινό εκπρόσωπο της τσαρικής μυστικής αστυνομίας, της Οχράνα, την κακόβουλη υπηρεσία που δημιούργησε τη πλαστογραφία που έμεινε γνωστή ως τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, να δίνει κρυφά ένα αντίτυπο του παραπλανητικού εγγράφου σε ένα φοιτητή στη Μόσχα, με το όνομα Alfred Rosenberg. Ο Heiden βλέπει τον Rosenberg να το φέρνει στο Μόναχο όταν ξέφυγε από την Μπολσεβίκικη Επανάσταση, φέρνοντάς το στη προσοχή του Hitler για αυτό μέσα από το κύκλο των Γερμανών μυστικών αντισημιτών και των Ρώσων εμιγκρέδων που μισούσαν τον «Εβραϊκό Μπολσεβικισμό» που έγινε ο πυρήνας, η πηγή των πόρων για το χιτλερικό κόμμα και της συνωμοσιολογικής άποψης του Hitler για την Διεθνή Εβραϊκή Μπολσεβίκικη απειλή. Για τον Heiden, ο Hitler ήταν πάνω από όλα ο υπηρέτης, ένα κατασκεύασμα των παραχαρακτών που δημιούργησαν τα Πρωτόκολλα. Ο Heiden όμως πίστευε πως η σχέση του Hitler με το την σκευωρία της πλαστογραφίας αυτής πήγαινε πολύ πέρα από αυτό.

Ο Heiden  δεν είναι ο μόνος που τονίζει την σπουδαιότητα των Πρωτοκόλλων για το όραμα του Hitler και του χιτλερικού κόμματος, αλλά είναι ο μόνος που προχωρά στο να προτείνει μια ανησυχητική και διαβολική σχέση μεταξύ του Hitler και αυτής της παραχαραγμένης ιστορίας – μια που κανένας άλλος, από όσο είμαι σε θέση να ξέρω  δεν έχει φανταστεί. Και όμως είναι μια θέση που αξίζει να σωθεί από τη λήθη για τον παράδοξο και μεταφορικό τρόπο που φωτίζει μια αλήθεια για τον Hitler: τον Hitler ως προϊόν, μια εικονική κατασκευή μια πλαστής ιστορίας, και της ιστορίας ως δημιουργία αυτής της πλαστογραφίας.

Ο Heiden μας υπενθυμίζει πως τα Πρωτόκολλα δεν φαντάζονταν απλά μια παγκόσμια εβραϊκή συνωμοσία. Πρακτικά παρουσιάζονταν ως πραγματικό τακτικό και στρατηγικό εγχειρίδιο για μια τέτοια συνωμοσία: πως να υπονομεύσεις παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες: πως να χειραγωγήσεις την κοινή γνώμη και τα μέσα , και ούτω καθ’ εξής, όλοι αυτοί οι υποτιθέμενες εβραϊκές τεχνικές πάρθηκαν από τους πλαστογράφους της Οχράνα, που έφτιαξαν τα Πρωτόκολλα, από μια σάτιρα του 1864 για τις μακιαβελικές μεθόδους του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα του 3ου της Γαλλίας.

Η εντυπωσιακή υπόθεση του Heiden, που αξίζει προσοχή λόγω της στενής επαφής του με το χιτλερικό κόμμα από την αρχή της ανόδου του Führer, ήταν πως το μυστικό αυτής της ανόδου βρίσκονταν στη προσαρμογή από πλευράς Hitler των εκσυγχρονισμένων μακιαβελικών τακτικών που αποδίδονται στον ορκισμένο του εχθρό, τους Σοφούς της Σιών, και χρησιμοποιώντας τες για δικό του όφελος  στην χειραγώγηση του τύπου, την υπονόμευση των θεσμών του κράτους, και στη δημιουργία της δικής του πετυχημένης σκευωρίας για να κυβερνήσει το κόσμο. Ο Heiden λέει πως ο Hitler δεν υιοθέτησε απλά την δήθεν εβραϊκή σκευωρία ως το όραμα του για το κόσμο, υιοθέτησε τις τακτικές που αποδίδονταν ψευδώς στους Εβραίους από τους τσαρικούς πλαστογράφους ως δικές του – και τις χρησιμοποίησε με αξιοσημείωτη επιτυχία. Μια επιτυχία που έκανε τον ίδιο τον Hitler ένα είδος προϊόντος μιας πλαστογραφίας.

Ήταν ένα επιχείρημα που μου προκάλεσε το ενδιαφέρον αλλά και σκεπτικισμό μέχρι που ανακάλυψα πόσο εμονικά συνδεδεμένη ήταν η εικόνα του Hitler που είχαν οι δημοσιογράφοι Münchener Post με την παραχάραξη της ιστορίας, με την παραχάραξη ως μια βασική πτυχή του χαρακτήρα του Hitler.

Και αν κάποιος εξετάσει τη συμπεριφορά του Hitler αφού απέκτησε την εξουσία, κάποιος μπορεί να συνειδητοποιήσει πως δεν χρησιμοποιούσε απλά παραχαραγμένα έγγραφα και πλαστές ερμηνείες της ιστορίας, παραχάραξε την ουσία την ίδια της ιστορίας, μια πρακτική που φαίνεται καλύτερα στο τέχνασμα που ο Hitler χρησιμοποίησε για να δικαιολογήσει την εισβολή του στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939. Το τέχνασμα που ξεκίνησε το πόλεμο και η γενοκτονία που ακολούθησε ήταν μια κωμωδία στην οποία μια ομάδα στρατιωτών του Hitler ντυμένοι με πολωνικές στρατιωτικές στολές σκηνοθέτησαν μια «επιδρομή» σε μια γερμανική εγκατάσταση στα πολωνικά σύνορα. Ο Hitler χρησιμοποίησε την επιδρομή των ψεύτικων Πολωνών, ολοκληρωμένη με φωτογραφίες ψεύτικων γερμανικών «απωλειών», ως την ψεύτικη δικαιολογία για την αστραπιαία επίθεση που ακολούθησε.

Λίγο αργότερα επέστρεψα από το Μόναχο, κατά τύχη βρήκα ένα παράξενο, λεπτό τόμο σε μια ιδιωτική βιβλιοθήκη – ένα σημαντικό επιθετικό φυλλάδιο με τίτλο Το Πλαστό Ράιχ του Hitler, που γράφτηκε ανώνυμα το 1940 από ένα συγγραφέα που περιέγραφε τον εαυτό του ως «Γερμανό πολιτικό πρόσφυγα». Ο συγγραφέας για να δείξει την πλαστογραφία ως την βασική μεταφορά κάθε πτυχής του καθεστώτος του Hitler: το ψευδεπίγραφο δικαστικό σύστημα που έκρυβε τον κρατικό τρόμο· την ψευδεπίγραφη διπλωματία που έκρυβε το συστηματικό εκβιασμό και τα ψέματα· και ιδιαίτερα την ψευδεπίγραφη οικονομική επιτυχία που έκρυβε τη χρήση καταναγκαστικής εργασίας, και την εξαθλίωση των Εβραίων και των πολιτικών αντιπάλων, μια οικονομία που μεγεθύνθηκε τεχνητά με την μυστική, παράνομη επέκταση ενός στρατού που ετοιμάζονταν για πόλεμο. Η ανάλυση της οικονομίας ήταν ιδιαίτερα σημαντική επειδή δείχνει το ψέμα στην ψευδεπίγραφη ιστορία, το μύθο που επιμένει ακόμη σε κάποιες μαρτυρίες, πως ο Hitler κατάφερε να κάνει από το πουθενά ένα αυθεντικό οικονομικό θαύμα τη δεκαετία του 1930.

Είναι ενθαρρυντικό να αισθάνεσαι πως κάπως η ανάλυση της Δηλητηριώδους Κουζίνας, η εστίαση τους στο Hitler ως παραχαράκτη, δεν έπεσε σε κουφά αυτιά, πως δεν ήταν μόνοι στην αντιμετώπιση του ως διαφωτιστικού τρόπου να κοιτάξουμε τον Hitler και το καθεστώς του. Ήταν όμως και αποκαρδιωτικό κατά κάποιο τρόπο, όταν αναλογίζομαι πόσο πετυχημένες ήταν οι προσπάθειες του Hitler στο να διαγραφούν από την ιστορία και τη μνήμη οι πρώτοι, οι πιο σπουδαίοι και πιο διεισδυτικοί ερμηνευτές του. Ποιος ξέρει τον Martin Gruber πλέον στη Γερμανία, πόσο μάλλον στον υπόλοιπο κόσμο;

Οι λέξεις του και εκείνες των συναδέλφων του κατρακύλησαν στο υπόγειο της βιβλιοθήκης του Μονάχου, ξεθώριασαν στα μικροφίλμ του Ιδρύματος για τη Σύγχρονη Ιστορία, υπάρχουν ίσως στο ξεχασμένο Πλαστό Ράιχ, αλλιώτικα…

Θυμάμαι εκείνη τη στιγμή του Νοέμβρη του 1991 όταν πρώτη φορά έψαξα τον μικρό δρόμο σε σχήμα τόξου στο Μόναχο, αναζητώντας τον αριθμό 19 της Άλτχάιμερ Εκ, ελπίζοντας με κάποιο τρόπο να τιμήσω το μέρος που εκδίδονταν η Münchener Post. Τη στιγμή που ανακάλυψα πως το 19 δεν υπήρχε πια ως διεύθυνση, όταν βρήκα ένα μικρό τυπογραφείο σε μια αυλή που φαίνονταν να είναι το μέρος που κάποτε ήταν τα γραφεία της Post. Στο τοίχο του τυπογραφείου υπήρχε μια πλάκα που εξηγούσε πως είχε εγκατασταθεί στο χώρο αυτό το 1934 όταν η διεύθυνση ήταν ακόμη ο αριθμός 19. Η πλάκα δεν έκανε καμιά αναφορά στην εφημερίδα που βρίσκονταν εδώ, που είχε λεηλατηθεί και εκδιωχθεί, και δεν έδινε καμιά πληροφορία γιατί είχε αλλάξει ο αριθμός. (Όπως αποδείχτηκε, ο δρόμος αριθμήθηκε ξανά μετά τον πόλεμο).

Η ελπίδα που είχα γράφοντας αυτό το κεφάλαιο ήταν να προκαλέσω τους σύγχρονους Γερμανούς δημοσιογράφους να δικαιώσουν τους ανθρώπους της Δηλητηριώδους Κουζίνας, ανθρώπους που προσέδωσαν τόσο μεγάλη τιμή στο επάγγελμα με το κουράγιο τους και τον ερευνητικό τους ζήλο. Να τους προκαλέσω να επανεκδώσουν το έργο της Δηλητηριώδους Κουζίνας, να δώσουν στους σημερινούς Γερμανούς αναγνώστες  την εμπειρία του να ζεις την άνοδο του Hitler μέσα από τα μάτια του Martin Gruber και των ηρωικών συναδέλφων του. Να επαναφέρουν την εικόνα της Δηλητηριώδους Κουζίνας στην ιστορία και στους ιστορικούς των οποίων οι προσπάθειες  να εξηγήσουν δεν έχουν παρά να κερδίσουν από την έκθεση στο είδος ερευνητικής διεισδυτικότητας που πέτυχε η Münchener Post στην σώμα με σώμα, πρόσωπο με πρόσωπο μάχη μαζί του.

Και ένα ακόμη πράγμα πιστεύω πως πρέπει να αποκατασταθεί πλήρως: η διεύθυνσή τους, ο Αριθμός 19 της Αλτχάιμερ Εκ, πρέπει να γίνει μνημείο στην Δηλητηριώδη Κουζίνα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s