Το κείμενο είναι απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Bernard Goldstein με τίτλο Five Years In The Warsaw Ghetto (AK Press/Nabat, 2005). Ο Bernard Goldstein (1889-1959) ήταν Πολωνοεβραίος σοσιαλιστής, συνδικαλιστής, μέλος και ηγέτης της Bund κατά τη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας. (Πρώτη δημοσίευση provo.gr)

 

Με κομμένη την ανάσα το γκέτο περίμενε τη μάχη – για το κλείσιμο της αυλαίας της παράξενης, εφιαλτικής τραγωδίας που είχε κρατήσει τρία ολόκληρα χρόνια. Κάθε νύχτα ανιχνευτές βρίσκονταν στις θέσεις τους αφουγκράζοντας και τον παραμικρό θόρυβο, το ελάχιστο μουρμουρητό. Κοντά στις πύλες του γκέτο, είχαν δημιουργηθεί παρατηρητήρια. Περίπολοι κοιτούσαν για την παραμικρή κίνηση στην άλλη πλευρά, έτοιμοι να σημάνουν τον συναγερμό άμεσα αν εμφανίζονταν ο εχθρός.

Και εμφανίστηκε – στις δύο ακριβώς, το πρωί της Κυριακής της 19ης Απριλίου, την πρώτη μέρα του Πάσχα.

Από την Άρια πλευρά του τοίχου του γκέτο, που εκτείνονταν για πολλά χιλιόμετρα, εμφανίστηκαν στρατιώτες και αστυνομικοί, άνδρες των SS, Ουκρανοί, Λετονοί, και Πολωνοί. Στέκονταν σε απόσταση είκοσι βημάτων μεταξύ τους. δεν σκόπευαν να επιστρέψουν σε κανένα να ξεφύγει.

Στις πέντε το πρωί, κάτω από τις λαμπερές ακτίνες του ανοιξιάτικου ήλιου, τα μαύρα ναζιστικά τάγματα θανάτου μπήκαν στο γκέτο σε πλήρη πολεμική παράταξη, με θωρακισμένα οχήματα, πολυβόλα, άρματα μάχης. Διάβηκαν με θάρρος την Ζαμένχωφ με κατεύθυνση προς Κουπιέτσκα, Μίλα, Μουρανόφσκα, Φανσισκανσκα, προς το λεγόμενο «άγριο γκέτο». Εκεί ζούσαν όσοι εργάζονταν σε διάφορους θεσμούς, και άλλοι που εργάζονταν σε διάφορους που δεν ήταν τοποθετημένοι σε εργοστάσια. Οι Γερμανοί φάνηκε πως απομόνωναν το «γκέτο των εργοστασίων», δίνοντας την εντύπωση πως τα εργοστάσια και οι εργάτες τους δεν θα κακοποιούνταν. Απλά το τελευταίο μάζεμα των μη παραγωγικών στοιχείων…

Οι ανιχνευτές σήμαναν γενικό συναγερμό. Όταν η περήφανη γερμανική φάλαγγα έφτασε στην Οδό Μίλα συνάντησε πυρά από τρεις πλευρές – από τη γωνία της Μίλα και της Ζαμένχωφ, από το 29 της Ζαμένχωφ, και από το 38 της Ζαμένχωφ απέναντι. Χειροβομβίδες και μολότοφ έπεφταν πάνω τους. πολλοί Γερμανοί σκοτώθηκαν. Δυο άρματα κάηκαν μαζί με τα πληρώματα τους. Οι δικές μας ομάδες δεν είχαν όμως καμιά απώλεια.

Η ισχυρή αντίσταση προφανώς εξέπληξε τους Γερμανούς. Εγκατέλειψαν το γκέτο γρήγορα.

Το επόμενο πρωί, αφού έκοψαν  το ηλεκτρικό και το νερό, ήρθαν ξανά. Αυτή τη φορά δεν έκαναν παρέλαση στο κέντρο του δρόμου. Έρχονταν μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες, κινούμενοι κοντά στους τοίχους, πυροβολώντας με πολυβόλα προς κάθε παράθυρο, προς κάθε άνοιγμα κτιρίου από το οποίο περίμεναν κάποιο χτύπημα. Αυτή τη φορά ήρθαν από την κατεύθυνση της Τλομάτσκα, παράλληλα με την Οδό Ναλέφσκι προς την Μίλα, Ζαμένχωφ και Σιουντοέρσκα. Ομάδες μάχης από τα εργοστάσια πινέλων στην Σιουντοέρσκα, από τα εργοστάσια Tebbens και Shultz, όπως και αμάδες από τις οδούς Λέσνο, Νοβολίπια, Νοβολίπκυ και Σμότσα, ρίχτηκαν στη μάχη. Οι Γερμανοί κουνούνταν κάτω από μια βροχή χειροβομβίδων, δυναμίτη και μολότοφ που ρίχνονταν από παράθυρα, ταράτσες και σοφίτες. Ένα απόσπασμα τριακοσίων Γερμανών προχώρησαν πέρα από την Οδό Βάλοβα, πιο βαθιά στην Σιουντοέρσκα. Έγιναν κομμάτια από μια ηλεκτρικά πυροδοτούμενη νάρκη, που είχαν τοποθετήσει με μεγάλη προσοχή οι μαχητές μας  στο 30-32 της Σιουντοέρσκα. Κομμάτια υφάσματος και ανθρώπινης σάρκας εξακοντίστηκαν προς κάθε κατεύθυνση. Οι μαχητές μας αποσύρθηκαν από σοφίτες και ταράτσες.

Η μάχη είχε μόλις ξεκινήσει. Στην Οδό Σιουντοέρσκα μαίνονταν γύρω από τα εργοστάσια πινέλων. Μια ομάδα υπό την ηγεσία του Michel Klepfish προκάλεσε μεγάλες απώλειες στους Γερμανούς. Πολέμησαν για κάθε κτίριο και κάθε όροφο κάθε κτιρίου. Πολέμησαν στις σκάλες μέχρι που αναγκάζονταν να υποχωρήσουν στα πάνω πατώματα. Τότε συνήθως οι Γερμανοί συνήθως έβαζαν φωτιά στο κτίριο. Οι μαχητές μας θα περνούσαν μέσα από περάσματα που είχαν προετοιμάσει στους τοίχους στις σοφίτες για να συνεχίσουν την μάχη από το διπλανό κτίριο.

Την πέμπτη μέρα της μάχης, πραγματοποιώντας μια τέτοια αποχώρηση, η ομάδα του Michel βρέθηκε παγιδευμένη σε μια σοφίτα μαζί με Γερμανούς στρατιώτες. Στο σκοτάδι η μάχη εξελίχθηκε στα τυφλά.

Ένα γερμανικό πολυβόλο κράτησε τους άνδρες του Michel καθηλωμένους με να πυροβολεί συνεχώς προς τη δική τους πλευρά της σοφίτας, κρυμμένο πίσω από μια καμινάδα.

Δύο σύντροφοι κατάφεραν να φτάσουν αρκετά κοντά στο κύριο σώμα των Γερμανών για να ρίξουν μια χειροβομβίδα. Εκείνη τη στιγμή, ο Michel ρίχτηκε στο πολυβόλο. Σταμάτησε να ρίχνει.

Μια ώρα αργότερα, όταν οι Γερμανοί είχαν διωχθεί, οι σύντροφοί του βρήκαν το σώμα του Michel με δυο καθαρές σειρές από τρύπες κατά μήκος της κοιλιάς του.

 

Σύντομα οι Ναζί άλλαξαν τις τακτικές τους στη περιοχή των εργοστασίων πινέλων. Η μάχη κτίριο προς κτίριο αποδείχτηκε πως είχε μεγάλο κόστος. Απέσυραν τις δυνάμεις τους και περικύκλωσαν ολόκληρο το τομέα. Έβαλαν φωτιά στα οικοδομικά συμπλέγματα από έξω και περίμεναν.

Πέντε ομάδες Εβραίων μαχητών παγιδεύτηκαν. Οι φλόγες ήταν παντού. Κάθε κτίριο καίγονταν. Η άσφαλτος στα πεζοδρόμια έλιωσε σε μια μαύρη, κολλώδη, ρέουσα μάζα. Καδρόνια που φλέγονταν και σπασμένα γυαλιά έπεφταν βροχή στους δρόμους.

Η μόνη διέξοδος ήταν στο κεντρικό κομμάτι του γκέτο μέσα από ένα κενό σε έναν από τους εσωτερικούς τοίχους του γκέτο. Οι μαχητές έδεσαν τα πόδια τους με κουρέλια για να αμβλύνουν τον ήχο των ποδιών τους  και για προστασία από τις καυτές πέτρες στο δρόμο. Προχώρησαν μέσα από τις φλόγες προς το ρήγμα στο τοίχο. Σε μονή σειρά, τρέχοντας σκυμμένοι, τρεις ομάδες πέρασαν από το άνοιγμα. Καθώς πέρασε ο πρώτος από την τέταρτη ομάδα, ένας γερμανικός προβολέας φώτισε ολόκληρο αυτό το κομμάτι του τοίχου.

Ακούστηκε ένας πυροβολισμός – ο ελεύθερος σκοπευτής Romanovitch – και το φως έσβησε στο σκοτάδι. Πριν προλάβουν οι Γερμανοί να συγκεντρωθούν η τελευταία ομάδα, του Marek Edelman, πέρασε και ξέφυγε.

Σε λίγο μια θάλασσα από φλόγες αγκάλιασε το κεντρικό γκέτο. Πυρά πυροβολικού ακούγονταν πάνω από τον ήχο των καιγόμενων κτιρίων και το θόρυβο των τοίχων που κατέρρεαν. Ασφαλείς από τα μικρά όπλα και τις χειροποίητες χειροβομβίδες των μαχητών του γκέτο, οι Γερμανοί τοποθέτησαν πυροβολικό και πολυβόλα στην Πλατεία Κρασίνσκι, την Πλατεία Παρισόβσκι, την Οδό Ζιτνυα και την Οδό Μπονιφρατέρσκα. Αυτά τα σημεία ήταν έξω από το γκέτο. Από εκεί μια βροχή οβίδων και σφαιρών έπεφταν στους φλεγόμενους δρόμους.

Δεν υπήρχε αέρες για να αναπνεύσεις, μόνο ένας μαύρος ασφυκτικός καπνός, βαρύς από την οσμή των τον σωμάτων που καίγονταν. Οι φλόγες έδιωξαν τους ανθρώπους από τα σημεία που κρύβονταν στις σοφίτες και στα υπόγεια. Στους δρόμους οι πέτρες του λιθόστρωτου και οι τοίχοι ακτινοβολούσαν την βαριά, ανυπόφορη θερμότητα. Οι πέτρινες σκάλες έλαμπαν στις φωτιές. Καρβουνιασμένα πτώματα κείτονταν στα μπαλκόνια, στα περβάζια των παραθύρων, πεσμένα στις σκάλες. Χιλιάδες παραπατούσαν συγκλονισμένοι στους δρόμους – εύκολοι στόχοι για τις γερμανικές περιπόλους. Εκατοντάδες πηδούσαν από το τέταρτο και πέμπτο πάτωμα των κτιρίων για να τελειώσουν το μαρτύριο μια ώρα αρχύτερα. Μητέρες πετούσαν τα παιδιά τους από τις ταράτσες για τα γλιτώσουν από το μαρτύριο της φλόγας.

Η ομάδα του Berek Snaidmil και απόσπασμα άλλων μαχητών συνόδεψαν μερικές εκατοντάδες άτομα στο φως της μέρας από το καμένο καταφύγιο τους στο 37 της οδού Μίλα στη νέα βάση τους στο 7 της Οδού Μίλα. Εκεί κράτησαν τους Γερμανούς για περισσότερο από μια εβδομάδα.

 

Μέσα από τη φωτιά και το καπνό, δίχως νερό, οι μαχητές μας μετακινούνταν από το ένα φλεγόμενο τετράγωνο στο άλλο, από το ένα καταφύγιο στο άλλο. Οι ομάδες μάχης ήταν απομονωμένος. Η κάθε μια πολεμούσε μόνη της, αντιστεκόμενη στις θέσεις της, τα υπόγεια, και τις σοφίτες, δίχως να ξέρουν τι έκαναν οι άλλες ομάδες. Ένα γενικό συντονισμένο σχέδιο μάχης δεν ήταν πια δυνατό.

Μέσα σε αυτή τη κόλαση ο εχθρός έριξε την μηχανική του ισχύ. Κάθε θέση μάχης έγινε ένα απομονωμένο, καταπονημένο οχυρό, περικυκλωμένο από φωτιά, τυλιγμένο σε ένα πέπλο καπνού. Με πιστόλια, χειροβομβίδες, και μολότοφ στα χέρια τους, βρεγμένα μαντήλια πάνω από τα στόματά τους, οι μαχητές μας κράτησαν πίσω την μεγάλη δύναμη ενός εχθρού εξοπλισμένου με τα πιο σύγχρονα και αποτελεσματικά φονικά εργαλεία. Κάθε κάτοικος του γκέτο που έμεινε ζωντανός, συμμετείχε τώρα στη μάχη – κυριολεκτικά όλοι, νέοι και γέροι. Οι οργανωμένες ομάδες μάχης στις οποίες μόνο ένας μικρός αριθμός Εβραίων είχε ενταχθεί, ξαφνικά βρέθηκαν μπροστά στο θέαμα να θέλουν όλοι να συμμετέχουν. Όλοι έκαναν ότι μπορούσαν. Ο καθένας που μπορούσε να πολεμήσει, οπλισμένος ή μη, το έκανε. Άλλοι έδρασαν σαν αγγελιοφόροι, τρέχοντας από κτίριο σε κτίριο με τρόφιμα, νερό και πυρομαχικά.

Οι μαχητές του γκέτο έκαναν αρκετές αντεπιθέσεις. Γερμανικές στολές που είχαν ετοιμαστεί για τη περίσταση ήταν χρήσιμες στο να επιτρέψουν σε μικρές ομάδες να πλησιάσουν αρκετά κοντά στον εχθρό και να προκαλέσουν σημαντική ζημιά με τα πενιχρά τους μέσα.

Η συνεχής βροχή εμπρηστικών βομβών και πυροβολικού συνεχίστηκε. Όποτε οι Γερμανοί συναντούσαν αντίσταση ή πρόσεχαν οποιοδήποτε σημάδι δραστηριότητας, εξαπέλυαν αυτά τα τρομακτικά αυτά όπλα, ενάντια στα οποία οι μαχητές του γκέτο ήταν απόλυτα ανυπεράσπιστοι. Το γκέτο έγινε μια τεράστια φωτιά. Τη νύχτα τα πυρά του πυροβολικού σταματούσαν, και έμοιαζε σαν να έρχονταν η σιωπή του θανάτου. Η περιοχή γύρω από το γκέτο φωτίζονταν από τη φωτιά. Μικρές ομάδες Γερμανών με λαγωνικά τριγυρνούσαν στις αυλές και τα κτίρια αναζητώντας τους μαχητές στα κρυμμένα τους καταφύγια. Όποιον έπιαναν βασανίζονταν για να αποκαλύψει άλλες κρυψώνες, ή τη τοποθεσία αποθηκών και όπλων.

Οι Γερμανοί ενίσχυσαν τη φρουρά γύρω από το γκέτο· κανένας δεν επιτρέπονταν κοντά στους τοίχους της περίφραξης. Απαγόρεψαν την κυκλοφορία τραμ στην Οδό Μπονιφρατέρσκα από την οποία οι επιβάτες μπορούσαν να δουν τι γινόταν μέσα. Στους δρόμους κοντά στο γκέτο μαζευόντουσαν μικρές ομάδες από περίεργους, ελπίζοντας να ρίξουν μια ματιά στη μάχη. Η αστυνομία τους διασκόρπιζε, αλλά μαζεύονταν ξανά. Το βαρύ πυροβολικό θρυμμάτισε τα τζάμια των εξωτερικών κτιρίων. Οι Γερμανοί είχαν καθαρίσει όλους τους κατοίκους από τα σπίτια κοντά στον τοίχο του γκέτο.

Σε όλους τους δρόμους είχαν μπει αφίσες, που έγραφαν: «Θάνατος σε κάθε Πολωνό που κρύβει Εβραίο!». Υπήρχαν ασταμάτητες έρευνες για Εβραίους που είχαν δραπετεύσει. Οι Γερμανοί είχαν δοκιμάσει την αντίσταση στο γκέτο και φοβόντουσαν  πως οι Πολωνοί θα προκαλούνταν επίσης σε βία. Τα «μέτρα ασφαλείας» στη πολωνική πλευρά είχαν ενισχυθεί για να αποτρέψουν περιστατικά.

Ο Γερμανικός τύπος ανέφερα φευγαλέα πως οι Εβραίοι αντιστέκονταν στη μεταφορά τους για εργασία. Ο παράνομος πολωνικός τύπος κάθε απόχρωσης εκφράστηκε θετικά για την εξέγερση. Κάποιοι το σύγκριναν ακόμη και με την ιστορική εξέγερση του Barkokba εναντίον των Ρωμαίων. Σχεδόν κάθε μέρα μετέφεραν μηνύματα από το πεδίο της μάχης, αναφέροντας τον αριθμό και το τύπο των γερμανικών μονάδων που έμπαιναν και έβγαιναν από το γκέτο, πόσα ασθενοφόρα με πληγωμένους Γερμανούς είχαν βγει από τις πύλες του γκέτο, την εξέλιξη του βομβαρδισμού από το πυροβολικό, και ούτω καθεξής.

Ο μέσος Πολωνός δεν ήταν τόσο φιλικός.

Μεταξύ των ανθρώπων που συγκεντρώνονταν στην Οδό Σιουντοέρσκα και στην Πλατεία Κρασίνσκι για να παρακολουθήσουν την εξέλιξη του αγώνα των Εβραίων, ακούγονταν κάθε είδους άποψη. Κάποιες ήταν φιλικές, αλλά μπορούσες να ακούσεις συχνά και το κυνικό, «Δόξα το Θεό που οι Γερμανοί το κάνουν αυτό για λογαριασμό μας». Η πλατειά μάζα του πολωνικού λαού ήταν απόλυτα αποπροσανατολισμένη. Οι περισσότεροι δεν καταλάβαιναν τι σήμαινε η εξέγερση για τους Εβραίους, ή ακόμη και για τους Πολωνούς. Τα τέσσερα χρόνια ναζιστικού τρόμου, καταστολής, και αντισημιτικής προπαγάνδας είχαν δηλητηριάσει τις ψυχές τους και είχαν καταστρέψει εντελώς σε πολλούς από αυτούς κάθε αίσθηση πως οι Εβραίοι ήταν άνθρωποι. Ακόμη και μεταξύ των μελλών της οργανωμένης αντίστασης, που εκφράζονταν φιλικά για τους μαχητές του γκέτο, δεν υπήρχε διάθεση να συγκρουστούν με τις δυνάμεις κατοχής για να βοηθήσουν τους Εβραίους. «Μια ανοιχτή μάχη τώρα», είπαν, «θα σήμαινε την ολοκληρωτική εξολόθρευση όλων μας». Αρνήθηκαν να οργανώσουν διαδηλώσεις και αρνήθηκαν το αίτημα μας για μια απεργία διαμαρτυρίας ως ένδειξη αλληλεγγύης.

Τις πρώτες μέρες της εξέγερσης, η εβραϊκή αντίσταση έστειλε ένα μήνυμα στο πολωνικό λαό και μέσω ραδιοφώνου, σε όλο το κόσμο. Έλεγε:

«Πολωνοί, πολίτες, στρατιώτες της ελευθερίας. Μέσα από το θόρυβο του πυροβολικού που βομβαρδίζει τα σπίτια μας, τις μητέρες μας, τις γυναίκες και παιδιά· μέσα από τον ήχο των πολυβόλων· μέσα από τα σύννεφα καπνού και φωτιάς· πάνω από τα ποτάμια αίμα που ρέουν στο δολοφονημένο γκέτο της Βαρσοβίας· εμείς, οι φυλακισμένοι του γκέτο, σας στέλνουμε ένα εγκάρδιο αδελφικό χαιρετισμό.

Ξέρουμε πως παρακολουθείτε με πόνο καρδιάς, με δάκρυα συμπάθειας, με τρόμο και θαυμασμό, για το αποτέλεσμα του αγώνα που διεξάγουμε εδώ και αρκετές ημέρες με το μισητό κατακτητή.

Να είστε βέβαιοι πως κάθε κατώφλι του γκέτο θα παραμείνει, όπως ήταν ως τώρα, ένα οχυρό· πως μπορεί να χαθούμε όλοι ίσως σε αυτή τη μάχη, δε θα παραδοθούμε όμως· πως αναπνέουμε όπως και εσείς με μια δίψα για εκδίκηση και τιμωρία για τα εγκλήματα του κοινού μας εχθρού.

Αυτή είναι μια μάχη για την ελευθερία σας και τη δική μας, για τη δική σας και δική μας ανθρώπινη, κοινωνική, και εθνική περηφάνια! Θα εκδικηθούμε τα εγκλήματα Όσβιετσιμ (ΣτΜ:Άουσβιτς), της Τρεμπλίνκα, του Μπελχιτζ (ΣτΜ:Μπελζίτσε), και του Μαϊντάνεκ! Ζήτω η δελφότητα του αίματος και των όπλων της Μαχόμενης Πολωνίας! Ζήτω η Ελευθερία! Θάνατος στους εκτελεστές! Μάχη μέχρι θανάτου με τον κατακτητή!

Μαχόμενες Εβραϊκές Οργανώσεις

23 Απριλίου 1943»

Μια παρόμοια διακήρυξη εκδόθηκε από την Bund. «Τουλάχιστον ας μάθει ο κόσμος πως αυτές είναι οι τελευταίες μέρες αγωνίας», σκεφτήκαμε. «Ίσως κάποια μέρα υπάρξει εκδίκηση…».

 

Στις εκκλήσεις μας για βοήθεια, ο έξω κόσμος μας έστειλε την απάντηση του. Μέσα από το παράνομο ασύρματο μάθαμε πως ο γενναίος και πιστός Artur Ziegelboim, ο αντιπρόσωπος μας στην Πολωνική κυβέρνηση στην εξορία, μας πρόσφερε την μόνη βοήθεια που ήταν μέσα στις δυνάμεις του. Στη διάρκεια της νύχτας της 12ης Μάϊου αυτοκτόνησε στο Λονδίνο σε ένδειξη διαμαρτυρίας  ενάντια στη σκληρότητα και αδιαφορία του κόσμου.

Στο αποχαιρετιστήριο γράμμα του έγραφε:

«Δεν μπορώ να μείνω σιωπηλός – δε μπορώ να ζήσω – ενώ τα απομεινάρια του εβραϊκού λαού στη Πολωνία, των οποίων είμαι αντιπρόσωπος χάνονται. Οι σύντροφοι μου στο γκέτο της Βαρσοβίας πήραν τα όπλα στα χέρια τους σε μια τελευταία ηρωική παρόρμηση. Δεν ήταν πεπρωμένο μου να πεθάνω μαζί τους εκεί, αλλά ανήκω μαζί τους, και στους μαζικούς τάφους τους. με το θάνατο μου επιθυμώ να εκφράσω την έντονη μου διαμαρτυρία ενάντια στην απραξία με την οποία ο κόσμος παρακολουθεί και επιτρέπει την εξολόθρευση του λαού μου.

Ξέρω πόσο λίγο αξίζει η ανθρώπινη ζωή σήμερα, αλλά δεν ήμουν σε θέση να κάνω οτιδήποτε στη διάρκεια της ζωής μου, ίσως με το θάνατο μου θα συνεισφέρω στο γκρέμισμα της αδιαφορίας εκείνων που μπορούν τώρα – τη τελευταία στιγμή – να σώσουν τους ελάχιστους Πολωνούς Εβραίους που ζουν ακόμη από το βέβαιο αφανισμό. Η ζωή μου ανήκει στον εβραϊκό λαό της Πολωνίας και για αυτό τους την προσφέρω. Ελπίζω πως η χούφτα που απέμεινε από τα εκατομμύρια των Πολωνών Εβραίων να ζήσει να δουν την απελευθέρωση ενός νέου κόσμου ελευθερίας, και η δικαιοσύνη του αληθινού Σοσιαλισμού. Πιστεύω πως θα έρθει αυτή η Πολωνία και πως αυτός ο κόσμος θα έρθει.».

Το νόημα της αυτοκτονίας του Artur ήταν επώδυνα ξεκάθαρο για εμάς. Μας έδινε τον απολογισμό όλων των προσπαθειών του για λογαριασμό μας. Από μια έκδοση της The Bulletin που εκδίδονταν στην Άρια πλευρά, ενημερώσαμε την αντίσταση πως ένας ακόμη μαχητής, που υπέφερε και πολέμησε με τους συντρόφους του στο γκέτο μέχρι τη τελευταία του ανάσα, είχε πέσει στο μακρινό Λονδίνο.

 

Οι πανίσχυροι στρατοί των Συμμάχων ήταν σε μάχη με τον εχθρό σε όλα τα μέτωπα. Κάθε μέρα πραγματοποιούνταν πολεμικές συγκρούσεις. Το μέτωπο του γκέτο της Βαρσοβίας όμως παρέμενε απομονωμένο και μόνο. Οι ηρωικοί μαχητές του καμένοι μέσα στα ερείπια, οι κραυγές τους για βοήθεια πνιγμένες από τα σύννεφα καπνού, καλύπτονταν από το θόρυβο του πυροβολικού.

Εμείς, μια μικρή ομάδα που παρέμενε στην Άρια πλευρά, είχε διαλυθεί από τη θλίψη, από απεγνωσμένη ντροπή. Υποφέραμε με ανακατεμένα συναισθήματα: την επιθυμία να χτυπήσουμε τον εχθρό, την περηφάνεια για τους μαχόμενους συντρόφους, ανημποριά, απόγνωση. Κάθε βολή πυροβολικού σφυροκοπούσε το μυαλό μας. Γιατί δεν ήμασταν εκεί; Γιατί δεν πεθαίναμε μαζί τους;

Το βράδυ ξάπλωνα στο κρησφύγετο μου. Το φλεγόμενο γκέτο είχε κάνει κόκκινο ολόκληρο τον ορίζοντα. Το φως ήταν εκτυφλωτικό. Η απαίσια σιωπή φώναζε, «Καιγόμαστε, πεθαίνουμε. Βοήθεια!». Έμενα εκεί, λουσμένος στον ιδρώτα μου, καυτά δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπο μου, και έθαβα το πρόσωπο μου στο μαξιλάρι για να πνίξω τα απεγνωσμένα αναφιλητά μου.

 

Τη δέκατη μέρα της εξέγερσης. Στις 30 Απριλίου, δυο ειδικοί αγγελιοφόροι της αντιστασιακής οργάνωσης των Εβραίων κατάφεραν να βγουν από το γκέτο. Ήταν οι σύντροφοί μας Zalman Friedrych και ένα μέλος των Πρωτοπόρων (Hechalutz), ο Simcha Roteiser. Η ηγεσία της εξέγερσης τους είχε αναθέσει σε αυτούς το καθήκον της οργάνωσης της διάσωσης των λίγων μαχητών που ζούσαν ακόμη.

Ήρθαν μέσα από ένα υπόγειο υπόνομο στην Οδό Μουρανόφσκα, κοντά στο αμαξοστάσιο του τραμ, αργά τη νύχτα. Σύρθηκαν σε ένα άδειο κτίριο για να περιμένουν την άρση της απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Τα πατώματα, είδαν, ήταν γεμάτα με σωρούς από πτώματα. Το πρωί, καθώς βγήκαν από το κτίριο συνάντησαν έναν εργαζόμενο στο τραμ στο δρόμο του για το αμαξοστάσιο. Του είπαν πως ήταν Πολωνοί που είχαν μπει κρυφά στο γκέτο για να αγοράσουν πράγματα από τους Εβραίους και είχαν εγκλωβιστεί από την εξέγερση. Περίμεναν όλο αυτό το καιρό για μια ευκαιρία για να το σκάσουν. Ο εργάτης τους συνεχάρη για τη καλή τους τύχη και τους είπε πως τα πτώματα στο κτίριο, από όπου είχαν φύγει μόλις, ήταν των Εβραίων που είχαν προσπαθήσει να το σκάσουν και είχαν πιαστεί από τους Γερμανούς.

Με κάποια δυσκολία οι δύο απεσταλμένοι του μαχόμενου γκέτο ήρθαν σε επαφή  με τους αντιπροσώπους στην Άρια πλευρά. Συναντήθηκαν με αντιπροσώπους της εβραϊκής αντιστασης, «Mikolai» (Leon Feiner της Bund) και «Antek» (Zuckerman της Hechalutz), στους οποίους είπαν το σκοπό της αποστολής τους.

Η λαμπερή φωτιά συνέχισε να μαίνεται πάνω από ολόκληρο το γκέτο καθώς η μάχη συνεχίζονταν για κάθε σπίτι, για κάθε καταφύγιο. Οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν δηλητηριώδη αέρια. Οι σύντροφοί μας πολεμούσαν απελπισμένα, χρησιμοποιώντας κάθε πιθανό μέσο για να ανταποδώσουν τα χτυπήματα στον εχθρό. Όταν είχε χαθεί κάθε ελπίδα, προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να πέσουν στα χέρια των Γερμανών. Οι γραμμές της αντίστασης είχαν ήδη αποδεκατιστεί. Καμένοι από τη φωτιά, δίχως ανάσα από το καπνό και τα αέρια, διαμελισμένοι από το πυροβολικό, το μικρό απομεινάρι άρχισε να αναζητά για τρόπους να ξεφύγει από τη κόλαση.

Ο μόνος τρόπος από και προς το γκέτο ήταν μέσα από το σύστημα των υπόγειων υπόνομων που μετέφερε τα απόβλητα της μεγάλης πόλης. Οι υπόνομοι εκτείνονταν σε όλη τη Βαρσοβία. Το να συρθείς στους υπόνομους δίχως καλή γνώση της γεωγραφίας σήμαινε βέβαιο θάνατο – ασφυξία ή πνιγμό στο απαίσιο ποτάμι. Πολλοί είχαν ήδη προσπαθήσει αυτή τη μέθοδο απόδρασης και βρήκαν φριχτό θάνατο στον επικίνδυνο λαβύρινθο.

Η πολωνική αντίσταση μας βοήθησε. Πρόσφερε αρκετούς άνδρες που είχαν δουλέψει στο σύστημα των υπονόμων. Χαρτογράφησαν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες ήταν ευκολότερο και ασφαλέστερο να φτάσουν σε συγκεκριμένα σημεία συνάντησης στο γκέτο. Επιπλέον, είχαμε κάνει επαφές με αρκετούς λαθρέμπορους που είχαν χρησιμοποιήσει τους υπόνομους ως μια οδό εμπορίου. Ο Kazik επέστρεψε μαζί τους στο γκέτο για την αποστολή σωτηρίας.

Την Πρωτομαγιά, οι μαχητές του γκέτο προχώρησαν σε μονοήμερη «επίθεση». Το απόγευμα έκαναν προσκλητήριο των αποδεκατισμένων γραμμών τους και τραγούδησαν τη «Διεθνή».

 

Στις 3 Μαΐου σκυλιά της γερμανικής αστυνομίας και ανιχνευτές ήχου εντόπισαν το καταφύγιο της ομάδας του Berek Snaidmil στο 30 της Οδού Φρανσισκανσκα. Κάθως μπήκαν στη μάχη, ο Berek τραυματίστηκε σοβαρά στη κοιλιά από χειροβομβίδα.

Καθώς η ομάδα του προετοιμάστηκε για να υποχωρήσει, οι σύντροφοί του προσπάθησαν να τον πάρουν μαζί τους. Ο Berek έβγαλε το πιστόλι του και τους το έδειξε. «Μην ξεχάστε να πάρετε και αυτό», φώναξε. «Συνεχίστε να πολεμάτε!».

Πριν προλάβει κάποιος να τον σταματήσει έβαλε το όπλο στο στόμα του και τράβηξε τη σκανδάλη.

 

Ο David Hochberg ήταν τόσο νέος που η μητέρα του του είχε απαγορεύσει αυστηρά τη συμμετοχή του στην αντιστασιακή οργάνωση. Στη μάχη του γκέτο όμως ήταν διοικητής στο πεδίο. Το καταφύγιο του προστάτευε αρκετές εκατοντάδες ανθρώπους.

Όταν οι Γερμανοί πλησίασαν ένα από τα στενά περάσματα προς το καταφύγιο όλα έμοιαζαν χαμένα. Ο David άφησε τα όπλα του. Έφραξε με το σώμα του το στενό άνοιγμα του καταφυγίου και εκεί τον βρήκαν γερμανικές σφαίρες.

Μέχρι να βγάλουν οι επιτιθέμενοι το σώμα του από το δρόμο τους, το καταφύγιο είχε εκκενωθεί με ασφάλεια.

 

Σε ένα μικρό καταφύγιο στην αυλή του Εβραϊκού Νοσοκομείου στην Γκένσα, εβραϊκές περίπολοι βρήκαν ανάμεσα στο σωρό των πτωμάτων και αυτό της Anna Broide Heller. Είχε πεθάνει στο πόστο της (ΣτΜ: ήταν γιατρός που φρόντιζε τα άστεγα και ορφανά παιδιά του γκέτο).

 

Η διαφυγή έμοιαζε αδύνατη. Πολλοί αυτοκτόνησαν. Στις 8 Μαΐου, την ίδια νύχτα που η αποστολή σωτηρίας του Kazik έφτασε στο γκέτο, οι Γερμανοί περικύκλωσαν το αρχηγείο της εβραϊκής αντίστασης στο 18 της Οδού Μιλά. Αφού προσπάθησαν για δύο ώρες να καταλάβουν το καταφύγιο με εφόδους, έριξαν μέσα μια βόμβα αερίου.

Πολλοί πέθαναν από το αέριο· πολλοί αυτοκτόνησαν, μεταξύ τους και ο Διοικητής Anilevich. Μόνο μια χούφτα ανθρώπων κατάφερε να σωθεί από θαύμα και ενώθηκα με όσους απέμεινα από το εργοστάσιο πινέλων στο 22 της Οδούς Φρανσισκανσκα.

 

Το κύμα της φωτιάς υποχώρησε. Δεν είχαν απομείνει πολλά για να καούν. Εδώ και εκεί μικρές ομάδες μικρές ομάδες αντιστέκονταν ακόμη δίχως νερό, δίχως φαγητό, δίχως πυρομαχικά. Κάθε ελπίδα για ανταπόδοση των χτυπημάτων στον εχθρό είχε χαθεί. Δεν είχε μείνει τίποτα πέρα από την προσπάθεια να διαφύγουν.

Στις 10 Μαΐου μια ομάδα μαχητών με ηγέτες τον Abrasha Blum, τον Marek Edelman, και την Zivia Lubetkin, έφτασαν στην Οδό Πρόστα μέσα από τους υπόνομους. Με την βοήθεια οδηγών κατάφεραν να περάσουν από τα συρματοπλέγματα και τις παγίδες.

Ήταν θαύμα που το σχέδιο τους δεν οδηγήθηκε σε πλήρη καταστροφή. Έφτασαν στην έξοδο του υπόνομου στην Οδό Πρόστα τη νύχτα, αλλά τα δύο φορτηγά που θα τους παραλάμβαναν άργησαν. Αναγκάστηκαν να μείνουν στον υπόνομο μέχρι τις δέκα το πρωί. Για σαράντα οχτώ ώρες ήταν μέσα στους αγωγούς του υπονόμου που είχαν ύψος 28 ίντσες. Το νερό έφτανε στα χείλη τους. κάθε λεπτό κάποιος έχανε τις αισθήσεις του και έπρεπε να τον συνεφέρουν. Μέσα στη δίψα τους κάποιοι έπιναν από τα βουρκόνερα.

Μέχρι να φτάσουν τα φορτηγά οι δρόμοι είχαν γεμίσει με κόσμο. Ένα μεγάλο πλήθος κοιτούσε με δυσπιστία καθώς ανθρώπινοι σκελετοί με οπλοπολυβόλα περασμένα ψηλά στους λαιμούς τους να σέρνονται ένας ένας έξω από τον υπόνομο. Μια οπλισμένη ομάδα της πολωνικής αντίστασης που υποτίθεται θα κάλυπτε την υποχώρηση στην περίπτωση που θα υπήρχε πρόβλημα, δεν ήρθε ποτέ – έτσι η ομάδα προστάτεψε η ίδια τον εαυτό της. ο Jurek Blones και μερικοί ακόμη μαχητές στέκονταν στα φορτηγά με τα όπλα τους στραμμένα προς το πλήθος, προσέχοντας μέχρι να ανέβει και ο τελευταίος. Ήταν εξαντλημένοι, εξουθενωμένοι, αλλά το βλέμμα στα κουρασμένα μάτια τους έδινε στο πλήθος να καταλάβει πως δεν θα δίσταζαν να πυροβολήσουν προς κανένα που θα κινούνταν προς αυτούς.

Τα φορτηγά πήραν τους μαχητές σε κρησφύγετα που είχαν ετοιμαστεί στο Δάσος Λομιάνκι κοντά στη Βαρσοβία. Στη διάρκεια της επικίνδυνης διαδρομής κρατούσαν τα όπλα τους, έτοιμοι να πουλήσουν ακριβά τις ζωές τους αν κάποιος Γερμανός αποφάσιζε να σταματήσει το φορτηγό.

Μια δεύτερη ομάδα, που θα ακολουθούσε, δε βγήκε ποτέ από τους υπόνομους. Οι Γερμανοί, μαθαίνοντας για την τολμηρή δραπέτευση, περικύκλωσαν ολόκληρο το οικοδομικό διαμέρισμα και έριξαν βόμβες αερίου στους υπόνομους. Κανένας άλλος δεν κατάφερε περάσει. Όσοι είχαν παγιδευτεί στους υπόνομους σκοτώθηκαν.

Ήταν αδύνατο να βρεθούν κρησφύγετα για όλους όσους δραπέτευσαν στη πόλη, και δε μπορούσαν να μείνουν στο Δάσος Λομιάνκι  για περισσότερο από μερικές μέρες. Πόσο ψάξαμε και συνωμοτήσαμε και παρακαλέσαμε και διαπραγματευτήκαμε για να τους βρούμε ένα μέρος να μείνουν! Ο ανανεωμένος τρόμος στην Άρια πλευρά είχε τρομοκρατήσει πολλούς Πολωνούς των οποίων η στάση απέναντι στους Εβραίους ήταν φιλική. Η έντονη δραστηριότητα της Γκεστάπο έκανε το να κρύβεις ένα Εβραίο όλο και πιο επικίνδυνο μέρα με τη μέρα. Οι schmaltzovniks (ΣτΜ: υποτιμητικός πολωνικός χαρακτηρισμός για άτομα που εκβίαζαν Εβραίους στη διάρκεια του 2ου ΠΠ) ήταν παντού. Κάθε έντιμο ένστικτο είχε πνιγεί στην ατμόσφαιρα του τρόμου, εκτελέσεων, εκβιασμών, ανομίας, και πλήρους ανθρώπινης εξαχρείωσης.

Μια ομάδα που περιλάμβανε τη κόρη του Loeser Clog και το δύο χρονών παιδί της, στάλθηκε στο χωριό του Πλούντι. Ο Friedrych έφερε επίσης ακόμη μια ομάδα στο κρησφύγετό του. Σύντομα μετά την άφιξη της της δεύτερης ομάδας εμφανίστηκε η Γκεστάπο και η γερμανική αστυνομία, ξέσπασε μάχη, και όλοι οι σύντροφοι σκοτώθηκαν, ανάμεσα τους και ο ηρωικός Zalman Friedrych. Η μοναδική επιζών ήταν η δίχρονη εγγονή του Loeser Clog, που σώθηκε από μια ηλικιωμένη χριστιανή στο χωριό και που την έκρυψε στο σπίτι της. το παιδί ζει σήμερα.

Μια άλλη ομάδα άφησε το Λομιάνκι για τα δάση του Βισκόφ όπου ενώθηκε με τους αντάρτες.

Ο Abrasha Blum σκοτώθηκε κάμποσες μέρες μετά την απόδραση του μέσα από τους υπόνομους. Αυτός ο ψηλός, αδύνατος, ήσυχος διανοούμενος με τα γυαλιά του και τα αραιά μαλλιά ήταν ένας πύργος δύναμης. Αν και σωματικά αδύναμος, ήταν από τους πρώτους που πρότειναν την ένοπλη αντίσταση. Με τον ήρεμο, ήσυχο τρόπο του είχε καλλιεργήσει την αποφασιστικότητα της νεολαίας. Είχε αντισταθεί σε κάθε προτροπή να φύγει από το γκέτο πριν τη μάχη. Στις στιγμές κρίσης, ήταν σε αυτόν τον άοπλο διανοούμενο που στρέφονταν οι μαχητές. Στη καρδιά της μάχης αντλούσαν δύναμη από το ήρεμο κουράγιο και την κατανόηση του.

Ένας από την ομάδα των εργατών στο εργοστάσιο πινέλων ήταν σε πολύ δύσκολη θέση. Ο διοικητής τους διέταξε, «Επίθεση όλοι!».

Ο Abrash ρώτησε αν αυτό συμπεριλάμβανε και εκείνον. Στη σύγχυση της στιγμής, δίχως νξα σταματήσει να σκεφτεί ο διοικητής είπε, «Ναι». Με γυμνά χέρια, ο Abrasha όρμησε στην επίθεση με τους συντρόφους του.

Δεν μπορούσε να βρει κατάλληλο καταφύγιο έξω από το γκέτο. Αναγκάζονταν να τριγυρνά, περνώντας μια μέρα εδώ και μια νύχτα εκεί. Η γυναίκα του, η Luba, κρυβόταν σε ένα μέρος, τα δυο του παιδιά σε άλλο. Ο θάνατος παραμόνευε κάθε του βήμα. Μια νύχτα, στο 28 της Οδού Ντλούγκα, η Γκεστάπο τον έπιασε. Προσπάθησε να φτιάξει σκοινί από τα σεντόνια για ξεφύγει από το παράθυρο. Χρειάστηκε να πηδήξει από τον τρίτο όροφο και έσπασε το ένα ή και τα δυο του πόδια. Δεν μάθαμε ποτέ με βεβαιότητα…

Την ίδια μέρα που βγήκε από τον υπόνομο, οι schmaltzovniks βρήκαν τον Welvel Rosovsky, έναν από βασικούς ηγέτες της εξέγερσης. Οι βδέλλες ρούφηξαν κάθε δεκάρα που είχε και μετά ήθελαν και άλλα. Με μεγάλο κίνδυνο, εγκατέλειψε τη κρυψώνα του στο Ζόλιμπος και πήγε στη πόλη για να μαζέψει χρήματα  για τους εκβιαστές. Καθώς έτρεχε να επιστρέψει πριν την απαγόρευση κυκλοφορίας, τον σταμάτησε ένας Γερμανός αξιωματούχος του σιδηροδρόμου που τον σκότωσε.

 

Το γκέτο φλέγονταν ακόμη. Οι λιγοστοί Εβραίοι στην Άρια πλευρά ζούσαν με το συνεχή φόβο μην πέσουν στα χέρια των Ναζί. Τότε, ξαφνικά, εμφανίστηκε μια αχτίδα ελπίδας.

Στη διάρκεια του Μαΐου κυκλοφορούσαν φήμες πως η Γκεστάπο είχε λάβει ένα μεγάλο αριθμό βίζες από ξένα προξενεία για πολίτες ουδέτερων χωρών. Σύμφωνα με τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν, οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που προορίζονταν οι βίζες δεν ήταν πια εν ζωή. Η Γκεστάπο ήταν έτοιμη να πουλήσει αυτές τις βίζες σε άλλα άτομα για μεγάλα χρηματικά ποσά και να τους επιτρέψει να πάρουν τη ταυτότητα των νεκρών.

Οι Εβραίοι πράκτορες της Γκεστάπο (ΣτΜ: Żagiew, Πυρσός ή Żydowska Gwardia Wolności, Εβραική Απελευθερωτική Φρουρά, δοσιλογική οργάνωση που χρηματοδοτούνταν από την Γκεστάπο για τον εντοπισμό και σύλληψη Εβραίων που μετείχαν στην αντίσταση), όπως οι Koening, Adam, και άλλοι, ήταν οι «επίσημοι» αντιπρόσωποι της Γκεστάπο σε αυτές τις συναλλαγές. Εκείνοι που πήραν τις βίζες θα πήγαιναν προσωρινά σε ειδικά στρατόπεδα κοντά στο Βίτελ και το Ανόβερο και μετά θα στέλνονταν εκτός χώρας.

Ένα γραφείο είχε δημιουργηθεί στο Ξενοδοχείο Ιμπέριαλ στην Οδό Τσμέλνα για την καταγραφή των ξένων πολιτών. Η προσέλευση ήταν τόσο μεγάλη που δεν υπήρχε χώρος για όλους τους αιτούντες, έτσι το γραφείο μεταφέρθηκε στο Ξενοδοχείο Πόλσκι στο 29 της Οδού Ντλούγκα. Από το ξενοδοχείο όσοι καταγράφονταν μεταφέρονταν στη φυλακή Πάβιακ όπου κρατούνταν στο γυναικείο τομέα, περιμένοντας να μεταφερθούν στο Βίτελ και το Ανόβερο.

Αυτοί οι «ξένοι πολίτες» είχαν τη δυνατότητα να πάρουν μαζί τους αποσκευές και πολύτιμα αντικείμενα. Πολλοί που φοβόντουσαν να κρατούν πάνω τους μεγάλα χρηματικά χρήματα τα άλλαξαν με χρυσό ή κοσμήματα.

Ήταν μια καλή επιχείρηση για τη Γκεστάπο. Ολόκληρες οικογένειες εναπόθεσαν τις ελπίδες τους για σωτηρία σε αυτό το σχέδιο. Με χαρά πλήρωναν δεκάδες χιλιάδες ζλότι για ένα μόνο διαβατήριο. Ξέρω μια οικογένεια που πλήρωσε 75000 ζλότι. Από το Βιτέλ, το Ανόβερο και άλλα μέρη έρχονταν γράμματα περιγράφοντας την εξαιρετική μεταχείριση υπό τον Ερυθρό Σταυρό. Τα γράμματα αυτά ενίσχυσαν τη πίστη για αυτή την οδό προς την ασφάλεια, και η επιθυμία για αγορά διαβατηρίων μεγάλωσε.

Η οργάνωση Joint  Distribution Committee (JDC) συνεισέφερε οικονομικα  στην απόκτηση διαβατηρίων για κάποιους από τους ηγέτες της οργάνωσης. Ο διευθυντής της JDC, Guzik, έμενε στο Ξενοδοχείο Πόλσκι, βοηθώντας το κόσμο να καταγραφεί για τα διαβατήρια. Ο Guzik πίστευε τόσο πολύ στο σχέδιο που προμήθευσε με διαβατήρια τον ίδιο του τον αδερφό και την οικογένεια του.

Τότε η αντιστασιακή πολωνική κυβέρνηση έβγαλε μια ανακοίνωση. Σύμφωνα με πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της, όλα αυτά ήταν απλά ένα κόλπο της Γκεστάπο για να κερδίσει σε εμπιστοσύνη, μια παγίδα για να συγκεντρώσει τους εναπομείναντες Εβραίους και να τους καταστρέψει.

Η δική μας αντίσταση είχε βάσιμες υποψίες για το σχέδιο αυτό από την αρχή. Οι προειδοποιήσεις μας όμως δεν εισακούστηκαν, ιδιαίτερα καθώς ήταν γνωστό πως πολλοί Εβραίοι πράκτορες της Γκεστάπο έβγαζαν τις οικογένειες τους έξω από τη χώρα με αυτά τα διαβατήρια. Ο Adam, για παράδειγμα, έστειλε όλη του την οικογένεια τις πρώτες μέρες της καταγραφής, και μετά πήγε και ο ίδιος. Ο Ganzweich, ο ηγέτης της Ομάδας 13 (ΣτΜ: δοσιλογική οργάνωση που υπάγονταν απευθείας στην Γκεστάπο, γνωστή ως Εβραϊκή Γκεστάπο, επίσης υπεύθυνη για την μαύρη αγορά στο γκέτο της Βαρσοβίας), των άσχημων αναμνήσεων, έστειλε την ίδια του τη γυναίκα. η πολύ γνωστή χορεύτρια και πράκτορας της Γκεστάπο, Μαντάμ Machno πήγε, και πολλοί άλλοι σημαντικοί και μικρότεροι ξιωματούχοι της Εβραϊκής Αστυνομίας (ΣτΜ: Judenrat).

Ένα βράδυ η Γκεστάπο εισέβαλε στο Ξενοδοχείο Πόλσκι. Δεκάδες που δεν είχαν ακόμη καταχωρηθεί συνελήφθησαν και την επόμενη μέρα εκτελέστηκαν. Παρόλα αυτά οι απελπισμένοι αρνήθηκαν να ακούσουν οποιαδήποτε προειδοποίηση και εισέβαλαν στο Ξενοδοχείο Πόλσκι προσφέροντας οτιδήποτε για μια βίζα με το όνομα κάποιου πεθαμένου. Ο κάτοχος βίζας θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό πέρα από κάθε τι. Οι φίλοι του τον θεωρούσαν αναστημένο κουφάρι. Στο Ξενοδοχείο Πόλσκι υπήρχε μια συνεχής σειρά από χαρούμενα πάρτι για να γιορταστούν οι νεοαποκτηθείσες βίζες.

Η καμπάνια του Ξενοδοχείου Πόλσκι κράτησε μέχρι το Δεκέμβριο του 1943. Το Φεβρουάριο του 1944 λάβαμε τα τραγικά νέα πως οι προειδοποιήσεις μας ήταν ολόσωστες. Όλοι όσοι είχαν πάει στο Βίτελ, το Ανόβερο, και στα άλλα στρατόπεδα για «ξένους πολίτες» είχαν δολοφονηθεί.

Το γκέτο κάπνιζε ακόμη και τρεμόπαιζε σαν κερί που έσβηνε. Μπορούσαμε ακόμη να ακούσουμε τον ήχο εκρήξεων και περιστασιακούς πυροβολισμούς. Μάθαμε πως μια μεγάλη ομάδα Εβραίων είχε πιαστεί ζωντανή. Κάποιοι στάλθηκαν για εργασία στα στρατόπεδα στο Τραβίνκι και στο Πονιάτοφ και κάποιοι στα στρατόπεδα θανάτου στην Τρεμπλίνκα και το Μάιντανεκ.

Τον Ιούνιο οι Γερμανοί στρατολόγησαν Πολωνούς εργάτες για να καθαρίσουν τα ερείπια, να γκρεμίσουν τα ετοιμόρροπα κτίρια, και να μαζέψουν κάθε σίδερο ή άλλο χρήσιμο μέταλλο μπορούσαν. Επίσης σχημάτισαν μια ξεχωριστή μονάδα εργασίας με εβραίους από την Ελλάδα, τη Γαλλία, τη Ρουμανία, και την Ουγγαρία που είχαν μεταφερθεί από διάφορα στρατόπεδα εργασίας. Φορούσαν στολές φυλακής με ριγέ παντελόνια και γκρίζες μπλούζες και έμεναν στην Γκενσούφκα, τα κτίρια στην Οδό Γκένσα που κάποτε στέγαζαν τους θεσμούς της εβραϊκής κοινότητας. Οι Πολωνοί και οι Εβραίοι εργάζονταν σε πλήρη απομόνωση μεταξύ τους και δεν επιτρέπονταν να επικοινωνούν. Οι Εβραίοι εργάτες ήταν φυλακισμένοι από στρατόπεδα και αντιμετωπίζονταν ως τέτοιοι. Οι Πολωνοί ήταν εθελοντές και τους επιτρέπονταν να μπαίνουν και να βγαίνουν από το κατεστραμμένο γκέτο.

Οι Πολωνοί εργάτες ανέλαβαν τη δουλειά ηθελημένα. Στα κατεστραμμένα καταφύγια βρήκαν αποθήκες με τρόφιμα, ρούχα, και κρυμμένα τιμαλφή. Τα πτώματα είχαν χρυσά δόντια, δαχτυλίδια, ρολόγια, σκουλαρίκια, και ούτω καθεξής. Ένας Πολωνός μου έδειξε ένα μικρό ασημένιο Μενόρα (ΣτΜ: το θρησκευτικό κηροπήγιο με επτά θέσεις) που βρήκε στα ερείπια. Ένας άλλος βρήκε ένα απόθεμα δερμάτων και μια μεγάλη συλλογή με ξένα γραμματόσημα. Μια στο τόσο έπεφταν πάνω σε ζωντανούς Εβραίους που αντάλλασσαν οτιδήποτε μπορεί να είχαν για λίγο φαγητό. Ένας από τους Πολωνούς εργάτες μου είπε πως ένας φίλος του είχε εκτελεστεί από τους Γερμανούς επειδή κράτησε επαφή  με Εβραίους που κρύβονταν σε ένα καταφύγιο. Μέχρι τα τέλη του Ιουλίου παίρναμε μηνύματα μέσω Πολωνών εργατών από Εβραίους στα καταφύγια, παρακαλώντας μας να τους στείλουμε φαγητό και άλλα είδη άμεσης ανάγκης.

Πολλούς μήνες μετά την εξέγερση, μπορούσες να ακούσεις τις εκρήξεις των κατεδαφίσεων. Η εκκαθάριση των ερειπίων ήταν δουλειά που θα κρατούσε πολύ. Τα πτώματα που αποσυντίθονταν κάηκαν. Οι Γερμανοί έχτισαν δυο μικρούς σιδηροδρόμους για να βγάζουν ότι σώζονταν έξω από τα ερείπια. Ο ένας περνούσε μέσα από το Εβραϊκό Κοιμητήριο στην Οκόποβα, και ό άλλος μέσα από την Οδό Μπονιφρατέρσκα.

Όταν τέλειωσαν οι Γερμανοί, τίποτα δεν είχε μείνει στο γκέτο. Πέρα από ένα μεγάλο πεδίο από ερείπια, που έφταναν σε ύψος τριών ορόφων.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s