Κείμενο που περιλαμβάνεται στην ανθολογία δοκιμίων The Stars Down to Earth (Routledge, 2001). O Theodor W. Adorno (1903-1969) ήταν φιλόσοφος, κοινωνιολόγος, ψυχολόγος και συνθέτης, ήταν μέλος της λεγόμενης Σχολής της Φρανκφούρτης. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Οι παρατηρήσεις που περιέχονται στο παρόν άρθρο βασίζονται σε τρεις μελέτες που πραγματοποιήθηκαν από Ερευνητικό Σχέδιο πάνω στον Αντισημιτισμό υπό την επίβλεψη του Ινστιτούτου Κοινωνικής Μελέτης στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Οι μελέτες αυτές αναλύουν ένα ευρύ σύνολο αντιδημοκρατικής και αντισημιτικής προπαγάνδας, που αποτελείται κυρίως στενογραφημένες απομαγνητοφωνήσεις ραδιοφωνικών αγγελμάτων κάποιων προπαγανδιστών στη Δυτική Ακτή, φυλλάδια, και εβδομαδιαίες δημοσιεύσεις. Είναι κυρίως ψυχολογικής φύσης, αν και συχνά αγγίζουν οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. Κατά συνέπεια, είναι η ψυχολογική πτυχή της ανάλυσης της προπαγάνδας παρά το αντικειμενικό περιεχόμενο της προπαγάνδας που μελετάται εδώ. Στόχος δεν είναι ούτε μια συνολική ανάλυση των μεθόδων που χρησιμοποιούνται, ούτε η διατύπωση μιας ολοκληρωμένης ψυχαναλυτικής θεωρίας αντιδημοκρατικής προπαγάνδας. Επιπλέον, γεγονότα και ερμηνείες, που γενικά είναι γνωστές σε όσους γνωρίζουν την ψυχανάλυση έχουν παραληφθεί. Ο στόχος ήταν, αντίθετα, να δείξω μερικά ευρήματα, τα οποία, ωστόσο αν και πρωταρχικά και αποσπασματικά, μπορεί να απαιτούν περαιτέρω ψυχαναλυτική εκτίμηση.

Το ίδιο το υλικό που μελετήθηκε δείχνει μια ψυχολογική προσέγγιση. Έχει επινοηθεί με μάλλον ψυχολογικούς παρά με αντικειμενικούς όρους. Στοχεύει στο να κερδίσει το κόσμο με το να στοχεύει στους υποσυνείδητους μηχανισμούς παρά με το να παρουσιάσει ιδέες και επιχειρήματα. Όχι μόνο είναι η ρητορική τεχνική των φασιστών ρητόρων μιας πονηρής άλογης, ψευδοεπιστημονικής φύσης· πολύ πέρα από αυτό, θετικά πολιτικά προγράμματα, υποθέσεις, όχι κάθε συμπαγής πολιτική ιδέα δεν παίζουν παρά μικρό ρόλο συγκριτικά με το ψυχολογικό ερέθισμα που εφαρμόζεται στο ακροατήριο. Από αυτά τα ερεθίσματα είναι και από άλλες πληροφορίες που μπορούμε να αναγνωρίσουμε αυτές τις ομιλίες ως φασιστικές παρά από τις ασαφείς, συγκεχυμένες πλατφόρμες τους.

Ας λάβουμε υπόψιν τρία χαρακτηριστικά της κατά κύριο λόγο ψυχολογική προσέγγιση της τωρινής αμερικάνικης φασιστικής προπαγάνδας.

(1) Είναι προσωποποιημένη προπαγάνδα, ουσιαστικά μη αντικειμενική. Οι προπαγανδιστές δαπανούν μεγάλο μέρος του χρόνου τους μιλώντας είτε για τους ίδιους ή για τα ακροατήρια τους. Παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως μοναχικούς λύκους, ως υγιείς, ακέραιους Αμερικανούς πολίτες με στιβαρά ένστικτα, ως ανιδιοτελείς και ακούραστους· και μοιράζονται ασταμάτητα πραγματικές ή φανταστικές πληροφορίες γύρω από τις ζωές τους ή εκείνες των οικογενειών τους. Επιπλέον, παρουσιάζονται να δείχνουν έντονο ενδιαφέρον γύρω από τις μικρές καθημερινές ανησυχίες των ακροατών τους, τους οποίους παρουσιάζουν ως φτωχούς πλην τίμιους, με κοινή λογική αλλά όχι διανοούμενους, γηγενείς χριστιανούς. Ταυτίζουν τους εαυτούς τους με τους ακροατές τους και δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο ότι είναι ταυτόχρονα ταπεινοί κοινοί άνθρωποι αλλά και ηγέτες μεγάλου διαμετρήματος. Συχνά αναφέρονται στους ίδιους ως απλούς αγγελιοφόρους εκείνου που πρόκειται να έρθει – ένα κόλπο που είναι ήδη γνωστό από τους λόγους του Hitler. Αυτή η τεχνική σχετίζεται στενά με την αντικατάσταση του συλλογικού εγώ με την πατρική εικονογραφία. Ένα ακόμη αγαπημένο σχέδιο προσωποποίησης είναι να εμμένουν σε μικρές οικονομικές ανάγκες και να ζητούν μικρά χρηματικά ποσά. Οι προπαγανδιστές απορρίπτουν κάθε προσποίηση ανωτερότητας, αφήνοντας να εννοηθεί πως ο ηγέτης που θα έρθει είναι εξίσου αδύναμος όπως οι αδελφοί του αλλά που τολμά να ομολογήσει την αδυναμία του δίχως δισταγμό, και κατά συνέπεια πρόκειται να μεταμορφωθεί σε δυνατό άνδρα.

(2) Όλοι αυτοί οι δημαγωγοί αντικαθιστούν το σκοπό με τα μέσα. Φλυαρούν για «αυτό το μεγάλο κίνημα», για την οργάνωση τους, για μια γενικότερη Αμερικάνικη Αναγέννηση που ελπίζουν να υλοποιήσουν, αλλά πολύ σπάνια μιλάνε στο τι υποτίθεται πως θα οδηγήσει ένα τέτοιο κίνημα, για ποιο πράγμα είναι ικανή η οργάνωση,  ή τι πρόκειται πετύχει θετικά αυτή η μυστήρια αναγέννηση. Εδώ βλέπουμε ένα τυπικό παράδειγμα μιας περίσσιας περιγραφής της ιδέας της αναγέννησης από ένα από τον πιο επιτυχημένο προπαγανδιστή της Δυτικής Ακτής:

«Φίλε μου, δεν υπάρχει παρά μόνο ένας τρόπος για να φτάσουμε στην αναγέννηση και όλη η Αμερική πρέπει να φτάσει στην αναγέννηση αυτή, όλες οι εκκλησίες. Η ιστορία της μεγάλης Ουαλικής αναγέννησης είναι ακριβώς αυτό. Οι άνθρωποι αναζητούν απεγνωσμένα την αγιότητα του Θεού στο κόσμο, και αρχίζουν να προσεύχονται, και αρχίζουν να ζητούν να έρθει μια αναγέννησης(!) και όπου πήγαν οι άνδρες και οι γυναίκες υπήρχε η αναγέννηση».

Ο εγκωμιασμός της δράσης, του ότι κάτι συμβαίνει, ταυτόχρονα εξολοθρεύει και αντικαθιστά το σκοπό του αποκαλούμενου κινήματος. Ο στόχος είναι «να μπορέσουν να δείξουν στο κόσμο πως υπάρχουν πατριώτες, θεοσεβούμενοι χριστιανοί, άνδρες και γυναίκες, που είναι ακόμη πρόθυμοι να δώσουν τις ζωές τους για το σκοπό του Θεού, την οικογένεια και την πατρίδα».

(3) Αφού ο βασικός σκοπός αυτής της προπαγάνδας είναι να προωθήσει τα μέσα, η ίδια η προπαγάνδα γίνεται το απόλυτο περιεχόμενο. Με άλλα λόγια, η προπαγάνδα λειτουργεί σαν ένα είδος εκπλήρωσης των επιθυμιών. Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα μοτίβα. Στους ανθρώπους «επιτρέπεται η είσοδος»,  λαμβάνουν υποτίθεται την εσωτερική πληροφόρηση, είναι έμπιστοι, αντιμετωπίζονται σαν ελίτ που τους αξίζει να γνωρίζουν τα ανατριχιαστικά μυστήρια που μένουν κρυφά από τους εκτός κύκλου. Το πάθος για κουτσομπολιό ενθαρρύνεται και ικανοποιείται ταυτόχρονα. Σκανδαλοθηρικές ιστορίες, κυρίως φανταστικές, ιδιαίτερα σεξουαλικών υπερβολών και κτηνωδιών λέγονται συνεχώς· η αγανάκτηση προς τη βρωμιά και την σκληρότητα δεν είναι παρά μια λεπτή, μια σκόπιμα διάφανη εκλογίκευση της ευχαρίστησης που αυτές οι ιστορίες προσφέρουν στον ακροατή. Περιστασιακά υπάρχει κάποια παραδρομή του λόγου με την οποία αποκαλύπτεται με ευκολία πως η σκανδαλοθηρία είναι στόχος η ίδια. Έτσι ένας συγκεκριμένος δημαγωγός της Δυτικής Όχθης κάποτε υποσχέθηκε να αποκαλύψει στην επόμενη ομιλία του όλες τις λεπτομέρειες γύρω από ένα ψεύτικο διάταγμα σύμφωνα με το οποίο η σοβιετική κυβέρνηση οργάνωνε την εκπόρνευση των Ρωσίδων γυναικών. Ανακοινώνοντας αυτή την ιστορία, ο ομιλητής είπε πως δεν υπήρχε πραγματικός άνδρας που δεν θα ανατρίχιαζε η ράχη του ακούγοντας τα γεγονότα. Η ασάφεια που υπονοείται σε αυτό το τέχνασμα «της ανατριχίλας» είναι προφανής.

Ως ένα βαθμό, όλες αυτά τα μοτίβα μπορούν να εξηγηθούν λογικά. Πολύ λίγοι Αμερικάνοι προπαγανδιστές θα τολμούσαν ποτέ να ομολογήσουν ανοιχτά φασιστικούς και αντιδημοκρατικούς στόχους. Αντίθετα από τη Γερμανία, η δημοκρατική ιδεολογία σε αυτή τη χώρα έχει δημιουργήσει συγκεκριμένα ταμπού, η παραβίαση των οποίων μπορεί να ριψοκινδυνεύσει τους ανθρώπους που εμπλέκονται με ανατρεπτικές δραστηριότητες. Έτσι εδώ οι φασίστες δημαγωγοί είναι πολύ πιο περιορισμένοι σε αυτά που μπορούν να πουν, για λόγους τόσο πολιτικής λογοκρισίας όσο και ψυχολογικής στρατηγικής. Επιπλέον, μια συγκεκριμένη ασάφεια όσον αφορά τους πολιτικούς στόχους είναι έμφυτη στον ίδιο τον Φασισμό. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην εγγενώς μη θεωρητική του φύση, εν μέρει στο γεγονός πως στο τέλος θα προδώσει τους ακόλουθούς του και έτσι οι ηγέτες του πρέπει να αποφύγουν να κάνουν κάποια συγκεκριμένη δέσμευση την οποία πρέπει να υλοποιήσουν αργότερα. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι όσον αφορά τη τρομοκρατία και τα κατασταλτικά μέτρα, ο Φασισμός κατ’ εξακολούθηση πάει πέρα από ότι έχει ανακοινώσει. Ο απολυταρχισμός σημαίνει να μη γνωρίζεις όρια, να μην αφήνεις στιγμή ανάσας, κατάκτηση με απόλυτη κυριαρχία, απόλυτη εξολόθρευση του επιλεγμένου εχθρού. Όσον αφορά αυτή την έννοια του φασιστικού «δυναμισμού», κάθε ξεκάθαρο πρόγραμμα θα λειτουργούσε ως περιορισμός, ένα είδος εγγύησης ακόμη και για τον αντίπαλο. Είναι σημαντικό για την απολυταρχική διακυβέρνηση να μην είναι εγγυημένο τίποτα, κανένα όριο να μην υπάρχει για την αδίστακτη αυθαιρεσία.

Τέλος πρέπει να έχουμε στο νου πως ο ολοκληρωτισμός θεωρεί τις μάζες όχι ως άτομα με αυτοδιάθεση που αποφασίσουν ορθολογικά την δική τους μοίρα και ως εκ τούτου να αντιμετωπίζονται ως ορθολογικά υποκείμενα, αλλά ως απλά αντικείμενα διοικητικών μέτρων διδάσκονται πάνω από όλα να είναι αφανή και να υπακούν στις εντολές.

Το τελευταίο σημείο ωστόσο απαιτεί μια κάπως πιο προσεκτική διερεύνηση αν είναι να σημαίνει κάτι σπουδαιότερο από την κοινότοπη φράση περί μαζικής ύπνωσης υπό το Φασισμό. Είναι ιδιαίτερα αμφίβολο αν κάποια πραγματική ύπνωση συμβαίνει στα αλήθεια στο Φασισμό, ή αν δεν αποτελεί μια βολική μεταφορά που επιτρέπει στον παρατηρητή να απαλλαγεί από την ανάγκη περαιτέρω ανάλυσης. Η κυνική αυστηρότητα είναι μάλλον πιο χαρακτηριστική στης φασιστικής νοοτροπίας από ότι η ψυχολογική νάρκωση. Επιπλέον, κανένας που είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει τις φασιστικές συμπεριφορές δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός πως ακόμη και εκείνα τα στάδια του συλλογικού ενθουσιασμού στα οποία αναφέρεται ο όρος «μαζική ύπνωση» έχουν ένα στοιχείο συνειδητής χειραγώγησης, από τον ηγέτη και ακόμη και από το ίδιο το μεμονωμένο υποκείμενο, το οποίο μετά βίας μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα ως απλά παθητική μετάδοση. Ψυχολογικά μιλώντας, το Εγώ παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο φασιστικό ανορθολογισμό για να δεχτεί μια ερμηνεία της υποτιθέμενης έκστασης μιας απλής έκφρασης του υποσυνείδητού. Υπάρχει πάντοτε κάτι αυτοαποκαλούμενο, αυτοχρισμένο, κίβδηλο γύρω από τη φασιστική υστερία που απαιτεί κριτική προσοχή αν η ψυχολογική θεωρία γύρω από το Φασισμό δεν πρέπει να υποταχθεί στα παράλογα συνθήματα που προωθεί ο ίδιος ο Φασισμός.

Τι θέλει λοιπόν ο φασιστικός και ιδιαίτερα ο αντισημιτικός προπαγανδιστικός λόγος να επιτύχει; Σίγουρα ο στόχος της δεν είναι ορθολογικός, δεν προσπαθεί να πείσει τους ανθρώπους, και παραμένει πάντοτε σε επίπεδο μη επιχειρηματολογίας. Σε αυτή τη σύνδεση δυο πράγματα αξίζουν λεπτομερή έρευνα:

(1) Η φασιστική προπαγάνδα επιτίθεται σε εικονικούς παρά σε πραγματικούς αντιπάλους, δηλαδή, χτίζει μια εικόνα του Εβραίου, ή του Κομμουνιστή, και την κομματιάζει, δίχως να ενδιαφέρεται κατά πόσο η εικονογραφία αυτή έχει σχέση με την πραγματικότητα.

(2) Δεν χρησιμοποιεί συλλογιστική λογική αλλά είναι μάλλον, ιδιαίτερα σε ρητορικές επιδείξεις, αυτό που ίσως μπορεί να αποκληθεί οργανωμένο πέταγμα ιδεών. Η σχέση μεταξύ υποθέσεων και συμπερασμάτων αντικαθίσταται από μια σύνδεση ιδεών που βασίζονται σε μια απλή ομοιότητα, συχνά μέσω συσχέτισης χρησιμοποιώντας την ίδια χαρακτηριστική φράση σε δυο προτάσεις που είναι λογικά άσχετες. Αυτή η μέθοδος όχι μόνο αποφεύγει τους μηχανισμούς ελέγχου της λογικής εξέτασης, αλλά επίσης κάνει ψυχολογικά ευκολότερο για τον ακροατή να τον «ακολουθήσει». Δεν έχει να κάνει απαιτητική σκέψη, αλλά μπορεί παραδοθεί παθητικά σε ένα ποταμό λέξεων μέσα στον οποίο κολυμπά.

Παρά αυτά τα μοτίβα παλινδρόμησης, ωστόσο, η αντισημιτική προπαγάνδα με κανένα τρόπο δεν είναι πλήρως ανορθολογική. Ο όρος ανορθολογισμός, είναι πολύ ασαφής για να περιγραφεί ικανοποιητικά ένα τόσο περίπλοκο ψυχολογικό φαινόμενο. Γνωρίζουμε, πάνω από όλα, πως η φασιστική προπαγάνδα, με όλη της την διεστραμμένη λογική και φανταστικές στρεβλώσεις, είναι συνειδητά σχεδιασμένη και οργανωμένη. Αν πρέπει να ονομαστεί ανορθολογική, τότε αντί της αυθόρμητης ανορθολογικότητας, χρησιμοποιείται ένας τύπος ψυχοτεχνικής που μοιάζει με την υπολογισμένη επίδραση που είναι εμφανής στις περισσότερες έκφρασης της σημερινής μαζικής κουλτούρας – όπως είναι στις ταινίες και στις σειρές. Ακόμη και αν είναι αλήθεια ωστόσο, αυτή η νοοτροπία του φασίστα δημαγωγού μοιάζει κάπως με την σύγχυση των πιθανών ακόλουθων του,  και πως οι ίδιοι οι ηγέτες «είναι υστερικοί ή ακόμη και παρανοϊκοί τύποι», έχουν μάθει, από την μακρά εμπειρία και το χαρακτηριστικό παράδειγμα του Hitler, πως να αξιοποιούν την δική τους νευρωτική ή ψυχωτική προδιάθεση για σκοπούς που είναι πλήρως προσαρμοσμένοι στην αρχή της πραγματικότητας (realitaetsgerecht). Οι συνθήκες που κυριαρχούν στην κοινωνία μας  τείνουν να μεταμορφώνουν την νεύρωση και ακόμη και την ήπια τρέλα σε προϊόν που ο ασθενής, μόλις διαπιστώσει πως πολλοί άλλοι έχουν μια σχέση με την δική του ασθένεια, μπορεί να πουλήσει με ευκολία. Ο φασίστας προπαγανδιστής είναι συνήθως εξαιρετικός πωλητής των ίδιων των ψυχολογικών του προβλημάτων. Αυτό είναι δυνατό μόνο εξαιτίας της ομοιότητας μεταξύ των οπαδών και του ηγέτη, και ο σκοπός της προπαγάνδας είναι να δημιουργηθεί μια συμφωνία μεταξύ τους παρά να μεταδοθούν ιδέες ή συναισθήματα τα οποία δεν είναι δικά τους εξαρχής. Έτσι, το πρόβλημα της πραγματικής ψυχολογικής φύσης της φασιστικής προπαγάνδας μπορεί να τεθεί ως εξής: Από τι αποτελείται αυτός ο δεσμός μεταξύ ηγέτη και οπαδών μέσα στη προπαγανδιστική συνθήκη;

Ένα πρώτο στοιχείο μας το προσφέρει η παρατήρηση μας πως αυτός ο τύπος προπαγάνδας λειτουργεί ως ικανοποίηση. Μπορούμε να την συγκρίνουμε με το κοινωνικό φαινόμενο της σαπουνόπερας. Όπως η νοικοκυρά που απολαμβάνει τις δυσκολίες και τις καλές πράξεις της αγαπημένης της ηρωίδα στον αέρα για περίπου ένα τέταρτο της ώρας, αισθάνεται μια παρόρμηση να αγοράσει το σαπούνι που πουλά ο χορηγός, έτσι και ο ακροατής του έργου της φασιστικής προπαγάνδας, αφού αντλήσει ευχαρίστηση από αυτό, δέχεται την ιδεολογία που αντιπροσωπεύει ο ομιλητής από ευγνωμοσύνη για το σώου. Πραγματικά η λέξη «σώου» είναι η σωστή λέξη. Το επίτευγμα του αυτοπροσδιοριζόμενου ηγέτη είναι μια απόδοση παρόμοια με του θεάτρου, του αθλητισμού, και των αποκαλούμενων θρησκευτικών αναγεννήσεων. Είναι χαρακτηριστικό των φασιστών δημαγωγών το ότι καυχιόνται πως υπήρξαν ήρωες του αθλητισμού στα νιάτα τους. Αυτός είναι ο τρόπος που συμπεριφέρονται. Κλαίνε και οδύρονται, πολεμούν το Διάβολο σε ένα είδος παντομίμας, και βγάζουν τα σακάκια τους όταν επιτίθενται «σε αυτές τις μοχθηρές δυνάμεις».

Οι τύποι των ηγετών φασιστών χαρακτηρίζονται συχνά υστερικοί. Δεν έχει σημασία πως καταλήγουν στην συμπεριφορά, η υστερική τους συμπεριφορά εκπληρώνει μια συγκεκριμένη λειτουργία. Αν και πραγματικά μοιάζουν με τους ακροατές τους σε πολλές πτυχές, διαφέρουν από εκείνους σε μια σημαντική: δεν έχουν αναστολές στο να εκφράζονται. Λειτουργούν ως μεσολαβητές για τους δίχως λόγο ακροατές τους με το να κάνουν και να λένε αυτό που θα ήθελαν να πουν ή να κάνουν εκείνοι, αλλά δεν είναι σε θέση ή δεν έχουν το θάρρος να το κάνουν. Παραβιάζουν τα ταμπού που έχει βάλει η κοινωνία της μεσαίας τάξης σε κάθε εκφραστική συμπεριφορά εκ μέρους του κανονικού, ορθολογικού πολίτη. Κάποιος μπορεί να πει μερικές από τις συνέπειες της φασιστικής προπαγάνδας επιτυγχάνεται μέσα από αυτή τη τομή. Οι φασίστες δημαγωγοί αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα επειδή ρισκάρουν να γελοιοποιηθούν.

Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι γενικά το βρίσκουν δύσκολο να κατανοήσουν την επίδραση που είχαν οι ομιλίες του Hitler επειδή ακούγονταν τόσο ανειλικρινείς, κοινότοποι, ή όπως λένε στα γερμανικά verlogen. Αλλά είναι παραπλανητική ιδέα, το πως οι λεγόμενοι κοινοί άνθρωποι νοιώθουν μια αμείωτη έλξη για το αυθεντικό και το ειλικρινές, και πως περιφρονούν του ψεύτικο. Ο Hitler ήταν αγαπητός, όχι παρά τα φτηνά του κόλπα, αλλά ακριβώς εξαιτίας τους, εξαιτίας των φτηνών του τόνων και των θεατρινισμών του. Γίνονται αντιληπτοί ως τέτοιοι και εκτιμώνται. Πραγματικοί λαϊκοί καλλιτέχνες όπως ο Girardi με τα Fiakerlied του, ήταν πραγματικά σε επαφή με το κοινό τους και χρησιμοποιούσαν πάντοτε αυτό που μας φαίνεται ως «φάλτσες νότες». Βρίσκουμε παρόμοιες εκφράσεις συνεχώς σε μεθυσμένους που έχουν χάσει τις αναστολές τους. η αισθηματικότητα του κοινού ανθρώπου δεν είναι με κανένα τρόπο πρωτόγονο, αστόχαστο συναίσθημα. Το αντίθετο, είναι μια πρόφαση, μια φανταστική, άτσαλη απομίμηση πραγματικού συναισθήματος, συχνά ανασφαλές και ελαφρώς περιφρονητικό ως προς τον εαυτό του. Αυτή η φαντασία είναι το ζωικό στοιχείο των παραστάσεων των φασιστών προπαγανδιστών.

Η κατάσταση που δημιουργείται από αυτή την επίδειξη μπορεί να χαρακτηριστεί τελετουργική. Η φαντασίωση του προπαγανδιστή ρήτορα, το κενό μεταξύ της προσωπικότητας του ομιλητή και το περιεχόμενο και το χαρακτήρα των εκφράσεων του μπορούν να αποδοθούν στο τελετουργικό ρόλο που εκείνος αναλαμβάνει αλλά και αναμένεται από αυτόν. Η τελετουργία αυτή, ωστόσο είναι απλά μια συμβολική αποκάλυψη της ταυτότητας που εκφέρει λεκτικά, μια ταυτότητα που οι ακροατές αισθάνονται και σκέφτονται, αλλά που δεν μπορούν να εκφράσουν. Αυτό είναι που θέλουν να κάνει, ούτε να πειστούν, ούτε ουσιαστικά να υποδαυλιστούν σε βαθμό μανίας, αλλά να τους παρουσιάζονται οι δικές τους ιδέες. Η ικανοποίηση που λαμβάνουν που λαμβάνουν από την προπαγάνδα βρίσκεται κυρίως στην επίδειξη αυτής της ταυτότητας, ανεξάρτητα πόσο μακριά πάει, είναι ένα είδος θεσμοθετημένης εξιλέωσης της δικής τους μη ικανότητας άρθρωσης μέσα από την φλυαρία το ομιλητή. Αυτή η πράξη αποκάλυψης, και η προσωρινή εγκατάλειψη της υπεύθυνης, συγκρατημένης σοβαρότητας είναι το χαρακτηριστικό μοτίβο της προπαγανδιστικής τελετής. Σίγουρα, μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτή την πράξη ταυτοποίησης ως ένα φαινόμενο συλλογικής οπισθοδρόμησης. Δεν είναι απλά μια υποχώρηση σε παλιότερα, πρωτόγονα συναισθήματα αλλά μάλλον η υποχώρηση προς μια τελετουργική νοοτροπία στην οποία η έκφραση των συναισθημάτων επικυρώνεται από την ικανότητα ενός κοινωνικού ελέγχου. Σε αυτό το πλαίσιο έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί πως ένας από τους αποτελεσματικότερους και επικίνδυνους δημαγωγούς της Δυτικής Ακτής προέτρεπε ξανά και ξανά τους ακροατές του να αφεθούν σε κάθε είδος συναισθήματος, να δώσουν χώρο στα αισθήματα τους, να φωνάξουν και χύσουν δάκρυα, κάνοντας επίμονη επίθεση στο συμπεριφορικό μοτίβο του άκαμπτου αυτοέλεγχου που προήλθε από τα καθιερωμένα θρησκευτικά δόγματα και από τη συνολική Πουριτανική παράδοση.

Αυτή η χαλάρωση του αυτοελέγχου, η ένωση των παρορμήσεων κάποιου με το τελετουργικό σχήμα σχετίζεται στενά με την καθολική ψυχολογική αποδυνάμωση του αυτόνομου ατόμου.

Μια περιεκτική θεωρία της φασιστικής προπαγάνδας θα ήταν ισοδύναμη με την ψυχαναλυτική αποκρυπτογράφηση της λίγο πολύ άκαμπτης τελετής που πραγματοποιείται σε κάθε ένα από τα φασιστικά διαγγέλματα. Ο σκοπός αυτού του άρθρου επιτρέπει μόνο μια σύντομη αναφορά σε μερικά χαρακτηριστικά αυτής της τελετής.

(1) Πάνω από όλα υπάρχει μια εκπληκτική στερεοτυπία σε όλο το υλικό της φασιστικής προπαγάνδας που μας είναι γνωστό. Όχι μόνο κάθε μεμονωμένος ομιλητής επαναλαμβάνει τα ίδια μοτίβα ξανά και ξανά, αλλά οι διαφορετικοί ομιλητές χρησιμοποιούν τις ίδιες κοινοτοπίες. Πιο σημαντικό, φυσικά, είναι η διάκριση άσπρου μαύρου, εχθρός και φίλος. Τα στερεότυπα δεν αφορούν μόνο στην συκοφαντία ή σε πολιτικές ιδέες, όπως η απόρριψη του Κομμουνισμού ή του τραπεζικού κεφαλαίου, αλλά είναι επίσης και σε απόμακρα θέματα και συμπεριφορές. Έχουμε συνοψίσει σε μια λίστα τα τυπικά ψυχολογικά τεχνάσματα που χρησιμοποιούνται πρακτικά από κάθε φασίστα προπαγανδιστή, που μπορούν να διακριθούν σε όχι περισσότερους από τριάντα τύπους. Πολλοί από αυτούς έχουν αναφερθεί ήδη, όπως το τέχνασμα του μοναχικού λύκου παραπάνω, η ιδέα της ακαταπονησίας, της διωκόμενης αθωότητας, του σπουδαίου μικρού ανθρώπου, η εξύμνηση της κίνησης ως τέτοιας, και ούτω καθ’ εξής. Φυσικά, η ομοιομορφία αυτών των μηχανισμών μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στην αναφορά σε μια κοινή πηγή, όπως το Ο Αγών Μου του Hitler, ή ακόμη από μια οργανωτική σύνδεση όλων των προπαγανδιστών, όπως φυσικά η περίπτωση στη Δυτική Ακτή. Ο λόγος όμως πρέπει να αναζητηθεί αλλού αν οι προπαγανδιστές σε πολλά διαφορετικά μέρη της χώρας χρησιμοποιούν τους ίδιους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, π.χ. οι ζωές τους έχουν απειληθεί και οι ακροατές τους θα μάθουν ποιος είναι υπεύθυνος αν η απειλή πραγματοποιηθεί – ένα περιστατικό που δεν πραγματοποιείται ποτέ. Αυτά τα μοτίβα είναι τυποποιημένα για ψυχολογικούς λόγους. Ο πιθανός φασίστα ακόλουθος επιθυμεί αυτή την αυστηρή επανάληψη, όπως το τζίττερμπαγκ επιζητά το καθιερωμένο μοτίβο των δημοφιλών τραγουδιών, και γίνεται έξαλλος όταν οι κανόνες του παιχνιδιού δεν ακολουθούνται αυστηρά. Η μηχανική εφαρμογή αυτών των μοτίβων είναι από τα ουσιαστικά στοιχεία της τελετής.

(2) Δεν είναι τυχαίο που πολλά πρόσωπα με μια ψεύτικη θρησκευτική νοοτροπία βρίσκονται μεταξύ των φασιστών προπαγανδιστών. Αυτό, φυσικά, έχει μια ψυχολογική πτυχή που θα συζητηθεί αργότερα. Ψυχολογικά, ωστόσο, τα απομεινάρια της ξεπερασμένης θρησκείας, εξουδετερωμένα και κενά κάποιου συγκεκριμένου δογματικού περιεχομένου, τίθενται στην υπηρεσία της φασιστικής τελετουργικής νοοτροπίας. Η θρησκευτική γλώσσα και οι θρησκευτικές φόρμες χρησιμοποιούνται ώστε να δώσουν την εντύπωση μιας εγκεκριμένης τελετής που πραγματοποιείται ξανά και ξανά από κάποια «κοινότητα».

(3) Το συγκεκριμένο θρησκευτικό περιεχόμενο όπως και το πολιτικό αντικαθίσταται από κάτι το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί προσωρινά ως λατρεία του υπαρκτού. Η νοοτροπία την οποία η Else Brunswik έχει ονομάσει «ταύτιση με το status quo» συνδέεται στενά με αυτή τη λατρεία. Οι μηχανισμοί που τονίζονται στο βιβλίο του McClung Lee για τον Αιδεσιμότατο Coughlin, όπως η τάση μιμητισμού ή το κόλπο της μαρτυρίας, αφήνοντας να εννοηθεί την στήριξη διάσημων ή επιτυχημένων ανθρώπων, είναι μόνο στοιχεία ενός πολύ μεγαλύτερου μοτίβου συμπεριφοράς. Ένας από τους προπαγανδιστές της Δυτικής Όχθης περιστασιακά συμβούλευε τους ακροατές του να ακολουθούν τη συμβουλή των ηγετών δίχως να προσδιορίζει τι είδους ηγέτες εννοούσε. Η ηγεσία ως τέτοια, κενή από κάθε εμφανή ιδέα ή στόχου, εξιδανικεύεται. Κάνοντας φετίχ την πραγματικότητα και τις καθιερωμένες σχέσεις εξουσίας τείνει, περισσότερο από κάθε τι, να προκαλέσει το άτομο να παραδοθεί και να ενταχθεί στο υποτιθέμενο κύμα του μέλλοντος.

(4) Ένα από τα εγγενή χαρακτηριστικά του φασιστικού τελετουργικού είναι το υπονοούμενο, μερικές φορές ακολουθούμενο από την πραγματική αποκάλυψη των γεγονότων που αφήνονται να εννοηθούν, αλλά τις περισσότερες φορές όχι. Μια λογική αιτία ξανά για αυτή τη τάση μπορεί να δοθεί με ευκολία: είτε ο νόμος ή τουλάχιστον οι κυρίαρχες συμβάσεις αποκλείουν ανοιχτές δηλώσεις φιλοναζιστικού ή αντισημιτικού χαρακτήρα, και ο ρήτορας που θέλει να μεταφέρει τέτοιες ιδέες πρέπει να στραφεί σε πιο έμμεσες μεθόδους. Μοιάζει πιθανό, ωστόσο, αυτό το υπονοούμενο χρησιμοποιείται, και καταναλώνεται, ως ικανοποίηση ως τέτοια. Για παράδειγμα, ο προπαγανδιστής  λέει «αυτές οι σκοτεινές δυνάμεις, ξέρετε ποιόν εννοώ», και το ακροατήριο με μιας αντιλαμβάνεται πως οι παρατηρήσεις του στρέφονται κατά των Εβραίων. Οι ακροατές έτσι αντιμετωπίζονται ως ένας εσωτερικό κύκλος που ήδη γνωρίζουν όλα όσα ο ρήτορας επιθυμεί να τους πει και συμφωνούν μαζί του πριν δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Η συμφωνία συναισθήματος και γνώμης μεταξύ ομιλητή και ακροατή, που αναφέρθηκε πρωτύτερα, θεμελιώνεται με υπονοούμενα. Λειτουργεί ως επιβεβαίωση της βασικής ταυτότητας μεταξύ ηγέτη και ακόλουθων. Φυσικά, οι ψυχαναλυτικές επιπτώσεις του υπονοούμενου προχωρούν πέρα από αυτές τις επιφανειακές παρατηρήσεις. Η αναφορά γίνεται εδώ στο ρόλο που αποδίδεται από τον Freud στις αναφορές στην αλληλεπίδραση μεταξύ του συνειδητού και του ασυνείδητου. Το φασιστικό υπονοούμενο τρέφεται από αυτό το ρόλο.

(5) Η εκτέλεση του τελετουργικού ως τέτοια λειτουργεί ως ένα μεγάλο βαθμό ως το απόλυτο περιεχόμενο της φασιστικής προπαγάνδας. Η ψυχανάλυση έχει δείξει τη σχέση της τελετουργικής συμπεριφοράς με την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή· και είναι προφανές πως το τυπικό φασιστικό τελετουργικό αποκάλυψης είναι ένα υποκατάστατο σεξουαλικής ικανοποίησης. Πέρα από αυτό, ωστόσο, ένας βαθμός εικασίας μπορεί να επιτραπούν όσον αφορά το ειδικό συμβολικό νόημα της φασιστικής τελετουργίας. Δεν είναι άστοχο να την ερμηνεύσουμε ως την θυσιαστήρια προσφορά. Αν η υπόθεση είναι σωστή πως η μεγάλη πλειονότητα των κατηγοριών και των αποτρόπαιων ιστοριών με τις οποίες είναι γεμάτες οι ομιλίες φασιστικής προπαγάνδας, είναι προβολές των ευχών των ρητόρων και των οπαδών τους, η συνολική συμβολική πράξη της αποκάλυψης που εξυμνείται σε κάθε προπαγανδιστική ομιλία εκφράζει, ανεξάρτητα πόσο καλυμμένα, τον τελετουργικό φόνο του επιλεγμένου εχθρού. Στη καρδιά του φασιστικού, αντισημιτικού προπαγανδιστικού τελετουργικού είναι η επιθυμία για τελετουργικό φόνο. Αυτό ενισχύεται από μια απόδειξη που προέρχεται από την καθημερινή ψυχοπαθολογία της φασιστικής προπαγάνδας. Τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε το θρησκευτικό στοιχείο στην αμερικάνικη φασιστική και αντισημιτική προπαγάνδα έχει αναφερθεί νωρίτερα. Ένας από τους φασίστες ραδιοφωνικούς ιεροκήρυκες της Δυτικής Ακτής είπε σε μια εκπομπή:

«Δεν βλέπεται πως εκτός και αν δοξάσουμε την ιερότητα του Θεού, πως εκτός και αν δεν ανακοινώσουμε την δικαιοσύνη του Θεού στον κόσμο μας, εκτός και αν δεν διακηρύξουμε την πραγματικότητα του παραδείσου και της κόλασης, εκτός και αν δεν διακηρύξουμε πως δίχως την ύφεση, το χύσιμο του αίματος, δεν θα υπάρξει απαλλαγή από την αμαρτία; Δεν μπορείτε να δείτε πως μόνο ο Χριστός και ο Θεός είναι κυρίαρχοι και πως η επανάσταση θα πάρει τελικά το έθνος μας;»

Η μεταμόρφωση του χριστιανικού δόγματος σε συνθήματα πολιτικής βίας δεν μπορεί να είναι πιο χοντροκομμένο από αυτό το απόσπασμα. Η ιδέα μιας θείας κοινωνίας, το «χύσιμο του αίματος» του Χριστού, αποδίδεται ξεκάθαρα με όρους «χυσίματος του αίματος» γενικά, με μια ματιά στη πολιτική αναστάτωση. Το πραγματικό χύσιμο του αίματος προωθείται ως αναγκαίο επειδή ο κόσμος θεωρητικά εξιλεώθηκε από το χύσιμο του αίματος του Χριστού. Ο φόνος επενδύεται με το φωτοστέφανο της θείας κοινωνίας. Έτσι η απόλυτη υπενθύμιση του θυσιασμένου Χριστού στη φασιστική προπαγάνδα είναι το «Judenblut muss fliessen» («το εβραϊκό αίμα πρέπει να χυθεί»). Η σταύρωση μεταμορφώνεται σε ένα σύμβολο για πογκρόμ. Ψυχολογικά, το σύνολο της φασιστικής προπαγάνδας είναι απλά ένα σύστημα τέτοιων συμβόλων.

Στο σημείο αυτό η προσοχή πρέπει να δοθεί στη καταστροφικότητα ως τη ψυχολογική βάση του φασιστικού πνεύματος. Τα προγράμματα είναι αφηρημένα και ασαφή, οι εκπληρώσεις είναι κίβδηλες και πλαστές επειδή η υπόσχεση που εκφράζεται από το φασίστα κήρυκα δεν είναι παρά η καταστροφή η ίδια. Δεν είναι τυχαίο πως όλοι οι φασίστες προπαγανδιστές εμμένουν στην εγγύτητα καταστροφών κάποιου τύπου. Είτε προειδοποιούν για κάποιο επικείμενο κίνδυνο, αυτοί και οι ακροατές τους αντλούν ενθουσιασμό από την ιδέα ενός αναπόφευκτου ολέθρου, δίχως καν να κάνουν μια ξεκάθαρη διάκριση μεταξύ της καταστροφής των εχθρών τους και των ίδιων. Αυτή η πνευματική συμπεριφορά, παρεμπιπτόντως, μπορεί ξεκάθαρα  να παρατηρηθεί στη διάρκεια των πρώτων ετών του χιτλερισμού στη Γερμανία, και έχει βαθιά αρχαϊκή βάση. ένας από τους δημαγωγούς της Δυτικής Ακτής είπε κάποτε: ¨Θέλω να πω πως εσείς οι άνδρες και γυναίκες, εσείς και εγώ ζούμε στην πιο τρομακτική εποχή της ιστορίας του κόσμου».  Αυτό είναι το όνειρο του προπαγανδιστή, μια ένωση του τρομερού και του υπέροχου, ένα ντελίριο εξόντωσης μασκαρεμένο ως σωτηρία. Η ισχυρότερη ελπίδα  για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτού του του τύπου των προπαγανδιστικών ψεμάτων βρίσκεται στην επισήμανση των αυτοκαταστροφικών επιπτώσεων της. Η υποσυνείδητη ψυχολογική επιθυμία για την αυτοεξόντωση αναπαράγει τη δομή ενός πολιτικού κινήματος που τελικά μεταμορφώνει τους οπαδούς του σε θύματα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s