Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Fifth Estate, #403, την Άνοιξη του 2019. Η Leila Al Shami είναι ακτιβίστρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Συρία και στην Μέση Ανατολή και συγγραφέας. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Αν το 2011 έμοιαζε με τη στιγμή που οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ενωθούν, εντός όσο και πέρα από τα σύνορα, για να ανατρέψουν τις δικτατορίες δεκαετιών απαιτώντας ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη, σήμερα μοιάζει με τη στιγμή του θριάμβου της αντεπανάστασης. Μετά από οκτώ χρόνια όλο και πιο βίαιης σύγκρουσης στη Συρία, ο Bashar al-Assad εξακολουθεί να είναι πρόεδρος σε μια κατεστραμμένη, κατακερματισμένη και τραυματισμένη χώρα. Η κυρίαρχη αφήγηση είναι ότι ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του. Κράτη, που αντιτασσόταν ομόφωνα στον Assad, έχουν τώρα άλλα στρατηγικά συμφέροντα που έχουν μεγαλύτερη σημασία μπροστά στα θύματα των βίαιων προσπαθειών του να κρατηθεί στην εξουσία. Ωστόσο, στη πράξη, οι συνθήκες δεν είναι σταθερές και οι άμαχοι παραμένουν παγιδευμένοι και πληρώνουν το τίμημα των συνεχιζόμενων μαχών για εξουσία και κυριαρχία μεταξύ καθεστώτος, ξένων κρατών και των ιδεολογικών πολέμαρχων.

Η ανακοίνωση του Trump (μέσω Twitter) τον Δεκέμβριο, πως σχεδίαζε να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Συρία, οδήγησε σε πανικό σε πολλούς Σύριους, και κατέστρεψε ένα νέο κύμα σύγκρουσης μεταξύ διεθνών και περιφερειακών δυνάμεων. Οι υπό τον YPG Δημοκρατικές Δυνάμεις της Συρίας (SDF), οι οποίες συνεργάζονται με τις ΗΠΑ για την καταπολέμηση του ISIS και έχουν υπο τον έλεγχο τους μια μεγάλη περιοχή στο βόρειο και ανατολικό τμήμα της χώρας, έχουν εγκαταλειφθεί.

Χωρίς υποστήριξη από τις ΗΠΑ, είναι απίθανο να διατηρήσουν την παρουσία τους στις περιοχές που οι Άραβες αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού στην ανατολική Συρία, και η ανακοίνωση του Trump έσπρωξε κύματα οικογενειών στο να εγκαταλείψουν τις ελεγχόμενες πόλεις από τον SDF στην επαρχία του Ντάιρ Αλ Ζουρ προς τις ελεγχόμενες από την αντιπολίτευση περιοχές στο βορρά. Φοβούνται ότι το καθεστώς και οι ιρανικές πολιτοφυλακές θα πάρουν τον έλεγχο και θα θα εκδικηθούν σκληρά όσους θεωρήσουν αντιφρονούντες.

Διαμαρτυρίες ξέσπασαν εναντίον του SDF στις πόλεις Μαμπίζ, Τάκμπα και Μανσούρα. Οι άνθρωποι θύμωσαν για τις διαπραγματεύσεις του SDF με το καθεστώς, καθώς και από μακρόχρονη δυσαρέσκεια σχετικά για τις ανεπαρκείς υπηρεσίες, τις αυθαίρετες συλλήψεις και την καταναγκαστική στρατολόγηση. Κάποιοι απευθύνθηκαν προς την Τουρκία να παρέμβει για να τους προστατεύσει. Υπάρχει επίσης ο φόβος της επανεμφάνισης του ISIS.

Παρά τον κομπασμότου Trump ότι η τρομοκρατική οργάνωση είχε ηττηθεί, ο πόλεμος συνεχίζεται. Στις 18 Ιανουαρίου, το Συριακό Δίκτυο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ανέφερε ότι τα πολεμικά αεροσκάφη της Διεθνούς Συμμαχίας σκότωσαν τουλάχιστον 15 πολίτες, συμπεριλαμβανομένων έξι παιδιών, στο χωριό Αλ Μπαγκουζ Ταχτάνι στο Ντάιρ Αλ Ζουρ.

Στις περιοχές που οι Κούρδοι είναι η πλειοψηφία, οι φόβοι είναι διαφορετικοί. Η Τουρκία, μακροχρόνιος εχθρός της κουρδικής αυτονομίας τόσο στο εσωτερικό της όσο και στο εξωτερικό, ανακοίνωσε την πρόθεσή της να παρέμβει για να δημιουργήσει μια «ασφαλή ζώνη» στα βορειοανατολικά της χώρας.

Ο κύριος στόχος της Τουρκίας στη Συρία, έχοντας εγκαταλείψει εδώ και καιρό τους αντάρτες στον πόλεμο εναντίον του καθεστώτος, είναι να αποτρέψει το να περάσουν σε κουρδικό έλεγχο τα σύνορά της με τη Συρία και να δημιουργήσει μια περιοχή για την επιστροφή των Σύριων προσφύγων, περίπου 3,5 εκατομμύρια από τους οποίους βρίσκονται αυτή τη στιγμή στην Τουρκία.

Πέρυσι, οι Τούρκοι και οι συμμαχικές δυνάμεις ανταρτών ανέλαβαν το Αφρίν, περιοχή με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να είναι Κούρδοι που βρισκόταν στο παρελθόν υπό τον έλεγχο του PYD, το οποίο η Τουρκία θεωρεί τρομοκρατική οργάνωση. Οι δυνάμεις κατοχής έχουν προχωρήσει σε ακραίες πράξεις βίας κατά του τοπικού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων της λεηλασίας των κουρδικών σπιτιών και επιχειρήσεων, αναγκαστικών εκτοπίσεων, απαγωγών, δολοφονιών και βιασμών.

Οι Κούρδοι ηγέτες απέρριψαν την ιδέα της διεύρυνσης της τουρκικής παρουσίας και, αντίθετα, ζήτησαν διεθνή προστασία. Χωρίς αυτή, ενδέχεται βρεθούν με ελάχιστες επιλογές πέρα από το να διαπραγματευτούν την επιστροφή του ελέγχου στο καθεστώς και, ως εκ τούτου, να εμπιστευτούν εκείνους που οι Κούρδοι κατά χιλιάδες τους ξεσηκώθηκαν για να ανατρέψουν το 2011.

Αλλού η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Τον Ιανουάριο, η πανίσχυρη ισλαμιστική οργάνωση Hayaat Tahrir al-Sham (HTS) κήρυξε τον πόλεμο στις ανταρτικές ομάδες και κατέλαβε μεγάλο μέρος των περιοχών που ήταν στον έλεγχο της αντιπολίτευσης στο Ιντλίμπ, μέρη του Χαλεπιού και της Χάμα. Η Κυβέρνηση Σωτηρίας που συνδέεται με το HTS, η οποία κατηγορείται για διαφθορά, επιβάλλοντας σκληρή ισλαμική διοίκηση, εκτεταμένες συλλήψεις και αυθαίρετες εκτελέσεις αντιπάλων (τόσο πολιτικών ακτιβιστών όσο και ανταρτών) επιχειρεί να αναλάβει όλα τα πολιτικά θεσμικά όργανα.

Τα τοπικά συμβούλια, οι Αστυνομικές Δυνάμεις της  Ελεύθερης Συρίας, οι φοιτητές των πανεπιστημίων και οι ιατροί έχουν διαμαρτυρηθεί ενάντια σε αυτές προσπάθειες, τονίζοντας την ανεξαρτησία τους και την ουδετερότητα τους από οποιαδήποτε ένοπλη ομάδα. Δυτικοί δωρητές έχουν αποσύρει τη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων της κοινωνίας των πολιτών και ανθρωπιστικής βοήθειας, από φόβο πως μπορεί να καταλήξουν στα χέρια του HTS, μια αναγνωρισμένη τρομοκρατική ομάδα, εγκαταλείποντας το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και την μέριμνα για εκτοπισμένους Σύριους στο εσωτερικό, που αντιμετωπίζουν τώρα σοβαρές χειμωνιάτικες καταιγίδες, μπροστά στη πλήρη κατάρρευση.

Με τον HTS να έχει τώρα τον έλεγχο, ο Assad και η Ρωσία μπορεί να σπάσουν τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και να δικαιολογήσουν μια επίθεση στην επαρχία στο όνομα του Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας, με καταστροφικές συνέπειες για τα τρία εκατομμύρια πολιτών που διαμένουν εκεί. Όπως γράφω, βλήματα του καθεστώτος πέφτουν στη μικρή πόλη Μαράτ Αλ Νουμαν, γνωστή για την αντίσταση της τόσο στο καθεστώς Assad όσο και στο HTS, αφήνοντας απώλειες και καταστροφές πίσω τους.

Παρά την επιθυμία πολλών χωρών να απαλλαγούν από το «προσφυγικό πρόβλημα», λέγοντας πως η σταθερότητα επιστρέφει, η κατάσταση σε περιοχές που ελέγχονται από το καθεστώς είναι επίσης καταστροφική. Στη Ντερά στο νότο και στην ανατολικό Γκούτα κοντά στη Δαμασκό, η επιστροφή του καθεστώτος σήμαινε την επιστροφή του «Βασιλείου της Σιωπής και του Φόβου».

Υπάρχουν εκστρατείες μαζικών συλλήψεων και καταναγκαστική στρατολόγηση στις δυνάμεις του καθεστώτος (παρά τις συμφωνίες αμνηστίας που συνοδεύουν τη διαδικασία «συμφιλίωσης» για όσους επέλεξαν να μείνουν, αντί να εκτοπιστούν βίαια από τα σπίτια τους). Η αντίσταση στο καθεστώς επανεμφανίστηκε στη Ντερά, συμπεριλαμβανομένων διαμαρτυριών, γκράφιτι και δολοφονιών μαχητών υπέρ του καθεστώτος και τοπικών προσωπικοτήτων που συμμετείχαν στη διαδικασία συμφιλίωσης, οι οποίοι κατηγορούνται πλέον για προδοσία.

Οι συνθήκες διαβίωσης σε αυτές τις περιοχές είναι απελπιστικές, καθώς τόσο οι διεθνείς όσο και οι τοπικές ΜΚΟ που προσέφεραν υπηρεσίες και ευκαιρίες απασχόλησης μπροστά στην τοπική οικονομική κατάρρευση, έπαψαν να λειτουργούν μετά την επάνοδο του καθεστώτος.

Στο ελεγχόμενο από το καθεστώς Χαλέπι και τη Δαμασκό, η έλλειψη φυσικού αερίου, πετρελαίου και ηλεκτρισμού και η μονοπώληση αγαθών και υπηρεσιών από τις καθεστωτικές πολιτοφυλακές που επιβάλλουν εκβιαστικές τιμές οδήγησε σε ευρεία δημόσια κριτική απέναντι στο καθεστώς, ακόμη και μεταξύ της βάσης των πιστών υποστηρικτών του. Πολλοί Σύριοι που εγκατέλειψαν ή εκδιώχθηκαν βίαια από τα σπίτια τους φοβούνται όχι μόνο τη σύλληψη αν επιστρέψουν, αλλά και πως δεν έχουν πλέον σπίτια για να επιστρέψουν.

Έχουν εφαρμοστεί νόμοι για την απαλλοτρίωση ιδιοκτησιών σε επίσημα επαναστατημένες κοινότητες και τη μεταφορά τους σε χέρια υποστηρικτών του καθεστώτος, υπό το πρόσχημα της ανοικοδόμησης και της ανάπτυξης. Τα προάστια της εργατικής τάξης, τα οποία ήταν εστίες αντίστασης, πρέπει να μετατραπούν σε πολυτελή εμπορικά κέντρα και ακριβές κατοικίες, παρέχοντας σπίτια για εκείνους των οποίων η αφοσίωση στο καθεστώς δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Για πολλούς Σύριους δεν υπάρχει σταθερότητα, πόσο μάλλον ειρήνη, ενώ οι υπεύθυνοι για την καταστροφή της χώρας παραμένουν στην εξουσία. Τους τελευταίους μήνες, οικογένειες Σύριων μαθαίνουν την τρομερή μοίρα των αγαπημένων τους, καθώς το καθεστώς έχει εκδώσει πιστοποιητικά θανάτου στα πολιτικά μητρώα για πολλές χιλιάδες ανθρώπους που έχουν σκοτωθεί ενώ βρίσκονταν υπό κράτηση από το καθεστώς.

Πολλοί από αυτούς που σκοτώθηκαν ήταν ακτιβιστές που συνελήφθησαν το 2011 και το 2012, συμπεριλαμβανομένου του του οπαδού της μη βίας Yahya Shurbaji και του αδελφού του Ma’an που ήταν μεταξύ 1000 ανθρώπων από τη Νταράγια που βασανίστηκαν μέχρι θανάτου στη φυλακή. Μια άλλη εκτελεσμένη είναι η Layla Shweikani, μια νεαρή γυναίκα από το Σικάγο που ταξίδεψε στη Συρία για να βοηθήσει τους εκτοπισμένους από το πόλεμο και συνελήφθηκε στη Δαμασκό το 2016.

Δεκάδες χιλιάδες Σύριοι παραμένουν κρατούμενοι ή εξαφανισμένοι. Οι Σύριοι εξακολουθούν να απαιτούν δικαιοσύνη και λογοδοσία για όλους εκείνους που είναι υπεύθυνοι για εγκλήματα πολέμου και μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ωστόσο ο κόσμος μοιάζει όλο και πιο αδιάφορος μπροστά στις εκκλήσεις τους.

Στη Συρία και αλλού στην περιοχή, οι επαναστατικές εξεγέρσεις και εμπνευσμένα πειράματα λαϊκής δημοκρατίας καταστράφηκαν από τις αντεπαναστατικές δυνάμεις. Ωστόσο, ο λαϊκός θυμός δεν έχει κατευναστεί.

Κανένας από τους παράγοντες που προκάλεσαν τις εξεγέρσεις δεν έχει αντιμετωπιστεί και η κατάσταση έχει επιδεινωθεί κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά. Η ειρήνη και η ελευθερία παραμένουν άπιαστες όπως πάντα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s