`Απόσπασμα από το βιβλίο Nationalism & Archeology In Europe (Routledge, 1996). Η Margarita DíazAndreu είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, ο Timothy Champion είναι ομότιμος καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σάουθαμπτον. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας.

 

Φυσικά είναι δυνατό να δούμε τη σχέση μεταξύ αρχαιολογίας και εθνικισμού με αρνητικούς όρους, και σύμφωνα με τα λόγια του Wilk, να αποκηρύξουμε την απόπειρα «διαστρέβλωσης» του παρελθόντος. Εδώ και κάμποσο καιρό, με την άνοδο του εθνικισμού υπήρξαν συχνές καταγγελίες της προσπάθειες χειραγώγησης από τις οποίες υποφέρει, σε κάποιες περιοχές περισσότερο από άλλες, η αρχαιολογία. Επιπλέον, αυτή η χειραγώγηση πραγματοποιείται όχι μόνο από άτομα εκτός επαγγέλματος αλλά σε μερικές περιπτώσεις από τους ίδιους τους αρχαιολόγους. Αντίθετα, από την προφανή ουδετερότητα των προηγούμενων δεκαετιών, αντιμετωπίζουμε το ερώτημα του πως να ερμηνεύσουμε αυτή τη πολιτικοποίηση. Είναι κάτι νέο ή η αρχαιολογία έχει βρεθεί αντιμέτωπη με παρόμοιες περιστάσεις κατά το παρελθόν, οι οποίες στην γεμάτη ευδαιμονία μεταπολεμική ατμόσφαιρα αγνοήθηκαν γιατί θεωρούνταν απαράδεκτες; Από την άλλη, μπορεί η αρχαιολογία να θεωρηθεί εξαίρεση μεταξύ των επιστημών για την πολιτική της εμπλοκή; Η ανησυχία μας όσον αφορά την παρούσα κατάσταση και η ανάγκη να απαντήσουμε αυτά τα ερωτήματα μας οδήγησαν στην δημιουργία αυτού του βιβλίου.

Ο στενός δεσμός μεταξύ εθνικισμού και αρχαιολογίας βασίζεται πάνω στην ιδέα του έθνους. Το έθνος, η ιδέα πάνω στην οποία ο εθνικισμός βασίζεται, γεννήθηκε ως η φυσική μονάδα μιας ανθρώπινης ομάδας, το οποία από την ίδια του τη φύση έχει το δικαίωμα να αποτελεί μια πολιτική οντότητα. Έτσι, εξ ορισμού, η απλή και μόνο ύπαρξη των εθνών υπονοεί την ύπαρξη ενός παρελθόντος το οποίο, για το δικό τους καλό  και για εκείνο των ατόμων που ανήκουν σε αυτά πρέπει να γίνει γνωστό και να διαδίδεται. Έτσι η εμφάνιση του πολιτικού εθνικισμού στα τέλη του 18ου αιώνα μετέτρεψε την παραγωγή αυτής της ιστορίας σε πατριωτικό καθήκον. Η ιστορία απέκτησε μια σημαντική πολιτική σημασία. Τα κράτη οργάνωσαν θεσμούς για να δημιουργήσουν και να μορφώσουν πολίτες, οι οποίοι νομιμοποιούσαν την ύπαρξη του κράτους πάνω στην βάση της ταύτισης με ένα έθνος. Οι θεσμοί (μουσεία, κατασκευή μνημείων, πανεπιστήμια…), οργανωμένοι στο πολιτικό έδαφος του έθνους-κράτους, υπηρέτησαν την νομιμοποίηση του, καθώς πήραν αυτό το έδαφος ως τη βάση της ιστορίας του έθνους. Οι ιστορίες που παράχθηκαν από το προσωπικό τους  λένε πως χαρτογράφησαν τις ρίζες και την εξέλιξη που είναι χαρακτηριστική για κάθε ξεχωριστό έθνος, και το ιδιαίτερο πνεύμα κάθε σταδίου της εξέλιξης του. Ήταν ένας κλειστός βρόχος. Το έθνος την ίδια στιγμή ήταν η βάση και ο στόχος της έρευνας.

Ο εθνικισμός ως πολιτική ιδεολογία χρωστά την δύναμη του όχι μόνο στη σημασία του στη σημασία του ως η ουσία του φιλελευθερισμού, και έτσι η υιοθέτηση του ως την κινητήρια δύναμη για την λειτουργία του κράτους – και των θεσμών του – αλλά επίσης για την λαϊκή του βάση. το έθνος δεν είναι κάτι που εφευρέθηκε από εθνικιστές, αλλά όπως αναφέρει ο Anderson (1991), είναι κάτι που το αισθάνονται ή φαντάζονται πολλοί πολίτες. Ο αυξανόμενος αριθμός διανοούμενων που είναι υπεύθυνοι για την εκτεταμένη απολογητική ιστορική βιβλιογραφία που παράγεται σε κάθε έθνος σίγουρα βλέπουν τους εαυτούς τους ως πατριώτες. Ο εθνικισμός γεννήθηκε μεταξύ διανοούμενων που αναζητούσαν ένα μέρος σε ένα κοινωνικό κόσμο που κυριαρχούνταν από την Μοναρχία και την Εκκλησία. Η παρακμή αυτών των δύο θεσμών ήταν την ίδια στιγμή η αιτία και η συνέπεια της επιτυχίας του εθνικισμού ως πολιτικό δόγμα. Στην αρχή, οι διανοούμενοι συνήθως οργανώνονταν σε ομάδες, αλλά ήταν απομονωμένοι και δίχως κάποια χειροπιαστή κοινωνική επιρροή. Μετά από μια δεύτερη φάση πατριωτικής προπαγάνδας, στην οποία αυτές οι ομάδες απέκτησαν αυξημένη σημασία, η εθνικιστική ιδεολογία διαδόθηκε σε ολόκληρο το πληθυσμό.

Η Εξέλιξη της Σχέσης Μεταξύ Αρχαιολογίας και Εθνικισμού

Οι αλλαγές που έχει περάσει ο εθνικισμός έχει περάσει ως ιδεολογία στην διάρκεια της ιστορίας του  είχε επιπτώσεις στην επιστήμη της αρχαιολογίας. Αυτό δεν έχει αναφερθεί ως τώρα στην βιβλιογραφία τόσο του εθνικισμού όσο και της αρχαιολογίας. Καμιά  εργασία δεν προσπάθησε να συστηματοποιήσει τις φάσεις που πέρασε η σχέση μεταξύ αρχαιολογίας και εθνικισμού. Η περιοδολόγηση της σχέσης μεταξύ εθνικισμού και αρχαιολογίας ακολουθεί εν μέρει την περιοδολόγηση που δημιούργησε ο Hobsbawm.

Η περιοδολόγηση βοηθά να δείξουμε πως υπάρχουν δυο βασικές εκδοχές της εθνικιστικής αρχαιολογίας. Η πρώτη, η οποία εντοπίζεται στα έθνη κράτη, έχει γίνει τόσο φυσιολογική που μετά βίας την συνειδητοποιούμε. Η δεύτερη εκδοχή αφορά τα υποταγμένα έθνη, όπου η πολιτική σημασία της αρχαιολογίας είναι πολύ εντονότερη και πολύ πιο συνειδητά χρησιμοποιούμενη. Όπως έγραψε ο Trigger (1984), η εθνικιστική αρχαιολογία είναι ισχυρότερη μεταξύ των ανθρώπων που αισθάνονται απειλή, ανασφάλεια ή να αποστερούνται τα πολιτικά τους δικαιώματα από πιο ισχυρά έθνη. Αυτού του είδους η πολιτική χρήση της αρχαιολογίας είναι εύκολο να γίνει κατανοητή αφού σε κράτη που απολαμβάνουν μεγαλύτερη πολιτική ασφάλεια η αρχαιολογία μοιάζει να είναι πολιτικά ουδέτερη. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει πάντοτε. Μπορεί να ειπωθεί πως το γεγονός το ίδιο του ότι είναι ενσωματωμένη στο κράτος και σε υποκρατικούς θεσμούς και με την προσαρμογή των ευρημάτων της στα σύνορα σύγχρονων κρατών, η αρχαιολογία είναι εθνικιστική. Έτσι, αν και κανονικοποιημένη και ως εκ τούτου μη αντιληπτή, η αρχαιολογία που ασκούν αρχαιολόγοι σε πιο ισχυρά έθνη μπορεί να είναι στη πράξη, περισσότερο εθνικιστική. Ωστόσο, μια συνειδητή διαστρέβλωση των αρχαιολογικών ερμηνειών είναι λιγότερο συχνή και αυτό σχετίζεται ξεκάθαρα με το γεγονός πως ένα έθνος που έχει θριαμβεύσει δεν χρειάζεται να αιτιολογηθεί. Ο εθνικός χαρακτήρας της αρχαιολογίας που ασκείται από αυτού του είδους το έθνος δεν γίνεται εύκολα αποδεκτή από ερευνητές που μελετούν την πολιτική χρήση της αρχαιολογίας […], όπου η σύγχρονη επιρροή της του εθνικισμού στην αρχαιολογία είναι περιορισμένη.

Η ιστορία μας ξεκινά με την Αναγέννηση και σχετίζεται στενά με την εμφάνιση του ουμανισμού κατά τον 15ο αιώνα στην Ιταλία και κατά τον 16ο αιώνα στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτή η αλλαγή στην νοοτροπία, σε αντιπαράθεση με τον Μεσαίωνα, σχετίζεται στενά με την εμφάνιση ισχυρών κρατών βασισμένων σε μοναρχίες που η βάση της εξουσίας τους ήταν πολύ πιο σταθερή από τις προηγούμενες περιόδους και στηρίζονταν από μια μεγεθυνόμενη αστική τάξη στις πόλεις. Στην Ιταλία κατά τον 15ο και 16ο αιώνα, το κατακερματισμένο πολιτικό μωσαϊκό απλοποιήθηκε με την εμφάνιση έξι κρατών, και η μεταμόρφωση δικαιολογήθηκε μέσα από την προσφυγή στο παρελθόν. Η αρχαιότητα έγινε μέτρο σπουδαιότητας και φήμης των πραγμάτων. Μια πόλη γίνονταν σπουδαία αν είχε παρελθόν και ιδιαίτερα αν είχε τις ρίζες της στην κλασική περίοδο. Οι ευγενείς μπορούσαν να δείξουν συμβολικά καλύτερα τη θέση τους αν υπήρχαν διάφορα αρχαία αντικείμενα και έργα τέχνης στα σπίτια τους. μέλη του ιερατικού κατεστημένου επίσης επηρεάστηκαν και έδειξαν ενδιαφέρον στο παρελθόν. Υπάρχει, δηλαδή, μια πολιτική χρήση του παρελθόντος, και αυτό φαίνεται μέσα από μια σειρά αρχαιολογικών πλαστογραφιών. Ο Gascó (1993) δίνει ένα καλό παράδειγμα αυτών των πλαστογραφιών που έγιναν σε επιγραφές. Οι επιγραφές πλαστογραφούνταν για να δείξουν πως μια συγκεκριμένη πόλη που εξυμνούνταν ήταν η πόλη στις πηγές, και κατά περίπτωση αυτές οι πηγές ήταν ακόμη και επινοημένες. Και αυτές οι νέες τάσεις βρήκαν στην τυπογραφεία ένα νέο πανίσχυρο μέσο για να τις στηρίξει.

Ο πολιτικός εθνικισμός εμφανίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Στην ηπειρωτική Ευρώπη η επανάσταση και ο απόηχος της οδήγησε στην αντικατάσταση της κοινωνικής οργάνωσης του Ancien Régime (Παλαιό Καθεστώς), το οποίο βασίζονταν σε τάξεις (ευγενείς, κλήρος, Τρίτη τάξη), με νέες ταξικές διαιρέσεις μέσα στην κοινωνία. Το έθνος επινοήθηκε ως «μια ένωση ατόμων που κυβερνάται από ένα νόμο, και αντιπροσωπεύεται από την ίδια νομοθετική συνέλευση». Έτσι, η βάση του έθνους, όπως επινοήθηκε  από τη Γαλλική Επανάσταση ήταν η προηγούμενη κρατική μονάδα. Το Έθνος θεωρήθηκε ως το ισοδύναμο του κράτους, δίχως (τουλάχιστον θεωρητικά) κάθε αναφοράς στην πολιτιστική του προέλευση. Όμως ο Napoleon χρησιμοποίησε την δυναμική του όρου έθνους, που ήδη από τον Herder είχε ένα ουσιοκρατικό συστατικό, ώστε να διαιρέσει τα εχθρικά κράτη στη διάρκεια της αποικιοκρατικής του εξόρμησης. Έπεισε συγκεκριμένες περιοχές με ισχυρή ταυτότητα πως ήταν έθνη με την νέα έννοια της λέξης, και για αυτό μπορούσαν να απαιτήσουν ανεξαρτησία. Αυτός ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας του έθνους δίνει σε κάθε ομάδα ατόμων που για οποιονδήποτε λόγο, είτε είναι γεωγραφικός, φυλετικός, θρησκευτικός, γλωσσολογικός ή πολιτιστικός, φαντάζονται πως ανήκουν στην ίδια ομογενή κοινότητα, το δικαίωμα να καλούν σε πολιτική αυτοκυβέρνηση.

Η απόδειξη ύπαρξης ενός έθνους απαιτεί ένα παρελθόν που χρειάζεται να περιγραφεί. Αυτό άλλαξε την έννοια της ιστορίας απόλυτα. Ήταν μόλις στο τέλος του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου που η ιστορία μεταμορφώθηκε από καλλιτεχνική και λογοτεχνική ενασχόληση σε επιστημονικό κλάδο. Αυτός ο επαναπροσανατολισμός έγινε πρώτα στη Γερμανία, όπου οι βασικές φιγούρες ήταν ο Barthold Georg Niebuhr (1776-1831) και ο Leopold von Ranke (1795-1886). Ο πρώτος ήταν ο εμπνευστής της «ιστορικής-κριτικής μεθόδου», η οποία αποτελούνταν από την εξέταση και την κριτική ανάλυση των ιστορικών δεδομένων και υλικών, και τα χρησιμοποίησε συστηματικά ως την βάση για την επακόλουθη αφήγηση.

Η σύνδεση με τον εθνικισμό είναι το αποτέλεσμα της ιστορίστικης φύσης του έργου του Ranke. Έτσι, σύμφωνα με τον Ranke, αντίθετα με τις απόψεις του Διαφωτισμού, «όλα τα περασμένα ιστορικά γεγονότα και καταστάσεις είναι μοναδικά και μη επαναλίψιμα και δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά μέσα από οικουμενικές κατηγορίες αλλά μόνο μέσα από τη μελέτη των δικών τους συγκεκριμένων περιστάσεων». Με τον τρόπο αυτό ο Ranke απέρριψε τον οικουμενικό ρασιοναλισμό, και επέμενε πως όλα τα ανθρώπινα φαινόμενα, είτε είναι στο επίπεδο του ατόμου ή πολιτισμικοί θεσμοί (κράτη, θρησκείες, κλπ), καθοδηγούνται από μια ριζοσπαστική ιστορικότητα. Δηλαδή, είναι όλα μοναδικά και μη επαναλήψιμα στο χρόνο και το χώρο. Εξελίχθηκαν σύμφωνα με τις δικές τους αρχές και, κατά συνέπεια, πρέπει να γίνουν αντιληπτά με τους όρους της μοναδικότητας  τους και όχι μέσα από προσφυγή σε οικουμενικούς νόμους. Η ιστορία κάθε έθνους έγινε ο κύριος στόχος ιστορικής έρευνας.

Ο σύνδεσμος με τον εθνικισμό επηρέασε την αρχαιολογία. Μέχρι τον 19ο αιώνα, η αρχαιολογία ήταν απλά ανεπίσημη. Οι αρχαιότητες μελετήθηκαν στη διάρκεια της Αναγέννησης, αλλά μόνο στην διάρκεια του 19ου αιώνα θεωρήθηκαν αρκετά σημαντικές ώστε να οργανωθούν σε ξεχωριστή επιστήμη. Αυτό μπορεί να φανεί με διάφορους τρόπους. Δημιουργήθηκαν μουσεία, δημιουργήθηκε ένα επαγγελματικό σώμα, η αρχαιολογία μπήκε στην ανώτερη εκπαίδευση (πανεπιστήμια ή ανώτερες σχολές) και νομοθεσίες δημιουργήθηκαν για την προστασία αρχαιοτήτων και την οργάνωση της αρχαιολογικής εργασίας.

Η δημιουργία των μουσείων συνδέθηκε στενά με το άνοιγμα αρχείων και βιβλιοθηκών, πηγές οι οποίες, όπως είδαμε στην γερμανική σχολή των Niebuhr και Ranke θεωρούνταν αναγκαίες ως η βάση για την ιστορική γνώση. Ο σκοπός ήταν η αποθήκευση των αυθεντικών κειμένων, που θεωρούνταν οι αμόλυντες πηγές της γνώσης, επιλεγμένες και ταξινομημένες σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο σκοπό: την δημιουργία της εθνικής ιστορίας. Δεν δημιουργήθηκαν με τον ίδιο ρυθμό εθνικά μουσεία σε κάθε χώρα. Αυτό εν μέρει οφείλονταν εξαρτιόνταν από τα συγκεκριμένα σύμβολα που υιοθετήθηκαν ως η βάση για τον ορισμό του έθνους. Σε εκείνες τις χώρες στις οποίες σχετίζονταν με την αρχαιότητα, δεν άργησε η κατασκευή των μουσείων και δημιουργήθηκαν οι υποδομές για την μελέτη των αρχαιοτήτων. Αυτή ήταν η περίπτωση στην Δανία όπου, όπως εξηγεί η Marie Louise Sørensen, οι αγρότες σχημάτισαν μια νέα οικονομική και πολιτική ομάδα μετά τις γεωργικές μεταρρυθμίσεις των αρχών του 19ου αιώνα. Οι αγρότες ταυτίστηκαν με τα προϊστορικά μνημεία που υπήρχαν συχνά στα χωράφια τους και μετέφεραν την εικόνα τους στο νέο φιλελεύθερο κράτος. η παρουσία της αρχαιολογίας εδραιώθηκε σταδιακά στη διάρκεια του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Οι ερευνητές δεν αγνοούσαν την σημασία αυτών των εξελίξεων. Όπως είπε ο πρωτοπόρος Δανός αρχαιολόγος Worsaae σε μια ομιλία του στην Βασιλική Ακαδημία της Ιρλανδίας το 1846, θεωρούσε πως η Γαλλική Επανάσταση είχε μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη της αρχαιολογίας και στην προϊστορία κατά το 19ο αιώνα· «με μεγαλύτερη έμφαση στα πολιτικά δικαιώματα των ανθρώπων, ξύπνησαν μέσα στα ίδια τα έθνη ένα βαθύτερο ενδιαφέρον για την ίδια τους την ιστορία, γλώσσα και εθνικότητα». Συνέχισε εξηγώντας πως οι Δανοί είχαν στραφεί στην μελέτη της αρχαίας ιστορίας μετά από μια σειρά εθνικών καταστροφών, «ως μια εποχή που η μελέτη της θα πρόσφερε στο πνεύμα της εθνικότητας του στήριξη και στις αναμνήσεις της οποίας βρήκαν την ελπίδα για μια νέα και εξίσου μεγαλειώδη εποχή».

Η εδραίωση του φιλελευθερισμού στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα εξασφάλισε την οριστική θεσμοποίηση της αρχαιολογίας. Ήταν εκείνη την εποχή που η πλειοψηφία των χωρών δημιούργησαν ένα δίκτυο μουσείων, το έργο του αρχαιοδίφη και του αρχαιολόγου επαγγελματοποιήθηκε και η νέα επιστήμη μπήκε στην ανώτερη εκπαίδευση. Επιπλέον, ο αριθμός των συνεδρίων πολλαπλασιάστηκε και πολλά επιστημονικά περιοδικά εκδόθηκαν. Την ίδια περίοδο, η ανέγερση αγαλμάτων – για παράδειγμα των Γαλατών στη Γαλλία – έδωσε συμβολική έκφραση στην έκφραση του νέου εθνικιστικού τοπίου.

Επιπλέον ο εθνικισμός πέρασε μια σημαντική αλλαγή που θα επηρέαζε επίσης την αρχαιολογία. Με την ενοποίηση της Ιταλίας το 1870 και της Γερμανίας το 1871, η ουσιοκρατική σύλληψη του έθνους θριάμβευσε. Ως αποτέλεσμα η έρευνα για και η δικαιολόγηση των εθνικών ή ρατσιστικών ριζών του έθνους εντατικοποιήθηκε. Όπως αναφέρει ο Eric Hobsbawm, «σε συνέπεια του πολλαπλασιασμού πιθανών «ανιστορικών» εθνών, η εθνικότητα και η γλώσσα έγιναν τα κεντρικά, όλο και πιο αποφασιστικά ή ακόμη και τα μοναδικά κριτήρια της πιθανής εθνικότητας». Αυτό δεν επηρέασε μόνο την Ευρώπη αλλά μπορεί να παρατηρηθεί σε ολόκληρο το κόσμο. Η θεσμοποίηση της αρχαιολογίας βοήθησε στην ενίσχυση αυτών των τάσεων. Τα συνέδρια ήταν μια τέτοια περίπτωση. Για παράδειγμα, όπως δείχνει ο Shnirelman, ο εθνικισμός ήταν ενσωματωμένος στην στρατηγική οργάνωσης των πανρωσικών αρχαιολογικών συνεδρίων. Ο κύριος στόχος  ήταν η αναζήτηση των πιο αρχαίων ιχνών των Ρώσων Σλάβων και του Χριστιανισμού. Ένα ακόμη παράδειγμα ήταν η εμφάνιση σε αυτή τη περίοδο των συσχετισμών που σύνδεσαν την ανθρωπολογία και την εθνολογία  με την προϊστορική αρχαιολογία, όπως η Εταιρεία Αρχαιολογίας, Ιστορίας και Εθνογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Καζάν που ιδρύθηκε στη Ρωσία το 1878.

Ακόμη μια συνέπεια της εδραίωσης του ουσιοκρατικού εθνικισμού ήταν η ανάπτυξη μη κρατικών εθνικιστικών αρχαιολογιών. Ήταν αυτή η χρονική περίοδος που παρατηρήθηκε μια σημαντική αύξηση στη δημιουργία πολιτισμικών ενώσεων, για παράδειγμα αρχαιολογικών ή εξερευνητικών εταιρειών, σε πόλεις εκτός της πρωτεύουσας των διάφορων κρατών. Αυτές οι εταιρείες είχαν μια λαϊκή βάση, και βοήθησαν να στηρίξουν και να υποδαυλίσουν εθνικιστικά κινήματα όπως ο Καταλανισμός στο Ισπανικό κράτος.

Ήταν στη διάρκεια των χρόνων του μεσοπολέμου που ο ρόλος που έπαιξε η αρχαιολογία στη δημιουργία του εθνικισμού ήταν πιο φανερός. Τα παραδείγματα της αρχαιολογίας της Ιταλίας και της Γερμανίας δεν είναι παρά δυο παραδείγματα μεταξύ πολλών.  Είναι δυο ακραίες περιπτώσεις, και ως εκ τούτου πρέπει να καταδικαστούν για το ρόλο τους στην  δικαιολόγηση της εδαφικής εισβολής και της φυλετικής εξόντωσης. Όμως, […] σε όλες τις χώρες δίχως εξαίρεση, οι αρχαιολόγοι έψαχναν για την δικαιολόγηση της εθνικής, φυλετικής, γλωσσικής, θρησκευτικής και/ή πολιτισμικής βάσης του έθνους τους.

Ως συνέπεια της φρίκης του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου οι διάφορες επιστήμες, μεταξύ τους και η αρχαιολογία, προσπάθησαν να ξεπλύνουν το λεκέ των εθνικιστικών ερμηνειών και αναζήτησαν το καταφύγιο σε μια αποστειρωμένη αντικειμενικότητα, η οποία επιτυγχάνονταν θεωρητικά μέσα από εκδόσεις που ήταν απόλυτα περιγραφικές. Στην πραγματικότητα όμως το πρόβλημα δεν αντιμετωπίστηκε από τη ρίζα. Αντί να απομακρυνθεί από τον εθνικισμό, η αρχαιολογία  συνέχισε να είναι εθνικιστική με τους όρους οργάνωσης και δομής των δεδομένων της. είναι εύκολο να κατανοήσουμε γιατί έπρεπε να γίνει αυτό. Το κράτος διαχειρίστηκε την μελέτη, διδασκαλία και έρευνα της ιστορίας, και έτσι παρέμεινε ενσωματωμένη εντός και εξυπηρετούσε εθνικιστικές δομές. Αυτό θεωρείται τόσο φυσικό που λίγοι αρχαιολόγοι το συνειδητοποιούν. Την ίδια στιγμή, οι αρχαιολόγοι συνέχισαν να ταξινομούν τα δεδομένα σύμφωνα με «πολιτισμούς». Ο όρος αυτός υιοθετήθηκε κατά το απόγειο του εθνικισμού και έχει, στη πράξη, μια ξεκάθαρη πολιτική σημασία, και προϋποθέτει μια συγκεκριμένη, πολιτικοποιημένη – και εθνικιστική – ανάγνωση της ιστορίας των τελευταίων 200 ετών. Η άκριτη διατήρηση αυτής της πρακτικής έκανε δυνατή την επιστροφή των παλιών στρεβλώσεων στην σύγχρονη αρχαιολογική σκέψη.

Τα τελευταία χρόνια είδαμε μια ιδιαίτερη αναγέννηση του εθνικισμού στις αρχαιολογικές ερμηνείες. Η κλίμακα της αναγέννησης δεν μπορεί να συγκριθεί, στην Ευρώπη τουλάχιστον, με την κατάσταση του μεσοπολέμου. Αυτό είναι ξεκάθαρο σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπου κάποιος μπορεί να επικρίνει συγκεκριμένες διαστρεβλώσεις όπως, για παράδειγμα, η επινόηση ενός Κέλτικου παρελθόντος και η σύνδεση του με την κατασκευή μιας πανευρωπαϊκής ταυτότητας, μαζί με άλλες παρερμηνείες σε πιο περιορισμένη γεωγραφική κλίμακα. Εκτός Ευρώπης σε κάποιες περιοχές η κατάσταση είναι πραγματικά ανησυχητική και θυμίζει το ύφος των διαλόγων στην Ευρώπη του μεσοπολέμου. Ωστόσο, έχουμε τώρα στα χέρια μας την δυνατότητα του να κρίνουμε το παρελθόν και έχουμε συνείδηση των πολιτικών συνεπειών αυτού του είδους της χειραγώγησης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s