Άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα το Βήμα και συμπεριλαμβάνεται στον τόμο Πολιτικά 1975-1976 (Εκδ. Θεμέλιο, 1980). Ο Μάριος Πλωρίτης (1919-2006) ήταν δημοσιογράφος, κριτικός, μεταφραστής, λογοτέχνης, και θεατρικός σκηνοθέτης

 

 «Στέκονταν τόσο χαμηλά, που ακόμα κι όταν πέσανε, δεν πάθανε τίποτα…»

ANATOLE FRANCE, «Οι γνώμες του κ. Πουανιάρ» – «Οι υπουργοί».

 

 

Πες μου πώς γιορτάζεις, να σου πω ποιος είσαι», θα ’λεγε κανένας, βλέποντας πώς η τρίχρονη κυβέρνηση μας «τιμά» τις επετείους των τελευταίων δέκα χρόνων. Πώς λ.χ. λάμπει διά της απουσίας της στις επετείους του Πολυτεχνείου… και πώς λάμπει διά της Αστυνομίας της στις επετείους της 21 Απριλίου (το 1975) ή της 23 Ιουλίου (το 1975 και το 1976)… Πώς γιορτάζει η ίδια, σαν «επίσημο κράτος», την πτώση της δικτατορίας στους προεδρικούς κήπους… και πώς απαγορεύει τον «εν υπαίθριο» εορτασμό της στον «ανεπίσημο λαό»…

Φέτος, όμως, γιόρτασε και σ’ άλλους χώρους την «αλλαγή» το κράτος μας: στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και στο Μικτό Ειδικό Στρατιωτικό Συμβούλιο. Ο εορτασμός, εκεί, έγινε με την πρέπουσα ευπρέπεια και μεγαλοπρέπεια: Το πρώτο προβίβασε σε Αρεοπαγίτες πέντε δικαστικούς, άλλοτε προέδρους στρατοδικείων της δικτατορίας. Το δεύτερο «αποκατέστησε», σαν… «διωχθέντας από την δικτατορία» αξιωματικούς που είτε συνεργάστηκαν μ’ αυτήν, είτε σταδιοδρόμησαν σ’ αυτήν – ενώ αγνόησε άλλους που είχαν πραγματικά και αντιταχθεί και διωχθεί.

Έτσι, η «αλλαγή» γιορτάστηκε συμβολικότατα, όχι μόνο με μιάν ακόμα απαλλαγή μερικών ακόμα οργάνων της τυραννίας, αλλά και με την πανηγυρικότατη επιβράβευσή τους. Που, σε τελευταία ανάλυση, είναι και επιβράβευση ΤΗΣ…

Φυσικά, δεν απορούμε πια. Όταν ο ίδιος ο υπουργός της Δικαιοσύνης έλεγε στη Βουλή πως «δεν πρέπει να είμαστε απαιτητικοί (για καθάρσεις και τιμωρίες ενόχων), επειδή η δικτατορία δεν κατελύθη, αλλά παρέδωσε την εξουσία»… όταν ο ίδιος ο υπουργός Αμύνης συμβούλευε τα Συμβούλια Επανακρϊσεως των αξιωματικών να «αποφύγουν τις υπερβολικές παραχωρήσεις» σ’ εκείνους που διώχθηκαν απ’ τη δικτατορία… τί άλλο έκαναν παρά να «υποβάλλουν» έμμεσα την καταξίωση εκείνης και την επαναδίωξη εκείνων;

Σ’ αυτή την απαλλαγή – αποκατάσταση της δικτατορίας κατατείνουν, άλλωστε, δυο μύθοι που καλλιεργούνται (κακόπιστα ή καλόπιστα) τρία χρόνια τώρα:

Ο πρώτος μύθος – που τον διατυμπανίζουν φανεροί και κρυφοί εραστές της τυραννίας, αλλά τον υιοθετούν, αλίμονο, και υπουργοί της Δημοκρατίας – υποστηρίζει πως

«η δικτατορία αποσύρθηκε με τη θέλησή-της και παραχώρησε τη θέση της στη Δημοκρατία».

Είναι τόσο φαιδρά και τόσο πασίγνωστα ανυπόστατος ο μύθος αυτός, που περιττεύει πια και η αντίκρουσή του. Ακόμα και οι γραικύλοι συνεργοί της παραδέχονται (κατ’ ιδίαν) πως η τυραννία δεν αποσύρθηκε, αλλά γκρεμίστηκε – επειδή είχε σαπίσει ανεπανόρθωτα και τίποτα πια δεν μπορούσε να την κρατήσει στη ζωή. Και είχε σαπίσει από δυο παράγοντες: εσωτερικά, απ’ τις δικές της αμαρτίες, εγκλήματα και προδοσίες – εξωτερικά, απ’ την εχθρότητα της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων, που την αντιμετώπιζαν σαν καθεστώς εθνικής καταστροφής και εθνικής καταισχύνης.

Και μόνη η ανάμνηση του πανικού, της διάλυσης, της φυγομαχίας των «κυβερνητών» μας, τις φοβερές εκείνες μέρες του Ιουλίου 1974, φτάνει για να καταδειχθεί πως η δικτατορία δεν μπορούσε να «αποσυρθεί» – γιατί, απλούστατα, δεν υπήρχε πια…

Ωστόσο, ο μύθος αυτός μηρυκάζεται και αναμηρυκάζεται αδιάκοπα. Επειδή διπλός είναι ο σκοπός του: να δικαιωθεί η δικτατορία όχι μόνο στο παρελθόν, αλλά και στο μέλλον. Οι κάθε λογής θαυμαστές και καρπωτές της μπορούν έτσι να ισχυρίζονται το «λογικό» τούτο: Μια δικτατορία που επιβλήθηκε επειδή το υπαγόρευσε (τάχα) η «εθνική ανάγκη» και αποσύρθηκε επειδή της το υπαγόρευσε (δήθεν) η «εθνική της συνείδηση», είναι καθεστώς ιστορικά, εθνικά, πολιτικά, ηθικά δικαιωμένο. Κάτι παραπάνω: καθεστώς, και μελλοντικά παραδεκτό και νόμιμο – όταν, βέβαια, παρουσιαστεί μια ανάλογη «εθνική ανάγκη»… Και ξέρουμε όλοι πώς σκηνοθετούν τέτοιες φανταστικές «εθνικές ανάγκες» εκείνοι που τις χρειάζονται, για να λεηλατήσουν και ν’ ατιμάσουν το έθνος με ήσυχη την «εθνική-τους συνείδηση»…

Πολύ μεγαλύτερη «πέραση», όμως, έχει ο άλλος μύθος – που τον πιστεύουν ακόμα και γνήσιοι πολέμιοι της τυραννίας. Ο μύθος πως «η δικτατορία δεν θα «έπεφτε», αν δεν είχε την «αφροσύνη» να επιχειρήσει το πραξικόπημα στην Κύπρο».

Παραγνωρίζουν, ωστόσο, όλοι αυτοί πως η δικτατορία δεν μπορούσε να μην κάνει αυτό το «άφρον εγχείρημα». Παραγνωρίζουν πως το τερατώδες εκείνο πραξικόπημα δεν ήταν ένα «παράλογο λάθος» της στρατιωτικής χούντας. Κάθε άλλο! Βρισκόταν απόλυτα μέσα στη λογική και στη «βιολογία» του «καθεστώτος»… και αποτελούσε ανάγκη γι’ αυτό, και αναγκαία κατάληξή-του. Και τούτο, για τρεις, τουλάχιστον, λόγους:

Πρώτα – πρώτα: το πραξικόπημα στην Κύπρο το «επέβαλλε» η ίδια η φύση της δικτατορίας. Ένα καθεστώς εγκληματικό και προδοτικό απ’ τη γέννησή του, για να επιζήσει είναι υποχρεωμένο να προχωρεί από έγκλημα σ’ έγκλημα κι από προδοσία σε προδοσία -ώσπου φτάνει στο ναδίρ αυτής της βδελυρής κλιμάκωσης. Το χουντοτουρκικό ανοσιούργημα στην Κύπρο δεν θα μπορούσε ποτέ να επιχειρηθεί, αν δεν είχε προηγηθεί το άλλο εκείνο κακούργημα του Νοέμβρη 1967: η απογύμνωση της μεγαλονήσου απ’ τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, και η παράδοσή της στο έλεος των χουντικών μηχανορραφιών και των οθωμανικών ορέξεων. Και η απογύμνωση αυτή δεν θα είχε ποτέ πραγματοποιηθεί, αν η απριλιανή συμμορία δεν ήταν γυμνή από κάθε λαϊκή υποστήριξη και έτοιμη να «πουλήσει» τα πάντα για να κρατήσει την εξουσία που είχε υπεξαιρέσει λίγους μήνες πριν. Αβυσσος άβυσσον επικαλείται, και προδοσία προδοσίαν…

Επειτα: το πραξικόπημα το «επέβαλλε» η ολοκληρωτική αποστροφή του ελληνικού λαού για τη δικτατορία και η ολοκληρωτική αποτυχία της στη διαχείριση των «κοινών». Ακόμα και ο άλλοτε θαυμαστής των «αγνών συνταγματαρχών», C. Schulzberger, ομολογούσε, πριν λίγες μέρες, πως, τις παραμονές της «αλλαγής»,

«η Ελλάδα κλυδωνιζόταν στο χείλος της τεφροδόχου της Ιστορίας»…

Ένα καθεστώς, λοιπόν, που ξέρει ότι κρέμεται στο κενό… ότι στηρίζεται μόνο στη βία και στην τρομοκρατία… ότι αντιμετωπίζεται απ’ τον αιχμάλωτο λαό «του» με μίσος, χλεύη και περιφρόνηση… ένα καθεστώς που έχει γοερά ναυαγήσει σ’ όλους τους τομείς της εξουσίας, παραπαίοντας απ’ το οικτρό στο γελοίο κι απ’ το άθλιο στο τραγελαφικό… έχει απόλυτη ανάγκη να κατασκευάσει «ιδανικά» στηρίγματα του σαθρού οικοδομήματός του, «ιδανικά» φύλλα συκής της γύμνιας του, «ιδανικά» προσωπεία της ανικανότητάς του. Έχει απόλυτη ανάγκη ν’ αντιδράσει στην κακοήθη εσωτερική αναιμία του με εξωτερικούς ορούς και ενέσεις. Έχει απόλυτη ανάγκη να κρύψει την ατιμία που αποτελεί για το έθνος και τη διάλυση   του τόπου, με μεγαλεπήβολες επιχειρήσεις για την «εθνική τιμή» και την «εθνική αποκατάσταση». Είναι η μοναδική του ελπίδα να σκεπάσει τη χρεωκοπία-του κι η μόνη του πιθανότητα ν’ αποσπάσει αν όχι τη λαϊκή επιδοκιμασία, τουλάχιστο τη λαϊκή ανοχή… Μπορεί οι λαοί ν’ ακινητοποιούνται με «γύψους» και να βουβαίνονται με φίμωτρα. Αλλά αυτή η καταναγκαστική ακινησία και σιωπή προκαλούν αγκύλωση και ασφυξία στα ίδια τα καθεστώτα που τις επιβάλλουν. Γι’ αυτό κι εκείνα αναζητούν απεγνωσμένες διεξόδους που είναι, συχνά, έξοδοι αυτοκτονίας…

Τέλος: Το πραξικόπημα το «επέβαλλε» η ξενοδουλεία της δικτατορίας. Ένα καθεστώς που χρωστάει την τερατογέννησή του σε ξένους «υποβολείς» και την επιβίωσή του αποκλειστικά σε ξένους τροφοδότες, είναι φυσικά έρμαιο των ορέξεών τους και πειθήνιος εκτελεστής των επιταγών τους. Πολύ περισσότερο, όταν ή απόλυτη έλλειψη λαϊκής συμπαράστασης αφήνει για μοναδικό του στήριγμα τα ξένα δεκανίκια – ή τα ξένα τανκς… Και δεν χρειάζεται να προσθέσουμε το πασίγνωστο πια και ομολογημένο άλλωστε: πως «διακαής πόθος» των «συμμάχων»-μας ήταν η «καρατόμηση» του Μακάριου και η διχοτόμηση της Κύπρου. Προχτές ακόμα, ο Πρόεδρος – Αρχιεπίσκοπος αποκάλυψε ότι

«οι σύμμαχοι έδωσαν το πράσινο φως για να γίνει η εισβολή».

Αλλά η τουρκική εισβολή δεν θα γινόταν ποτέ, αν δεν είχε προηγηθεί το χουντικό πραξικόπημα – κι αυτό, πάλι, δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί, χωρίς να πάρει το «πράσινο φως» από τη δάδα της Ελευθερίας που καταυγάζει τις θαλάσσιες πύλες της υπερατλαντικής «προστάτισσάς» μας…

Για όλους αυτούς τους λόγους, το πραξικόπημα που στάθηκε η αρχή του τέλους της δικτατορίας, ήταν το αναπότρεπτο αποκορύφωμα ενός καθεστώτος αντιλαϊκού, εγκληματικού και προδοτικού… ξενόφερτου, ξενοκίνητου και ξενόδουλου. Η ακαταμάχητη διαλεκτική δύναμη της Ιστορίας έφερε τη δικτατορία μπροστά στο δίλημμα και την παγίδα: ή να κάνει αυτό το «απονενοημένο διάβημα» ή να σωριαστεί στα πόδια της. Σαρδονικά, και το έκανε και σωριάστηκε…

Όσοι ψευδέστατα ισχυρίζονται (άλλοτε και τώρα) πως «η Δημοκρατία δεν κατελύθη το 1967, αλλά κατέρρευσε οπό το βάρος των σφαλμάτων της», θα έπρεπε (αν είχαν και υποψία εντιμότητας) να ομολογήσουν πως η δικτατορία δεν «απεσύρθη», αλλά κατέρρευσε υπό το βάρος των εγκλημάτων της. Η ιστορική «νέμεση» τιμωρεί πολύ πιο γρήγορα και, οπωσδήποτε, πολύ πιο ανελέητα παρά οι άνθρωποι. Που, άλλωστε, στη δική μας περίπτωση, δεν τιμώρησαν καν. Η κι αν τιμώρησαν ελάχιστους για ελάχιστα τυπικά εγκλήματα, άφησαν ολότελα ατιμώρητη την πελώρια, ουσιαστική, έσχατη προδοσία ολόκληρης της εφταετίας…

Δεν απορούμε, λοιπόν, για τον τρόπο που γιορτάστηκε η «πτώση» της δικτατορίας. Οι εορτασμοί βρίσκονται πάντα σε άμεση συνάρτηση με την «κοσμοθεωρία» των εορταστών…

Όσοι, όμως, στεφανώνουν τους πιστούς της δικτατορίας και τους άπιστους της Δημοκρατίας, θα ’πρεπε να θυμούνται τί τραγικές συνέπειες είχε μια ανάλογη στάση ύστερ’ από μιάν άλλη «αλλαγή»: την επανάσταση του 1909. Και τότε ο Βενιζέλος έκανε το «μοιραίο λάθος» όχι μόνο να συχωρέσει, αλλά και να εγκολπωθεί τους πρωτεργάτες της ως τότε αθλιότητας και υπαίτιους του «αίσχους» του 1897 – με πρώτο και χειρότερο τον ίδιο το «θρόνο»:

«Υπηρεσία» ολόκληροι, θέσεις υψίστης σημασίας, τιμητικοί διακρίσεις παρεχωρήθησαν εις φυσικούς εχθρούς της νέας καταστάσεως»,

παρατηρεί μελαγχολικά ο Γ. Βεντήρης. Αποτέλεσμα, άμεσο και αναπόδραστο: η υπονόμευση του «μεγάθυμου» Βενιζέλου απ’ τους ευεργετημένους, και η καταλυτική τραγωδία του «εθνικού διχασμού»…

Κι όσοι – απ’ την άλλη – πικραίνονται, επειδή «αναγνωρίζονται» οι «υπηρεσίες» των ενεργουμένων της δικτατορίας και παραγνωρίζονται οι θυσίες των μαχητών της Δημοκρατίας… όσοι οργίζονται επειδή οι νόμοι που έγιναν για ν’ αποκατασταθούν τα θύματα της τυραννίας χρησιμοποιούνται για να προαχθούν οι συνεργάτες της… ας θυμηθούν πως και μια άλλη, ασύγκριτα μεγαλύτερη Αντίσταση, την ίδια τύχη είχε και για τους ίδιους λόγους… Πριν δέκα μόλις μέρες, έν’ απ’ τα κύρια στελέχη του ΕΔΕΣ, ο Κ. Κόκκινος, έλεγε, στην εκπομπή που αφιέρωσε το BBC στα 35 χρόνια απ’ την ίδρυση της αντιστασιακής εκείνης οργάνωσης της κατοχής:

«Οι παράγοντες που αντέδρασαν και αντιδρούν στην αναγνώριση της Αντίστασης, εξακολουθούν να είναι στο παρασκήνιο… Είναι εκείνοι που δεν πήραν καθόλου μέρος στην Αντίσταση. Είναι εκείνοι που τις στιγμές της οδύνης και του μαρτυρίου της χώρας, την εγκατέλειψαν. Είναι εκείνοι που, πάνω στη θυσία των άλλων έχτισαν δικές-τους καρριέρες…».

Τέτοια πολύφερνα «χτίσματα» και, γενικότερα, τέτοιοι πολύχρυσοι οικισμοί και μηχανισμοί, πρέπει να φυλάγονται σαν εθνικές κιβωτοί. Κι οι καλύτεροι φύλακές τους είναι η αμνησία για τα θύματα και η αμνηστία για τα εγκλήματα…

[31.7.1977]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s