Άρθρο που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό Esprit το 1934, μεταφράστηκε στα ελληνικά για την ομότιτλη έκδοση του από την Ελευθεριακή Κουλτούρα το 2013, μαζί με εισαγωγικό σημείωμα και συνοδευτικό κείμενο του Giorgio Agamben. O Emmanuel Levinas (1906-1995) ήταν Γάλλος φιλόσοφος με σημαντική συνεισφορά στην ανάπτυξη της ιδέας του Άλλου. Μετάφραση Παναγιώτης Καλαμαράς.

 

Η φιλοσοφία του Χίτλερ είναι υποτυπώδης. Αλλά οι πρωτόγονες δυνάμεις που τη διαπερνούν, οδηγούν στην έκρηξη μιας άθλιας φρασεολογίας, με την ώθηση μιας στοιχειώδους δύναμης. Ξυπνούν τη μυστική νοσταλγία της γερμανικής ψυχής. Πολύ πέρα από μια επιδημία ή μια τρέλα, ο χιτλερισμός είναι η αφύπνιση των στοιχειωδών συναισθημάτων.

Αλλά τότε, αν και τρομακτικά επικίνδυνος, γίνεται φιλοσοφικά ενδιαφέρων. Αφού τα στοιχειώδη συναισθήματα περικλείουν μια φιλοσοφία εκφράζουν την πρώτη στάση μιας ψυχής η οποία βρίσκεται ενώπιον του συνόλου της πραγματικότητας και της μοίρας της. Προκαθορίζουν ή προεικονίζουν την έννοια της περιπέτειάς της στον κόσμο.

Έτσι η φιλοσοφία του χιτλερισμού υπερβαίνει τη φιλοσοφία των χιτλερικών. Αμφισβητεί τις ίδιες τις αρχές ενός πολιτισμού. Η σύγκρουση δεν είναι μονάχα ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τον χιτλερισμό. Απειλείται ο ίδιος ο χριστιανισμός, παρά τις προφυλάξεις ή τα κονκορδάτα που συνήψαν οι χριστιανικές Εκκλησίες με την άφιξη του καθεστώτος.

Ωστόσο δεν αρκεί να διακρίνουμε, όπως κάποιοι δημοσιογράφοι, τον χριστιανικό οικουμενισμό από τον ρατσιστικό σεχταρισμό: μια λογική αντίθεση δεν μπορεί να κρίνει ένα συγκεκριμένο συμβάν. Η σημασία της λογικής αντίθεσης ανάμεσα σε δύο ρεύματα ιδεών δεν εμφανίζεται στην πληρότητά της αν δεν οδηγεί στην πηγή, στη διαίσθηση, στην αρχική απόφαση που τα καθιστούν δυνατά. Είναι με αυτό το πνεύμα που θα παρουσιάσουμε εδώ μερικές σκέψεις.

I

Οι πολιτικές ελευθερίες δεν εξαντλούν το περιεχόμενο του πνεύματος της ελευθερίας το οποίο, για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, σημαίνει μια ιδέα για την ανθρώπινη μοίρα. Είναι μια αίσθηση της άνευ όρων ελευθερίας του ανθρώπου απέναντι στον κόσμο και των δυνατοτήτων που ενέχει η δράση του. Ο άνθρωπος ανανεώνεται αενάως απέναντι στο Σύμπαν. Μιλώντας με απόλυτους όρους, δεν έχει ιστορία.

Αυτό συμβαίνει γιατί η ιστορία είναι ο πιο βαθύς περιορισμός, ο θεμελιώδης περιορισμός. Ο χρόνος, συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι προπάντων η συνθήκη του ανεπανόρθωτου. Το τετελεσμένο γεγονός, παρασυρμένο από ένα παρόν που υπήρξε, διαφεύγει για πάντα από τον άνθρωπο, ωστόσο βαραίνει στη μοίρα του. Πίσω από τη μελαγχολία για την αιώνια ροή των πραγμάτων, για το απατηλό παρόν του Ηράκλειτου, υπάρχει η τραγωδία της μη μετάθεσης ενός ανεξάλειπτου παρελθόντος, που καταδικάζει την πρωτοβουλία να μην είναι τίποτ’ άλλο από μια συνέχεια. Η πραγματική ελευθερία, η πραγματική αρχή, απαιτούν ένα πραγματικό παρόν το οποίο, πάντοτε στο αποκορύφωμα μιας μοίρας, ξαναρχίζει αενάως.

Ο εβραϊσμός κομίζει αυτό το μεγαλειώδες μήνυμα. Η τύψη – επώδυνη έκφραση της ριζικής αδυναμίας να προστατευθούμε από το ανεπανόρθωτο – αναγγέλλει τη μετάνοια, γεννήτορα της συγχώρεσης που λυτρώνει. Ο άνθρωπος ανακαλύπτει στο παρόν αυτό που μεταμορφώνει και αφανίζει το παρελθόν. Ο χρόνος χάνει την ίδια του τη μη αντιστρεψιμότητα. Γέρνει εξασθενημένος στα πόδια του ανθρώπου, σαν ένα τραυματισμένο κτήνος. Και αυτό τον απελευθερώνει.

Το καυτό συναίσθημα της φυσικής αδυναμίας του ανθρώπου απέναντι στον χρόνο συνιστά όλη την τραγικότητα της ελληνικής Μοίρας, όλη την οξύτητα της ιδέας της αμαρτίας και όλο το μεγαλείο της εξέγερσης του χριστιανισμού. Στους Ατρείδες, που παλεύουν πνιγμένοι σε ένα ξένο και κτηνώδες παρελθόν όπως μια κατάρα, ο χριστιανισμός αντιπαραθέτει ένα μυστικό δράμα. Ο Σταυρός απελευθερώνει’ και μέσω της Ευχαριστίας, που θριαμβεύει επί του χρόνου, αυτή η απελευθέρωση γίνεται καθημερινό γεγονός. Η σωτηρία που ο χριστιανισμός θέλει να φέρει, αξίζει αν ειδωθεί σαν η επαγγελία του ξαναρχινίσματος του οριστικού που περατώνεται καθώς διατρέχει τις στιγμές, του ξεπεράσματος της απόλυτης αντίθεσης ενός παρελθόντος υποταγμένου στο παρόν, ενός παρελθόντος πάντοτε αιτιώδους, πάντοτε εν αμφιβολία.

Με αυτόν τον τρόπο κηρύττει την ελευθερία, την καθιστά δυνατή σε όλο της το εύρος. Όχι μόνο η επιλογή της μοίρας είναι ελεύθερη. Η αναληφθείσα επιλογή δεν συνιστά εμπόδιο. Ο άνθρωπος διατηρεί τη δυνατότητα – υπερφυσική σαφώς, αλλά σημαντική και συγκεκριμένη – να λύσει το συμβόλαιο στο οποίο έχει ελεύθερα δεσμευτεί. Μπορεί να επανακτήσει ανά πάσα στιγμή τη γυμνότητα των πρώτων ημερών της δημιουργίας. Αυτή η επανάκτηση δεν είναι εύκολη. Μπορεί να αποτύχει. Δεν είναι αποτέλεσμα της ιδιότροπης απόφασης μιας βούλησης ευρισκόμενης σε έναν κόσμο αυθαίρετο. Αλλά η υπερβολή της απαιτούμενης προσπάθειας ισοδυναμεί με τη σοβαρότητα του εμποδίου και υπογραμμίζει την αυθεντικότητα της νέας επαγγελλόμενης και πραγματωμένης τάξης, που θριαμβεύει ανοίγοντας μια σχισμή στα βάθη της φυσικής ύπαρξης.

Αυτή η απέραντη ελευθερία σε σχέση με οποιονδήποτε δεσμό, για την οποία, εν κατακλείδι, κανείς δεσμός δεν είναι οριστικός, βρίσκεται στη βάση της χριστιανικής ιδέας για την ψυχή. Για να παραμείνει μια πραγματικότητα στον μέγιστο βαθμό συγκεκριμένη, ώστε να εκφράζει το έσχατο θεμέλιο του ατόμου, πρέπει να έχει την αυστηρή καθαρότητα μιας υπερβατικής λαχτάρας. Μέσω των μεταβολών στην πραγματική ιστορία του κόσμου, η δύναμη της ανανέωσης χαρίζεται στην ψυχή όπως μια νοούμενη φύση, σαν προστασία από τις επιθέσεις ενός κόσμου στον οποίο είναι καθ’ ολοκληρίαν εγκατεστημένος ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Το παράδοξο δεν είναι παρά προφανές. Η αποκοπή της ψυχής δεν είναι μια αφαίρεση, αλλά μια πραγματική και θετική δύναμη διαχωρισμού, αφαιρετικότητας. Η ίση αγνότητα όλων των ψυχών, ανεξαρτήτως της υλικής ή κοινωνικής κατάστασης των ατόμων, δεν προέρχεται από μια θεωρία που υποστηρίζει, συνυπολογίζοντας τις ατομικές διαφορές, την ομοιότητα της «ψυχολογικής συγκρότησης». Οφείλεται στη δεδομένη δύναμη της ψυχής να απελευθερωθεί από αυτό που υπήρξε, από όλα αυτά στα οποία έχει εμπλακεί, από όλα αυτά με τα οποία έχει ασχοληθεί -προκειμένου να βρει την πρώτη της παρθενία.

Αν και ο φιλελευθερισμός των τελευταίων αιώνων αποφεύγει τη δραματική όψη αυτής της απελευθέρωσης, διατηρεί ένα ουσιαστικό στοιχείο με τη μορφή της υπέρτατης ελευθερίας του λόγου. Ολόκληρη η φιλοσοφική και πολιτική σκέψη των μοντέρνων καιρών τείνει να ανυψώσει το ανθρώπινο πνεύμα σε ένα ανώτερο επίπεδο από την πραγματικότητα, ανοίγοντας μια άβυσσο ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο. Καθιστώντας αδύνατη την εφαρμογή των κατηγοριών του φυσικού κόσμου στην πνευματικότητα του κόσμου, θέτει το έσχατο θεμέλιο του πνεύματος πέρα από τον κτηνώδη κόσμο και την αμείλικτη ιστορία της συγκεκριμένης ύπαρξης. Αντικαθιστά τον σκοτεινό κόσμο της κοινής αντίληψης με τον ανακατασκευασμένο κόσμο της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, διαποτισμένο από τον λόγο και υποκείμενο στον λόγο. Στη θέση της απελευθέρωσης μέσω της χάριτος υπάρχει η αυτονομία, την οποία όμως διαπερνά το ιουδαικό-χριστιανικό leit-motiv της ελευθερίας.

Οι γάλλοι συγγραφείς του XVIII αιώνα, προάγγελοι της δημοκρατικής ιδεολογίας της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, παρά τον υλισμό τους, εξέφρασαν τη συναίσθηση ενός λόγου που εξόρκιζε τη φυσική, ψυχολογική και κοινωνική ύλη. Το φως του λόγου αρκεί για να διαλύσει τις σκιές του παράλογου. Τι μένει από τον υλισμό όταν η ύλη είναι η ζύμη του λόγου;

Ο άνθρωπος του φιλελεύθερου (liberalist) κόσμου δεν επιλέγει τη μοίρα του υπό το βάρος μιας Ιστορίας. Δεν αναγνωρίζει τις δυνατότητές του σαν τις ανήσυχες δυνάμεις που ριγούν μέσα του και τον κατευθύνουν ήδη προς ένα καθορισμένο μονοπάτι. Γι’ αυτόν υπάρχουν μόνο λογικές πιθανότητες που προσφέρει ένας γαλήνιος λόγος, καθιστάμενος ικανός να επιλέξει ενώ κρατά αενάως τις αποστάσεις του.

II

Ο μαρξισμός, για πρώτη φορά στη δυτική ιστορία, αμφισβητεί αυτή την αντίληψη για τον άνθρωπο. Το ανθρώπινο πνεύμα δεν του φαίνεται πλέον σαν η καθαρή ελευθερία, σαν η ψυχή που ταλαντεύεται πάνω από κάθε δέσμευση: δεν είναι πια ο καθαρός λόγος που ανήκει στο βασίλειο των σκοπών. Υπόκειται στις υλικές ανάγκες. Όμως χάρη σε μια ύλη και μια κοινωνία που έχουν πάψει να υπακούουν στη μαγική μπαγκέτα του λόγου, η συγκεκριμένη και υποταγμένη ύπαρξή του έχει μεγαλύτερη σημασία, μεγαλύτερη βαρύτητα από μια αδύναμη ορθολογικότητα. Ο αγώνας, που προϋπάρχει της ευφυΐας, του επιβάλλει αποφάσεις που δεν θα έπαιρνε ποτέ. «Το είναι καθορίζει τη συνείδηση». Η επιστήμη, η ηθική, η αισθητική, δεν είναι πλέον ηθική, επιστήμη, αισθητική καθαυτές, αλλά εκφράζουν σε κάθε στιγμή τη θεμελιώδη αντίθεση του μπουρζουάδικου και του προλεταριακού πολιτισμού.

Το πνεύμα της παραδοσιακής αντίληψης χάνει εκείνη τη δύναμη να λύει όλους τους δεσμούς, που ήταν ανέκαθεν πολύ ισχυρή. Συγκρούεται με όλες εκείνες τις πέτρες που αυτή η ίδια αντίληψη δεν είχε καταφέρει ποτέ να κουνήσει. Η απόλυτη ελευθερία, εκείνη που κάνει θαύματα, μπαίνει στην άκρη, για πρώτη φορά, από τη συγκρότηση του πνεύματος. Αφού ο μαρξισμός δεν αντιτίθεται μονάχα στον χριστιανισμό, αλλά σε κάθε ιδεαλιστικό φιλελευθερισμό για τον οποίο «το είναι δεν καθορίζει τη συνείδηση» αλλά η συνείδηση ή ο λόγος καθορίζουν το είναι.

Γι’ αυτό, ο μαρξισμός διαρρηγνύει την ευρωπαϊκή κουλτούρα ή, τουλάχιστον, θρυμματίζει την αρμονική καμπύλη της ανάπτυξής της.

III

Ωστόσο, αυτή η ρήξη με τον φιλελευθερισμό δεν είναι οριστική. Ο μαρξισμός έχει συνείδηση ότι συνεχίζει, κατά μία έννοια, τις παραδόσεις του 1789 και ο ιακωβινισμός μοιάζει να εμπνέει σε μεγάλο βαθμό τους μαρξιστές επαναστάτες. Όμως το βασικό ζήτημα είναι πως αν η θεμελιώδης ενόραση του μαρξισμού συνίσταται στο ότι έχει καλλιεργήσει το πνεύμα της αναπόφευκτης σχέσης με μια καθορισμένη κατάσταση, αυτή η σύνδεση δεν έχει τίποτα το ριζοσπαστικό. Η ατομική συνείδηση που έχει καθοριστεί από το είναι δεν είναι τόσο αδύναμη ώστε να μη διατηρεί -τουλάχιστον για λόγους αρχής- τη δύναμή της να σπάει το κοινωνικό μάγεμα, που τότε θα εμφανίζεται ξένο ως προς το είναι της. Το να συνειδητοποιείς την κοινωνική σου κατάσταση σημαίνει, για τον ίδιο τον Μαρξ, ότι απελευθερώνεσαι από τον φαταλισμό που αυτή συνεπάγεται.

Μια αντίληψη πραγματικά αντίθετη με την ευρωπαϊκή ιδέα για τον άνθρωπο είναι δυνατή μονάχα αν η κατάσταση στην οποία είναι καθηλωμένος (rive) ο άνθρωπος, δεν προστίθεται σε αυτόν, αλλά συνιστά το ίδιο το θεμέλιο του είναι του. Μια παράδοξη απαίτηση, που η εμπειρία του ίδιου μας του σώματος φαίνεται να ικανοποιεί.

Τι σημαίνει σύμφωνα με την παραδοσιακή ερμηνεία το γεγονός ότι έχουμε ένα σώμα; Σημαίνει ότι το σηκώνουμε όπως ένα αντικείμενο του εξωτερικού κόσμου. Το σώμα βαραίνει τον Σωκράτη όπως οι αλυσίδες που κρατούν τον φιλόσοφο στη φυλακή της Αθήνας’ τον περικλείει όπως ο τάφος για τον οποίο προορίζεται. Το σώμα είναι το εμπόδιο. Ανακόπτοντας την ελεύθερη πτήση του πνεύματος, το επαναφέρει στις επίγειες συνθήκες, αλλά, όπως κάθε εμπόδιο, είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί.

Είναι το συναίσθημα της αιώνιας ξενότητας του σώματος σε σχέση με εμάς τους ίδιους που τροφοδότησε τόσο τον χριστιανισμό όσο και τον μοντέρνο φιλελευθερισμό. Αυτός αντιστάθηκε σε όλους τους μετασχηματισμούς της ηθικής, παρά την παρακμή του ασκητικού ιδεώδους που ξεκίνησε από την Αναγέννηση. Αν οι υλιστές μπερδεύουν το εγώ με το σώμα, αυτό συνέβη με τίμημα την καθαρή και απλή άρνηση του πνεύματος. Αυτοί έθεταν το σώμα στο περιβάλλον της φύσης, χωρίς να αναγνωρίζουν μια σειρά εξαιρέσεων που υπάρχουν στο Σύμπαν.

Λοιπόν, το σώμα δεν είναι μονάχα ο αιώνιος ξένος. Η κλασική ερμηνεία εξορίζει σε ένα κατώτερο επίπεδο και θεωρεί σαν μια παγίδα την οποία πρέπει να ξεπεράσουμε εκείνη την αίσθηση ταυτότητας ανάμεσα στο σώμα μας και εμάς τους ίδιους, που κάποιες συνθήκες την καθιστούν ιδιαιτέρως οξεία. Το σώμα δεν είναι μονάχα ότι πιο κοντινό ή πιο οικείο μας στη σχέση που έχουμε με τον υπόλοιπο κόσμο, δεν καθορίζει μονάχα την ψυχολογική μας ζωή, την ιδιοσυγκρασία και τη δραστηριότητά μας. Πέρα από αυτές τις κοινότυπες διαπιστώσεις, υπάρχει η συναίσθηση της ταυτότητας. Δεν επιβεβαιωνόμαστε μέσω αυτής της μοναδικής θερμότητας του σώματός μας, πολύ πριν η πλήρης ανάπτυξη του Εγώ επιδιώξει τον διαχωρισμό μας; Και δεν ανθίστανται ίσως σε κάθε δοκιμασία εκείνοι οι δεσμοί τους οποίους, πολύ πριν εμφανιστεί η ευφυΐα, έχει παγιώσει το αίμα; Σε ένα επικίνδυνο αθλητικό εγχείρημα, σε μια άσκηση κατά την οποία οι κινήσεις απαιτούν μια τελειότητα σχεδόν τόσο αφηρημένη όσο μια ανάσα από τον θάνατο, κάθε δυϊσμός ανάμεσα στο εγώ και στο σώμα πρέπει να εξαφανιστεί. Και στην αδιέξοδη κατάσταση του φυσικού πόνου, ο άρρωστος δεν βιώνει ίσως την αδιαχώριστη απλότητα του ίδιου του του είναι, καθώς στριφογυρίζει στο κρεβάτι του χωρίς να βρίσκει ειρήνη;

Θα λέγαμε ότι η ανάλυση αποκαλύπτει στον πόνο της αντίθεσης του πνεύματος σε αυτόν τον πόνο μια εξέγερση, μια άρνηση να σταματήσει και κατά συνέπεια μια προσπάθεια να τον ξεπεράσει – όμως αυτή η προσπάθεια δεν χαρακτηρίζεται πάντοτε σαν απελπισμένη; Το εξεγερτικό πνεύμα δεν παραμένει, αναπόφευκτα, στον πόνο; Και δεν είναι σε αυτή την απελπισία που συνιστά το θεμέλιο του ίδιου του πόνου;

Δίπλα στην ερμηνεία που δίνει η παραδοσιακή σκέψη της Δύσης, η οποία αποκαλεί αυτά τα δεδομένα κτηνώδη και χυδαία και προσπαθεί να τα αμβλύνει, μπορεί να υπάρξει η συναίσθηση της αμείωτης αυθεντικότητάς τους, η επιθυμία να διατηρηθεί η αγνότητά τους. Αποδίδεται στον φυσικό πόνο μια απόλυτη θέση.

Το σώμα δεν είναι μονάχα ένα ευτυχές ή δυστυχές ατύχημα, που μας φέρνει σε επαφή με τον αμείλικτο κόσμο της ύλης – η συνάφειά του με το Εγώ έχει μια αξία καθαυτή. Είναι μία συνάφεια από την οποία δεν μπορεί να διαφύγει και καμία μεταφορά δεν μπορεί να το μπερδέψει με την παρουσία ενός εξωτερικού αντικειμένου: είναι μια ένωση την τραγική γεύση της οποίας για την οριστικότητά της τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει.

Μια τέτοια συναίσθηση της ταυτότητας ανάμεσα στο εγώ και το σώμα – που, εννοείται, δεν έχει τίποτα κοινό με τον χυδαίο υλισμό – δεν θα επιτρέψει συνεπώς ποτέ, σε όποιον θα ξεκινούσε από αυτή, να ξαναβρεί στο βάθος αυτής της ενότητας τη δυαδικότητα ενός ελεύθερου πνεύματος που παλεύει εναντίον του σώματος στο οποίο είναι αλυσοδεμένο. Γι’ αυτόν, αντιθέτως, είναι σε αυτή την αλυσόδεση στο σώμα που συνίσταται ολόκληρη η ουσία του πνεύματος. Το να το διαχωρίσεις από τις συγκεκριμένες μορφές στις οποίες έχει ήδη εμπλακεί, σημαίνει να προδώσεις την αυθεντικότητα της ίδιας της συναίσθησης από την οποία έχει δεχτεί να ξεκινά.

Η σημασία που αποδίδεται στη συναίσθηση του σώματος, την οποία το δυτικό πνεύμα δεν θέλησε ποτέ να αποδεχτεί, βρίσκεται στη βάση μιας νέας αντίληψης για τον άνθρωπο. Το βιολογικό, με όλο το μοιραίο που συνεπάγεται, γίνεται κάτι περισσότερο από ένα αντικείμενο της πνευματικής ζωής, γίνεται η ίδια της η καρδιά. Η μυστηριώδης φωνή του αίματος, οι εκκλήσεις στην κληρονομικότητα και στο παρελθόν του οποίου το σώμα είναι ο αινιγματικός φορέας, χάνουν τη φύση τους σαν προβλήματα υποκείμενα στη λύση ενός Εγώ βασικά ελεύθερου. Το Εγώ δεν διαθέτει, για να τα λύσει, παρά την ίδια την άγνοια γι’ αυτά τα προβλήματα. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται. Η ουσία του ανθρώπου δεν βρίσκεται πλέον στην ελευθερία, αλλά σε ένα είδος αλυσόδεσης. Το να είμαστε πραγματικά εμείς οι ίδιοι, δεν σημαίνει να εγερθούμε απέναντι στις τυχαιότητες, πάντοτε ξένες σε σχέση με την ελευθερία του Εγώ: αλλά, αντιθέτως, να συνειδητοποιήσουμε την αρχική, αναπόφευκτη, μοναδική αλυσόδεση του σώματός μας· σημαίνει, προπάντων, αποδοχή αυτής της αλυσόδεσης.

Κατά συνέπεια, κάθε κοινωνική δομή που αναγγέλλει μια απελευθέρωση από το σώμα και δεν το εμπλέκει, καθίσταται ύποπτη σαν μια απάρνηση, μια προδοσία. Οι μορφές της μοντέρνας κοινωνίας που έχουν θεμελιωθεί στη συμφωνία των ελεύθερων βουλήσεων, εμφανίζονται όχι μονάχα εύθραυστες και ασταθείς, αλλά ψευδείς και απατηλές. Η αφομοίωση των πνευμάτων χάνει το μεγαλείο του θριάμβου του πνεύματος επί του σώματος. Γίνεται το έργο μιας παραποίησης. Από αυτή τη συγκεκριμενοποίηση του πνεύματος προκύπτει αμέσως μια κοινωνία με βάση το ίδιο αίμα. Και τότε, αν η φυλή δεν υπάρχει, πρέπει να την εφεύρουμε!

Αυτό το ιδανικό για τον άνθρωπο και την κοινωνία συνοδεύεται από ένα νέο ιδανικό για τη σκέψη και την αλήθεια.

Αυτό που χαρακτηρίζει τη δομή της σκέψης και της αλήθειας στον δυτικό κόσμο – το έχουμε επισημάνει – είναι η απόσταση που χωρίζει αρχικά τον άνθρωπο από τον κόσμο των ιδεών στον οποίο θα επιλέξει την αλήθεια του. Αυτός είναι ελεύθερος απέναντι σε αυτόν τον κόσμο. Είναι ελεύθερος σε σημείο που μπορεί και να μην καλύψει αυτήν την απόσταση, να κάνει την επιλογή του. Ο σκεπτικισμός είναι μια θεμελιώδης δυνατότητα του δυτικού πνεύματος. Αλλά μόλις εκμηδενιστεί η απόσταση και γίνει αντιληπτή η αλήθεια, είναι σαφές ότι ο άνθρωπος δεν κάνει χωρίς την ελευθερία του. Μπορεί να αλλάξει γνώμη και να επιστρέφει στην επιλογή του. Η κατάφαση επωάζει ήδη τη μελλοντική άρνηση. Αυτή η ελευθερία συνιστά όλη την αξιοπρέπεια της σκέψης, αλλά κρύβει και έναν κίνδυνο. Στο μεσοδιάστημα που χωρίζει τον άνθρωπο από την ιδέα, υπεισέρχεται το ψέμα.

Η σκέψη γίνεται παιχνίδι. Όντας ελεύθερος ο άνθρωπος είναι ικανοποιημένος και δεν διακινδυνεύει να αποδεχτεί άπαξ δια παντός καμία αλήθεια. Μεταμορφώνει τη δύναμή του να αμφιβάλλει σε έλλειψη πίστης. Το να μη συνδέεται με μια αλήθεια γίνεται γι’ αυτόν ίδιο με το να μη θέλει να ενεχυριάσει την προσωπικότητά του στη δημιουργία πνευματικών αξιών. Η ειλικρίνεια, που έχει καταστεί αδύνατη, θέτει τέλος σε κάθε ηρωισμό. Ο πολιτισμός δέχεται την εισβολή από όλα αυτά που δεν είναι αυθεντικά, από υποκατάστατα που υπηρετούν τα συμφέροντα και τη μόδα.

Είναι σε μια κοινωνία που χάνει τη ζωντανή επαφή της με το πραγματικό της ιδανικό για την ελευθερία προκειμένου να αποδεχτεί εκφυλιστικές μορφές και η οποία, χωρίς να βλέπει την προσπάθεια την οποία απαιτεί αυτό το ιδανικό, τέρπεται προπάντων από εμπορεύματα τα οποία εγκρίνει – είναι σε μια κοινωνία υπό αυτές τις συνθήκες που το γερμανικό ιδανικό για τον άνθρωπο εμφανίζεται σαν μια υπόσχεση ειλικρίνειας και αυθεντικότητας. Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται πλέον ενώπιον ενός κόσμου ιδεών όπου μπορεί να επιλέξει, με μια απόφαση υπέρτερη του ελεύθερου λόγου του, την αλήθειά του – αυτός είναι ήδη συνδεδεμένος με κάποιες από αυτές τις αλήθειες, όπως είναι συνδεδεμένος από τη στιγμή της γέννησής του με όλους εκείνους που έχουν το ίδιο αίμα με αυτόν. Δεν μπορεί πλέον να παίζει με την ιδέα γιατί -εκπορευόμενη από το συγκεκριμένο του είναι, προσκολλημένη στη σάρκα και το αίμα του- αυτή συντηρεί τη διευθέτηση.

Όντας αλυσοδεμένος στο σώμα του, ο άνθρωπος αρνείται τη δύναμη να ξεφύγει από τον ίδιο του τον εαυτό. Η αλήθεια, γι’ αυτόν, δεν είναι πλέον η ενατένιση ενός ξένου θεάματος -αυτή συνίσταται σε ένα δράμα στο οποίο ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ο ηθοποιός. Είναι κάτω από το βάρος ολόκληρης της ύπαρξής του – που συνεπάγεται δεδομένα στα οποία δεν μπορεί πλέον να επιστρέφει – που ο άνθρωπος θα εκφέρει το ναι ή το όχι του.

Αλλά σε τι υποχρεώνει αυτή η ειλικρίνεια; Κάθε ορθολογική αφομοίωση ή μυστηριώδη κοινότητα ανάμεσα σε πνεύματα που δεν θεμελιώνονται σε μια κοινότητα αίματος, καθίστανται ύποπτες. Ωστόσο, ο νέος τύπος της αλήθειας δεν θα πρέπει να απαρνείται την τυπική φύση της όπως και την οικουμενικότητά της. Η αλήθεια μπορεί πολύ εύκολα να είναι η δική μου αλήθεια, με την πιο ισχυρή έννοια αυτής της κτητικής αντωνυμίας – όμως αυτή πρέπει να σκοπεύει στη δημιουργία ενός νέου κόσμου. Ο Ζαρατούστρα δεν ικανοποιείται με τη μεταμόρφωσή του, κατεβαίνει από το βουνό του κουβαλώντας ένα ευαγγέλιο. Πώς συμβιβάζεται η οικουμενικότητά με τον ρατσισμό; Μέσα από – και αυτό υπάρχει στη λογική από την οποία ξεκινά να εμπνέεται ο ρατσισμός – μια θεμελιακή τροποποίηση της ίδιας της ιδέας της οικουμενικότητας. Αυτή πρέπει να παραχωρήσει τη θέση της στην ιδέα της επέκτασης, γιατί η επέκταση μιας ισχύος παρουσιάζει εντελώς άλλη δομή από τη διάδοση μιας ιδέας.

Η ιδέα που διαδίδεται, ουσιαστικά αποκόβεται από την αφετηρία της. Παρά τον μοναδικό τόνο που της έδωσε ο δημιουργός της, αυτή γίνεται κοινή κληρονομιά. Είναι κατ’ ουσία ανώνυμη. Ανήκει τόσο σε αυτόν που την αποδέχεται όσο και σε αυτόν που την προτείνει. Η διάδοση μιας ιδέας δημιουργεί έτσι μια κοινότητα «δασκάλων» (maitres) – είναι μια διαδικασία εξομοίωσης. Ο προσηλυτισμός ή η πειθώ είναι μια δημιουργία ομοίων. Η οικουμενικότητά μιας διευθέτησης στη δυτική κοινωνία αντανακλά πάντοτε αυτή την οικουμενικότητά της αλήθειας.

Αντιθέτως η ισχύς χαρακτηρίζεται από έναν άλλο τύπο διάδοσης. Όποιος την ασκεί δεν διαχωρίζεται. Η ισχύς δεν διασπείρεται ανάμεσα σε εκείνους που την υφίστανται. Ταυτίζεται με την προσωπικότητα ή την κοινωνία που την ασκούν, αυξάνει μέσα από την υποταγή όλων των υπολοίπων. Εδώ η οικουμενική διευθέτηση δεν συμβαίνει πλέον σαν προσθήκη της ιδεολογικής επέκτασης – είναι αυτή η ίδια η επέκταση που συγκροτεί την ενότητα ενός κόσμου αφεντικών (maitres) και σκλάβων. Η θέληση για τη νιτσεϊκή δύναμη που η μοντέρνα Γερμανία ξαναβρίσκει και δοξάζει, δεν είναι μονάχα ένα νέο ιδανικό, είναι ένα ιδανικό που κομίζει την ίδια στιγμή τη δική της μορφή οικουμενικοποίησης: τον πόλεμο, την κατάκτηση.

Ξαναβρίσκουμε εδώ πασίγνωστες αλήθειες. Προσπαθήσαμε να τις εντάξουμε σε μια θεμελιώδη αρχή. Αυτή μπορεί να συνίσταται στο γεγονός που καταφέραμε να δείξουμε, ότι δηλαδή ο ρατσισμός δεν αντιτίθεται μονάχα σε εκείνο ή το άλλο ιδιαίτερο σημείο της χριστιανικής και φιλελεύθερης κουλτούρας. Ότι εδώ δεν διακυβεύεται αυτό ή εκείνο το δόγμα της δημοκρατίας, του κοινοβουλευτισμού, του δικτατορικού καθεστώτος ή της θρησκευτικής πολιτικής. Διακυβεύεται η ίδια η ανθρωπινότητα του ανθρώπου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s