Το άρθρο προέρχεται από φυλλάδιο της ομάδας Solidarity (Clydeside) που εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1970 διαθέσιμο από την ιστοσελίδα libcom.org, και είναι απόσπασμα από το κείμενο του Καστοριάδη με τίτλο «Προλεταριάτο και Οργάνωση» που εμφανίστηκε στο περιοδικό Socialisme ou Barbarie αρ. 27 τον Απρίλιο του 1959. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας

 

Είναι ο σοσιαλισμός ένα ουτοπικό όνειρο; Θα υπάρχουν πάντοτε κυβερνήτες και κυβερνώμενοι; Θα είναι πάντοτε η εργατική τάξη αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους ταξικούς εχθρούς ή από εκείνους που ισχυρίζονται π[ως μιλάνε στο όνομα της; Είναι μόνο ένας σύγχρονος στρατός από βιομηχανικούς σκλάβους, των οποίων οι περιοδικές εκρήξεις δράσης δεν έχουν πραγματική κοινωνική σημασία;

Ή, αντίθετα, οι συνθήκες της προλεταριακής ζωής – και συγκεκριμένα η ζωή στο εργοστάσιο – οδηγεί τους εργάτες στην ανάπτυξη μιας συνείδησης, ιδεών, και μορφών δράσης, των οποίων το βαθύτερο περιεχόμενο είναι έμφυτα σοσιαλιστικό;

Οι απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις μπορούν να βρεθούν μόνο σε μια ανάλυση της ιστορίας της εργατικής τάξης και της εμπειρίας της εργατικής τάξης. Αυτή πρέπει να ξεκινήσει από το πιο βασικό σημείο, από την κοινωνική πραγματικότητα στο σημείο της παραγωγής. Στη συνέχεια πρέπει να κοιτάξει πιο μακριά, στις οργανώσεις που δημιούργησε η εργατική τάξη στην διάρκεια της ιστορίας της – και του τι απέγιναν. Πρέπει τέλος να στραφεί στους στόχους όλων των προηγούμενων μαζικών δράσεων της τάξης, στη διάρκεια των περιόδων επανάστασης.

Μια τέτοια ανάλυση πρέπει να οδηγήσει σε μια δραστική αναθεώρηση των παραδοσιακών ιδεών που αφορούν το σοσιαλισμό. Μια διαφορετική αντίληψη του σοσιαλισμού, με τη σειρά του, συνεπάγεται τον αγώνα σοσιαλιστικών οργανώσεων για διαφορετικές απαιτήσεις. Και αυτές οι οργανώσεις, με τη σειρά τους πρέπει να είναι μιας νέας μορφής, αν θέλουν να αμφισβητήσουν αποτελεσματικά την κοινωνική πραγματικότητα του σήμερα.

Ο Αγώνας στην Παραγωγή

Ο αγώνας της εργατικής τάξης ενάντια στον καπιταλισμό δεν είναι ούτε καθαρά «οικονομικός», ούτε «πολιτικός». Είναι μια πάλη που ξεκινά στο σημείο παραγωγής. Ο σκοπός του δεν είναι απλά μεγαλύτεροι μισθοί (δηλαδή, μεγαλύτερο μερίδιο στην υπεραξία που παράγει η εργατική τάξη).  Ούτε ασχολείται αποκλειστικά με την γενικότερη αναδιοργάνωση της κοινωνίας. Η σημασία του εντοπίζεται στο γεγονός  πως η πάλη στη παραγωγή επιτίθεται, σε κάθε ώρα της μέρας, στην θεμελιώδη πραγματικότητα του καπιταλισμού. Γιατί αυτό που αμφισβητεί είναι οι σχέσεις παραγωγής στο καπιταλιστικό εργοστάσιο, δηλαδή των ομάδων ανθρώπων με άλλες ομάδες ανθρώπων στην διαδικασία παραγωγής πλούτου.

Προσπάθειες να «εκλογικευτεί» η παραγωγή υλοποιούνται συνεχώς στην κοινωνία γύρω μας. Είναι ένα αναπόφευκτο υποπροϊόν της συγκέντρωσης κεφαλαίου, είτε είναι ιδιωτικό είτε «ανήκει στο κράτος». Αυτές οι προσπάθειες φαίνονται στις αποβάθρες, στην μηχανολογική βιομηχανία, στους σιδηρόδρομους, στην οικοδομή, στα ορυχεία και στις τράπεζες και τα γραφεία σε ολόκληρη τη χώρα. Επηρεάζουν τους χειρώνακτες εργάτες και τους εργαζόμενους του «λευκού κολάρου» εξίσου.

Αυτό το είδος «εκλογίκευσης» δημιουργεί ένα πλήθος από αντιφάσεις που δεν μπορούν να επιλυθούν μέσα σε μια ταξική κοινωνία. Γιατί βασίζεται στην «αναδιοργάνωση» της εργατικής από τα έξω. Οι επιθυμίες και τα ταλέντα εκείνων που κάνουν την δουλειά αποκλείονται. Η καπιταλιστικές και γραφειοκρατικές «εκλογικεύσεις» προσπαθούν να μειώσουν στο ελάχιστο την δημιουργική παρέμβαση των εργατών στην παραγωγική διαδικασία. Αυτό είναι εγγενώς παράλογο… ακόμη και από την οπτική της ίδιας της «αποτελεσματικότητας».

Σε κάθε ταξική κοινωνία, η «εκλογίκευση» απλά αυξάνει την εκμετάλλευση. Γεννά μια συνεχή αντίσταση της εργατικής τάξης που κυριαρχεί σε ολόκληρο το εργοστάσιο. Αυτή η αντίσταση επηρεάζει κάθε πτυχή της εργατικής διεργασίας. Οι στόχοι της δεν είναι απλά αύξηση στο μισθολογικό πακέτο. Ελέγχουν επίσης την ίδια την εργασία.

Στις περισσότερες περιπτώσεις το πρακτικό μέγεθος του πακέτου αμοιβών κυριαρχείται λιγότεροι από «επίσημες» μισθολογικές συμφωνίες, και περισσότερο από τις πραγματικότητες της παραγωγής σε κάθε δεδομένο εργοστάσιο: ο έλεγχος της αμοιβής ανά κομμάτι. Η διανομή του χρόνου των εργατών μεταξύ διαφορετικών ειδών εργασίας κυρίως του ρυθμού και των κανόνων εργασίας που η διεύθυνση είναι σε θέση να επιβάλει. Όλες αυτές είναι το αντικείμενο μιας μόνιμης και ασυμβίβαστης πάλης μεταξύ εργατών και διεύθυνσης. Η πάλη αυτή παίρνει πολλές μορφές. Είναι περισσότερο μια κινητήριος δύναμη της ταξικής πάλης από πως το να είναι ο πιο εμφανής αγώνας  για την απομάκρυνση της υπεραξίας. Το μοτίβο των πρόσφατων απεργιών πρέπει να το κάνουν σαφές  πέρα από κάθε αμφισβήτηση.

Οι Νέες Σχέσεις

Ανεξάρτητα από το επίπεδο των μισθών τους οι εργάτες παλεύουν συνεχώς ενάντια στις μεθόδους παραγωγής οι οποίες αυξάνουν συνεχώς τις απάνθρωπες πτυχές της εργασίας. Η πάλη τους αυτή δεν είναι απλά αμυντική, που στοχεύει στην μείωση της εκμετάλλευσης. Η παραγωγή πρέπει κάπως να συνεχιστεί. Ενώ δρουν μαζί ενάντια στον γραφειοκρατικό μηχανισμό της διεύθυνσης, οι εργάτες δημιουργούν, μεταξύ τους μια ιδιαίτερη αλληλεγγύη και εμπειρία. Μεταφέρουν μια μορφή συνεργασίας στην εργασία η οποία έρχεται σε συνεχή σύγκρουση με τους καθημερινούς κανόνες και κανονισμούς του καπιταλιστικού εργοστασίου. Υπό μια έννοια οι εργάτες ενστικτωδώς επιδιώκουν ενστικτωδώς να επιβάλουν μια μορφή εργατικού ελέγχου.

Στη διάρκεια της δουλειάς νέες σχέσεις δημιουργούνται μεταξύ ομάδων και μεταξύ ατόμων. Αυτοί οι νέοι κανόνες συχνά αμφισβητούν τη καπιταλιστική ηθική του μέγιστου ατομικού κέρδους. Τείνουν επίσης να την αντικαταστήσουν με μια νέα ηθική , βασισμένη στην αλληλεγγύη και την ισότητα. Οι πιο σοβαροί αστοί βιομηχανικοί κοινωνιολόγοι, όπως ο Elton Mayo, το έχουν δει αυτό με σαφήνεια. Είναι παράδοξο να βλέπεις τους περισσότερους «Μαρξιστές» να μην ενδιαφέρονται ή να αγνοούν αυτά τα βασικά γεγονότα.

Οι καπιταλιστές προσπαθούν πάντοτε να επιβάλλουν ιεραρχικές μισθολογικές δομές ή ιεραρχικά μοτίβα μισθολογικών αυξήσεων, για να διαιρέσουν καλύτερα τους εργάτες. Οι εργάτες που έχουν πιο μεγάλη ταξική συνείδηση αντιλαμβάνονται πως αυτό μπορεί μόνο να τους διαιρέσει. Δεν είναι ατύχημα που στην British Light Steel Pressings (Acton), ίσως το καλύτερα οργανωμένο και πιο μαχητικό μηχανολογικό εργοστάσιο στην Βρετανία, οι αντιπρόσωποι του σωματείου πέτυχαν να καθιερώσουν την ουσιαστική ισότητα μισθών μεταξύ ειδικευμένων και ημιειδικευμένων εργατών.  Η ίδια τάση φάνηκε πρόσφατα στα μηχανοστάσια των λεωφορείων του Λονδίνου, όπου απέρριψαν με συντριπτική πλειοψηφία προτάσεις για να δοθούν διαφορετικές αυξήσεις σε οδηγούς και εισπράκτορες.

Αυτή η πτυχή «καθολικής ισότητας» της συνείδησης της εργατικής τάξης και αυτή η τάση των εργατών να διαχειρίζονται την εργασία οι ίδιοι δεν είναι τυχαία. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έρχεται στο προσκήνιο κάθε φορά που ο καπιταλισμός προσπαθεί να αλλάξει τις τεχνικές της παραγωγής, ώστε να «επιλύσει» ένα από τα δικά του προβλήματα. Εκφράζουν μια βασική και καθολική τάση, στη Γαλλία και στην Βρετανία. Η τάση αυτή μπορεί να υποβόσκει για μεγάλες περιόδους. Δεν έχει επίσημη οργανωτική έκφραση. Δεν έχει ξεκάθαρα μορφοποιημένο πρόγραμμα. Το περιεχόμενο της όμως βρίσκεται στις δραστηριότητες των μαζών κάθε φορά  που μια επαναστατική κρίση προκαλεί αναταράξεις στην καπιταλιστική ή στην γραφειοκρατική κοινωνία. Σε κάθε εργοστάσιο σε ολόκληρο το κόσμο οι εργάτες παλεύουν ενάντια στους αυθαίρετα επιβεβλημένους κανόνες, και, πιο γενικά, ενάντια στις συνθήκες της εργασίας που δεν αποφάσισαν οι ίδιοι. Η «κατάργηση των κανόνων» ήταν μια από τις πιο βασικές απαιτήσεις των Ουγγρικών Εργατικών Συμβουλίων το 1956.

Η Εμπειρία της Επανάστασης

Γεννημένη μέσα από τις ασημαντότητες της εργατικής διαδικασίας, και στην εμπειρία της συλλογικής εργασίας, αυτή η «σοσιαλιστική» αντίληψη της κοινωνίας έχει ορμήσει στο προσκήνιο σε κάθε προλεταριακή επανάσταση. Σε αυτές τις εξεγέρσεις η εργατική τάξη δεν έχει απλά επαναστατήσει ενάντια στη μιζέρια και την εκμετάλλευση. Έχει προσπαθήσει να αμφισβητήσει την πραγματική βάση κάθε καθιερωμένης κοινωνίας: οι σχέσεις της παραγωγής, η οποία καθορίζει την συμπεριφορά των ανθρώπινων όντων μεταξύ τους.

Σε αυτές τις εξεγέρσεις η εργατική τάξη έχει θέσει σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος το ερώτημα μιας νέας μορφής κοινωνικής οργάνωσης. Και σε αυτό το ερώτημα έχει επανειλημμένα προσφέρει τις δικές της ερωτήσεις. Η Κομμούνα του 1871, τα Σοβιέτ του 1905 και του 1917, οι ρωσικές εργοστασιακές επιτροπές του 1917-1918, τα συμβούλια των Γερμανών εργατών του 1919 και του 1920, οι ιταλικές εργοστασιακές επιτροπές του 1921, τα συμβούλια που δημιουργήθηκαν από τους Ισπανούς εργάτες το 1936-1937 και τα συμβούλια των Ούγγρων εργατών του 1956 ήταν την ίδια στιγμή και όργανα του αγώνα εναντίον της άρχουσας τάξης και του Κράτους της – και νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, βασισμένη σε αρχές ριζικά αντίθετες σε εκείνες της αστικής κοινωνίας.

Αυτοί οι θεσμοί, δημιουργημένοι από το ίδιο το προλεταριάτο, πρέπει να μελετηθούν πιο καλά. Φανερώνουν, μια και καλή, συγκεκριμένες παρανοήσεις για την «οργάνωση» που βασανίζουν για αιώνες το σύνολο της πολιτικής σκέψης. Αυτά τα όργανα της της εξουσίας της εργατικής τάξης έχουν δείξει πως είναι δυνατό ταυτόχρονα να συγκεντρώνουν την εξουσία και να προστατεύουν τους εργάτες από τον πολιτικό σφετερισμό εκείνων που επιδιώκουν να τους «αντιπροσωπεύσουν». Σε κάθε περίπτωση οι εργάτες έχουν ενστικτωδώς επιδιώξει να επιβάλουν στους αντιπροσώπους «τους» ένα μόνιμο έλεγχο από τα κάτω. Η ανακλητότητα όλων των εκλεγμένων αντιπροσώπων ήταν στοιχείο τόσο της Κομμούνας του 1871 και των πρώιμων Σοβιέτ. Ο εργατικός έλεγχος της παραγωγής που ήταν απαίτηση των ρωσικών επιτροπών των εργοστασίων το 1917 καθιερώθηκε από τους Ισπανούς εργάτες το 1936 και το 1937. Ήταν βασική απαίτηση των συμβουλίων των Ούγγρων εργατών το 1956.

Η εξέλιξη της εργατικής τάξης προς τον σοσιαλισμό δεν φανερώνεται μόνο στο τρόπο με τον οποίο οι εργάτες συνεχώς προσπαθούν να οργανώσουν τις ζωές τους και την ίδια τους την δραστηριότητα στο εργοστάσιο. Ούτε φαίνεται μόνο στη διάρκεια περιόδων μεγάλης επαναστατικής διέγερσης, όταν η εργατική τάξη επανειλημμένα απαιτούσε τις πιο ριζικές αλλαγές σε κάθε κοινωνική σχέση. Η εργατική τάξη έχει επίσης παλέψει εναντίον το καπιταλισμού, και αυτό από την ίδια την αρχή της ιστορίας του, με συνειδητό και ξεκάθαρο τρόπο. Αυτή η τάση για οργάνωση για μόνιμο και ανοιχτό αγώνα διατρέχει την συνολική δομή της σύγχρονης κοινωνίας.

Από μια σχετικά πρώιμη στιγμή, οι εργάτες είδαν την ανάγκη να αμφισβητούν συστηματικά την συνολική οργάνωση της κοινωνίας γύρω τους. με την δημιουργία πολιτικών κομμάτων, προσπάθησαν να προχωρήσουν πιο πέρα από την απλή υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων. Έχουν επιδιώξει να αντιτάξουν τις δικές τους αντιλήψεις περί κοινωνίας σε εκείνες της αστικής τάξης. Έχουν επιδιώξει να πάνε πιο πέρα από τις λύσεις στο εργοστάσιο και να θέσουν το ζήτημα της εξουσίας σε εθνικό και ακόμη και διεθνές επίπεδο.

Είναι εντελώς λάθος να ισχυριζόμαστε (όπως κάνουν οι σταλινιστές και τροτσκιστές λεγάτοι του μπολσεβικισμού) πως η εργατική τάξη «είναι ικανή για την επίτευξη μόνο συνδικαλιστικής συνείδησης». Στη Γερμανία, οι εργάτες άρχισαν να δημιουργούν μαζικές πολιτικές οργανώσεις, από τις οποίες αναπτύχθηκαν στη συνέχεια τα εργατικά συνδικάτα. Όταν τα εργατικά συνδικάτα σχηματίστηκαν αρχικά στις λατινικές χώρες δεν ήταν απλά «οικονομικές» οργανώσεις, που πάλευαν για περιορισμένους στόχους. Διακήρυσσαν ως στόχο τους τίποτα λιγότερο από την κατάργηση του μισθωτού συστήματος. Πολλά από τα πρώτα βιομηχανικά συνδικάτα στη Βρετανία είχαν λίγο πολύ τον ίδιο στόχο. Το καταστατικό του Συνδικάτου Μεταλλωρύχων, του N.U.R. (Εθνικό Συνδικάτο Σιδηροδρομικών), – και ως ένα βαθμό του A.E.U. (Ένωση Συνδικάτων Μηχανουργείων) – το δείχνουν ακόμη αυτό.

Είναι επίσης λάθος το ότι οι πολιτικές οργανώσεις της εργατικής τάξης δημιουργήθηκαν πάντοτε από διανοούμενους. Κάποιοι το λένε αυτό για να τονίσουν την οπισθοδρομικότητα των εργατών, οι οποίοι, αφήνεται να εννοηθεί, δεν θα μπορούσαν ποτέ να έχουν δημιουργήσει τέτοιες οργανώσεις οι ίδιοι – δηλαδή, δίχως «ηγέτες» από τα πάνω. Άλλοι εκφράζουν την κατηγορία για να λασπολογήσουν την ίδια την ιδέα της πολιτικής οργάνωσης.

Μια γρήγορη σκέψη θα δείξει πως τα πράγματα δεν μπορούσαν ποτέ να είναι έτσι. Όποιος και αν είναι ο ρόλος των διανοούμενων, οι πρώιμες οργανώσεις της εργατικής τάξης δεν θα μπορούσαν ποτέ να αναπτυχθούν και να ευημερήσουν αν δεν είχαν ενταχθεί σε αυτές πολλοί εργάτες, τις έκαναν πραγματικότητα , τις μπόλιαζαν με την εμπειρία τους, και συμμετείχαν συνέχεια στη δραστηριότητα  τους και συχνά θυσίαζαν τις ζωές τους για αυτές. Οι εργάτες αναγνώρισαν, με άλλα λόγια, τις ίδιες τους τις θεμελιώδεις ανάγκες στο πρόγραμμα αυτών των οργανώσεων. Αυτή η κατάσταση διήρκεσε για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Αυτή η περίοδος τώρα φτάνει στο τέλος της, τόσο αντικειμενικά όσο και στο μυαλό των εργατών, και αυτό παρά τις απελπισμένες προσπάθειες αυτοχρισμένων επαναστατών να κρατήσουν ζωντανούς τους παραδοσιακούς οργανισμούς που αργοπεθαίνουν.

Υπάρχει έτσι μια αυτόνομη ανάπτυξη του προλεταριάτου προς το σοσιαλισμό. Αυτή δεν είναι ούτε μια μηχανική συνέπεια των «αντικειμενικών συνθηκών» της ζωής της εργατικής τάξης. Ούτε συμβαίνει λόγω μιας μυστήριας βιολογικής τάσης. Είναι μια διαδικασία που βρίσκει την κινητήρια δύναμη της στο συνεχή ανταγωνισμό των εργατών στις καπιταλιστικές μεθόδους οργάνωσης της παραγωγής. Είναι μια ιστορική διαδικασία. Και είναι ουσιαστικά μια διαδικασία αγώνα. Μην επιτρέψετε σε κανένα να διαστρεβλώσει αυτό που λέμε.  Οι εργάτες δεν «γεννιούνται» σοσιαλιστές. Δεν μετατρέπονται με κάποιο θαυμαστό τρόπο σε σοσιαλιστές με το που μπαίνουν σε ένα εργοστάσιο. Τείνουν να γίνουν σοσιαλιστές – ή ίσως, κάποιος να μπορούσε να πει πως κάνουν τους εαυτούς τους σοσιαλιστές – στη διάρκεια του, και μέσα από, καθημερινού αγώνα ενάντια στο καπιταλισμό.

Αυτό δεν είναι για να αρνηθούμε την σημασία της διαδικασίας θεωρητικά. Δεν είμαστε ανόητοι. Η εμπειρία των ομάδων εργατών σε μια βιομηχανία ή σε μια χώρα πρέπει να μεταφερθεί σε άλλους. Οι ευρύτερες συνέπειες πρέπει να καθοριστούν. Οι τεχνητοί φραγμοί πρέπει να πέσουν. Οι στόχοι πρέπει να επανακαθορίζονται συνεχώς υπό το φως νέων εξελίξεων. Αλλά τέτοιου είδους ακαδημαϊκές κατανοήσεις δεν μπορούν ποτέ να αποτελέσουν υποκατάστατο για τη συμμετοχή στον ίδιο τον αγώνα. Αν δεν μεγαλώνει μέσα στον αγώνα, αν παραμένει βασισμένος στην πραγματικότητα μιας προηγούμενης περιόδου, μπορεί μόνο να λειτουργήσει ως εμπόδιο για την αποτελεσματική δράση.

Η Πάλη Μέσα στην Εργατική Τάξη

Τι σημαίνει η πάλη για τους σοσιαλιστές; Που λαμβάνει χώρα; Εναντίον ποιου κατευθύνεται; Ποιες είναι οι συνθήκες για την επιτυχία της; Εδώ υπάρχει ξανά αρκετή πρόχειρη σκέψη. Στις προηγούμενες εκδόσεις μας ασχοληθήκαμε με την πάλη μέσα στην παραγωγή. Η εργατική τάξη όμως δεν πολεμά τον καπιταλισμό μόνο ως κάτι εξωτερικό από την ίδια.

Αν ήταν απλά ζήτημα της υλικής εξουσίας της καπιταλιστικής τάξης, του Κράτους τους και του Στρατού τους, η καπιταλιστική κοινωνία θα είχε ανατραπεί ήδη εδώ και πολύ καιρό. ο καπιταλισμός δεν έχει άλλη ισχύ εκτός από την εργατική δύναμη εκείνων που εκμεταλλεύεται. Επιβιώνει επειδή καταφέρνει να κάνει τους σκλάβους του να αποδεχτούν τη θέση τους. Τα πιο ισχυρά όπλα του δεν είναι εκείνα που χρησιμοποιεί συνειδητά: η αστυνομία του, ο στρατός του, τα δικαστήρια του. Όλα αυτά δεν είναι παρά συμπληρώματα στην κυριαρχία του, όσο σημαντικά και αν είναι. Άλλα πράγματα βοηθούν την κυβερνώσα τάξη. Ιδιαίτερα την επιμονή και την συνεχή αναγέννηση των καπιταλιστικών ιδεών μεταξύ των γραμμών των εργατών.

Ο εργάτης δεν είναι ξένος στην καπιταλιστική κοινωνία. Γεννιέται μέσα σε αυτή, ζει μέσα σε αυτή, συμμετέχει μέσα σε αυτή και την κάνει να λειτουργεί. Οι καπιταλιστικές ιδέες, οι καπιταλιστικές αξίες και καπιταλιστικές νοοτροπίες εισχωρούν στην εργατική τάξη. Οι εργάτες αναπτύσσουν ή διατηρούν αυτές τις ιδέες ακριβώς επειδή είναι μια εκμεταλλευόμενη τάξη. Από την παιδική τους ηλικία, μοτίβα σκέψης επιβάλλονται πάνω τους από την «κατεστημένη» κοινωνία. Η διαιώνιση του καπιταλισμού και των θεσμών του τείνει να διαιωνίζει τις καπιταλιστικές ιδέες μεταξύ των εργατών. Οι «πατριωτικές» ιδέες ακόμη και των πιο μαχητικών εργατών είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές απεικονίσεις αυτής της «διπλής συνείδησης».

Η εργατική τάξη υποβάλλεται σε συστηματική κατήχηση. Αποστερείται των υλικών προαπαιτούμενων της κουλτούρας. Αποστερείται ακόμη και το ίδιο της το παρελθόν, από το οποίο ξέρει μόνο αυτό που οι εκμεταλλευτές της – ή οι ίδιοι οι «ηγέτες» της – της επιτρέπουν να γνωρίζει. Αποστερείται την αντίληψη του εαυτού της ως παγκόσμια τάξη. Αυτό προκαλείται από τοπικές, επαγγελματικές ή εθνικές διαιρέσεις, που επιβάλλονται στην εργατική τάξη από την παρούσα οργάνωση της κοινωνίας. Αποστερείται ακόμα από την συνείδηση της παρούσας θέσης της, όλα τα κανάλια πληροφόρησης είναι στα χέρια της κυβερνώσας τάξης και των εργατικών γραφειοκρατιών.

Παρά τα μειονεκτήματα αυτά, οι εργάτες αντιστέκονται. Αναπληρώνουν αυτό τα οποίο τους στερούν. Αναπτύσσουν μια υγιή καχυποψία για την αστική κατήχηση και μια βασική αδιαφορία για το περιεχόμενο της. Ενσωματώνουν την κουλτούρα που τους στερούν μέσω πολλών πλάγιων διαδρομών. Δημιουργούν ακόμη και τη βάση για μια νέα κουλτούρα. Μπορεί ακαδημαϊκά να αγνοούν το παρελθόν τους. Το βρίσκουν όμως μπροστά τους, ξανά και ξανά, με την μορφή συνθηκών και δικαιωμάτων προς υπεράσπιση.

Η θέση του προλεταριάτου στην σύγχρονη κοινωνία είναι έτσι βαθιά «αντιφατική». Μέσα στη παραγωγή η τάξη δημιουργεί συνεχώς τα στοιχεία για μια νέα μορφή κοινωνικής οργάνωσης ή μιας νέας κουλτούρας. Έξω από την παραγωγή δεν απελευθερώνει ποτέ τον εαυτό της εντελώς από την επιρροή του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζει.

Η συνεχής αναγέννηση των καπιταλιστικών τάσεων μέσα στις γραμμές της εργατικής τάξης είναι το πιο φοβερό εμπόδιο στην ανάπτυξη της σοσιαλιστικής συνείδησης. Αυτό συμβαίνει ακόμη και μεταξύ των πιο προηγμένων κομματιών της εργατικής τάξης. Οι πιο διακριτικές και επιζήμιες επιρροές της καπιταλιστικής κοινωνίας βρίσκονται εκεί που δεν τις περιμένει κανείς. Διατρέχουν εξίσου την σοσιαλδημοκρατική, την σταλινική και τροτσκιστική μορφή σκέψης. Αποτελούνται ουσιαστικά από αστικούς τρόπους σκέψεις στην ανάγνωση των πραγμάτων. Η αστική «κοινή λογική» εξυψώνεται σε απόλυτη ορθολογικότητα. Η αδράνεια εμφυτεύεται συστηματικά στις γραμμές της εργατικής τάξης, μέσα από της έκκλησης «να το αφήσουν σε εκείνους που ξέρουν καλύτερα» (είτε είναι διευθυντές εργοστασίων, ειδικοί της παραγωγής, ειδικούς στα «γεγονότα» του ενός ή του άλλου είδους, «προοδευτικούς» πολιτικούς… ή επαγγελματίες επαναστάτες  «με χρόνια εμπειρίας στο κίνημα»).

Οι καπιταλιστικές μέθοδοι οργάνωσης επηρεάζουν επίσης βαθιά τα κινήματα της εργατικής τάξης. Η αυθόρμητη, «ανεπίσημη» δραστηριότητα περιφρονείται. Υπάρχει μια στάση καχυποψίας σε νέες αντιλήψεις (σε κάθε ιδέα, στη πράξη, που δεν έχει γεννηθεί στο μυαλό κάποιου «έμπειρου» συντρόφου). Ο δογματισμός και η λατρεία του ήρωα αφθονούν. Υπάρχει η τάση να επιζούν με το διαρκώς μειούμενο κεφάλαιο του παρελθόντος παρά στις πραγματικότητες του παρόντος. Όλες αυτές οι ιδέες καλλιεργούνται συστηματικά τόσο από τις αστικές όσο και τις γραφειοκρατικές κοινωνίες. Εμποτίζουν το εργατικό κίνημα μέσα από κάθε του πόρο. Στην πράξη είναι απεικονίσεις της ίδιας της κοινωνίας  ενάντια στην οποία υποτίθεται πως αγωνίζονται οι «επαναστάτες». Αναπαράγουν στην σφαίρα της πνευματικής ζωής και στη σφαίρα της οργάνωσης, τις κοινωνικές σχέσεις που επικρατούν στο καπιταλιστικό εργοστάσιο: σχέσεις που βασίζονται στην κυριαρχία, την ανισότητα, και στην αποξένωση.

Σε περιόδους επανάστασης, η εξουσία του καπιταλιστικού κράτους μπορεί υπερνικηθεί στρατιωτικά… ωστόσο οι παλιές κοινωνικές σχέσεις παραμένουν. Αυτό θα συμβεί αν, για να ανατραπεί η παλιά κοινωνία (η κάτω από το πρόσχημα της «αποτελεσματικότητας») ο επαναστατικός στρατός ή ο «νέος» παραγωγικός μηχανισμός πρέπει να «αναδιοργανωθούν» σύμφωνα με τα παλιά πρότυπα. Όλα τα βασικά στοιχεία της παλιάς κοινωνίας έτσι θα επανεμφανιστούν σύντομα.

Το χτίσιμο μιας επαναστατικής οργάνωσης για να εκφράσει τις φιλοδοξίες της εργατικής τάξης είναι ένα δύσκολο έργο. Η εργατική τάξη όμως μπορεί να καταστρέψει άμεσα αυτό το επίτευγμα αν πιστεύει πως το μόνο που χρειάζεται από αυτή είναι να έχει απεριόριστη εμπιστοσύνη στην οργάνωση που έχει δημιουργήσει. Ο εκφυλισμός θα εγκατασταθεί τη στιγμή που η εργατική τάξη αποσυρθεί από την αρένα και θα παραδώσει στην οργάνωση «της» την επίλυση όλων των προβλημάτων της.

Τα προβλήματα της τάξης μπορούν να λυθούν από τη συνειδητή δράση της ίδιας της τάξης. Δεν υπάρχουν συντομεύσεις για αυτό. Αυτό είναι που μα διδάσκει το σύνολο της ως τώρα ιστορίας. Η πάλη του προλεταριάτου ενάντια στο καπιταλισμό είναι έτσι, σε μεγάλο βαθμό, η πάλη ενάντια στον εαυτό του. Είναι μια πάλη για να απελευθερώσει τον εαυτό του, από τα κατάλοιπα της κοινωνίας ενάντια της οποίας μάχεται, που παραμένουν στη σκέψη του, στις συνήθειες του, και στην εσωτερική του οργάνωση. Η ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης είναι η ιστορία της αυξανόμενης δύναμης και συνείδησης της εργατικής τάξης, στην πορεία αυτής της πάλης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s